02 Νοεμβρίου 2025

Φιλοσοφία του θεάτρου: από τη μίμηση στην παρουσία/Philosophy of theater: from imitation to presence

  Η σχέση θεάτρου και φιλοσοφίας είναι τόσο παλιά όσο και η ίδια η δυτική σκέψη. Ο Πλάτων, εξορίζοντας τους ποιητές από την ιδανική του Πολιτεία, μέσα από την καχυποψία του απέναντι στο θέατρο, γέννησε την πρώτη φιλοσοφική προβληματική για τη μίμηση, για την αναπαράσταση ως ζήτημα αλήθειας. Ο Αριστοτέλης, με τη σειρά του, αναστρέφει αυτή τη δυσπιστία και βλέπει στη μίμηση όχι ψεύδος, αλλά γνώση. Η τραγωδία, λέει, δεν είναι απλώς αφήγηση, αλλά κάθαρση: ένας τρόπος να σκεφτούμε το ανθρώπινο πάθος και την πράξη. Από τότε, το θέατρο έγινε ο καθρέφτης όπου η φιλοσοφία αναμετριέται με τον εαυτό της — μια πρακτική μορφή σκέψης.

Αυτή η μακρά συνομιλία γνώρισε κορυφώσεις και ρήξεις. Ο Νίτσε, στη «Γέννηση της τραγωδίας», είδε στο αρχαιοελληνικό θέατρο την πρωταρχική φιλοσοφία της ύπαρξης. Ο κόσμος, γράφει, είναι θεατρικός εκ φύσεως· η ζωή είναι σύγκρουση ανάμεσα στο απολλώνιο μέτρο και τη διονυσιακή μέθη, ανάμεσα στη μορφή και στη ροή. Το θέατρο δεν παριστάνει αυτή τη σύγκρουση — τη συνιστά. Ο Νίτσε επαναφέρει το θέατρο στο κέντρο της μεταφυσικής σκέψης: το τραγικό είναι το όνομα της ίδιας της πραγματικότητας, όχι η αναπαράστασή της.

Στον 20ό αιώνα, το ζήτημα της αλήθειας της τέχνης παίρνει νέα τροπή. Ο Χάιντεγκερ, στην «Προέλευση του έργου τέχνης», επαναπροσδιορίζει την αλήθεια ως α-λήθεια, ως μη-κρυπτότητα (Unverborgenheit). Η τέχνη δεν απεικονίζει, αλλά αποκαλύπτει. Στο έργο τέχνης «τίθεται σε έργο η αλήθεια των όντων» — συμβαίνει η φανέρωση του Είναι, όχι μέσα από έννοιες, αλλά μέσα από μορφές, σχήματα, υλικότητα. Ο λίθος, ο ήχος, το χρώμα, η σιωπή, όλα συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία αποκάλυψης. Η τέχνη είναι, για τον Χάιντεγκερ, ένας τόπος όπου η αλήθεια συμβαίνει. Η σκηνή του θεάτρου, κατ’ επέκταση, γίνεται το κατ’ εξοχήν παράδειγμα αυτού του «συμβαίνοντος φωτίσματος» — εκεί όπου το Είναι βγαίνει από την αφάνεια και έρχεται στο φως του φαινομένου.

Η χαϊντεγκεριανή σκέψη άνοιξε έναν δρόμο που η θεατρολογία του ύστερου 20ού αιώνα ακολούθησε σχεδόν διαισθητικά. Η μετάβαση από το «δραματικό» στο «μεταδραματικό» θέατρο —όπως την περιγράφει ο Χ.Τ. Λέμαν— δεν είναι απλώς αισθητική αλλαγή, αλλά οντολογική στροφή. Το θέατρο παύει να είναι μέσο αναπαράστασης και γίνεται τόπος παρουσίας. Η σκηνή δεν δείχνει κάτι άλλο, αλλά συνιστά η ίδια ένα γεγονός ύπαρξης. Ο ηθοποιός δεν «παίζει ρόλο»· είναι μέσα στη στιγμή. Ο θεατής δεν παρακολουθεί μια πλοκή, αλλά βιώνει έναν ρυθμό, μια δόνηση, μια σχέση. Το θέατρο παύει να απεικονίζει την αλήθεια — γίνεται η ίδια η σκηνή της αποκάλυψής της.

