03 Οκτωβρίου 2025

Η τέχνη του να είσαι παρών/The art of being present



Το 2016, ενώ εργάζομαι στην Αθήνα, εκμεταλλεύομαι την ευκαιρία να συμμετάσχω σε μια διαφορετική εκδήλωση που διοργανώνει στο Μουσείο Μπενάκη η Μαρίνα Αμπράμοβιτς. Η εκδήλωση έχει τον τίτλο "As One" και μου παρέχει τη δυνατότητα να βιώσω από πρώτο χέρι τη γνωστή πια "Abramović Method", μια σειρά σωματικών και πνευματικών ασκήσεων που στοχεύουν στην ενίσχυση της συνείδησης του σώματος και της παρούσας στιγμής.

Στην είσοδο, μου ζητούν να εμπιστευθώ σε ασφαλές ράφι ό,τι κουβαλώ, κινητό, τσάντα και λοιπά. Μαυροντυμένοι εκπαιδευτές μάς προετοιμάζουν αρχικά πριν εισαχθούμε στον κύριο χώρο δράσης. Αναπνοές, ασκήσεις χαλάρωσης... Έπειτα, εκπαιδεύτρια με οδηγεί από το χέρι στο κέντρο -λες και είμαι νήπιο, μ' αρέσει όμως- και με καθίζει μπροστά από ένα χρώμα: ένα κίτρινο χαρτόνι κολλημένο σε μια κολώνα! Τιμωρία είναι αυτό; Μου είναι αδύνατο να παραμείνω εδώ πολλή ώρα, όμως η εκπαιδεύτρια, που στέκεται διακριτικά πίσω μου, με βοηθά να χαλαρώσω και να προσπαθήσω. Μου πιέζει απαλά τους ώμους προς τα κάτω. Λίγο ακόμα. Έχει ενδιαφέρον, σαν να λέει. Δεν έχω ξανακοιτάξει ποτέ πριν μόνο ένα χρώμα. Νιώθω έντονη την ανάγκη να κάνω κάτι. Αρχίζω να «ζωγραφίζω» με τον δείκτη του δεξιού χεριού μου πάνω στην κίτρινη επιφάνεια — να αυτοσχεδιάζω, δηλαδή, ό,τι μου κατεβαίνει αυθόρμητα στο κεφάλι, κάτι σαν χορογραφία. Αυτό με βοηθά να σταθώ αρκετή ώρα στο σημείο. Δεν ξέρω γιατί αντέδρασα στην αρχή. Ίσως το χρώμα μού φάνηκε υπερβολικά γυμνό, και ήθελα να γεμίσω την επιφάνεια με σχήματα, να πλάσω χώρο… Είναι σοκαριστικό για μένα ένα ολόγυμνο χρώμα να μπλοκάρει το οπτικό μου πεδίο. Κάποια στιγμή θυμάμαι στίχους μιας φίλης ποιήτριας, που δεν είναι πια στη ζωή, της Γιώτας Αργυροπούλου, από τη συλλογή «Τοιχογραφία της Άνοιξης» (Καστανιώτης 1999):

«Ένα χρώμα

καλύτερα ένα χρώμα


να τυλιχτώ

να με σκεπάσει

κι ας μην ξανά

ηλιοτροπιάσω».


Να λοιπόν που έχω αντίκρυ μου αυτό το χρώμα. Με κυκλώνει από παντού, με πολιορκεί, μα δε με παρηγορεί όπως επιθυμεί το ποίημα. Μετά την πρώτη αυτή «μάχη», αποφασίζω να εγκαταλείψω. Ευτυχώς που η νηπιαγωγός έχει φύγει.

