06 Νοεμβρίου 2025

Παπαδάκη - Κάλλας: όταν η Τέχνη αναμετριέται με την Ιστορία

Μαρία Κάλλας (1923-1977) ● Ελένη Παπαδάκη (1903-1944)

Διαβάζοντας σήμερα σχόλια στα κοινωνικά δίκτυα για τη θρυλική Ελένη Παπαδάκη, διακρίνει κάποιος έναν εμφυλιακό βόμβο. Έναν απόηχο που δεν έχει σβήσει. Οι λέξεις στάζουν οργή, ειρωνεία, φανατισμό, ή και σιωπηλή θλίψη — σαν να μην έχουν περάσει ογδόντα χρόνια από την εκτέλεσή της. Και τότε θυμάμαι την πρόσφατη δήλωση της ιστορικού Μαρίας Ευθυμίου: ο Εμφύλιος στην Ελλάδα δεν έχει τελειώσει. Πράγματι. Δεν έχει τελειώσει, διότι δεν έχουμε ακόμη αποφασίσει τι σημαίνει να συγχωρείς, να θυμάσαι, να αναμετριέσαι με την Ιστορία. Και η Παπαδάκη, όπως λίγες άλλες μορφές, κουβαλά επάνω της όλη τη μεταπολεμική μας αμηχανία απέναντι στη μνήμη, στην Τέχνη, και στην ενοχή.

Η Ελένη Παπαδάκη υπήρξε ένα από τα πιο λαμπρά φαινόμενα του ελληνικού θεάτρου του Μεσοπολέμου. Κόρη του τραπεζίτη Νικολάου Παπαδάκη, μεγάλωσε σε αστικό σπίτι της Αθήνας, σπουδάζοντας μουσική, ξένες γλώσσες και θέατρο. Η είσοδός της στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου τη δεκαετία του 1930 προκάλεσε αμέσως αίσθηση. Οι ερμηνείες της —Αντιγόνη, Ιφιγένεια, Κλυταιμνήστρα, Εκάβη κ.ά.— συνδύαζαν αρχοντιά και πάθος, λόγο δουλεμένο και κίνηση γεμάτη μέτρο. Οι κριτικοί της εποχής μιλούσαν για «ιερή φλόγα» και «μυστηριακή δύναμη». Ο Φώτος Πολίτης την αποκαλούσε «το πιο ευγενικό δώρο της σκηνής». Στην ακμή της, η Παπαδάκη δεν ήταν απλώς μια μεγάλη ηθοποιός· ήταν η ενσάρκωση ενός πολιτισμού που πίστευε ακόμα ότι το θέατρο μπορεί να εξευγενίσει τον άνθρωπο.

Αυτό το ιδεώδες, ωστόσο, έμελλε να συγκρουστεί με τη βία της Ιστορίας. Ο πόλεμος, η Κατοχή, οι διχασμοί και η πείνα μεταμόρφωσαν την Αθήνα σε τόπο φόβου και μίσους. Η Παπαδάκη, η οποία συνέχισε να παίζει στο Εθνικό Θέατρο κατά τη διάρκεια της Κατοχής, έγινε στόχος φημολογίας: ότι συνεργάζεται με τις κατοχικές αρχές, ότι έχει σχέσεις με Γερμανούς, ότι ζει πολυτελώς ενώ ο λαός πεινά. Καμία από αυτές τις κατηγορίες δεν αποδείχθηκε ποτέ. Ήταν, όπως φαίνεται, προϊόν φθόνου, παρεξήγησης, αλλά και μιας αόρατης κοινωνικής ενοχής: το πλήθος έπρεπε να βρει εξιλαστήριο θύμα για όσα είχε υποστεί. Και οι λαμπερές μορφές, εκείνες που ξεχωρίζουν, είναι πάντα οι πιο ευάλωτες στην οργή των καιρών.

Το 1944, μέσα στη χαοτική ατμόσφαιρα των Δεκεμβριανών, συνελήφθη από μέλη του ΕΛΑΣ. Παρά τις εκκλήσεις συναδέλφων της, εκτελέστηκε χωρίς δίκη. Ήταν μόλις 41 ετών. Το σώμα της βρέθηκε σε πρόχειρο τάφο, αναγνωρίστηκε από τη μοδίστρα της, και παραδόθηκε στους συγγενείς της μέρες αργότερα. Η Ελλάδα είχε χάσει μια από τις πιο σημαντικές φωνές της, και το θέατρο ένα πρόσωπο-σύμβολο της πνευματικής του νεότητας.