Στην εποχή αυτή, που ο χρόνος έχει χάσει τον θεολογικό του άξονα, η σκηνή γίνεται ο χώρος όπου μπορούμε ακόμη να εμπειραθούμε τον χρόνο. Ο Μπομπ Γουΐλσον, λόγου χάρη, οικοδομεί ένα «θέατρο της βραδύτητας», όπου το βλέμμα αναγκάζεται να επιμείνει στην επιφάνεια, να ανακαλύψει το βάθος μέσα στο φαινόμενο. Στις παραστάσεις του, ο χρόνος δεν είναι εργαλείο αφήγησης, αλλά αντικείμενο εμπειρίας. Κάθε κίνηση, κάθε παύση, κάθε φωτισμός είναι ένα στοχαστικό γεγονός· η σκηνή γίνεται ένας μηχανισμός καθαρής παρουσίας. Είναι ένα θέατρο της αλήθειας, με την αυθεντική έννοια του όρου.

Η φιλοσοφία του θεάτρου, όπως διαμορφώνεται σήμερα, δεν αποτελεί απλώς ένα θεωρητικό παράρτημα της αισθητικής. Αντίθετα, βλέπει το θέατρο ως μορφή φιλοσοφίας: έναν τρόπο με τον οποίο η σκέψη παίρνει σώμα και η παρουσία αποκτά στοχαστικό βάθος. Στην παράδοση της λεγόμενης ‘performance philosophy’* (διεθνής όρος), το θέατρο δεν «εικονογραφεί» φιλοσοφικά ερωτήματα — τα παράγει. Ο στοχασμός δεν προηγείται της σκηνικής πράξης· αναδύεται μέσα από αυτήν. Στοχαστές της νέας αυτής προσέγγισης —Freddie Rokem, Erika Fischer-Lichte, Laura Cull, Alice Lagaay— τονίζουν ότι η παράσταση είναι ένα σώμα σκέψης, ένας τόπος όπου η γνώση προκύπτει από τη συνάντηση, την έκθεση, την πράξη.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διάκριση ανάμεσα σε θεωρία και πράξη χάνει το νόημά της. Ο φιλόσοφος γίνεται θεατής, και ο θεατής φιλόσοφος. Ο Χάιντεγκερ έλεγε πως «η τέχνη είναι ο τρόπος με τον οποίο η αλήθεια των όντων τίθεται σε έργο». Το θέατρο είναι ίσως η πιο απτή μορφή αυτής της θέσης, διότι είναι πράξη παρουσίας. Δεν αναφέρεται σε κάτι εξωτερικό, αλλά θέτει σε λειτουργία την ίδια τη διαδικασία της φανέρωσης. Το σκηνικό γεγονός είναι μια μικρογραφία της χαϊντεγκεριανής «ἀλήθειας»: κάτι που αναδύεται από την αφάνεια και γίνεται ορατό μέσα στο φως της κοινής εμπειρίας.

Η φιλοσοφία του θεάτρου είναι, έτσι, μια φιλοσοφία της φαινομενικότητας. Το φαινόμενο δεν είναι ψευδαίσθηση, όπως πίστευε ο Πλάτων, αλλά τρόπος ύπαρξης. Το θέατρο δεν μας εξαπατά — μας φανερώνει. Μας θυμίζει ότι κάθε μορφή, κάθε βλέμμα, κάθε παρουσία είναι κάτι προσωρινό, αλλά γι’ αυτό ακριβώς αληθινό. Ο ηθοποιός δεν είναι φορέας νοήματος, αλλά φορέας οντολογικής διακινδύνευσης. Στην έκθεσή του, στην ευθραυστότητα του τώρα, κατοικεί η φιλοσοφία του θεάτρου: το στοχαστικό βάθος της στιγμής.


Επίμετρο: «Όλα είναι (ανα)παράσταση» 

Στις «Παραστασιογραφίες» μου (2005), στην ενότητα «Όλα είναι (ανα)παράσταση», επιχειρώ να συνεχίσω αυτή τη γραμμή σκέψης, εστιάζοντας στη σχέση ανάμεσα στη χαϊντεγκεριανή έννοια της αλήθειας και στη θεατρική πράξη. Για τον Χάιντεγκερ, η αλήθεια δεν είναι ιδιότητα των κρίσεων, αλλά τρόπος φανέρωσης των όντων. Το ον δεν αποκαλύπτεται ποτέ πλήρως· προβάλλεται στο φως κρατώντας πάντοτε κάτι από τη σκιά του. Αυτή η διπλή κίνηση —αποκάλυψη και απόκρυψη— είναι η ουσία της θεατρικότητας.