Θέλω λίγα λεπτά να ηρεμήσω και να αναζητήσω την επόμενη δοκιμασία. Είμαι ελεύθερος πια να ορίσω οπτικά το πεδίο και να ανιχνεύσω δράσεις σε όλο τον χώρο της μεγάλης αίθουσας, χωρίς να με ακολουθεί η δασκάλα μου. Προσπαθώ να αναγνωρίσω τι συμβαίνει γύρω μου και προβληματίζομαι για το πώς πρέπει να κινηθώ. Πρέπει; Ποιος το λέει; Αχ, κι εδώ το αντιδραστικό μου! Οι δραστηριότητες είναι πια προσδιορισμένες, αλλά υπάρχει ακόμα το στοιχείο του απρόοπτου. Όλοι αυτοί τριγύρω μου είναι άγνωστοι, εγώ είμαι άγνωστος σε μια άγνωστη σε μένα πόλη. Το σώμα μου μπλοκάρει... Οι νοητικές μου λειτουργίες παλεύουν να συνεργαστούν μαζί του, να το κουμαντάρουν. Χάνομαι όπως οι ερωτευμένοι του Μαριβώ. Περπατώ -σαν να μην υπάρχει καθόλου βαρύτητα- ως τις αντικριστές καρέκλες. Εκεί μπορείς να επιλέξεις με ποιον θα καθίσεις απέναντι για να τον κοιτάζεις στα μάτια. Χρειάζεται χρόνος για να βρω μια άκρη. Δεν είναι καθόλου εύκολο να κοιτάξω στα μάτια έναν άγνωστο άνθρωπο, αισθάνομαι ότι θα με διαρρήξει, θα δει μέσα μου ό,τι δε θέλω να δει κανένας. Με αποφασιστικότητα -και από κάποιον έμφυτο ...ηρωισμό- κατορθώνω να προσηλωθώ στα πράσινα μάτια που με κοιτάζουν με θάρρος. Η Αμπράμοβιτς έχει δίκιο: υπάρχει διάλογος, ανταλλαγή πληροφοριών, σημάτων, ενεργειών σε αυτή τη συνθήκη. Υπάρχει επαφή, επικοινωνία. Η δική μου αποδεικνύεται τελικά ευχάριστη, διότι, μετά από κάποια ώρα σοβαρής προσήλωσης με προσπάθεια για πειθαρχία (δεν είναι λίγες οι φορές που το ρεύμα επικοινωνίας πετάει έξω το βλέμμα μου), αρχίζω να χαμογελώ σαν να ακούω μια αστεία ιστορία που μου επιβάλλεται όμως. Ίσως το βλέμμα μου εκτροχιάζεται στην αρχή επειδή βρίσκει αντίσταση της άλλης πλευράς, δεν μπορώ να έχω ιδέα τι λένε, τι εκπέμπουν τα μάτια μου. Ξέρω όμως τι περιέχω και είμαι βέβαιος πως το βάρος του δε θα μπορούσε να γίνει ανεκτό ή να περάσει για πολύ. Αφότου η χαρά αρχίζει να κυκλοφορεί στο ρεύμα της βλεμματικής επικοινωνίας και να προκαλεί εκατέρωθεν τον γέλωτα σαν να αιωρείται κάποιο ανέκδοτο ανάμεσα, ο άλλος εγκαταλείπει. Απότομη μετάβαση στο κενό, που γεμίζουν πάλι στίχοι, του Πεσσόα αυτή τη φορά:

«Κάθε αντίο θάνατος είναι».

Ήταν ακριβώς έτσι όπως στιχοποιεί ο Φερνάντο.

Αλήθεια, είναι καλό που μου επιβλήθηκε κάποιος με το βλέμμα του; Ναι, αλλά στην αρχή προσπάθησες να επιβληθείς εσύ, είτε το κατάλαβες είτε όχι. Ισοπαλία.