Μετά τον πόλεμο, οι εκδοχές άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Άλλοι την παρουσίασαν ως αθώο θύμα πολιτικής μανίας. Άλλοι, ιδίως από τον αριστερό χώρο, επέμειναν ότι υπήρχαν λόγοι υποψίας. Το όνομά της δεν αναφέρθηκε για δεκαετίες· ήταν σχεδόν απαγορευμένο. Στα σχολικά βιβλία, στα προγράμματα του Εθνικού, στη δημόσια μνήμη, η Παπαδάκη έλειπε. Χρειάστηκε να φτάσουμε στη δεκαετία του 1980 για να αρχίσει μια πιο νηφάλια αποτίμηση. Ιστορικοί, θεατρολόγοι και δημοσιογράφοι έψαξαν τα αρχεία, εξέτασαν μαρτυρίες, και διαπίστωσαν ότι ουδέποτε υπήρξε απόδειξη συνεργασίας της με τους Γερμανούς. Ήταν, όπως φαίνεται, μια γυναίκα που πλήρωσε το τίμημα της ομορφιάς, της ανεξαρτησίας και της φήμης της.

Το όνομά της, ωστόσο, παρέμενε επικίνδυνο. Διότι η Παπαδάκη δεν είναι απλώς μια ηθοποιός που δολοφονήθηκε· είναι η προσωποποίηση του διχασμού μας. Αντιπροσωπεύει τη στιγμή όπου η Τέχνη δεν μπορεί πια να σταθεί πάνω από την Ιστορία. Εκεί όπου ο ρόλος της Αντιγόνης δεν σώζει τον άνθρωπο που τον υποδύεται· αντίθετα, τον καταδικάζει. Η κοινωνία που τη σκότωσε, δεν σκότωσε απλώς μια γυναίκα, αλλά τη δική της ανάγκη για υπέρβαση.

Κι όμως, ακόμη και σήμερα, τόσες δεκαετίες μετά τη δολοφονία της, το όνομα της Ελένης Παπαδάκη εξακολουθεί να ανάβει φωτιές. [Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο ότι ο Θ. Χατζηπανταζής, στο «Διάγραμμα Ιστορίας του Νεοελληνικού Θεάτρου» (2014), δεν πολυαγγίζει το θέμα, αλλά προτιμά να ασχοληθεί περισσότερο με τη λιγότερο επώδυνη περίπτωση Κοτοπούλη. Για την Παπαδάκη αρκείται στην αναφορά ότι τη δολοφόνησαν «μέλη της Αριστεράς» επειδή «τη θεωρούσαν συνεργάτιδα των Γερμανών».] Όταν, το 2019, ο τότε καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου Δημήτρης Λιγνάδης ανακοίνωσε πως η αίθουσα του ισογείου του "REX" θα φέρει το όνομά της, η είδηση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων. Το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ) διαμαρτυρήθηκε δημοσίως, θεωρώντας την απόφαση προκλητική και πολιτικά φορτισμένη. (Υπενθυμίζεται ότι στην Κατοχή, το Σωματείο είχε επικρίνει την Ελένη Παπαδάκη, κατηγορώντας τη για στάση αντίθετη στα συλλογικά συμφέροντα του κλάδου. Συγκεκριμένα, η Παπαδάκη -όπως και η Κοτοπούλη νωρίτερα- φέρεται να είχε εναντιωθεί σε απεργίες και αιτήματα μισθολογικών αυξήσεων, κάτι που αξιολογήθηκε από το ΣΕΗ ως έλλειψη συναδελφικής αλληλεγγύης. Η κριτική αυτή, ωστόσο, πρέπει να τοποθετηθεί στο ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής. Η Κατοχή είχε δημιουργήσει έντονες πολιτικές και κοινωνικές πιέσεις, ενώ οι συλλογικές αποφάσεις των επαγγελματικών φορέων λειτουργούσαν συχνά σαν μέσο κοινωνικού ελέγχου και πίεσης. Η επίσημη στάση του ΣΕΗ ενίσχυσε τη δημόσια εικόνα της Παπαδάκη ως «συνεργάτιδας των αρχών», χωρίς όμως να υπάρχει τεκμηριωμένη απόδειξη ενεργού δωσιλογισμού ή πολιτικής προδοσίας. Έτσι, η κατηγορία του συνδέεται περισσότερο με επαγγελματική και κοινωνική διαμάχη παρά με πραγματική πολιτική ενοχή, και αποτελεί ένα κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση της τραγικής μοίρας της Παπαδάκη στην ιστορική σκηνή της εποχής.) Άλλοι, πάλι, μίλησαν για πράξη δικαίωσης απέναντι σε μια αδίκως σταυρωμένη καλλιτέχνιδα. Ο «σάλος» αυτός δεν αφορά μόνο την Παπαδάκη καθαυτή, αλλά αποκαλύπτει πως τα φαντάσματα του Εμφυλίου εξακολουθούν να σιγοβράζουν κάτω από τον πολιτισμικό μας βηματισμό. Κάθε φορά που η μνήμη της αναδύεται, η ελληνική κοινωνία δείχνει να αναμετριέται όχι μόνο με την Ιστορία, αλλά με τη βαθιά της αδυναμία να συμφιλιωθεί με αυτήν.

