28 Ιανουαρίου 2026

Οσιομάρτυρες του θεάματος/Holy martyrs of the spectacle


Ένα μνημείο για τους νεκρούς, οθόνες για τους ζωντανούς: η κοινωνία του θεάματος μαζοποιεί και εκμεταλλεύεται την απώλεια, θρέφοντας την ψευδαίσθηση της συμμετοχής.


Κάθε φορά που η άσφαλτος βάφεται με το αίμα οπαδών, ο δημόσιος λόγος εγκλωβίζεται σε ένα επαναλαμβανόμενο και σχεδόν μηχανικό μοτίβο θρήνου. Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια της συλλογικής συγκίνησης και των μεσημεριανών δακρύων στις οθόνες, κρύβεται ένας μηχανισμός πολύ πιο κυνικός και δομικός. Τα θύματα αυτά δεν είναι απλώς άτυχα υποκείμενα ενός «τροχαίου». Είναι, στην ουσία, θύματα μιας κοινωνίας που έχει αντικαταστήσει την αυθεντική βιωμένη εμπειρία με την κυριαρχία της εικόνας. Όπως διατύπωσε ο Guy Debord στην «Κοινωνία του Θεάματος», το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων, αλλά μια κοινωνική σχέση μεταξύ ανθρώπων που διαμεσολαβείται από εικόνες. Στον σύγχρονο οπαδισμό, η ανάγκη για ανήκειν και η αναζήτηση ταυτότητας ικανοποιούνται πλέον αποκλειστικά μέσω της πλήρους ταύτισης με το σύμβολο μιας ομάδας, μετατρέποντας την επικίνδυνη μετακίνηση χιλιάδων χιλιομέτρων σε μια επιβεβλημένη τελετουργία συμμετοχής. Ο οπαδός δεν ταξιδεύει πλέον για την προσωπική του πλήρωση, αλλά για να επικυρώσει την ύπαρξή του ως οργανικό και ορατό μέρος ενός παγκόσμιου οπτικού προϊόντος.

Αυτή η διαμεσολάβηση της εμπειρίας σημαίνει ότι ο κίνδυνος και η θυσία γίνονται το τίμημα για τη συμμετοχή σε μια παράσταση ισχύος και αφοσίωσης που επιβάλλει η βιομηχανία του ποδοσφαίρου. Το σύστημα, αντιμέτωπο με το ωμό βάρος των νεκρών του, δεν σταματά για να αναστοχαστεί, αλλά ενεργοποιεί άμεσα τα αντανακλαστικά της αυτοσυντήρησής του μέσω μιας συστηματικής και βίαιης οσιοποίησης. Η μετατροπή του θύματος σε μάρτυρα ή αθάνατο φρουρό δεν αποτελεί πράξη πραγματικής απόδοσης τιμής, αλλά μια στρατηγική κάθαρσης που επιτρέπει στο σύστημα να συνεχίσει τη λειτουργία του χωρίς να αμφισβητηθούν οι θεμελιώδεις δομές του. Ονομάζοντας τον θάνατο ιερή θυσία για την ιδέα της ομάδας, η βιομηχανία και οι κρατικοί μηχανισμοί αποσείουν τις δικές τους ευθύνες για την εμπορευματοποίηση του πάθους. Αν ο θάνατος είναι ηρωικός και προορισμένος από μια ανώτερη οπαδική μοίρα, τότε η δομή που τον παρήγαγε παραμένει ηθικά αλώβητη. Η οσιοποίηση λειτουργεί ως ο τελικός μηχανισμός αλλοτρίωσης: το θύμα παύει να ανήκει στον εαυτό του ή στον ιδιωτικό πόνο των οικείων του και μετατρέπεται σε δημόσιο έκθεμα προς κατανάλωση, ένα σύμβολο που ενισχύει τον συναισθηματικό δεσμό του καταναλωτή-οπαδού με το προϊόν-ομάδα.