Επόμενος σταθμός: πορεία στο σκοτάδι. Άλλο σκοτάδι αυτό, κυριολεκτικό. Μου δένουν με μαύρη κορδέλα τα μάτια και με οδηγούν σε χώρο όπου και άλλοι βαδίζουν στα τυφλά. Τυφλόμυγα θα παίξουμε; Ωχ! Κι αν πέσω πάνω σε κάποιον; Αν με αγγίξουν ηθελημένα ή όχι; Είναι δυνατό να δεχτώ ένα οποιοδήποτε άγγιγμα; Σιγά, ντε, δε θα σε σκοτώσει κιόλας! Λίγο ρεύμα θα νιώσεις, ένα μικρό ηλεκτροσόκ. Τι; Εγώ αισθάνομαι ότι μπαίνω τυφλός σε λεωφόρο. Στοπ. Σώμα εκκρεμές. Πνεύμα σε αναστολή. ... Ως πότε; Κάτι πρέπει να κάνω. Ένα βήμα, έστω. Ορίστε, το έκανα. Ύστερα κι άλλο κι άλλο, πήραμε θάρρος. Ουπς! Κάποιος είναι μπροστά μου. Να κλέψω λίγο κάτω από το άνοιγμα της κορδέλας; Ιδού ένα μεγάλο ηθικό δίλημμα. Παίζουμε με τους κανόνες ή κοροϊδεύουμε; Δάσκαλε που δίδασκες... Δε γίνεται. Θα κλέψω λίγο, δε ρισκάρω σύγκρουση. Είναι κοπέλα. Μετρίου αναστήματος. Φρενάρει. Ίσως έκλεψε κι εκείνη... Σηκώνει τα χέρια της, ακολουθώ με τα δικά μου τον πασίγνωστο καθρέπτη. Μπορεί να βλέπεις λίγο προς τα κάτω, αλλά από τη μέση και πάνω όχι, ούτε μπούστο ούτε πρόσωπο. Λίγη δόση εξοικείωσης κι εδώ, οι παλάμες μας ενώνονται, αλλά... φτάνει. Δε θ' αρχίσουμε και περιπτύξεις τώρα... Τόσος κόσμος τριγύρω. Ή μήπως να πιανόμασταν χέρι-χέρι και να φεύγαμε; Αχά... Με τι κότσια; Πού ξέρεις τι θ' ανακαλύψεις μετά την αφαίρεση της απαγορευτικής κορδέλας; Τελικά το πρόσωπο μετράει. Το κατάλαβα καλά στο προηγούμενο στάδιο όπου οι οπές των ματιών ήταν εκτεθειμένες στο πηγαινέλα.

Πάμε παρακάτω. Ένας διάδρομος. Πάνε κι έρχονται κάποιοι. Όχι με την ίδια ταχύτητα. Νομίζω πως η συνθήκη είναι αργό βάδισμα από τη μία άκρη στην άλλη. Σαν να βγαίνεις σε λεωφόρο, αλλά πολύ προσεκτικά και βέβαια με την όρασή σου αποκατεστημένη. Ας μπω στην κυκλοφορία. Εδώ τώρα πώς να μη θυμηθείς αυτό που είπε πρωτοπόρος χορογράφος (μου διαφεύγει το όνομά της); «Είμαι μέσα στο σώμα μου όπως οι άλλοι στα αυτοκίνητά τους». Είμαι «αυτοκίνητο» σώμα, λοιπόν, προσοχή μην τρακάρω. Πόσο αυτοκίνητο; Δεν είναι εύκολο να μπω σε πορεία. Με μπερδεύουν τα άλλα αυτοκίνητα που έχουν διάφορους ρυθμούς. Πρέπει να βρω τον δικό μου. Με το δεξί και ...στον δρόμο. Ευθεία γραμμή, ντουφέκι. Βαδίζω αργά σαν τους περφόρμερ του Γουΐλσον. Τελικά η κοπέλα που κινείται μπροστά μου πάει πιο αργά. Θα προσπεράσω ή θα κόψω ταχύτητα; Να κόψω, αλλά μπορεί να νομίσει ότι την παρακολουθώ ή την πιέζω να πατήσει γκάζι. Θα προσπεράσω. Αριστερό πόδι αριστερά και είσοδος σε άλλη λωρίδα. Καθένας με τον τρόπο του. Πόσες φορές πήγα κι ήρθα δε θυμάμαι. Πάντως η βραδύτητα έχει πολλά να σου πει για τη σχέση σου με τον χρόνο και για τον ίδιο τον χρόνο που είναι τελικά χώρος.

