![]() |
| «Ο Σίσυφος» του Τιτσιάνο (1548-1549, λάδι σε καμβά, Μαδρίτη). |
Από την αυγή του πολιτισμού, ο άνθρωπος αναζητά τρόπους να σταθεί απέναντι στο αναπόφευκτο: στον πόνο, στη φθορά, στον θάνατο. Το Τραγικό γεννήθηκε ως η καλλιτεχνική και φιλοσοφική μορφή αυτής της αναμέτρησης. Δεν είναι ένα είδος τέχνης, αλλά ένας τρόπος να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο: η επίγνωση ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι πεπερασμένη, κι όμως γεμάτη επιθυμία για το άπειρο. Στην τραγωδία, ο άνθρωπος συναντά τα όρια του εαυτού του. Ο Οιδίποδας δεν είναι απλώς ήρωας, είναι το ίδιο το ανθρώπινο πνεύμα που προσπαθεί να δει την αλήθεια του κόσμου, έστω κι αν αυτή η αλήθεια τον τυφλώσει. Ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής δεν επινόησαν την τραγικότητα· την αποκάλυψαν. Κάθε κοινωνία που στοχάζεται πάνω στο κακό, στη μοίρα και στην ευθύνη, ξαναβρίσκει τον εαυτό της μέσα από το Τραγικό.
Καμία θρησκεία δεν κατόρθωσε να νικήσει το Τραγικό. Από την αρχαιότητα έως σήμερα, όλες οι μεταφυσικές αφηγήσεις προσπάθησαν να το εξημερώσουν — να του δώσουν νόημα, λύτρωση, υπόσχεση αιωνιότητας. Μα το Τραγικό δεν υπακούει. Δεν υπόσχεται τίποτα, δεν υπόκειται σε μετά θάνατον ισορροπία. Είναι η ίδια η εμπειρία του ανθρώπου που ζει χωρίς εγγύηση. Η πίστη υπόσχεται λύτρωση· το Τραγικό γνωρίζει πως δεν υπάρχει λύτρωση. Η θρησκεία προσφέρει την ελπίδα μιας τελικής δικαιοσύνης· το Τραγικό αποδέχεται πως η δικαιοσύνη είναι πάντα μερική, πάντα ελλιπής, πάντα καθυστερημένη. Κι όμως, μέσα σ’ αυτή την έλλειψη, ο άνθρωπος δημιουργεί. Ίσως γι’ αυτό η Τέχνη υπήρξε η μόνη αληθινή θρησκεία του τραγικού ανθρώπου. Γιατί εκεί όπου η πίστη υπόσχεται την υπέρβαση, η Τέχνη προτείνει τη συνείδηση· εκεί όπου ο πιστός προσεύχεται να σωθεί, ο καλλιτέχνης υποδύεται για να κατανοήσει. Το Τραγικό, επομένως, είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος παύει να ελπίζει και αρχίζει να υπάρχει. Όχι μέσα στο φως μιας αιώνιας λύτρωσης, αλλά μέσα στη φλόγα της στιγμιαίας επίγνωσης — αυτής που μόνο η Τέχνη μπορεί να γεννήσει.
