Περιδιαβάζοντας το «Διάγραμμα Ιστορίας του Νεοελληνικού Θεάτρου» του Θόδωρου Χατζηπανταζή (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2014), ο οποίος άλλοτε με εκπλήσσει με το ύφος της κριτικής του αφήγησης και άλλοτε με συγχύζει με τη χρονολογική πλοκή του, δεν μπορώ να μη σταθώ στην περιγραφή του γεγονότος της μεγάλης απεργίας του 1919 από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών το οποίο «ιδρύεται το 1917, ένα όργανο που εμπνέεται για πρώτη φορά από μια αυθεντική εργατική ιδεολογία».
«Διεκδικώντας κάποια ποσοστά από τις καθημερινές εισπράξεις της εργοδοσίας για την ίδρυση ενός Ταμείου Συντάξεων των μελών των θιάσων και απαιτώντας τη δημιουργία ενός δεσμευτικού κανονισμού λειτουργίας των συγκροτημάτων αυτών, με στοιχειώδεις ανθρώπινους όρους εργασίας, το Σωματείο θα κηρύξει, το φθινόπωρο του 1919, την πρώτη μεγάλη απεργία του και θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του σ' ένα γνήσιο συνδικαλιστικό αγώνα. Η εργοδοσία θα αντιδράσει εξίσου δυναμικά και θα καταφέρει να εξουδετερώσει την πίεση των απεργών με το να σχηματίσει μικρά απεργοσπαστικά συγκροτήματα από συγγενείς και φίλους των πρωταγωνιστών και με το να εξαγοράσει με εισφορές και χορηγίες το εντελώς απαραίτητο για τη διεξαγωγή παραστάσεών του συνδικάτο των εργατοτεχνιτών του θεάτρου - των μηχανικών σκηνής, των φροντιστών, των ηλεκτρολόγων κ.λπ.» (σελ. 420)
Ο Χατζηπανταζής, θέλοντας να δείξει και πώς λειτουργεί η οικογενειοκρατία στον χώρο αυτό, περιγράφει πολύ παραστατικά τη στάση της Μαρίκας Κοτοπούλη (1887-1954) απέναντι στην απεργία:
«Οχυρωμένη η Μαρίκα Κοτοπούλη πίσω από την πολυπρόσωπη οικογένειά της, τις δίδυμες αδελφές της Χρυσούλα και Φωτεινή και τους πρωταγωνιστές συζύγους της, Μήτσο Μυράτ και Λουδοβίκο Λούη, πίσω από τους παλαίμαχους ηθοποιούς γονείς της και τα ξαδέλφια της από τη μεριά της μητέρας της, της οικογένειας Νικολάου, επιλέγει λιγοπρόσωπες γαλλικές εμπορικές κωμωδίες και συνεχίζει απτόητη τις παραστάσεις της, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλει με επιστολές της στην κυβέρνηση τις 'μπολσεβίκικες' μεθόδους του Σωματείου.» (σελ. 420-421)
Εδώ οι εγκεφαλικές μου συνάψεις παίρνουν φωτιά για να ανασύρουν απ' τα συρτάρια της μνήμης μια αφήγηση του Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989) για την Κοτοπούλη, με την οποία είχε συνεργασία και πολύ καλές σχέσεις. Ερευνώντας από τα φοιτητικά μου χρόνια τη ζωή και το έργο του, συνειδητοποιώ πως ο στοχαστής του Μαρουσίου έχει αποτελέσει για μένα τον μίτο της περιδιάβασής μου στην ιστορία του θεάτρου μας αλλά και στην Ελλάδα του 20ού αιώνα. Να λοιπόν ένα περιστατικό με το οποίο κλείνει ένα κείμενό του για τη θρυλική Μαρίκα με τίτλο «Καθάπερ φερομένης βιαίας πνοής - Αναμνήσεις από τη Μαρίκα Κοτοπούλη» («Η Λέξη», τεύχος 68, Οκτώβρης 1987).
«Η Κοτοπούλη ήταν ένας λαϊκός τύπος κι ας σύχναζε στο παλάτι. Η αντίληψή της για το παλάτι ήταν ιερή. Δεν ήθελε να συζητήσει την παράδοση του θεσμού, δε μπορούσε ν' αρνηθεί την αξία ενός θεσμού που σέβονταν πολλά σημαντικά κράτη. Ήταν παραδεκτή απ' όλους για την τέχνη της και τη βαθύτητά της. Άσχετο αν δήλωνε βασιλικιά. Έκανε παρέα μ' όλο τον κόσμο ασχέτως κομμάτων. Όταν ο ηθοποιός Γιώργος Παππάς αναζητήθηκε σε κείνη από τους χίτες, η Κοτοπούλη είπε: "Δεν ξέρω πού κρύβεται, αλλά κι αν ήξερα δεν θα σας έλεγα. Δεν θα καταδιώξω ποτέ καταδιωκόμενους." Τους αριστερούς ηθοποιούς πάντοτε προστάτεψε και βοήθησε στα κυνηγητά τους από χίτες και Γερμανούς. Τηλεφωνούσε εδώ κι εκεί για να τους ελευθερώνει μετά τις συλλήψεις τους. "Είναι απαραίτητοι στο θέατρο" έλεγε. Έτσι καμουφλάριζε την ανθρωπιά της, με τη δικαιολογία του θεάτρου.»