Επόμενη στάση στα βάθρα. Κάτι μικρά ξύλινα πατάρια όπου κάποιοι ποζάρουν σαν μοντέλα ή αγάλματα. Είναι όντως αυτό το ζητούμενο; Υπάρχει τέτοιο; Ή μήπως είμαι κι εγώ μια μαϊμού σαν τις άλλες; Εδώ πρέπει επιτέλους να πω πως η αίσθηση της ακοής είναι τελείως αποκλεισμένη σε όλους από την αρχή του ταξιδιού με ακουστικά απομόνωσης θορύβου. Και κουφός λοιπόν. Άρα, αν υποτεθεί ότι θέλεις να μιλήσεις με κάποιον και να ρωτήσεις, πρέπει να διαβάσεις χείλη ή να παίξεις παντομίμα. Καμιά διάθεση να μιλήσω με κανέναν. Κι ούτε βλέπω κάποιον να επικοινωνεί ευθέως με άλλον... Άρα η μίμηση είναι βασικός τρόπος εδώ. Αλλά ουδείς με υποχρεώνει να κάνω ό,τι κάνουν οι άλλοι, φτάνει το σώμα μου να μην ενοχλεί, η παρουσία μου. Πάντως όλα δείχνουν να λειτουργούν άψογα στο τοπίο σωμάτων και ενεργειών που ανοίγεται μπροστά μου. Βρίσκω πατάρι-εξέδρα κι ανεβαίνω. Ωχ, με βλέπουν. Είναι σαν να βγήκα σε βιτρίνα. Έκθεση, ε! Κι ας μην ακούς τίποτα. Να πάρω καλύτερα καμιά καλή πόζα, να δώσω μια εντύπωση καλαισθησίας. Ναι, σιγά. Λες και είμαι κανένα "προϊόν" που περιμένει στο ράφι να το διαλέξουν. Είμαστε σοβαροί; Τι δουλειά έχω εγώ εδώ πάνω; Δεν ήρθα για να εκτεθώ τόσο πολύ. Αλήθεια, γιατί έχω έρθει; Τώρα το σκέφτηκες;

Μετά από μερικές πόζες, σοβαρές όμως, βλέπω απέναντι πολύ κόσμο γύρω από τραπέζια. Μα τι γίνεται εκεί; Δεν πάμε καλά... Αυτοί που κάθονται, μετράνε φακές και ρύζι, σημειώνουν σε χαρτιά. Να υποθέσω ότι όλοι αυτοί οι όρθιοι περιμένουν σειρά; Δεν πρόκειται ποτέ να ξεμπερδέψω από δω... Ποιος ξέρει πώς είναι να μετράς φακές και ρύζι! Θα το δοκιμάσω σπίτι, αν και φαντάζομαι πως είναι ο τέλειος τρόπος αφοσίωσης στο τώρα και μπλοκαρίσματος της σκέψης.. Έτσι και τρυπώσει αυτή, η σκέψη, χάνεις το μέτρημα, οπότε δεν έχεις πολλά περιθώρια... Πειθαρχείς...

Μήπως κουράστηκα να κάνω τον περφόρμερ; Δεν κάνεις τον περφόρμερ, είσαι περφόρμερ! Δηλαδή; Είσαι ο εαυτός σου και προσηλωμένος στη στιγμή. Εδώ και τώρα. Ναι, αλλά, όπως ξέρεις πολύ καλά, δεν είναι μόνο «εδώ και τώρα». Είναι και πριν και μετά και, και... Κανείς δεν είναι διαρκώς εδώ και τώρα... Φεύγει εύκολα ο νους, ταξιδεύει... Σωστά, αλλά μπορείς να μετρήσεις τις στιγμές που είσαι πραγματικά παρών. Και είσαι παρών. Τι σημαίνει να είσαι παρών;