Η φιλοσοφική ερμηνεία του Τραγικού ξεκινά ήδη στην αρχαιότητα. Ο Αριστοτέλης μίλησε για την κάθαρση, δηλαδή τη λύτρωση που προσφέρει η αναπαράσταση του πόνου. Στον πυρήνα της υπάρχει ένα παράδοξο: ο θεατής συγκινείται, φοβάται, οικτίρει — και στο τέλος νιώθει ανακούφιση. Ο άνθρωπος χρειάζεται να αντικρίσει την καταστροφή για να μπορέσει να ζήσει. Αιώνες αργότερα, ο Χέγκελ θα δει στο Τραγικό τη σύγκρουση δύο δυνάμεων που είναι και οι δύο δίκαιες — της ανθρώπινης και της θεϊκής, του υποκειμένου και του νόμου. Για εκείνον, ο τραγικός ήρωας δεν είναι ένοχος· είναι φορέας της αντίφασης του κόσμου. Ο Σοπενχάουερ προσέγγισε το Τραγικό μέσα από τη θεωρία της βούλησης: η ανθρώπινη ύπαρξη είναι εγγενώς γεμάτη επιθυμία, πόνο και συγκρούσεις, και έτσι η τραγικότητα αποτελεί τη φυσική κατάσταση της ζωής. Αντίθετα με τον Αριστοτέλη, θεωρεί ότι η κάθαρση δεν υπάρχει· η επίγνωση της αδυναμίας και της δυστυχίας είναι διαρκής. Παράλληλα, η Τέχνη, ιδιαίτερα η μουσική, προσφέρει στιγμιαία ανακούφιση, αναδεικνύοντας τον ρόλο της δημιουργίας ως αναπόσπαστο μέρος της ανθρώπινης αντιμετώπισης του Τραγικού. Ο Κίρκεγκωρ μεταφέρει το Τραγικό στο επίπεδο της υπαρξιακής αγωνίας. Στο έργο του «Φόβος και Τρόμος», ο Αβραάμ αναδεικνύεται ως το ύστατο παράδειγμα τραγικής συνείδησης, συγκρουόμενος με τον ίδιο τον Θεό. Εδώ η τραγικότητα γίνεται προσωπική και μεταφυσική: το βάρος της ελευθερίας και της συνείδησης κάθε απόφασης δημιουργεί την αγωνία που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο Νίτσε επανέφερε το Τραγικό στη ρίζα του: ως συμφιλίωση με το άλογο, το σκοτεινό, το διονυσιακό στοιχείο της ζωής. Η τραγωδία δεν είναι πεσιμισμός, αλλά δύναμη. Μέσα από τη μορφή του Διονύσου, το τραγικό γίνεται μια γιορτή του πόνου: αποδοχή της φθοράς, αλλά και απόδειξη ότι η ζωή αξίζει, ακριβώς επειδή είναι φθαρτή. Έτσι η τραγικότητα μετατρέπεται σε αισθητική και υπαρξιακή στάση.
Ο Γιάσπερς, ερμηνεύοντας την αδυναμία των θρησκειών να υπερβούν το Τραγικό, αντιπαραθέτει το τραγικό βίωμα στην υπόσχεση της πίστης. Για εκείνον, ο άνθρωπος δεν σώζεται από τις «οριακές καταστάσεις» του — τον πόνο, την ενοχή, τον θάνατο — αλλά ορίζεται από αυτές. Ο χριστιανισμός υπόσχεται υπέρβαση, αλλά ο Γιάσπερς βλέπει στο άλυτο το βαθύτερο περιεχόμενο της ανθρώπινης ύπαρξης. Η φιλοσοφία, λέει, δεν προσφέρει παρηγοριά· προσφέρει συνείδηση. Και σε αυτή τη συνείδηση της τραγικότητας, ο άνθρωπος δεν υποτάσσεται στη μοίρα· τη φωτίζει. Το Τραγικό δεν είναι ήττα, είναι γνώση χωρίς ελπίδα, αλλά γεμάτη ελευθερία. Έτσι, εκεί όπου οι θρησκείες αναζητούν λύτρωση, ο Γιάσπερς —και, κατ’ επέκταση, η φιλοσοφική σκέψη μετά τον Νίτσε— αναγνωρίζει τη βαθύτερη αλήθεια του Τραγικού: ότι η ανθρώπινη ύπαρξη δεν σώζεται από τον πόνο, αλλά δικαιώνεται μέσα από αυτόν.
Το Τραγικό δεν είναι μόνο ιδέα· είναι πράξη, αναπαράσταση, σώμα. Η σκηνή είναι το εργαστήρι όπου ο άνθρωπος ξαναζεί την πτώση και τη λύτρωση. Ο ηθοποιός δεν «υποδύεται» έναν ήρωα· γίνεται το δοχείο μέσα στο οποίο η κοινωνία εξαγνίζει τις δυνάμεις του φόβου και της ενοχής της. Από τα Διονύσια της Αθήνας μέχρι τις παραστάσεις του Μπέκετ και του Μύλλερ, ο ηθοποιός είναι ο ιερέας του Τραγικού. Το σώμα του εκτελεί την τελετή της απώλειας· η φωνή του φέρνει στη γλώσσα αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί. Το θέατρο, σε κάθε εποχή, επιστρέφει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε: στην προσπάθεια να νοηθεί η ζωή μέσα από τη μίμηση του πόνου της. Η σκηνή είναι, επομένως, το σημείο όπου το φιλοσοφικό τραγικό γίνεται βιωματικό. Ο ηθοποιός που αναμετριέται με τον Αίαντα ή τον Μάκβεθ δεν ερμηνεύει απλώς ένα ρόλο· φέρει, για λίγο, το βάρος της ανθρώπινης κατάστασης.