Κομβικό σημείο αυτής της διαδικασίας, που συχνά διαφεύγει της δημόσιας κριτικής, είναι η συντονισμένη και επιθετική εκστρατεία να αποσπασθεί οποιαδήποτε ευθύνη από τα θύματα και να μετατοπιστεί στο πεδίο της τεχνικής αστάθειας ή της εξωτερικής κακίας. Με μια σχεδόν μεταφυσική σπουδή, ο δημόσιος λόγος ενοχοποιεί την ύλη για να σώσει το πνεύμα του θεάματος. Η υπαιτιότητα επιρρίπτεται με ευκολία στο κακό οδικό δίκτυο, σε μια υποθετική εμπλοκή του ηλεκτρονικού συστήματος του οχήματος ή σε μια τυχαία αστοχία υλικού. Ακόμα και τα ομαλώς διερχόμενα οχήματα ή οι τρίτοι οδηγοί μετατρέπονται σε αποδιοπομπαίους τράγους, προκειμένου η εικόνα του ήρωα-οπαδού να παραμείνει άσπιλη και άμωμη. Αυτή η τεχνητή αθώωση δεν πηγάζει από ευσπλαχνία, αλλά από την ανάγκη να προστατευθεί το αφήγημα της ένδοξης εκδρομής. Αν το σύστημα παραδεχόταν ότι η ανθρώπινη κρίση θολώνει κάτω από την πίεση του οπαδικού καθήκοντος ή ότι οι συνθήκες μετακίνησης ήταν εξαρχής αυτοκαταστροφικές, τότε το οικοδόμημα του θεάματος θα άρχιζε να ραγίζει. Προτιμάται, λοιπόν, η κατασκευή ενός μοιραίου λάθους της μηχανής παρά η παραδοχή της ηθικής αστοχίας μιας κοινωνίας που στέλνει τα παιδιά της στον θάνατο για την παραγωγή μερικών λεπτών οπτικού περιεχομένου.

Σε αυτό το σημείο, ο ρόλος των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων αποδεικνύεται καταλυτικός. Τα ΜΜΕ λειτουργούν ως οι αρχιερείς αυτής της τελετουργίας, ενορχηστρώνοντας την εκστρατεία μετατόπισης ευθυνών με χειρουργική ακρίβεια. Μέσα από δραματικές μουσικές επενδύσεις, viral βίντεο από το σημείο της τραγωδίας και αγιογραφικά ρεπορτάζ που αναπαράγουν στερεότυπα, μετατρέπουν τον θάνατο σε content. Στην ψηφιακή εποχή, το πένθος δεν είναι πια μια εσωτερική διεργασία, αλλά μια επιτελεστική πράξη. Ο χρήστης-οπαδός καλείται να αντιδράσει στην τραγωδία, να κοινοποιήσει το μνημείο, να γίνει και ο ίδιος μέρος του θεάματος του πένθους. Η ταχύτητα με την οποία η τραγωδία μεταβολίζεται σε εικόνα εμποδίζει τη γέννηση οποιασδήποτε πραγματικής κριτικής συνείδησης. Τα ΜΜΕ πείθουν το κοινό ότι ο κίνδυνος είναι πάντα κάπου αλλού —σε μια λακούβα, σε έναν αισθητήρα ή σε μια κακιά στιγμή— διασφαλίζοντας ότι η ροή του θεάματος δεν θα διακοπεί. Η επόμενη μοιραία αποστολή πρέπει να ξεκινήσει χωρίς ερωτηματικά, τροφοδοτούμενη από την ψευδαίσθηση ότι η θυσία των προηγούμενων τους οδηγεί.

Η οσιοποίηση, τελικά, δρα ως ένας μηχανισμός φίμωσης μέσα στην ίδια την οπαδική κοινότητα. Όποιος τολμήσει να αναρωτηθεί για το παράλογο της θυσίας ή να επισημάνει τις ευθύνες που απορρέουν από την ίδια την οπαδική κουλτούρα της υπερβολής, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί ιερόσυλος. Το σύστημα αυτοσυντηρείται επιβάλλοντας μια ομοιογένεια στη σκέψη, όπου ο θάνατος δεν είναι αφορμή για αλλαγή, αλλά για ενίσχυση της πίστης στο σύμβολο. Η αλλοτρίωση ολοκληρώνεται όταν το ίδιο το θύμα παύει να είναι υποκείμενο με όνειρα και προσωπική ιστορία και γίνεται ένα άψυχο εργαλείο στα χέρια των εμπόρων του συναισθήματος. Η δικαίωση των νεκρών δεν βρίσκεται στα μνημεία και στις κραυγές, αλλά στην αποδόμηση αυτής της κατασκευασμένης αθωότητας. Βρίσκεται στην άρνηση να καταναλώνουμε τον θάνατο ως θέαμα και στην απαίτηση να δούμε την αλήθεια πίσω από τις εικόνες: η κοινωνία μας έχει γίνει ένα εργοστάσιο παραγωγής μαρτύρων για να δικαιολογεί το κενό της ύπαρξής της. Μόνο μέσα από την επώδυνη παραδοχή της δικής μας συνενοχής σε αυτόν τον κύκλο του θεάματος μπορεί να υπάρξει ελπίδα για πραγματικό σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή.