Βλέπω κρεβάτια παραταγμένα. Κάποιοι έχουν ξαπλώσει. Καλό θα μου κάνει λίγη ανάπαυση μετά από όλα αυτά. Άλλωστε πριν ήμουν στη δουλειά. Πού βρήκα το κουράγιο να φτάσω ως εδώ; Βγάζω παπούτσια. Εκπαιδεύτρια με βοηθάει να ξαπλώσω, με σκεπάζει. Είμαι πτώμα. Χαλαρώνει το σώμα, το στρώμα μού παίρνει την ένταση αργά... Κλείνω τα μάτια. Δε φοβάμαι. Αισθάνομαι ότι είμαι ολομόναχος εδώ όπως στο δωμάτιό μου. Πόσο μπορώ να μείνω ξαπλωμένος; Η έκθεση κλείνει σε δύο ώρες, χρήματα για ταξί έχεις, μη σε νοιάζει τίποτα. Θα μείνω όσο θέλει το σώμα μου, δε θα το πιέσω. Όταν θελήσει, θα μου στείλει σήμα να σηκωθώ. Αχ, τι ωραία που είναι κάτω από το σκέπασμα! «Άσε το μυαλό σου ελεύθερο» που έλεγε κι ο μπαμπάς τα βράδια που δυσκολευόμουν να κοιμηθώ. Άσε ελεύθερο το μυαλό σου! Μια κουβέντα είναι. Δεν πιστεύω να κολλήσω τίποτα εδώ που ξάπλωσα! Πάντως είναι πεντακάθαρα κι αστραφτερά τα σεντόνια. Ούτε ίχνος μυρωδιάς ή λεκέ... Άσε το μυαλό σου ελεύθερο, είπαμε... Ναι, μπαμπά!

Μετά από έναν υπνάκο, σηκώνομαι φρέσκος να πάρω τον δρόμο του γυρισμού! Βγάζω τα ακουστικά (που δεν είναι καθόλου ακουστικά) και αποχωρώ ανανεωμένος. Βρίσκω τα πράγματά μου στη θέση τους. Ουφ... Και γιατί να μην τα βρω άλλωστε; Βγαίνω και πέφτω πάνω σε μεγαλειώδες έργο του Τσαρούχη! Τι έκπληξη... Με ακολουθεί κι αυτός παντού σαν τον πατέρα μου. Μπαίνω στη ρεσεψιόν και ρωτάω αν υπάρχει κάποια ανοιχτή έκθεσή του. Όχι. Υπήρξε κάποια, αλλά μας τελείωσε. Θα γίνουν άλλες όμως, έχετε τον νου σας. Αλήθεια, γιατί δεν έχω πάει στο Ίδρυμα Τσαρούχη ακόμα; Ίσως επειδή είχα ακούσει ότι δεν είναι ανοιχτό κι ότι εκθέσεις Τσαρούχη φιλοξενούνται κατά καιρούς αλλού. Αλλού... Τουλάχιστον έχουν ένα σπίτι τα έργα του... Ας πάω τώρα κι εγώ στο δικό μου ν' αφήσω το μυαλό μου ελεύθερο. Είναι αργά...



The art of being present


In 2016, while working in Athens, I took the opportunity to participate in a unique event organized by Marina Abramović at the Benaki Museum. The event is entitled "As One" and provides me with the opportunity to experience first-hand the now-famous "Abramović Method", a series of physical and spiritual exercises aimed at enhancing body awareness and present moment awareness.