Η συζήτηση για την Παπαδάκη αφορά κατά βάθος το τι περιμένουμε από τους καλλιτέχνες μας. Θέλουμε να είναι «καθαροί», υπεράνω, αμόλυντοι από την Ιστορία; Ή μήπως τους ζητούμε να μας καθρεφτίσουν, με όλες μας τις αντιφάσεις; Η Ελένη Παπαδάκη ήταν ένα πλάσμα ευαίσθητο, απαιτητικό, αυστηρό — συχνά δύσκολο. Δεν χαριζόταν, ούτε πολιτικά ούτε προσωπικά. Αυτή η ασυμβίβαστη στάση, που στο θέατρο γοήτευε, στην κοινωνία προκαλούσε καχυποψία. Όπως κάθε άνθρωπος που δεν ανήκει ολοκληρωτικά πουθενά, έμεινε μετέωρη ανάμεσα στους ρόλους της ζωής και της Ιστορίας.

Και κάπου εδώ, ανακαλώντας την τραγική κατάληξη της Παπαδάκη, ο νους μας πηγαίνει αβίαστα σε μια άλλη σημαντική καλλιτεχνική μορφή εκείνης της εποχής· σε μια γυναίκα που, αν δεν είχε φύγει στην Αμερική, ίσως θα είχε γνωρίσει την ίδια μοίρα. Τη Μαρία Κάλλας. Η Κάλλας, που στα χρόνια της Κατοχής έζησε στην Αθήνα, μαθήτρια τότε στο Ωδείο, είχε κι εκείνη μια αυταρχική μητέρα. Όπως η ίδια γράφει στα απομνημονεύματά της που περιλαμβάνονται στο πρόσφατο βιβλίο του Τομ Βολφ, η μητέρα της τής είχε βρει εργασία σε βρετανική υπηρεσία. Οι αντιθέσεις της εποχής, τα πάθη, η φτώχεια και η ένταση του πολέμου, την ώθησαν τελικά να φύγει τον Σεπτέμβρη του 1945. Κι έτσι σώθηκε.

Αν η Παπαδάκη πλήρωσε με τη ζωή της την καλλιτεχνική της υπεροψία, η Κάλλας πλήρωσε με εξορία τη δική της ιδιοφυΐα. Δύο γυναίκες με φωνή και σώμα φτιαγμένα για τη σκηνή· δύο υπάρξεις που ζούσαν την Τέχνη σαν υπέρβαση του εαυτού τους. Η μία δολοφονήθηκε, η άλλη πέθανε μόνη σ’ ένα παρισινό διαμέρισμα, θύμα της ίδιας της σιωπής της. Και οι δύο όμως σήκωσαν το ίδιο βάρος: το βλέμμα μιας κοινωνίας που δεν συγχωρεί εύκολα τις γυναίκες που υπερβαίνουν τον ρόλο τους.

Η Κάλλας, όπως η Παπαδάκη, προκάλεσε αγάπη και μίσος. Θαυμάστηκε, λατρεύτηκε, αλλά και λοιδορήθηκε. Είπαν πως ήταν ψυχρή, αυταρχική, αλαζονική. Μα κάτω από τον μύθο της «ντίβας» υπήρχε η ίδια αγωνία που φώτιζε και την Παπαδάκη: πώς να σταθείς ακέραιος μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, μέσα σε μια κοινωνία που τιμωρεί τη διαφορετικότητα. Αν η Παπαδάκη πλήρωσε με αίμα τη μοναξιά του ταλέντου, η Κάλλας την πλήρωσε με μια ζωή γεμάτη θαυμασμό και απομόνωση. Ίσως, με έναν πιο αθέατο τρόπο, να υπήρξαν αδελφές ψυχές — διαφορετικές εκδοχές του ίδιου ελληνικού δράματος.