Στον 20ό αιώνα, μετά τις παγκόσμιες καταστροφές, το Τραγικό εγκατέλειψε τη μυθολογική του γλώσσα. Ο Μπέκετ, ο Μπρεχτ, ο Σαρτρ και ο Καμύ επανατοποθέτησαν τον ήρωα στην ατομική ευθύνη. Ο Σίσυφος του Καμύ είναι ο νέος Οιδίποδας: γνωρίζει τη ματαιότητα, αλλά συνεχίζει να κυλά την πέτρα. Το Τραγικό πλέον δεν χρειάζεται θεούς· του αρκεί η επίγνωση της ανθρώπινης απουσίας του Θεού. Είναι η ίδια τραγικότητα που διαπερνά το βλέμμα του Μπέκετ — εκεί όπου ο άνθρωπος περιμένει μάταια κάποιον Γκοντό που δεν έρχεται. Κι όμως, περιμένει. Η ίδια επιμονή είναι το ηθικό υπόβαθρο κάθε μορφής τραγικής ύπαρξης.
Ο ηθοποιός του σήμερα ζει μέσα σε μια κοινωνία χωρίς θεούς, χωρίς μύθους, χωρίς συλλογική πίστη. Κι όμως, πάνω στη σκηνή, ξαναφέρνει στη ζωή την ανάγκη του ανθρώπου να νοηματοδοτεί το ανείπωτο. Η τραγικότητα δεν κατοικεί πια στα ανάκτορα των Θηβών· βρίσκεται στα σώματα των προσφύγων, στις ανισότητες, στην αλλοτρίωση. Ο ηθοποιός, όταν μιλά σήμερα για τον Οιδίποδα, δεν αφηγείται απλώς ένα αρχαίο πάθος· αναπαριστά την ίδια τη σύγκρουση του σύγχρονου ανθρώπου με την Ιστορία, την εξουσία, την ίδια του τη μοίρα. Κάθε φορά που ο καλλιτέχνης στέκεται στη σκηνή με αλήθεια, συντελείται μια μικρή ανάσταση του τραγικού πνεύματος: η Τέχνη γίνεται ξανά ο τόπος όπου η ύπαρξη δικαιώνεται, όχι επειδή λύνεται, αλλά επειδή αναγνωρίζεται.
Το Τραγικό δεν είναι η απουσία νοήματος, αλλά η αποδοχή ότι το νόημα δεν μας χαρίζεται. Είναι η στάση του ανθρώπου που, γνωρίζοντας το τέλος του, επιμένει να δημιουργεί· που στέκεται απέναντι στη φθορά, όχι με πίστη αλλά με ευθύνη. Η απαισιοδοξία γεννιέται όταν ο κόσμος μας φαίνεται αδιέξοδος, χωρίς σκοπό. Το Τραγικό όμως δεν μιλά για αδιέξοδο· μιλά για συνειδητή πορεία μέσα στο αδιέξοδο. Είναι η ανδρεία της συνείδησης, η αποδοχή της μοίρας χωρίς παραίτηση. Όπως ο Οιδίποδας, που όταν πια γνωρίζει την αλήθεια, δεν αυτοκαταστρέφεται· αντίθετα, ξαναγεννιέται μέσα στην τυφλότητά του, βρίσκει τη σοφία της εμπειρίας. Το Τραγικό είναι, επομένως, η ύψιστη μορφή αισιοδοξίας — γιατί δεν περιμένει σωτηρία, τη δημιουργεί. Είναι η στάση του ανθρώπου που δεν χρειάζεται θεό για να σταθεί, ούτε μεταφυσική υπόσχεση για να ελπίσει. Είναι ο άνθρωπος που λέει: «Ναι, ο κόσμος είναι πεπερασμένος, κι όμως εγώ τον υμνώ». Αυτό το «κι όμως» είναι η καρδιά της τραγικής αισιοδοξίας. Είναι το ίδιο που κινεί τον Αισχύλο και τον Μπέκετ, τον Καμύ και τον Ελύτη· είναι η δύναμη να μετατρέπεις την απώλεια σε ποίηση, τη φθορά σε σκηνική πράξη, τη σιωπή σε λόγο που επιμένει να ειπωθεί.
