02 Φεβρουαρίου 2026

Ιησούς και Ιουδαϊσμός: ρήξη ή συνέχεια;/Jesus and Judaism: rupture or continuity?

 


Ψηφιακή αναπαράσταση: Ιουδαίοι της Ιερουσαλήμ του 1ου αιώνα μ.Χ. μελετούν και συζητούν τις Γραφές, στο πλαίσιο της θρησκευτικής ζωής που οδήγησε στην εμφάνιση του Χριστιανισμού. Στο βάθος διακρίνεται ο Δεύτερος Ναός, που καταστράφηκε ολοσχερώς από τους Ρωμαίους (υπό τον στρατηγό Τίτο) το 70 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της μεγάλης ιουδαϊκής επανάστασης. Το μόνο τμήμα που σώζεται μέχρι σήμερα από το συγκρότημα είναι το Δυτικό Τείχος (Τείχος των Δακρύων). 

Ο Ιουδαϊσμός απέρριψε τον Χριστό; Το ερώτημα αγγίζει ένα από τα πιο λεπτά και συχνά παρερμηνευμένα σημεία της θρησκευτικής ιστορίας. Για να απαντηθεί σωστά, χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τη θεολογία από τα στερεότυπα και την ιστορική εξέλιξη από τις συλλογικές κατηγορίες.

Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ζει, διδάσκει και πεθαίνει ως Ιουδαίος. Μιλά μέσα στο πλαίσιο της πίστης του Ισραήλ, προσεύχεται στον Θεό του Ισραήλ, διδάσκει από τις Γραφές του Ισραήλ. Οι μαθητές Του, οι Απόστολοι και η πρώτη Εκκλησία είναι επίσης Ιουδαίοι. Ο Χριστιανισμός δεν γεννιέται έξω από τον Ιουδαϊσμό. Γεννιέται μέσα του, ως ένα ρεύμα που πιστεύει ότι στο πρόσωπο του Ιησού εκπληρώνονται οι μεσσιανικές υποσχέσεις.

Η ρήξη δεν προκύπτει απλώς επειδή ο Ιησούς γεννιέται και διδάσκει στους κόλπους του Ιουδαϊσμού, αλλά επειδή ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύει την πίστη του Ισραήλ και, κυρίως, το ποιος θεωρείται ότι είναι ο ίδιος, οδηγεί σε βαθιά θεολογική διαφωνία.

Η αφετηρία είναι κοινή. Ο Ιησούς κινείται πλήρως εντός του ιουδαϊκού θρησκευτικού σύμπαντος. Διδάσκει από τις Γραφές, μιλά για τον Θεό του Ισραήλ, συμμετέχει στη ζωή του Ναού και των εορτών. Στο σημείο αυτό δεν υπάρχει ακόμη ρήξη, αλλά εσωτερικός διάλογος, όπως συμβαίνει συχνά ανάμεσα σε διαφορετικές ραββινικές σχολές.

Ταυτόχρονα, υπάρχει έντονος ανταγωνισμός ανάμεσα στις θρησκευτικές ομάδες της εποχής. Οι Φαρισαίοι, επικεντρωμένοι στη λεπτομερή τήρηση του Νόμου και στην καθαρότητα, οι Σαδδουκαίοι, οι διαχειριστές του Ναού και των θυσιαστικών πρακτικών, οι Εσσαίοι με τις αποτραβηγμένες κοινότητές τους και οι Ζηλωτές που αναζητούν την πολιτική απελευθέρωση, όλες οι ομάδες διατηρούν διαφορετικές προσδοκίες για το ποιος είναι ο Μεσσίας και ποιος ο τρόπος σωτηρίας. Ο Ιησούς προκαλεί ένταση επειδή η διδασκαλία Του εισάγει νέα κριτήρια αυθεντίας και νοηματοδότησης του Νόμου, διαμορφώνοντας συγκρούσεις με αυτούς που κρατούν τις παραδοσιακές ερμηνείες. (Οι πληροφορίες για Εσσαίους και Ζηλωτές βασίζονται κυρίως σε ιστορικές και αρχαιολογικές πηγές, που όμως αφήνουν κάποια αβεβαιότητα για την ακρίβεια των λεπτομερειών.)

Η ένταση κορυφώνεται με την αυθεντία της ερμηνείας Του. Η ρήση «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν» δείχνει ότι δεν λειτουργεί μόνο ως ερμηνευτής του Νόμου, αλλά ως φορέας τελικής αυθεντίας. Η έμφαση στην εσωτερική καθαρότητα έναντι της τελετουργικής, στο έλεος πάνω από τη θυσία και στη ριζική αγάπη ακόμη και προς τον εχθρό δεν καταργεί τον Νόμο, αλλά τον επανατοποθετεί. Αυτό δημιουργεί έντονη θεολογική τριβή.