Και στις δύο περιπτώσεις, η Τέχνη αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι. Τις ανέβασε ψηλά, τις αποθέωσε, μα δεν τις προστάτεψε. Διότι στην Ελλάδα —και όχι μόνο— η Τέχνη ποτέ δεν είναι αποκομμένη από την Ιστορία. Αντίθετα, λειτουργεί σαν επιταχυντής της: εκθέτει, αποκαλύπτει, ανασύρει ό,τι το συλλογικό σώμα προσπαθεί να ξεχάσει. Όταν η κοινωνία δεν αντέχει να αντικρίσει τον εαυτό της, στρέφεται εναντίον του καθρέφτη. Και οι καλλιτέχνες, αυτοί οι ευαίσθητοι καθρέφτες, είναι οι πρώτοι που σπάνε.

Έτσι, η Παπαδάκη έγινε σύμβολο μιας Ελλάδας που δεν ήθελε να ξεχωρίσει το προσωπικό από το πολιτικό, το αισθητικό από το ιδεολογικό. Κάθε φορά που το όνομά της επανέρχεται, οι ίδιες φωνές υψώνονται: «δοσίλογος» για κάποιους, «μάρτυρας» για άλλους. Ακόμα και η ονοματοδοσία σκηνής του "Rex" ως «Ελένη Παπαδάκη», το 2019, έδειξε πόσο εύθραυστη παραμένει η συλλογική μας συνείδηση. Ένα θέατρο που τιμά μια μεγάλη ηθοποιό προκαλεί σάλο, διαμαρτυρίες, άρθρα, αντιδράσεις· όχι επειδή διαφωνούμε για την αξία της, αλλά επειδή δεν έχουμε συμφιλιωθεί με το παρελθόν που τη σκότωσε. Είναι σαν κάθε τι που θυμίζει Παπαδάκη να μας υποχρεώνει να αναμετρηθούμε ξανά με το ποιοι ήμασταν — και ποιοι είμαστε. Η σκιά του Εμφυλίου εξακολουθεί να πλανάται πάνω από τη μνήμη της. Κι αυτή η σκιά είναι, εντέλει, και το δικό μας πρόσωπο: ένας καθρέφτης γεμάτος ρωγμές. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί νέοι, όταν διαβάζουν για την εκτέλεσή της, τη συγκρίνουν με σημερινές περιπτώσεις «δολοφονίας χαρακτήρα» στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Άλλη εποχή, άλλα μέσα, μα ο ίδιος μηχανισμός: η συλλογική ανάγκη να λιθοβολήσεις εκείνον που ξεχωρίζει. Η Ελένη Παπαδάκη δεν υπήρξε απλώς θύμα μιας πολιτικής συγκυρίας· υπήρξε το πρώτο δημόσιο πρόσωπο που εξοντώθηκε από την ανάγκη μιας κοινωνίας να εκδικηθεί τον καθρέφτη της.

Η Κάλλας, από την άλλη, σώθηκε ακριβώς επειδή έφυγε. Η ξένη γη της έδωσε τον χώρο που η Αθήνα δεν θα της έδινε ποτέ. Έγινε η απόλυτη φωνή του 20ού αιώνα, το πρόσωπο της όπερας. Μα πίσω από τις λαμπρές σκηνές του Μιλάνου και της Νέας Υόρκης, κουβαλούσε μέσα της την ελληνική μελαγχολία — εκείνη τη βαθιά, σχεδόν αρχαϊκή γνώση ότι κάθε δόξα είναι και κατάρα. Στην ερμηνεία της υπήρχε πάντα κάτι από τη μοίρα της Παπαδάκη: ένα σπάραγμα, μια αίσθηση ότι η τέχνη είναι ταυτόχρονα λύτρωση και θυσία. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που η Κάλλας συγκινεί τόσο βαθιά το ελληνικό κοινό. Όχι μόνο επειδή ήταν «μία από εμάς», αλλά επειδή το πάθος της ακουμπά κάτι συλλογικό, κάτι σχεδόν μεταφυσικό. Όπως και η Παπαδάκη, δεν έπαιζε ρόλους — ζούσε μέσα τους. Ήταν, και οι δύο, γυναίκες που ταυτίστηκαν ολοκληρωτικά με το έργο τους, μέχρι να μην μπορούν πια να ξεχωρίσουν πού τελειώνει η σκηνή και πού αρχίζει η ζωή.