At the entrance, I am asked to trust everything I am carrying, mobile phone, bag and so on, to a secure shelf. Black-clad  instructors initially prepare us before we enter the main area of ​​activity. Breathing, relaxation exercises... Then, an instructor leads me by the hand to the center - as if I were a toddler, but I like it - and sits me down in front of a color: a yellow cardboard stuck to a pillar! Is this a punishment? It is impossible for me to stay here for long, but the instructor standing discreetly behind me helps me relax and try. She gently presses my shoulders down. A little more. It is interesting, as if to say. I have never looked at just one color before. I feel a strong need to do something. I start to "paint" with the index finger of my right hand on the yellow surface — to improvise, that is, whatever spontaneously comes to my mind, a kind of choreography. This helps me to stay on the spot for a long time. I don't know why I reacted that way at first. Maybe the color seemed too bare to me, and I wanted to fill the surface with shapes, to create space... It's shocking to me that a completely bare color blocks my field of vision. At some point I remember the lyrics of a poet friend, who is no longer alive, Giota Argyropoulou, from the collection "Spring Mural" (Kastaniotis 1999):


"A color

better one color


to wrap myself

to cover me

even if not again

"sunflower".


So here I am, this color before me. It surrounds me from all sides, besieges me, but does not comfort me as the poem wishes. After this first "battle", I decide to give up. Fortunately, the kindergarten teacher has left behind me.

I want a few minutes to calm down and look for the next test. I am now free to visually define the field and detect actions throughout the large room, without my teacher following me. I try to recognize what is happening around me and wonder how I should move. Should I? Who says so? Ah, and here is my reactive side! The activities are now defined, but there is still an element of the unexpected. All these people around me are strangers, I am a stranger in a city unknown to me. My body is blocking... My mental functions are struggling to cooperate with it, to command it. I am lost like the lovers of Marivaux. I walk - as if there were no gravity at all - to the chairs facing each other. There you can choose who you will sit with across from to look them in the eye. It takes time to find an edge. It is not at all easy to look a stranger in the eyes, I feel like they will break through me, they will see inside me what I don't want anyone to see. With determination - and some innate ... heroism - I manage to focus on the green eyes that look at me with courage. Abramović is right: there is a dialogue, an exchange of information, signals, and actions in this condition. There is contact, communication. Mine ultimately proves to be pleasant, because, after some time of serious focus with an effort for discipline (there are not a few times when the stream of communication throws my gaze out), I start to smile as if I am listening to a funny story that is forced upon me, however. Perhaps my gaze is derailed at first because it encounters resistance from the other side, I can't have any idea what my eyes are saying, what they are emitting. But I know what I contain and I am certain that its weight could not be tolerated or passed for long. After joy begins to circulate in the stream of eye contact and provoke laughter on both sides as if some joke were floating in between, the other gives up. Abrupt transition to the void, which is filled again with verses, this time by Pessoa:


"Every goodbye is a death."


It was exactly as Fernando versifies.

Is it really a good thing that someone imposed themselves on me with their gaze? Yes, but in the beginning you tried to impose yourself, whether you realized it or not. Draw.


Next stop: a walk in the dark. This is another darkness, literal. They tie a black ribbon around my eyes and lead me to a place where others are walking blindly. Shall we play blindfold? Oh! What if I fall on someone? If they touch me intentionally or not? Is it possible for me to accept any kind of touch? Wait, it won't kill you! You'll feel a little current, a small electric shock. What? I feel like I'm walking blindly down an avenue. Stop. Body hanging. Spirit in suspension. ... Until when? I have to do something. One step, at least. There you go, I did it. Then another and another, we gathered courage. Oops! Someone is in front of me. Should I steal a little under the opening of the ribbon? Here's a big moral dilemma. Are we playing by the rules or are we kidding? Teacher you taught... It's impossible. I'll steal a little, I won't risk a collision. She's a girl. Of medium height. She's braking. Maybe she stole too... She raises her hands, I follow the well-known mirror with mine. You can see a little downwards, but from the waist up no, neither bust nor face. A little bit of familiarity here too, our palms join, but... that's enough. We won't start and wrap up now... So many people around. Or maybe we could hold hands and leave? Aha... With what guts? Who knows what you'll discover after removing the prohibitory tape? After all, the face counts. The other person is not just legs, arms and breasts. I understood it well in the previous stage where the eye sockets were exposed to the back and forth.