January 28, 2026
Holy martyrs of the spectacle

Every time the asphalt is stained with the blood of fans, public discourse is trapped in a repetitive and almost mechanical pattern of mourning. However, beneath the surface of collective emotion and midday tears on the screens, a much more cynical and structural mechanism is hidden. These victims are not simply unfortunate subjects of a “traffic accident”. They are, in essence, victims of a society that has replaced authentic lived experience with the dominance of the image. As Guy Debord formulated in “Society of the Spectacle”, the spectacle is not a set of images, but a social relationship between people mediated by images. In modern fandom, the need for belonging and the search for identity are now satisfied exclusively through complete identification with a team's symbol, transforming the dangerous journey of thousands of kilometers into an enforced ritual of participation. The fan no longer travels for personal fulfillment, but to validate his existence as an organic and visible part of a global visual product.

This mediation of experience means that risk and sacrifice become the price of participation in a performance of power and devotion imposed by the football industry. The system, faced with the raw weight of its dead, does not pause to reflect, but immediately activates its self-preservation reflexes through a systematic and violent sanctification. The transformation of the victim into a martyr or immortal sentinel is not an act of true honor, but a strategy of catharsis that allows the system to continue its operation without questioning its fundamental structures. By calling death a sacred sacrifice for the idea of ​​the team, the industry and the state apparatuses absolve themselves of their own responsibilities for the commodification of passion. If death is heroic and destined by a higher fan fate, then the structure that produced it remains morally unscathed. Sanctification functions as the ultimate mechanism of alienation: the victim ceases to belong to himself or to the private pain of his loved ones and is transformed into a public exhibit for consumption, a symbol that strengthens the emotional bond of the consumer-fan with the product-group.

A key point in this process, which often escapes public criticism, is the coordinated and aggressive campaign to remove any responsibility from the victims and shift it to the field of technical instability or external evil. With an almost metaphysical effort, public discourse incriminates the material in order to save the spirit of the spectacle. The blame is easily attributed to the bad road network, to a hypothetical interference in the electronic system of the vehicle or to an accidental failure of equipment. Even vehicles passing smoothly or third-party drivers are turned into scapegoats, in order for the image of the hero-fan to remain spotless and innocent. This artificial acquittal does not stem from compassion, but from the need to protect the narrative of the glorious excursion. If the system were to admit that human judgment is clouded by the pressure of fan duty or that the conditions of travel were inherently self-destructive, then the edifice of the spectacle would begin to crack. It is preferable, then, to construct a fatal machine error than to admit the moral failure of a society that sends its children to their deaths for the production of a few minutes of visual content.

At this point, the role of the Mass Media and social networks proves to be catalytic. The media function as the high priests of this ritual, orchestrating the blame-shifting campaign with surgical precision. Through dramatic musical investments, viral videos from the scene of the tragedy and hagiographic reports that reproduce stereotypes, they transform death into content. In the digital age, mourning is no longer an internal process, but a performative act. The user-fan is called upon to react to the tragedy, to share the monument, to become part of the spectacle of mourning himself. The speed with which the tragedy is metabolized into an image prevents the birth of any real critical consciousness. The media convinces the audience that danger is always somewhere else —in a puddle, on a sensor, or at a bad moment— ensuring that the flow of the spectacle will not be interrupted. The next fatal mission must begin without question, fueled by the illusion that the sacrifice of the previous ones is leading them.

Sanctification, ultimately, acts as a silencing mechanism within the fan community itself. Anyone who dares to question the absurdity of the sacrifice or to point out the responsibilities that stem from the fan culture of exaggeration itself risks being labeled a sacrilegious person. The system maintains itself by imposing a homogeneity in thought, where death is not a reason for change, but for strengthening faith in the symbol. Alienation is completed when the victim himself ceases to be a subject with dreams and personal history and becomes a lifeless tool in the hands of the merchants of emotion. The vindication of the dead is not found in monuments and cries, but in the deconstruction of this constructed innocence. It lies in the refusal to consume death as a spectacle and in the demand to see the truth behind the images: our society has become a factory producing witnesses to justify the emptiness of its existence. Only through the painful admission of our own complicity in this cycle of spectacle can there be hope for real respect for human life.