Η σύγκρισή τους δεν είναι μόνο ιστορική, αλλά και συμβολική. Η μία αντιπροσωπεύει την Ελλάδα που καταβροχθίζει τα παιδιά της· η άλλη την Ελλάδα που τα εξορίζει. Η Παπαδάκη δολοφονήθηκε εντός των συνόρων της, η Κάλλας πέθανε αυτοεξόριστη. Και στις δύο περιπτώσεις, η πατρίδα λειτουργεί ως τραγικός θεατής: παρακολουθεί, συγκινείται, αλλά δεν μπορεί να σώσει. Κι αν κάτι μας διδάσκουν αυτές οι δύο μορφές, είναι πως η Τέχνη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς ρήγμα, χωρίς πληγή. Το τίμημα του ταλέντου είναι πάντα η μοναξιά.


Σήμερα, που οι συζητήσεις για την Παπαδάκη αναζωπυρώνονται κάθε φορά που προβάλλεται ένα σχετικό ντοκιμαντέρ ή δημοσιεύεται κάποιο άρθρο, είναι φανερό πως η υπόθεσή της δεν ανήκει απλώς στην Ιστορία· είναι μια ανοιχτή πληγή της συλλογικής μας συνείδησης. Όπως είπε η Ευθυμίου, ο Εμφύλιος δεν έχει τελειώσει — αφού δεν έχουμε συμφιλιωθεί ούτε με τις σιωπές μας ούτε με τα θύματά του. Και η Παπαδάκη, όσο κι αν προσπαθούμε να την «αποκαταστήσουμε», δεν παύει να μας θυμίζει εκείνη την αδυσώπητη στιγμή που η Τέχνη συνάντησε τη βία.

Κάποτε, ίσως, το θέατρο θα μπορέσει να τη φέρει πίσω στη σκηνή — όχι με τη μορφή αγιογραφίας, αλλά ως τραγική φιγούρα, ανθρώπινη, εύθραυστη, αντιφατική. Ίσως τότε να καταλάβουμε πως ο πολιτισμός δεν είναι μόνο τα μάρμαρα και τα μουσεία, αλλά η ικανότητά μας να πενθούμε τα δικά μας λάθη. Η Ελένη Παπαδάκη δεν χρειάζεται αγάλματα· χρειάζεται αλήθεια.

Και η Κάλλας; Εκείνη, που σώθηκε επειδή έφυγε, μας άφησε την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Η φυγή της ήταν ο τρόπος της να αποφύγει τη μοίρα της Παπαδάκη. Όμως και η δική της ζωή κύλησε σαν τραγωδία: απομόνωση, σιωπή, θάνατος. Δύο ζωές που τέμνονται στο σημείο όπου η Τέχνη γίνεται μοίρα, κι η γυναίκα —είτε με το σώμα της είτε με τη φωνή της— καλείται να σηκώσει το βάρος ενός κόσμου που δεν συγχωρεί ούτε τη λάμψη ούτε την πτώση.

Στο τέλος, η Παπαδάκη και η Κάλλας δεν είναι δύο διαφορετικές ιστορίες· είναι δύο πράξεις του ίδιου δράματος. Η πρώτη πράξη γράφεται στην Αθήνα, με αίμα και σιωπή. Η δεύτερη, στο Παρίσι, με σιωπή και δάκρυ. Και οι δύο τελειώνουν με το ίδιο ερώτημα: τι αξίζει περισσότερο — να ζήσεις ή να μείνεις αθάνατος; Ίσως η απάντηση βρίσκεται στο ίδιο εκείνο θέατρο όπου η Παπαδάκη έδωσε τις τελευταίες της παραστάσεις, και που σήμερα φέρει το όνομά της. Εκεί όπου κάθε βράδυ, οι νέοι ηθοποιοί πατούν στη σκηνή και, χωρίς να το ξέρουν, συνομιλούν με τη σκιά της.

Η Ιστορία δεν τελειώνει με τα γεγονότα· συνεχίζεται μέσα στις φωνές που τα θυμούνται. Κι αν η Ελένη Παπαδάκη και η Μαρία Κάλλας εξακολουθούν να μας συγκινούν, είναι επειδή μας θυμίζουν πως ο καλλιτέχνης δεν είναι ποτέ «ουδέτερος». Ζει, υποφέρει, αγαπά, και —όπως στην αρχαία τραγωδία— πληρώνει για όλους μας.