17 Νοεμβρίου 2025

Η «Κεφαλή του Σβορώνου» στο προαύλιο του Πολυτεχνείου: Ιστορία, Τέχνη και Μνήμη


Η  «Κεφαλή του Νίκου Σβορώνου», φιλοτεχνημένη από τον Μέμο Μακρή,
στο προαύλιο του Πολυτεχνείου. Το έργο συνδέει την προσωπική ιστορία
του Σβορώνου με τη συλλογική μνήμη των αγώνων για τη δημοκρατία.


Η  «κεφαλή» που βρίσκεται στο προαύλιο του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου αποτελεί ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα δημόσια γλυπτά της μεταπολιτευτικής Αθήνας. Αν και για τους επισκέπτες, ιδιαίτερα στις τελετουργίες μνήμης της 17ης Νοεμβρίου 1973, λειτουργεί ως σημείο απόδοσης φόρου τιμής στα θύματα, στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για κάποιο συγκεκριμένο θύμα της εξέγερσης αλλά για προτομή του λευκαδίτη ιστορικού Νίκου Σβορώνου, φιλοτεχνημένη από τον πατρινό γλύπτη Μέμο Μακρή. Το έργο αυτό, τοποθετημένο εκεί μετά τη Μεταπολίτευση, φέρει μια πυκνή ιστορική και ιδεολογική διαστρωμάτωση που αξίζει να αναλυθεί.

Ο Νίκος Σβορώνος (1911–1989) υπήρξε μια από τις πλέον σημαίνουσες μορφές της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Με βαθιά συμμετοχή στην Εθνική Αντίσταση μέσω του ΕΑΜ και του ΕΛΑΣ, ο Σβορώνος συγκρούστηκε με το μεταπολεμικό κράτος και οδηγήθηκε σε αυτοεξορία στη Γαλλία. Η μελέτη του στο Παρίσι, η αφαίρεση και μετέπειτα επανάκτηση της ελληνικής ιθαγένειας, η επιστημονική του ακτινοβολία και η συμβολή του στη συγκρότηση μιας «μαρξίζουσας» ιστορικής ανάγνωσης του ελληνικού παρελθόντος τον καθιστούν κεντρική φυσιογνωμία της ελληνικής διανόησης του 20ού αιώνα. Η επιστροφή του στην Ελλάδα μετά το 1974 τον εντάσσει οργανικά στο κλίμα της Μεταπολίτευσης, όπου ο λόγος περί δημοκρατίας, λαϊκών αγώνων και αντιδικτατορικής μνήμης συνδέεται στενά με τις προσωπικές ιστορίες αντίστασης και εξορίας.

Αξίζει να επισημανθεί ότι, όταν ο Σβορώνος στερήθηκε την ελληνική ιθαγένεια το 1955, βρισκόταν σε σύγκρουση με το αυστηρά αντικομμουνιστικό μετεμφυλιακό κράτος. Η Ελλάδα βρισκόταν τότε στη φάση της μοναρχικής κοινοβουλευτικής διακυβέρνησης με βασιλιά τον Παύλο, και η πρακτική της αφαίρεσης ιθαγένειας σε αριστερούς διανοούμενους του εξωτερικού ήταν ένα εργαλείο πολιτικού αποκλεισμού. Η πράξη αυτή, στο όνομα της «εθνικής ασφαλείας», δεν τιμωρούσε κάποια συγκεκριμένη ενέργεια του Σβορώνου στο Παρίσι, αλλά τη συνολική του ταύτιση με τον χώρο της Αριστεράς και την ενεργό συμμετοχή του στην Αντίσταση. Με έναν παράδοξο τρόπο, αυτή η επίσημη κρατική αποκήρυξη προανήγγειλε την ιστορική του μετέπειτα ταυτότητα: ενός στοχαστή που θα μετέτρεπε την προσωπική εξορία και τον αποκλεισμό σε συλλογική μνήμη και δημοκρατικό ήθος.

Ο Μέμος Μακρής (1913-1993), επίσης ιστορικά συνδεδεμένος με την Αντίσταση και την πολιτική στράτευση στην ελληνική Αριστερά, φιλοτέχνησε την προτομή του Σβορώνου την περίοδο που ήταν αυτοεξόριστος στην Ουγγαρία, μέσα από μια αισθητική που χαρακτηρίζεται από στιβαρότητα, αυστηρή γραμμή και εξιδανίκευση του διανοούμενου ως αγωνιστή. Το έργο ανήκει στη γενεαλογία των μνημείων της εξορίας και της αντίστασης που ο Μακρής δημιούργησε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα και αποτελεί σημείο τομής ανάμεσα στο προσωπικό, το πολιτικό και το συλλογικό. Η φιλική σχέση και η ιδεολογική ταύτιση του καλλιτέχνη τόσο με τον Σβορώνο όσο και με τον κομμουνιστή πρύτανη του ΕΜΠ Γεώργιο Βουδούρη (1919-1989, από την Κυπαρισία) υπήρξε καθοριστική για την απόφαση να δωρηθεί και να τοποθετηθεί το έργο στο Πολυτεχνείο το 1984. Είναι κρίσιμο να υπογραμμιστεί ότι ο Μακρής δεν προσέφερε την προτομή απλώς ως τιμητική χειρονομία προς τον Σβορώνο, αλλά ρητά εις μνήμην των θυμάτων του Πολυτεχνείου, επιτρέποντας στο έργο να αποκτήσει εξαρχής μια διπλή μνημονική λειτουργία: αφιέρωση σε ένα ιστορικό πρόσωπο και ταυτόχρονη συμμετοχή στη μνήμη της εξέγερσης. Έτσι, η παρουσία του στον συγκεκριμένο χώρο δεν είναι προϊόν κάποιας οργανικής σύνδεσης με τα γεγονότα του 1973, αλλά αποτέλεσμα της μεταπολιτευτικής πολιτικής μνήμης.

