Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, στην Πάτρα, όταν για πρώτη φορά άκουσα μια φωνή που δεν έμοιαζε με καμία άλλη στο ελληνικό μουσικο-θεατρικό τοπίο. Επέστρεφα από ακόμη μια ακαδημαϊκή διάλεξη, κουβαλώντας τα συνηθισμένα θεωρητικά σχήματα στο μυαλό μου, όταν ξαφνικά — εκεί, στην Οδό Κανακάρη, μπροστά στο θρυλικό «Πολύεδρο» — μια μαγική ηχητική κλωστή τράβηξε την προσοχή μου. Δεν ήταν απλώς ήχος. Ήταν υλικό, σχεδόν ψηλαφητό· ένας μίτος που ξετυλιγόταν μπροστά μου, καλώντας με να βγω από την τροχιά μου και να τον ακολουθήσω. Χωρίς να το καταλάβω, είχα κιόλας αναλάβει τον ρόλο ενός Οδυσσέα που υποκύπτει στο κάλεσμα των Σειρήνων. Μόνο που η Σειρήνα, σε τούτη την ιστορία, ήταν μία και μοναδική. Η αναζήτηση με οδήγησε μέσα στις άδειες αίθουσες της γκαλερί του βιβλιοπωλείου. Κι εκεί, σε μια γωνιά, αντίκρισα την πηγή του ήχου: ένα σώμα στραμμένο προς τον τοίχο, να κουβαλά στην πλάτη του κάτι σαν σακίδιο από ξύλινα ράφια — σαν μια μικρή μέλισσα που είχε μόλις αφήσει τη φωλιά της και τώρα συνέλεγε υλικά από ένα αόρατο λιβάδι. Στεκόμουν ώρα πολλή, παραδομένος στον μαγευτικό ταξιδιωτικό παλμό του φωνητικού αυτοσχεδιασμού. Ήταν από εκείνες τις στιγμές που η τέχνη δεν σε προσκαλεί: σε (συν)αρπάζει.
Αργότερα, τη συνάντησα ξανά — εκείνη τη φορά στον «Απόλλωνα»· είδα το σώμα‑φωνή της να ξεδιπλώνεται κάτω από τα φώτα, να γεννά λαρυγγισμούς, ψίθυρους, κραυγές, αλλά και «μελωδίες» όπως τα «τραγούδια της φάλαινας». Δίπλα της, ένας Γερμανός τσελίστας — το όργανο και το ανθρώπινο κορμί του συνδεδεμένα σε μια σχεδόν ερωτική ιεροτελεστία. Μετά την παράσταση, την πλησίασα. Της είπα αυτό που ένιωθα, πως κρατά στα σπλάχνα της μια φωνή ικανή να μετατρέψει κάθε συναυλία σε επιτελεστικό γεγονός, να φέρει στο θέατρο, και ιδιαίτερα στο αρχαίο δράμα, ποιότητες σπάνιες και ανεπαναλήπτες που μέχρι τότε έλειπαν. Η συμμετοχή της, σχεδόν αμέσως μετά, στη «Μήδεια» της Νικαίτης Κοντούρη (1997) ήταν μια ολοκληρωμένη απόδειξη της θεατρικής και φωνητικής της δύναμης. Οι φωνητικοί αυτοσχεδιασμοί που προσέφερε υλοποιούσαν το ανείπωτο, το ανέκφραστο — ό,τι οι άλλοι παραστασιακοί όροι δεν μπορούσαν να εκφράσουν — ενσωματώνοντας τη φωνητική εκδήλωση του τραγικού υποσυνείδητου στον δραματικό χώρο και μεταμορφώνοντας τη σκηνική εμπειρία σε κάτι μοναδικό.