Η πραγματική τομή δεν προκύπτει μόνο από τη διδασκαλία Του, αλλά από όσα πιστεύουν οι μαθητές Του μετά το Πάθος: ότι είναι ο Μεσσίας, ότι ανασταίνεται, ότι έχει μοναδική υιική σχέση με τον Θεό και ότι ενεργεί με θεία εξουσία. Εδώ η διαφορά υπερβαίνει τα όρια των εσωτερικών ιουδαϊκών διαφωνιών. Δεν πρόκειται πλέον απλώς για διαφορετική ερμηνεία του Νόμου, αλλά για διαφορετική κατανόηση του τρόπου με τον οποίο ο Θεός ενεργεί στην Ιστορία.*

Πολλοί Ιουδαίοι της εποχής δεν αναγνωρίζουν στον Ιησού τον αναμενόμενο Μεσσία. Οι λόγοι είναι θεολογικοί: διαφορετικές μεσσιανικές προσδοκίες, άλλη κατανόηση της λύτρωσης, δυσκολία αποδοχής ενός πάσχοντος και σταυρωμένου λυτρωτή και ακόμη περισσότερο της πίστης ότι αυτός ο άνθρωπος μετέχει με μοναδικό τρόπο στη θεία εξουσία. Όμως αυτή η μη αποδοχή δεν συνιστά ποτέ μια ενιαία, συλλογική πράξη ενός λαού. Από την αρχή υπάρχουν Ιουδαίοι που πιστεύουν και Ιουδαίοι που δεν πιστεύουν.

Στην αρχή λοιπόν πρόκειται για ενδο-ϊουδαϊκή διαμάχη. Σταδιακά, όμως, ιδιαίτερα μετά την Ανάσταση που κηρύσσουν οι μαθητές και αργότερα μετά την καταστροφή του Ναού το 70 μ.Χ., οι δύο πλευρές αποκτούν ξεχωριστή θρησκευτική αυτοσυνειδησία. Ο Ιουδαϊσμός ανασυγκροτείται γύρω από τη ραββινική παράδοση, τον Νόμο και τη συναγωγή. Η Εκκλησία διαμορφώνει τη δική της ταυτότητα γύρω από την πίστη στον Χριστό ως αναστημένο Κύριο και ανοίγεται όλο και περισσότερο στα έθνη. Το 70 μ.Χ. δεν δημιουργεί τη διαφωνία, αλλά παγιώνει ιστορικά έναν ήδη υπαρκτό θεολογικό διαχωρισμό.

Έτσι, είναι θεολογικά σωστό να πούμε ότι ο Ιουδαϊσμός ως μεταγενέστερη θρησκευτική παράδοση δεν αποδέχεται τον Ιησού ως Μεσσία. Δεν Τον εντάσσει στη δική του πίστη ούτε στη δική του ερμηνεία της Γραφής. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε μια ενιαία, συνειδητή και συλλογική «απόρριψη» από έναν λαό ως λαό. Η πίστη δεν λειτουργεί ποτέ ως ομοιόμορφη εθνική απόφαση. Μέσα στα Ευαγγέλια βλέπουμε ποικιλία στάσεων, πρόσωπα που πιστεύουν και πρόσωπα που δεν πιστεύουν, όλα μέσα στον ίδιο λαό.

Από χριστιανική σκοπιά, η διαφορά δεν ερμηνεύεται ως εχθρότητα του Ισραήλ προς τον Θεό, αλλά ως διαφορετική απάντηση στο ίδιο ερώτημα: ποιος είναι ο Ιησούς; Οι χριστιανοί πιστεύουν ότι είναι ο Μεσσίας και η οριστική φανέρωση του Θεού. Ο Ιουδαϊσμός συνεχίζει να ζει μέσα στη διαθήκη με τον Θεό του Ισραήλ, προσδοκώντας την εκπλήρωση των υποσχέσεων με τρόπο που δεν ταυτίζεται με το πρόσωπο του Ιησού.

Γι’ αυτό μια θετική απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι και ιστορικά ανακριβής και θεολογικά επικίνδυνη. Πιο ακριβές είναι να πούμε ότι Ιουδαϊσμός και Χριστιανισμός ακολουθούν δύο διαφορετικές ερμηνευτικές πορείες της κοινής βιβλικής τους κληρονομιάς. Η κοινή ρίζα παραμένει. Η απάντηση στο πρόσωπο του Ιησού είναι το σημείο όπου οι δρόμοι χωρίζουν.


* Ιουδαϊσμός και Χριστιανισμός αναφέρονται στον ίδιο Θεό του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ. Η κύρια διαφορά δεν είναι η ταυτότητα του Θεού, αλλά η ερμηνεία της δράσης και της φανέρωσής Του στον κόσμο, δηλαδή το ποιος είναι ο Μεσσίας και πώς εκπληρώνονται οι θεϊκές υποσχέσεις.