Let's go further. A corridor. Some people come and go. Not at the same speed. I think the situation is a slow walk from one end to the other. Like stepping onto an avenue, but very carefully and of course with your eyesight restored. Let's get into traffic. Here, how can you not remember what a pioneering choreographer said (her name escapes me); "I am in my body like others in their cars". I am a "car" body, so be careful not to crash. It's not easy to get into a procession. I get confused by the other cars that have different rhythms. I have to find mine. On the right and ... on the road. Straight line, rifle. I walk slowly like Wilson's performers. In the end, the girl moving in front of me is going slower. Should I overtake or slow down? I should stop, but she might think I'm following her or pushing her to step on the gas. I'll pass. Left foot left and entering another lane. Each in their own way. I don't remember how many times I went and came back. However, slowness has a lot to tell you about your relationship with time and about time itself, which is ultimately space.


Next stop at the podiums. Some small wooden lofts where some people pose like models or statues. Is this really the point? Is there such a thing? Or am I just a monkey like the others? Here I must finally say that everyone's sense of hearing is completely blocked from the beginning of the journey with noise-isolating headphones. And deaf, too. So, if you want to talk to someone and ask a question, you have to read lips or play a pantomime. No mood to talk to anyone. And I don't see anyone communicating directly with anyone... So imitation is the main method here. But no one forces me to do what others do, as long as my body doesn't bother me, my presence. However, everything seems to work perfectly in the landscape of bodies and energies that opens up before me. I find a loft-platform and climb up. Oh, they see me. It's like I'm in a window display. An exhibition, eh! And don't listen to anything. I'd better strike a good pose, give an impression of elegance. Yes, slowly. It's like I'm some "product" waiting on the shelf to be chosen. Are we serious? What business do I have up here? I didn't come to expose myself so much or to find something. Really, why have I come? Now you've thought about it?


After a few poses, serious though, I see a lot of people around tables across the street. But what's going on there? We're not doing well... Those who are sitting, counting lentils and rice, making notes on papers. Suppose all those standing are waiting their turn? I'm never going to get out of here... Who knows what it's like to count lentils and rice! I'll try it at home, although I imagine it's the perfect way to devote yourself to the now and block out thought.. And once that thought creeps in, you lose count, so you don't have much room... You discipline...


Am I tired of acting like a performer? You are a performer! So? You're yourself and focused on the moment. Here and now. Yes, but, as you know very well, it's not just "here and now". There's also before and after and, and... No one is constantly here and now... The mind easily wanders, it travels... Right, but you can count the moments when you're truly present. And you are present. What does it mean to be present?


I see beds lined up. Some are lying down. It would be good for me to get some rest after all this. Besides, I was at work before. Where did I find the courage to get here? I take off my shoes. A trainer helps me lie down, covers me up. I am a corpse.  My body relaxes, the mattress slowly releases the tension... I close my eyes. I am not afraid. I feel like I am all alone here, like in my room. How long can I stay lying down? The exhibition closes in two hours, you have money for a taxi, don't worry about anything. I will stay as long as my body wants, I will not push it. When it wants, it will send me a signal to get up. Ah, how nice it is under the covers! "Let your mind free" is what my dad used to say on the nights when I had trouble sleeping. Let your mind free! It's just a conversation. I don't think I'll catch anything here where I'm lying! Anyway, the sheets are spotless and sparkling. Not a trace of smell or stain... Let your mind be free, we said... Yes, Dad!


After a nap, I get up refreshed to head back home! I take out my headphones that aren't headphones at all and leave feeling refreshed. I find my things in their place. Phew... And why wouldn't I find them anyway? I go out and stumble upon a magnificent work by Tsarouchis! What a surprise... He follows me everywhere like my father. I go to the reception and ask if there is any open exhibition of his. No. There was one, but we ran out. There will be others, though, keep an eye out. Really, why haven't I been to the Tsarouchis Foundation yet? Maybe because I had heard that it is not open and that Tsarouchis exhibitions are occasionally hosted elsewhere. Elsewhere... At least his works have a home to stay in... Let me go to mine now and let my mind be free. It's late...