Όπως η Meredith Monk από τη διεθνή avant‑garde σκηνή εξερευνά τη φωνή ως σώμα και σκηνικό γεγονός, έτσι και η Savina Yannatou ανασυνθέτει αυτή την επιτελεστική διάσταση μέσα σε ένα μεσογειακό πλαίσιο: η φωνή της δεν περιορίζεται στο τραγούδι· γίνεται τελετουργία, σώμα, χώρος, σιωπή, αναπνοές, γεγονός ζωντανό πάνω στη σκηνή. Κάθε συναυλία της δεν είναι απλώς εκτέλεση μουσικών κομματιών· είναι παράσταση — με κορύφωση, σιωπές, αναπνοές, απροσδόκητες εξάρσεις. Οι μαλακές μεταβάσεις από ένα δημοτικό σλαβόφωνο τραγούδι σε μια απογυμνωμένη κραυγή, οι λαρυγγισμοί που σβήνουν σε ψίθυρους, οι σιωπές που ανοίγουν σαν κενά ανάμεσα στις αναπνοές — όλα αυτά ανακαλούν την ίδια την προέλευση της φωνής: όχι ως μέσο, αλλά ως υπόσταση.
Η Yannatou δεν ήρθε από το κενό. Σπούδασε τραγούδι στην Αθήνα και αργότερα στο Λονδίνο, και από τα πρώτα της βήματα ερμήνευσε έντεχνα τραγούδια, συμμετείχε σε early‑music εργαστήρια και εκπομπές στην τηλεόραση. Όμως αυτό ήταν μόνο η αρχή. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, άρχισε να πειραματίζεται — όχι με τραγούδια, αλλά με φωνές. Με τεχνικές όπως glossolalia, λαρυγγισμούς, υπερβατικές εκφράσεις, αυτοσχεδιασμό. Παράλληλα, συγκροτήθηκε το σχήμα Primavera en Salonico — μια ομάδα μουσικών με διαφορετικές καταβολές: jazz, παραδοσιακή μουσική, ανατολικές φόρμες, κλασική και early music — με σκοπό να ερμηνεύσουν σεφαραδίτικες και μεσογειακές παραδοσιακές φόρμες, ανοίγοντάς τις ταυτόχρονα σε πειραματικές και σύγχρονες μορφές. Με τους Primavera en Salonico η Yannatou έδωσε συναυλίες διεθνώς και ηχογράφησε δίσκους που άφησαν στίγμα.
Η δισκογραφία της αντανακλά αυτή την πορεία. Από τα πρώτα της βήματα στο έντεχνο και στην early‑music, μέχρι τα έργα με την Primavera en Salonico — όπως το «Spring in Salonica», «Terra Nostra», «Sumiglia» — και πιο πρόσφατα το «Watersong», όπου οι ήχοι του νερού διασταυρώνονται με λαρυγγισμούς, ululation, spoken‑word και σύγχρονα όργανα, δημιουργώντας έναν ήχο που κινείται ανάμεσα στην παράδοση και την avant‑garde, άλλοτε νοσταλγικά, άλλοτε ονειρικά, άλλοτε ανατρεπτικά.
Όμως η αξία της Yannatou δεν είναι μόνο μουσική. Είναι θεατρική. Είναι επιτελεστική. Η ίδια έχει συνθέσει μουσική για θέατρο, χοροθέατρο, video‑art, παντομίμα. Η φωνή της γίνεται μέρος ενός πολυμεσικού σκηνικού υλικού — ήχος, σώμα, κίνηση, σιωπή, χορός, φως — όλα συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται.
Για όσους, όπως εγώ, την ανακάλυψαν τυχαία σε μια γωνιά γκαλερί ή σε μια σκηνή, η εμπειρία της φωνής της Yannatou δεν είναι απλώς μουσική, αλλά αποκαλυπτική. Μας θυμίζει ότι η φωνή μπορεί να ξαναγίνει σώμα· ότι η μουσική μπορεί να γίνει τελετουργία· ότι το τραγούδι μπορεί να μετατρέπεται σε ύπαρξη. Ίσως, τελικά, αυτό είναι και το μυστικό που την κάνει να υπερβαίνει κάθε γεωγραφικό ή μουσικό όριο: αναγεννά την ίδια ανάγκη για φωνητική ελευθερία, για σκηνική αλήθεια, για ζωντανή μνήμη. Και αυτή η φωνή, η φωνή‑σώμα, συνεχίζει να μας καλεί. Να μας ξυπνά. Να μας υπενθυμίζει ότι, πέρα από μελωδίες και λέξεις, υπάρχει πάντα κάτι αρχέγονο: η ανάγκη να ακούμε, να αισθανόμαστε, να υπάρχουμε.