February 02, 2026

Jesus and Judaism: rupture or continuity?


On the western side of the Temple Mount lies the Western Wall (Kotel), which served as the retaining wall for the Second Temple's platform. It is the holiest site of prayer for the Jewish people, as it is the closest point to where the Holy of Holies once stood. The term 'Wailing Wall' was primarily established by European travelers (such as the French term mur des lamentations) during the 19th century. It derives from the image of Jews gathering there to mourn (to wail) the destruction of the Temple and the loss of their national freedom

Did Judaism reject Christ? The question touches on one of the most delicate and often misunderstood points in religious history. To answer it correctly, we need to separate theology from stereotypes and historical development from collective categories.

Jesus of Nazareth lives, teaches, and dies as a Jew. He speaks within the framework of Israel's faith, prays to the God of Israel, teaches from the Scriptures of Israel. His disciples, the Apostles, and the early Church are also Jews. Christianity is not born outside of Judaism. It is born within it, as a movement that believes that in the person of Jesus the messianic promises are fulfilled.

The rupture arises not simply because Jesus is born and teaches within Judaism, but because the way he interprets Israel's faith and, most importantly, who he is considered to be, leads to deep theological disagreement.

The starting point is common. Jesus moves fully within the Jewish religious universe. He teaches from the Scriptures, speaks about the God of Israel, participates in the life of the Temple and the festivals. At this point there is not yet a rupture, but an internal dialogue, as often happens between different rabbinical schools.*ς

At the same time, there is intense competition among the religious groups of the time. The Pharisees, focused on meticulous observance of the Law and purity, the Sadducees, administrators of the Temple and sacrificial practices, the Essenes with their withdrawn communities, and the Zealots seeking political liberation, all groups hold different expectations about who the Messiah is and what the way of salvation is. Jesus causes tension because His teaching introduces new criteria for authority and meaning of the Law, creating conflicts with those who hold to traditional interpretations. (Information on the Essenes and Zealots is based mainly on historical and archaeological sources, which, however, leave some uncertainty about the accuracy of the details.)

The tension peaks with the authority of His interpretation. The statement “I speak to you” shows that He functions not only as an interpreter of the Law, but as a bearer of ultimate authority. The emphasis on inner purity over ritual, on mercy over sacrifice, and on radical love even for one’s enemies does not abolish the Law, but rather repositions it. This creates intense theological friction.

The real divide arises not only from His teaching, but from what His disciples believe after the Passion: that He is the Messiah, that He is resurrected, that He has a unique filial relationship with God, and that He acts with divine authority. Here the difference goes beyond the limits of internal Jewish disagreements. It is no longer simply a matter of a different interpretation of the Law, but of a different understanding of the way in which God acts in History.

Many Jews of the time do not recognize Jesus as the expected Messiah. The reasons are theological: different messianic expectations, a different understanding of redemption, difficulty in accepting a suffering and crucified redeemer and even more so in believing that this man participates in a unique way in divine power. However, this non-acceptance never constitutes a single, collective act of a people. From the beginning there have been Jews who believe and Jews who do not believe.

At first, it is an intra-Jewish conflict. Gradually, however, especially after the Resurrection preached by the disciples and later after the destruction of the Temple in 70 AD, the two sides acquire a separate religious self-consciousness. Judaism is reorganized around rabbinic tradition, the Law and the synagogue. The Church shapes its own identity around faith in Christ as the resurrected Lord and opens itself more and more to the nations. 70 AD does not create the disagreement, but historically consolidates an already existing theological division.

Thus, it is theologically correct to say that Judaism as a later religious tradition does not accept Jesus as the Messiah. It does not include Him in its own faith or in its own interpretation of Scripture. But this does not mean that there was a single, conscious and collective “rejection” by a people as a people. Faith never functions as a uniform national decision. Within the Gospels we see a variety of attitudes, people who believe and people who do not believe, all within the same people.

From a Christian perspective, the difference is not interpreted as Israel's hostility towards God, but as a different answer to the same question: who is Jesus? Christians believe that he is the Messiah and the definitive manifestation of God. Judaism continues to live within the covenant with the God of Israel, anticipating the fulfillment of the promises in a way that is not identified with the person of Jesus.

Therefore, a positive answer to the original question is both historically inaccurate and theologically dangerous. It is more accurate to say that Judaism and Christianity follow two different interpretative paths of their common biblical heritage. The common root remains. The answer in the person of Jesus is the point where the paths diverge.


* Judaism and Christianity refer to the same God of Abraham, Isaac, and Jacob. The main difference is not the identity of God, but the interpretation of His action and manifestation in the world, that is, who the Messiah is and how the divine promises are fulfilled.