Η θεατρική παράσταση, όπως την κατανοώ, είναι ο χώρος όπου αυτή η μη-κρυπτότητα βιώνεται αισθητά. Το σκηνικό γεγονός δεν αποσκοπεί στην αναπαράσταση ενός εξωτερικού κόσμου, αλλά στο να φέρει κάτι στο φως, να επιτρέψει σε ένα φαινόμενο να φανεί μέσα στην ίδια του την περιορισμένη διάρκεια. Κάθε είσοδος, κάθε χειρονομία, κάθε φωτισμός είναι μια μικρή πράξη αλήθειας: κάτι που αποσπάται από την αφάνεια και γίνεται παρόν, για λίγο, πριν ξαναβυθιστεί στη σιωπή. Το θέατρο είναι έτσι ο κατεξοχήν τόπος της αλήθειας των όντων, με την έννοια που έδωσε ο Χάιντεγκερ — όχι ως αποκάλυψη μιας ιδέας, αλλά ως άνοιγμα ενός κόσμου.

Αυτή η σύνδεση ανάμεσα στη φαινομενολογία και τη σκηνική εμπειρία δεν είναι θεωρητική αφηρημένη σύμπτωση. Είναι ένας τρόπος να κατανοήσουμε τη θεατρική πράξη ως οντολογικό συμβάν: ως κάτι που δεν απεικονίζει την ύπαρξη, αλλά την επιτελεί. Στην παράσταση, η αλήθεια δεν «αναπαρίσταται»· συμβαίνει. Ο ηθοποιός, φωτισμένος από τον προβολέα, είναι το ον που φανερώνει το Είναι του μέσα στην ίδια του την εφήμερη παρουσία. Ο θεατής, μάρτυρας αυτής της φανέρωσης, βιώνει τη δική του συμμετοχή στη μη-κρυπτότητα του κόσμου.

Αυτό προσπαθώ να αναδείξω στη σκέψη μου: ότι το θέατρο, στην πιο βαθιά του ουσία, είναι ένας τόπος αλήθειας, όχι επειδή μεταδίδει μηνύματα ή νοήματα, αλλά επειδή αφήνει τα όντα να φανούν όπως είναι — στην εγγύτητά τους, στη φθορά τους, στη σιωπηλή τους παρουσία. Το φως της σκηνής, η στιγμή της φανέρωσης, είναι το πλησιέστερο που φτάνουμε σε μια εμπειρία της αλήθειας. Γι’ αυτό, όσο κι αν μιλάμε για (ανα)παράσταση, η ουσία του θεάτρου βρίσκεται στην παρουσία: στην πράξη της φανέρωσης που κάνει την αλήθεια των όντων να λάμψει, έστω και για μια στιγμή, μπροστά στα μάτια μας.

Ίσως εκεί, στο εφήμερο της σκηνής, να σώζεται ακόμη κάτι από το αρχαίο αίτημα της φιλοσοφίας: να σκεφτεί το Είναι όχι ως έννοια, αλλά ως φανέρωση. Και το θέατρο, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη τέχνη, συνεχίζει να το καθιστά δυνατό. Κάθε παράσταση είναι μια μικρή προέλευση του έργου τέχνης: μια απόπειρα να αναδυθεί η αλήθεια από την αφάνεια, να φωτιστεί για λίγο ο κόσμος των όντων πριν το σκοτάδι τον ξανασκεπάσει.


.............................

*Η «φιλοσοφία της παράστασης» αποτελεί ένα σχετικά νέο πεδίο που διερευνά τη σχέση μεταξύ της παράστασης και της σκέψης, εξετάζοντας πώς η ίδια η παράσταση μπορεί να «σκέφτεται» και να παράγει γνώση. Δεν πρόκειται απλώς για θεωρητική ανάλυση ενός έργου ή για κριτική των καλλιτεχνικών στοιχείων, αλλά για μια προσέγγιση που βλέπει την παράσταση ως ενεργό μέσο έρευνας και κατανόησης.

Κεντρικό στοιχείο της φιλοσοφίας της παράστασης είναι η ιδέα ότι η παράσταση δεν περιορίζεται στην αναπαράσταση ή στην παρουσίαση, αλλά λειτουργεί ως «σκέψη εν πράξει». Ο καλλιτέχνης ή παραστάτης δεν είναι απλώς εκτελεστής, αλλά ταυτόχρονα ερευνητής της ίδιας της εμπειρίας, της διαδικασίας και του νοήματος της παράστασης. Μέσα από τη διαδικασία της δημιουργίας, της επανάληψης και της πειραματικής πρακτικής, παράγεται γνώση που δεν μπορεί να εκφραστεί πλήρως με παραδοσιακές ακαδημαϊκές μεθόδους — είναι γνώση πρακτική, εμπειρική, και συχνά υπερβαίνει τη λογική ανάλυση.