Το Τραγικό είναι κοσμοθεωρία, ο τρόπος με τον οποίο η ύπαρξη αποκτά βάρος και η Τέχνη αποκτά λόγο. Ο τραγικός άνθρωπος δεν ζητά παρηγορία· αναζητά νόημα μέσα στην οδύνη. Η Ιστορία, όπως και η σκηνή, είναι γεμάτη από μορφές που στάθηκαν απέναντι στο πεπρωμένο τους χωρίς να το αποφύγουν. Ο καλλιτέχνης, όταν δημιουργεί, ζει την ίδια δοκιμασία: αναμετριέται με το ατελές, με το απραγματοποίητο, με το ανείπωτο. Και μέσα σ’ αυτή τη μάταιη αλλά αναγκαία προσπάθεια, γεννιέται η αλήθεια του ανθρώπου. Η Τέχνη, έτσι, δεν είναι φυγή από το Τραγικό· είναι η μορφή του. Είναι ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος αποδέχεται ότι όλα θα χαθούν — κι όμως συνεχίζει να μιλά. Η φωνή του τραγικού ανθρώπου δεν σωπαίνει ποτέ. Είναι η φωνή που λέει, με τη γαλήνη της γνώσης και τη δύναμη της Τέχνης: «Είμαι θνητός. Κι όμως, δημιουργώ».
On the Tragic I
![]() |
| "Oedipus and the Sphinx" by Ingres (1808-1827, oil painting on canvas, Louvre). |
Since the dawn of civilization, man has sought ways to confront the inevitable: pain, decay, death. The Tragic was born as the artistic and philosophical form of this confrontation. It is not a type of art, but a way of perceiving the world: the awareness that human existence is finite, yet full of desire for the infinite. In tragedy, man encounters the limits of himself. Oedipus is not just a hero, he is the human spirit itself trying to see the truth of the world, even if this truth blinds him. Aeschylus and Sophocles did not invent the Tragic; they revealed it. Every society that reflects on evil, fate and responsibility rediscovers itself through the Tragic.
No religion has managed to defeat the Tragic. From antiquity to the present day, all metaphysical narratives have tried to tame it — to give it meaning, redemption, the promise of eternity. But the Tragic does not obey. It promises nothing, it is not subject to an afterlife balance. It is the very experience of man living without guarantee. Faith promises redemption; the Tragic knows that there is no redemption. Religion offers the hope of a final justice; the Tragic accepts that justice is always partial, always incomplete, always delayed. And yet, in this lack, man creates. Perhaps this is why Art has been the only true religion of the tragic man. For where faith promises transcendence, Art proposes conscience; where the believer prays to be saved, the artist impersonates in order to understand. The Tragic, therefore, is the point where man ceases to hope and begins to exist. Not in the light of an eternal redemption, but in the flame of momentary awareness — that which only Art can give birth to.
The philosophical interpretation of the Tragic begins in antiquity. Aristotle spoke of catharsis, that is, the redemption offered by the representation of suffering. At its core lies a paradox: the spectator is moved, afraid, pitied — and in the end feels relieved. Man needs to face destruction in order to be able to live. Centuries later, Hegel would see in the Tragic the conflict of two forces that are both just — the human and the divine, the subject and the law. For him, the tragic hero is not guilty; he is the bearer of the contradiction of the world. Schopenhauer approached the Tragic through the theory of the will: human existence is inherently full of desire, pain, and conflicts, and thus the Tragic is the natural state of life. Unlike Aristotle, he believes that catharsis does not exist; the awareness of weakness and misery is permanent. At the same time, Art, especially music, offers momentary relief, highlighting the role of creation as an integral part of the human response to the Tragic. Kierkegaard transfers the Tragic to the level of existential anguish. In his work “Fear and Terror”, Abraham emerges as the ultimate example of tragic consciousness, clashing with God himself. Here, the Tragic becomes personal and metaphysical: the weight of freedom and the consciousness of every decision creates the anguish that characterizes human existence. Nietzsche brought the Tragic back to its roots: as reconciliation with the absurd, the dark, the Dionysian element of life. The Tragic is not pessimism, but strength. Through the figure of Dionysus, the Tragic becomes a celebration of pain: an acceptance of decay, but also proof that life is worth living, precisely because it is perishable. Thus, the Tragic is transformed into an aesthetic and existential attitude.