December 02, 2025
Savina Yannatou: a priestess of vocal performance
It was in the mid-1990s, in Patras, when I first heard a voice unlike any other in the Greek musical-theatrical landscape. I was returning from yet another academic lecture, carrying the usual theoretical schemas in my mind, when suddenly — there, on Kanakaris Street, in front of the legendary “Polyedron” — a magical sonic thread caught my attention. It was not just sound. It was material, almost palpable; a thread that was unrolling before me, calling me to step out of my orbit and follow it. Without realizing it, I had already taken on the role of an Odysseus who succumbs to the call of the Sirens. Only, the Siren, in this story, was one and only. The search led me into the empty halls of the bookstore gallery. And there, in a corner, I saw the source of the sound: a body facing the wall, carrying on its back something like a backpack of wooden shelves — like a small bee that had just left its nest and was now collecting materials from an invisible meadow. I stood for a long time, surrendered to the enchanting traveling pulse of vocal improvisation. It was one of those moments when art does not invite you: it (co)captures you.
Later, I met her again — that time in “Apollo”; I saw her body-voice unfold under the lights, giving birth to laryngismus, whispers, screams, but also “melodies” like “whale songs”. Next to her, a German cellist — his instrument and his human body connected in an almost erotic ritual. After the performance, I approached her. I told her what I felt, that she holds in her bowels a voice capable of transforming every concert into a performative event, of bringing to the theater, and especially to ancient drama, rare and unrepeatable qualities that had been missing until then. Her participation, almost immediately afterwards, in “Medea” by Nikaiti Kontouri (1997) was a complete proof of her theatrical and vocal power. The vocal improvisations she offered materialized the unspeakable, the inexpressible — what other performance terms could not express — integrating her voice into the dramatic space and transforming the stage experience into something unique.
Just as Meredith Monk from the international avant-garde scene explores the voice as a body and a stage event, Savina Yannatou reconstructs this performative dimension within a Mediterranean context: her voice is not limited to singing; it becomes a ritual, a body, a space, silence, breaths, a live event on stage. Each of her concerts is not simply a performance of musical pieces; it is a performance — with climaxes, silences, breaths, unexpected outbursts. The soft transitions from a folk Slavonic song to a stripped-down scream, the laryngos that fade into whispers, the silences that open like gaps between breaths — all of this recalls the very origin of the voice: not as a medium, but as a substance.
Yannatou did not come from a vacuum. She studied singing in Athens and later in London, and from her earliest steps she performed artful songs, participated in early-music workshops. But that was only the beginning. In the early 90s, she began to experiment — not with songs, but with voices. With techniques such as glossolalia, laryngismus, transcendental expressions, improvisation. At the same time, the Primavera en Salonico group was formed — a group of musicians with different backgrounds: jazz, traditional music, oriental forms, classical and early music — with the aim of interpreting Sephardic and Mediterranean traditional forms, opening them up at the same time to experimental and contemporary forms. With Primavera en Salonico, Yannatou gave concerts internationally and recorded albums that left their mark.
Her discography reflects this path. From her first steps in art and early music, to the works with Primavera en Salonico — such as “Spring in Salonica”, “Terra Nostra”, “Sumiglia” — and more recently “Watersong”, where the sounds of water intersect with laryngismus, ululation, spoken word and modern instruments, creating a sound that moves between tradition and avant-garde, sometimes nostalgic, sometimes dreamy, sometimes subversive.
But Yannatou's value is not only musical. It is theatrical. It is performative. She herself has composed music for theater, dance theater, video art, pantomime. Her voice becomes part of a multimedia stage material — sound, body, movement, silence, dance, light — all coexist and feed off each other.
For those, like me, who discovered her by chance in a corner of a gallery or on a stage, the experience of Yannatou’s voice is not just musical, but revelatory. It reminds us that the voice can become a body again; that music can become a ritual; that song can transform into existence. Perhaps, ultimately, this is the secret that makes her transcend any geographical or musical boundary: she reawakens the same need for vocal freedom, for stage truth, for living memory. And this voice, the voice-body, continues to call us. To awaken us. To remind us that, beyond melodies and words, there is always something primordial: the need to listen, to feel, to exist.