Η προτομή, με την επιβλητική της κλίμακα, ενσαρκώνει τον Σβορώνο ως διανοούμενο-αγωνιστή και δημιουργεί μια μεταφορική διάσταση: τον παρουσιάζει ως «μεγάλο κεφάλι» που υπερβαίνει τα όρια του ακαδημαϊκού χώρου και του προσωπικού του βίου! Η αισθητική επιλογή του μεγάλου μεγέθους ενισχύει την οπτική κυριαρχία του έργου στο προαύλιο του Πολυτεχνείου. Ο γλύπτης συνδέει την προσωπική διαδρομή του Σβορώνου με την πολιτική και πνευματική μνήμη της ελληνικής κοινωνίας, δίνοντάς του ταυτόχρονα μια «συλλογική διάσταση». Ακόμα, η μεταφορά της προτομής στην Αθήνα λειτουργεί ως μεταφορικός επαναπατρισμός. Το έργο δεν επιστρέφει απλώς υλικά από την Ουγγαρία στην πατρίδα, αλλά φέρνει μαζί του τον Σβορώνο, την ιστορική του προσωπικότητα, τη διανοητική του παρουσία και τη δέσμευσή του στους δημοκρατικούς αγώνες. Το Πολυτεχνείο είναι ένας τόπος όπου η μνήμη δεν έχει έναν αλλά πολλούς άξονες: την εξέγερση του 1973, τη Μεταπολίτευση και τη διαμόρφωση της δημοκρατίας, τον αγώνα της ελληνικής Αριστεράς κατά τον 20ό αιώνα, τη σύνδεση πανεπιστημιακού χώρου και κοινωνικού κινήματος. Μέσα σε αυτό το πολυφωνικό περιβάλλον, η  «Κεφαλή του Σβορώνου» λειτουργεί ως «μνημείο εντός του μνημείου», εντάσσεται στο γενικότερο αφήγημα της αντίστασης, του αντιφασισμού και της δημοκρατικής μνήμης που κυριάρχησε μετά το 1974. Η τοποθέτηση ενός προσώπου που ενσάρκωνε τη μαχόμενη διανόηση ήταν μια πολιτική και συμβολική πράξη, εναρμονισμένη με το κλίμα της εποχής.

Η  «Κεφαλή του Σβορώνου» λοιπόν είναι μνημείο της μεταπολιτευτικής ταυτότητας του Πολυτεχνείου. Η τοποθέτησή της εκεί προσθέτει ένα επίπεδο ιστορικής συνέχειας, συνδέει την αντίσταση της δεκαετίας του ’40 με την αντίσταση της νεολαίας του ’73, προσφέρει ένα είδος «πνευματικού προστάτη» του πανεπιστημιακού χώρου, εκφράζει, μέσω της μορφής του Σβορώνου, την ιδέα του διανοούμενου που δεν περιορίζεται στο ακαδημαϊκό περιβάλλον, αλλά συμμετέχει ενεργά στον δημόσιο αγώνα. Αυτή η σύνδεση μεταξύ προσώπου και τόπου δεν είναι ιστορική, αλλά συμβολική. Και γι’ αυτό παραμένει ισχυρή.

Η  «Κεφαλή του Νίκου Σβορώνου» στο Πολυτεχνείο αποτελεί μια εύγλωττη περίπτωση όπου ένα έργο τέχνης μεταμορφώνεται μέσα από το βλέμμα και τις πρακτικές της κοινωνίας. Το γλυπτό, αρχικά αφιερωμένο σε έναν μεγάλο ιστορικό και αγωνιστή, υιοθετήθηκε από τη συλλογική μνήμη ως σημείο απόδοσης τιμής στα θύματα της 17ης Νοεμβρίου. Από αυτή την άποψη, η εμπλοκή του στη μνημονική τελετουργία της εξέγερσης δεν αποτελεί παρεξήγηση, αλλά μάλλον μαρτυρία για τον τρόπο με τον οποίο η δημόσια μνήμη δημιουργεί νέες σημασίες, συχνά πέρα από τις αρχικές προθέσεις των δημιουργών.

Η προτομή του Σβορώνου καθίσταται, τελικά, όχι μόνο μνημείο ενός προσώπου, αλλά και σύμβολο μιας εποχής όπου η ιστορία, η τέχνη και η πολιτική συναντήθηκαν στις πύλες του Πολυτεχνείου για να συγκροτήσουν την ταυτότητα της σύγχρονης δημοκρατικής Ελλάδας.