Jaspers, interpreting the inability of religions to transcend the Tragic, contrasts the tragic experience with the promise of faith. For him, man is not saved from his “limit states” — pain, guilt, death — but is defined by them. Christianity promises transcendence, but Jaspers sees in the unsolved the deepest content of human existence. Philosophy, he says, does not offer consolation; it offers consciousness. And in this consciousness of the Tragic man does not submit to fate; it illuminates it. The Tragic is not defeat, it is knowledge without hope, but full of freedom. Thus, where religions seek redemption, Jaspers—and, by extension, philosophical thought after Nietzsche—recognizes the deepest truth of the Tragic: that human existence is not saved by suffering, but justified through it.
The Tragic is not just an idea; it is action, representation, body. The stage is the workshop where man relives the fall and redemption. The actor does not "impersonate" a hero; he becomes the vessel in which society purifies the forces of its fear and guilt. From the Dionysia of Athens to the performances of Beckett and Müller, the actor is the priest of the Tragic. His body performs the ceremony of loss; his voice brings to language what cannot be said. Theater, in every era, returns to where it began: in the attempt to understand life through the imitation of its pain. The stage is, therefore, the point where philosophical Tragic becomes experiential. The actor who confronts Ajax or Macbeth does not simply interpret a role; he bears, for a while, the burden of the human condition.
In the 20th century, after global catastrophes, the Tragic abandoned its mythological language. Beckett, Brecht, Sartre, and Camus repositioned the hero in individual responsibility. Camus' Sisyphus is the new Oedipus: he knows futility, but he continues to roll the stone. The Tragic no longer needs gods; the awareness of the human absence of God is enough for him. It is the same Tragic that penetrates Beckett's gaze — where man waits in vain for a Godot who does not come. And yet, he waits. The same persistence is the moral foundation of every form of tragic existence.
The actor of today lives in a society without gods, without myths, without collective faith. And yet, on stage, he brings back to life the human need to give meaning to the unspeakable. The Tragic no longer resides in the palaces of Thebes; it is found in the bodies of refugees, in inequalities, in alienation. When the actor today speaks of Oedipus, he is not simply narrating an ancient passion; he is representing the very conflict of modern man with History, power, his own fate. Every time the artist stands on stage with truth, a small resurrection of the tragic spirit takes place: Art becomes once again the place where existence is justified, not because it is resolved, but because it is recognized.
I believe that the Tragic is not the absence of meaning, but the acceptance that meaning is not given to us. It is the attitude of man who, knowing his end, insists on creating; who stands against decay, not with faith but with responsibility. Pessimism is born when the world seems to us a dead end, without purpose. But the Tragic does not speak of a dead end; it speaks of a conscious course through the dead end. It is the courage of conscience, the acceptance of fate without resignation. Like Oedipus, who when he now knows the truth, does not self-destruct; on the contrary, he is reborn in his blindness, finding the wisdom of experience. The Tragic is, therefore, the highest form of optimism — because he does not expect salvation, he creates it. It is the attitude of man who does not need a god to stand on, nor a metaphysical promise to hope for. He is the man who says: “Yes, the world is finite, and yet I praise it.” This “and yet” is the heart of tragic optimism. It is the same that moves Aeschylus and Beckett, Camus and Elytis; it is the power to transform loss into poetry, decay into stage action, silence into speech that insists on being spoken.
The Tragic is a worldview, the way in which existence gains weight and Art gains a reason. The tragic man does not seek consolation; he seeks meaning in suffering. History, like the stage, is full of figures who faced their destiny without avoiding it. The artist, when he creates, lives the same ordeal: he confronts the imperfect, the unrealized, the unspeakable. And in this futile but necessary effort, the truth of man is born. Art, thus, is not an escape from the Tragic; it is its form. It is the way in which man accepts that all will be lost — and yet continues to speak. The voice of the tragic man is never silent. It is the voice that says, with the peace of knowledge and the power of Art: "I am mortal. And yet, I create."