Η φιλοσοφία της παράστασης υπογραμμίζει επίσης τη διαλογική σχέση μεταξύ παράστασης και φιλοσοφίας: η παράσταση θέτει ερωτήματα, η φιλοσοφία τα αναλύει, αλλά η ίδια η παράσταση μπορεί να διαμορφώνει νέες μορφές σκέψης. Η διαδικασία της παράστασης — η προετοιμασία, οι δοκιμές, οι αποτυχίες και οι αναθεωρήσεις — δεν είναι μόνο προπαρασκευή για το αποτέλεσμα, αλλά ουσιαστικό μέρος της γνώσης που παράγεται.

Με άλλα λόγια, η φιλοσοφία της παράστασης βλέπει την παράσταση ως εργαλείο έρευνας: η διαδικασία του πειραματισμού και η εμπειρία του σώματος, του χρόνου και της δράσης γίνονται πηγές γνώσης. Το πεδίο αυτό προτείνει ένα ανοιχτό πλαίσιο μεθόδων, όπου η καλλιτεχνική πρακτική και η θεωρητική ανάλυση συνεργάζονται για την παραγωγή νέας γνώσης και κατανόησης.

Για έναν θεατρολόγο ή αναλυτή παραστατικών τεχνών, η φιλοσοφία της παράστασης προσφέρει έναν τρόπο να μελετήσει όχι μόνο το τελικό έργο, αλλά και την ίδια τη διαδικασία της δημιουργίας, κατανοώντας πώς η παράσταση μπορεί να είναι ταυτόχρονα καλλιτεχνική πράξη, ερευνητικό μέσο και φιλοσοφική διερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Συνοπτικά, η φιλοσοφία της παράστασης αναδεικνύει τη σημασία της διαδικασίας, της πρακτικής και της εμπειρίας, προτείνοντας μια θεώρηση όπου η παράσταση και η σκέψη αλληλοσυμπληρώνονται και συνδιαμορφώνουν τη γνώση.





 Philosophy of theater: from imitation to presence

The relationship between theater and philosophy is as old as Western thought itself. Plato, by banishing poets from his ideal Republic, through his suspicion of theater, gave birth to the first philosophical problematic about imitation, about representation as a matter of truth. Aristotle, in turn, reverses this distrust and sees in imitation not a lie, but knowledge. Tragedy, he says, is not just a narrative, but a catharsis: a way of thinking about human passion and action. Since then, theater has become the mirror where philosophy confronts itself — a practical form of thought.

This long conversation had its peaks and its ruptures. Nietzsche, in “The Birth of Tragedy,” saw in ancient Greek theater the primary philosophy of existence. The world, he writes, is theatrical by nature; life is a conflict between Apollonian measure and Dionysian intoxication, between form and flow. Theater does not represent this conflict—it constitutes it. Nietzsche brings theater back to the center of metaphysical thought: the tragic is the name of reality itself, not its representation.

In the 20th century, the question of the truth of art takes a new turn. Heidegger, in “The Origin of the Work of Art,” redefines truth as α-λήθεια, as unconcealment (Unverborgenheit). Art does not depict, but reveals. In the work of art “the truth of beings is put into action” — the manifestation of Being occurs, not through concepts, but through forms, shapes, materiality. Stone, sound, color, silence, all participate in this process of revelation. Art is, for Heidegger, a place where truth happens. The stage of the theater, by extension, becomes the prime example of this “incidental illumination” — where Being emerges from obscurity and comes into the light of appearance.

Heideggerian thought opened a path that late 20th-century theatrology followed almost intuitively. The transition from “dramatic” to “postdramatic” theatre—as H.T. Lehmann describes it—is not simply an aesthetic change, but an ontological shift. Theatre ceases to be a means of representation and becomes a place of presence. The stage does not show something else, but itself constitutes a fact of existence. The actor does not “play a role”; he is in the moment. The spectator does not follow a plot, but experiences a rhythm, a vibration, a relationship. Theatre ceases to depict truth—it becomes the very scene of its revelation.

In this era, when time has lost its theological axis, the stage becomes the space where we can still experience time. Bob Wilson, for example, builds a “theater of slowness,” where the gaze is forced to persist on the surface, to discover the depth within the phenomenon. In his performances, time is not a tool of narration, but an object of experience. Every movement, every pause, every lighting is a contemplative event; the stage becomes a mechanism of pure presence. It is a theater of truth, in the authentic sense of the term.

The philosophy of theatre, as it is currently being developed, is not simply a theoretical appendage of aesthetics. On the contrary, it sees theatre as a form of philosophy: a way in which thought takes on body and presence acquires contemplative depth. In the tradition of the so-called 'performance philosophy'*, theatre does not 'illustrate' philosophical questions - it produces them. Reflection does not precede stage action; it emerges from it. Thinkers of this new approach - Freddie Rokem, Erika Fischer-Lichte, Laura Cull, Alice Lagaay - emphasize that performance is a body of thought, a place where knowledge emerges from encounter, exhibition, action.

