07 Φεβρουαρίου 2026

Σκέψεις για έναν «Κλόουν» ΙΙ

 


Υπάρχουν κείμενα στα οποία δεν επιστρέφουμε για να τα κατανοήσουμε καλύτερα, αλλά για να διαπιστώσουμε ότι δεν τα έχουμε εξαντλήσει. «Ο Κλόουν» της Μαρίας Λαϊνά είναι ένα τέτοιο κείμενο. Κάθε επιστροφή βέβαια μπορεί να προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο ερμηνείας, κυρίως όμως μετακινεί τον ίδιο τον τόπο από τον οποίο διαβάζω. Σαν να μην αλλάζει τόσο το έργο όσο η θέση μου απέναντί του. Και ίσως αυτό είναι το βαθύτερο θέμα του: όχι τι λέει για την ταυτότητα, αλλά πώς την καθιστά ασταθή, κάθε φορά από την αρχή.

Από την πρώτη σκηνική εικόνα -το μοναχικό φως, ο καθρέφτης, η προσεκτική, ελαφρώς αμήχανη μεταμόρφωση του άνδρα σε κλόουν- γίνεται σαφές ότι δεν παρακολουθούμε μια ιστορία, αλλά μια διαδικασία. Δεν έχουμε μπροστά μας έναν άνθρωπο που «μπαίνει» σε ρόλο, αλλά έναν άνδρα που παρατηρεί τον εαυτό του καθώς δοκιμάζει μια εικόνα. Και αυτή η εικόνα δεν λειτουργεί καθησυχαστικά. Ποιος είναι αυτός που κοιτάζει, και ποιος αυτός που κοιτάζουμε;

Με συγκινεί πάντα η επιμονή του έργου στο πρόσωπο. «Με γοητεύει ακόμα το πρόσωπό μου», λέει ο Κλόουν, ίσως με ναρκισσιστική αυτάρκεια, αλλά και μια σχεδόν φιλοσοφική απορία. Το πρόσωπο δεν επιβεβαιώνει την ταυτότητα· την καθυστερεί. Είναι ένα πεδίο επιστροφής, ένα σημείο όπου ο εαυτός δεν παγιώνεται, αλλά ξαναρχίζει. Ίσως γι’ αυτό το έργο επιμένει τόσο στον καθρέφτη: όχι ως σύμβολο αυτογνωσίας, αλλά ως τόπο φαντασιακής παγίδευσης, όπου τίποτα δεν είναι απολύτως δικό μας.

Κάθε φορά που διαβάζω την πρωινή σκηνή με την «ανυπόφορη επιθυμία», με εντυπωσιάζει το γεγονός ότι η Λαϊνά επιμένει πως δεν πρόκειται για ανάμνηση. Δεν είναι το παρελθόν που επιστρέφει, αλλά κάτι πιο ανησυχητικό: η επιθυμία ως παρόν. Η μητέρα δεν εμφανίζεται ως ψυχολογική φιγούρα, αλλά ως μια αίσθηση που δεν μπορεί να ενταχθεί σε αφήγηση. Το γέλιο της -απομονωμένο στις μαγνητοταινίες- δεν εξηγείται, δεν μοιράζεται, δεν γίνεται κοινός τόπος. Είναι ένα γέλιο χωρίς αντικείμενο, απρόσωπο. Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό τόσο ισχυρό.

Όσο προχωρά το έργο, με απασχολεί όλο και περισσότερο η διπλή ιδιότητα του Κλόουν: από τη μία, ένας άνδρας που σκέφτεται, αμφιβάλλει, επιστρέφει διαρκώς στο πρόσωπό του. Από την άλλη, ένας επαγγελματίας του γέλιου, που γνωρίζει με ακρίβεια τον μηχανισμό του. Ο τρόπος που μιλά για τη δουλειά του δεν αφήνει περιθώριο για ρομαντικές ψευδαισθήσεις. Το γέλιο δεν είναι συγκίνηση· είναι αντανακλαστικό. Και η ταύτιση -αν υπάρχει- δεν είναι συμπάθεια, αλλά μια στιγμιαία μετατόπιση θέσης.

Αυτή η διάκριση με αφορά ιδιαίτερα. Διότι ο Κλόουν δεν καταγγέλλει την ταύτιση· την απογυμνώνει. Μας δείχνει ότι το να «βάζεις το πρόσωπό σου στη θέση ενός άλλου» δεν είναι πράξη ενσυναίσθησης, αλλά λειτουργία. Κάτι που συμβαίνει χωρίς να το αποφασίζουμε, όπως το γέλιο, όπως το όνειρο, όπως -ίσως- η τρέλα. Και τότε το θέατρο παύει να είναι χώρος συναισθηματικής συγχώνευσης και γίνεται χώρος παρατήρησης αυτών των μηχανισμών.

Κάθε επιστροφή στο έργο με κάνει να συνειδητοποιώ ότι η κυκλικότητά του δεν είναι ποτέ απλή επανάληψη. Το τέλος επιστρέφει στο (αρχικό) πρωί, αλλά δεν είναι το ίδιο πρωί. Κάτι έχει μετατοπιστεί, ακόμη κι αν δεν μπορούμε να το κατονομάσουμε. Η φράση «κανένας, τίποτα δεν είναι ένα» δεν λειτουργεί ως συμπέρασμα, αλλά ως συνθήκη. Δεν αποκαλύπτει μια αλήθεια· μας αφήνει μέσα σε αυτήν.

Ίσως γι’ αυτό ο Κλόουν της Λαϊνά μού θυμίζει τους μελαγχολικούς αρλεκίνους του Πικάσο. Όχι επειδή είναι λυπημένοι, αλλά επειδή στέκονται σε ένα ενδιάμεσο σημείο: ανάμεσα στην έκθεση και την απόσυρση, στο προσωπείο και στο γυμνό πρόσωπο. 

Αν ο Κλόουν είναι φιλόσοφος, δεν είναι επειδή μιλά για ιδέες, αλλά επειδή μας υποχρεώνει να μείνουμε λίγο περισσότερο μέσα στην αστάθεια. Να αποδεχτούμε ότι η ταυτότητα δεν συγκροτείται μία φορά και για πάντα, αλλά κάθε φορά ξανά, μέσα από εικόνες, αντανακλαστικά, επιθυμίες και μικρές, ανεξήγητες επιστροφές. Και ίσως γι’ αυτό επιστρέφω κι εγώ στο κείμενο: όχι για να το κλείσω, αλλά για να με αφήσει, κάθε φορά, λίγο πιο ανοιχτό.