Η σχέση του Πιερ Πάολο Παζολίνι με τη Μαρία Κάλλας υπήρξε σύντομη στον χρόνο αλλά βαθιά σε νόημα. Από το καλοκαίρι του 1968, μετά τον χωρισμό της Κάλλας από τον Αριστοτέλη Ωνάση, έως τα τέλη του 1971, η φιλία και η συνεργασία τους δοκιμάστηκαν και ενισχύθηκαν μέσα από κοινές δημιουργικές εμπειρίες και αλληλογραφία. Πρόκειται για μια σχέση που δεν στηριζόταν στην πολιτική ή ιδεολογική ταύτιση –ο Παζολίνι παρέμενε πολέμιος της μπουρζουαζίας, η Κάλλας προερχόταν από τον πυρήνα της αστικής κουλτούρας– αλλά στην αμοιβαία αναγνώριση της ψυχικής τους αλήθειας και στην ικανότητα να αναγνωρίζουν ο ένας στον άλλο τον πόνο που τους είχε αφήσει ο έρωτας.
Η συνεργασία τους στην κινηματογραφική Μήδεια (1969) ήταν για την Κάλλας μια μικρή επανάσταση. Όχι επειδή μεταπήδησε για πρώτη -και τελευταία- φορά στον κινηματογράφο, αλλά επειδή η ταινία την προβάλλει ως τραγικό υποκείμενο, εκθέτοντας το σώμα και το πρόσωπό της με τρόπο που αναδεικνύει την εντυπωσιακή και ταυτόχρονα ευάλωτη παρουσία της. Δεν τραγουδά, αλλά είναι πλήρως παρούσα, ως υποκείμενο με αξιοπρέπεια και συνείδηση, χωρίς υπεροχή και χωρίς προστασία. Το έργο του Παζολίνι γίνεται έτσι μια εκδήλωση λατρείας για την Κάλλας, που την αναδεικνύει ανθρώπινη, σε απόσταση από τη συνηθισμένη εικόνα της διασημότητας.
Η ταινία δεν ήταν μόνο δημιουργική συνεργασία. Υπήρξε αφορμή για μια «βαθιά φιλία, ίσως κι έναν παράδοξο έρωτα». Μετά τα γυρίσματα διατήρησαν αλληλογραφία, μέσα από την οποία ο Παζολίνι αφιέρωσε στην Κάλλας δύο ποιήματα, τον Οίστρο και Το Δαχτυλίδι. Οι περιγραφές τρίτων επιβεβαιώνουν ότι, παρά τις εμφανείς διαφορές στον χαρακτήρα και στο υπόβαθρό τους, οι δύο καλλιτέχνες μοιράζονταν μια διακριτική αλλά ειλικρινή σχέση, με αμοιβαία κατανόηση και σεβασμό.
Η ένταση της προσωπικότητας της Κάλλας αντανακλάται μέσα στο ποίημα Οίστρος (1970) του Παζολίνι. Κάθε στροφή αποδεικνύει την εκτίμησή του για τα αληθινά και μεγάλα συναισθήματά της, την ελευθερία και την υπερηφάνειά της. Την περιγράφει να ρίχνεται με «άλαλη ορμή, σαν ένας ατρόμητος κλόουν» στον κόσμο και στη ζωή, και την ίδια στιγμή να αναγνωρίζει τις συνέπειες και την ταπείνωση που επιφέρουν. Το ποίημα αναδεικνύει ότι η Κάλλας βιώνει τη ζωή με ακεραιότητα διατηρώντας μια προσωπική ηθική και μια ψυχική ελευθερία, ενώ αποκαλύπτει την πνευματική σύνδεση και τον θαυμασμό του Παζολίνι, που υπερβαίνει τον έρωτα και στηρίζεται στην αλήθεια του συναισθήματος και της προσωπικότητας.
Το καλοκαίρι του 1970, φιλοξενούμενοι στο Τραγονήσι από τον Πέρη Εμπειρίκο, μοιράζονται στιγμές συντροφικότητας. Σε γράμμα της 20ής Νοεμβρίου 1970, η Κάλλας σημειώνει: «Δεν πλήττουμε ποτέ όταν είμαστε μαζί». Η φράση αυτή δεν δηλώνει ευθυμία, αλλά υπαρξιακό συγχρονισμό, κοινό χρόνο που δεν απαιτεί υπερβολές και δεν φορτίζει τη σχέση τους με δημόσιες υποχρεώσεις.
Στο μακροσκελές γράμμα της από το Τραγονήσι, τον Ιούλιο του 1971, η Κάλλας μιλά ανοιχτά για την προσωπική της θέση απέναντι στη μπουρζουαζία και τη ζωή που ζει, χωρίς να διεκδικεί πολιτική ορθότητα: «Εγώ ζω μέσα στην μπουρζουαζία, επωφελούμενη από αυτήν, γιατί ως καλλιτέχνιδα την έχω ανάγκη». Λίγο παρακάτω προσθέτει: «Όταν ο κόσμος σε ανεβάζει ψηλά, έχεις καθήκοντα και υποχρεώσεις». Η αυτοπαρατήρηση και η ευθύνη απέναντι στη ζωή («Στην πραγματικότητα όμως, ζω μόνη», «Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για μας, ακόμα κι όταν οι άλλοι έχουν άδικο») αναδεικνύουν τη φιλία τους ως χώρο ηθικής αμοιβαιότητας και εμπιστοσύνης.