In this context, the distinction between theory and practice loses its meaning. The philosopher becomes a spectator, and the spectator a philosopher. Heidegger said that “art is the way in which the truth of beings is put into action.” Theater is perhaps the most tangible form of this thesis, because it is an act of presence. It does not refer to something external, but sets in motion the very process of manifestation. The stage event is a microcosm of Heideggerian “truth”: something that emerges from obscurity and becomes visible in the light of common experience.

The philosophy of theater is, thus, a philosophy of appearance. The phenomenon is not an illusion, as Plato believed, but a way of being. Theater does not deceive us — it reveals us. It reminds us that every form, every look, every presence is something temporary, but precisely for that reason real. The actor is not a carrier of meaning, but a carrier of ontological risk. In his exposure, in the fragility of the now, resides the philosophy of theater: the contemplative depth of the moment.


Epimeter: "Everything is (re)presentation" 

In my “Parastasiographies” (2005), in the section “Everything is (re)presentation”, I attempt to continue this line of thought, focusing on the relationship between Heidegger’s concept of truth and theatrical practice. For Heidegger, truth is not a property of judgments, but a way of revealing beings. Being is never fully revealed; it is projected into the light, always holding something of its shadow. This double movement—revelation and concealment—is the essence of theatricality.

Theatrical performance, as I understand it, is the space where this non-concealment is experienced sensibly. The stage event does not aim to represent an external world, but to bring something to light, to allow a phenomenon to appear within its own limited duration. Every entrance, every gesture, every illumination is a small act of truth: something that is torn from obscurity and becomes present, for a moment, before sinking back into silence. The theater is thus the place par excellence of the truth of beings, in the sense given by Heidegger — not as the revelation of an idea, but as the opening of a world.

This connection between phenomenology and stage experience is not a theoretical abstract coincidence. It is a way of understanding the theatrical act as an ontological event: as something that does not depict existence, but performs it. In the performance, truth is not “represented”; it happens. The actor, illuminated by the spotlight, is the being who reveals his Being within his own ephemeral presence. The spectator, witness to this revelation, experiences his own participation in the unhiddenness of the world.

This is what I am trying to bring out in my thinking: that theater, at its deepest essence, is a place of truth, not because it transmits messages or meanings, but because it lets beings appear as they are — in their proximity, in their decay, in their silent presence. The light of the stage, the moment of revelation, is the closest we get to an experience of truth. Therefore, no matter how much we talk about (re)presentation, the essence of theater lies in presence: in the act of revelation that makes the truth of beings shine, even for a moment, before our eyes.

Perhaps there, in the ephemerality of the stage, something of the ancient demand of philosophy still survives: to think of Being not as a concept, but as a manifestation. And theater, more than any other art, continues to make this possible. Each performance is a small origin of the work of art: an attempt to emerge truth from obscurity, to illuminate the world of beings for a while before darkness covers it again.


...............................

*"Philosophy of performance" is a relatively new field that explores the relationship between performance and thought, examining how performance itself can “think” and produce knowledge. It is not simply a theoretical analysis of a work or a critique of artistic elements, but an approach that sees performance as an active means of inquiry and understanding.

Central to the philosophy of performance is the idea that performance is not limited to representation or presentation, but functions as “thought in action.” The artist or performer is not simply a performer, but at the same time an investigator of the very experience, process, and meaning of performance. Through the process of creation, iteration, and experimental practice, knowledge is produced that cannot be fully expressed through traditional academic methods—it is practical, empirical, and often transcends logical analysis.

The philosophy of performance also highlights the dialogical relationship between performance and philosophy: performance poses questions, philosophy analyzes them, but performance itself can shape new forms of thought. The process of performance — the preparation, the trials, the failures, and the revisions — is not only a preparation for the outcome, but an essential part of the knowledge produced.

In other words, the philosophy of performance sees performance as a tool for research: the process of experimentation and the experience of the body, time and action become sources of knowledge. This field proposes an open framework of methods, where artistic practice and theoretical analysis collaborate to produce new knowledge and understanding.

For a theater scholar or performing arts analyst, the philosophy of performance offers a way to study not only the final work, but also the process of creation itself, understanding how performance can be simultaneously an artistic act, a research medium, and a philosophical exploration of human experience.

In summary, the philosophy of performance highlights the importance of process, practice, and experience, proposing a vision where performance and thought complement each other and co-shape knowledge.