Όταν λοιπόν ο Χατζηπανταζής εκδίδει το 2014 το «Διάγραμμά» του, η γραφή του έχει ήδη τη σφραγίδα της ώριμης κριτικής ιστοριογραφίας. Ο στοχασμός του για το ελληνικό θέατρο δεν είναι ποτέ ουδέτερος: βλέπει τις σκηνές, τους ρόλους, τις εταιρείες, μέσα από το πρίσμα των κοινωνικών αντιθέσεων που τις διαμορφώνουν. Μέσα σε αυτή την οπτική εντάσσεται και η Μαρίκα Κοτοπούλη. Δεν είναι για εκείνον το «ιερό τέρας» της σκηνής, αλλά ο φορέας μιας ολόκληρης νοοτροπίας: του αστικού θεάτρου που θεμελιώνεται πάνω στην οικογένεια, την ιεραρχία και την εργοδοτική αυθεντία. Η αφήγησή του για τη μεγάλη απεργία του 1919 από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών είναι αποκαλυπτική: πίσω από τα αιτήματα για ένα ταμείο συντάξεων και καλύτερες συνθήκες διαβάζει τη γέννηση ενός γνήσιου εργατικού συνδικαλισμού στον χώρο του θεάτρου. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση της Κοτοπούλη εμφανίζεται ως αντίδραση μιας καλλιτέχνιδας που δεν μπορεί να αποδεχθεί τη διάρρηξη του παλαιού θεατρικού δεσμού ανάμεσα στον «αρχηγό θιάσου»/βεντέτα και στους «ηθοποιούς του». Οχυρωμένη πίσω από την οικογένειά της — μια μικρογραφία της ίδιας της θεατρικής εξουσίας — συνεχίζει απτόητη τις παραστάσεις της και καταγγέλλει ως «μπολσεβίκικες» τις πρακτικές του Σωματείου. Η Κοτοπούλη του Χατζηπανταζή είναι, έτσι, μια φιγούρα ιστορικής αναγκαιότητας: αντιπροσωπεύει τον κόσμο που αντιστέκεται στις κοινωνικές μεταβολές, τον κόσμο της αστικής ασφάλειας που βλέπει στην απεργία όχι μια διεκδίκηση δικαιοσύνης, αλλά μια απειλή στην τάξη των πραγμάτων.
Αντίθετα, ο Γιάννης Τσαρούχης, δημοσιεύοντας το 1987 στη «Λέξη» το κείμενό του, δεν ενδιαφέρεται για το ιστορικό πλαίσιο αλλά για την αύρα του προσώπου. Η δική του Κοτοπούλη δεν είναι πια το σύμβολο μιας ταξικής στάσης, αλλά η ζωντανή ανάμνηση μιας γυναίκας με αντιφάσεις, με παρορμήσεις και ευγένεια. Ναι, δηλώνει βασιλικιά, αλλά προστατεύει αριστερούς ηθοποιούς, τηλεφωνεί για να τους σώσει από διώξεις «καμουφλάροντας» την ανθρωπιά της πίσω από τη φράση «είναι απαραίτητοι στο θέατρο». Ο Τσαρούχης τη βλέπει ως πνεύμα λαϊκό, ριζωμένο στην ελληνική ψυχή, που η σχέση του με το παλάτι είναι περισσότερο συμβολική παρά ταξική: πίστη σε ένα θεσμό, όχι συνενοχή με την εξουσία.
Ο Τσαρούχης μιλά από μνήμης και με αγάπη, ο Χατζηπανταζής από τη σκοπιά της ανάλυσης και της απομυθοποίησης. Η απόσταση μεταξύ των δύο απόψεων δεν είναι μόνο χρονολογική. Είναι η απόσταση ανάμεσα στη μνήμη και την ιστορία, ανάμεσα στην κατάθεση του αυτόπτη και στη σύνθεση του ερευνητή. Ο Τσαρούχης γράφει από την οικειότητα του βιώματος, ο Χατζηπανταζής από τη νηφαλιότητα της ανάλυσης. Ο πρώτος βλέπει την Κοτοπούλη ως παράδοξο της ψυχής, ο δεύτερος ως σύμπτωμα της κοινωνίας. Ο ένας φωτίζει την ανθρώπινη αλήθεια, ο άλλος την ιστορική λειτουργία. Κι όμως, οι δύο αυτοί τρόποι —ο βιωματικός και ο κριτικός— δεν αλληλοαναιρούνται, αλλά συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον. Διότι η Κοτοπούλη, όπως και κάθε μεγάλη θεατρική μορφή, ζει ακριβώς μέσα σε αυτή τη διπλή αναπνοή: του μύθου και της Ιστορίας.
Αν ο Χατζηπανταζής μάς θυμίζει πως το θέατρο είναι κοινωνική πράξη, ο Τσαρούχης μάς υπενθυμίζει πως είναι και πράξη καρδιάς. Και κάπου ανάμεσα στις δύο οπτικές, η Μαρίκα συνεχίζει να παίζει — ίσως το δυσκολότερο ρόλο της: εκείνον της ίδιας της Ελλάδας, που παλεύει ανάμεσα στη συγκίνηση και τη συντήρηση, στην ανθρωπιά και τον θεσμό.