Τον Σεπτέμβριο του 1971, η Κάλλας παίρνει πρωτοβουλία και του γράφει για να εκφράσει ανησυχία για την έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ τους, κλείνοντας με σαφήνεια: «Μπορείς να ξεσπάσεις σ’ εμένα όπως έχω ξεσπάσει κι εγώ τόσες φορές σ’ εσένα. Σε φιλώ με πολλή αγάπη και παραμένω, πίστεψέ με, η καλύτερη φίλη σου (πες το έπαρση, αν θες). Μαρία».
Η φιλία του Παζολίνι με την Κάλλας δεν βασίστηκε σε συμφωνία ιδεολογική ή πολιτική, αλλά στην αμοιβαία αναγνώριση της ψυχικής τους αλήθειας και της προσωπικής τους ελευθερίας. Η δυνατότητα της Κάλλας να παραμένει διαθέσιμη, ακόμη και όταν η σιωπή του Παζολίνι επιμένει, δείχνει την ειλικρίνεια και την καθαρότητα της σχέσης τους. Η Μήδεια, η αλληλογραφία τους και η ποιητική μαρτυρία του Παζολίνι αποκαλύπτουν μια σπάνια μορφή φιλίας: δύο καλλιτέχνες διαφορετικής καταγωγής και ιδεολογίας, πληγωμένοι από τον έρωτα, που συνδέονται όχι μέσα από συμφωνία, αλλά μέσα από την αμοιβαία αναγνώριση της αλήθειας και της προσωπικής τους ελευθερίας. Η ταινία, τα γράμματα και τα ποιήματα παραμένουν μάρτυρες αυτής της μοναδικής σχέσης: λατρεία για τη φωνή και την προσωπικότητα της Κάλλας, και απόλυτη εμπιστοσύνη στη φιλία που δεν χρειάζεται λόγια για να υπάρξει.
December 23, 2025
Pasolini-Callas: Beyond Love
Pier Paolo Pasolini's relationship with Maria Callas was brief in time but profound in meaning. From the summer of 1968, after Callas's separation from Aristotle Onassis, until the end of 1971, their friendship and collaboration were tested and strengthened through shared creative experiences and correspondence. It was a relationship that was not based on political or ideological identification –Pasolini remained an opponent of the bourgeoisie, Callas came from the core of bourgeois culture– but on the mutual recognition of their psychological truth and the ability to recognize in each other the pain that love had left them.
Their collaboration in the film Medea (1969) was a small revolution for Callas. Not because she made the leap to cinema for the first -and last- time, but because the film presents her as a tragic subject, exposing her body and face in a way that highlights her impressive and at the same time vulnerable presence. She does not sing, but she is fully present, as a subject with dignity and conscience, without superiority and without protection. Pasolini's work thus becomes an expression of worship for Callas, which highlights her as human, at a distance from the usual image of celebrity.
The film was not only a creative collaboration. It was the occasion for a "deep friendship, perhaps even a paradoxical love." After filming, they maintained a correspondence, through which Pasolini dedicated two poems to Callas, Oistros and Ring. Third-party descriptions confirm that, despite the obvious differences in their character and background, the two artists shared a discreet but sincere relationship, with mutual understanding and respect.
The intensity of Callas's personality is reflected in Pasolini's poem Oistros (1970). Every line demonstrates his appreciation for her true and great feelings, her freedom and pride. He describes her throwing herself with "dumb momentum, like a fearless clown" into the world and into life, and at the same time recognizing the consequences and humiliation they bring. The poem highlights that Callas experiences life with integrity, maintaining a personal morality and a mental freedom, while revealing Pasolini's spiritual connection and admiration, which transcends love and is based on the truth of feeling and personality.
In the summer of 1970, hosted by Peris Embirikos in Tragonisi, they shared moments of camaraderie. In a letter dated November 20, 1970, Callas notes: “We never get bored when we are together.” This phrase does not indicate cheerfulness, but rather a synchronism of existence, a shared time that does not require exaggerations and does not burden their relationship with public obligations.
In her long letter from Tragonisi, in July 1971, Callas speaks openly about her personal position towards the bourgeoisie and the life she lives, without claiming political correctness: “I live within the bourgeoisie, benefiting from it, because as an artist I need it.” A little later she adds: “When the world elevates you, you have duties and obligations.” Self-observation and responsibility towards life (“But in reality, I live alone,” “There are no excuses for us, even when others are wrong”) highlight their friendship as a space of moral reciprocity and trust.
In September 1971, Callas took the initiative and wrote to him to express concern about the lack of communication between them, concluding clearly: "You can break out on me as I have broken out so many times on you. I kiss you with much love and I remain, believe me, your best friend (call it arrogance, if you want). Maria."
Pasolini's friendship with Callas was not based on ideological or political agreement, but on the mutual recognition of their spiritual truth and personal freedom. Callas' ability to remain available, even when Pasolini's silence persists, shows the sincerity and purity of their relationship. Medea, their correspondence and Pasolini's poetic testimony reveal a rare form of friendship: two artists of different origins and ideologies, wounded by love, who are connected not by agreement, but by the mutual recognition of their truth and personal freedom. The film, the letters and the poems remain witnesses to this unique relationship: adoration for Callas' voice and personality, and absolute trust in a friendship that does not need words to exist.
