Η εικόνα ενός ανθρώπου που στέκεται όρθιος με τη βοήθεια ενός ρομποτικού εξωσκελετού προκαλεί ταυτόχρονα θαυμασμό και αμηχανία. Δεν πρόκειται απλώς για μια τεχνολογική καινοτομία στον χώρο της αποκατάστασης, αλλά για ένα συμβάν που μετατοπίζει τον ίδιο τον ορισμό του σώματος. Ο εξωσκελετός δεν αποκαθιστά απλώς τη βάδιση, αλλά παράγει ένα υβριδικό σώμα, ένα σώμα ενδιάμεσο, όπου το ανθρώπινο και το τεχνικό δεν διαχωρίζονται πλέον καθαρά. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά προσθετικά μέλη, τα οποία αντικαθιστούν ένα απολεσθέν μέρος του σώματος, ο εξωσκελετός περιβάλλει και πλαισιώνει ολόκληρη τη σωματική ύπαρξη. Δεν υποκαθιστά ένα μέλος, συν-οργανώνει την κίνηση. Η βάδιση δεν είναι αποτέλεσμα μυϊκής δύναμης ούτε απλής μηχανικής ώθησης, αλλά προϊόν συνεργασίας ανάμεσα στη βούληση του υποκειμένου, στους αισθητήρες, στους αλγόριθμους και στη βαρύτητα. Έτσι, το σώμα παύει να είναι ένα κλειστό, αυτάρκες σύστημα. Τα όριά του μετατοπίζονται προς τα έξω ενσωματώνοντας τη μηχανή ως λειτουργικό του μέρος. Το δέρμα δεν είναι πια το σύνορο του σώματος. Το σύνορο γίνεται ρευστό, τεχνικό, διαπραγματεύσιμο.
Η σύγχρονη θεωρία θα μιλούσε εδώ για σώμα-συναρμογή (assemblage): ένα σύνολο ετερογενών στοιχείων που λειτουργούν μαζί χωρίς να συγχωνεύονται πλήρως. Ο άνθρωπος μέσα στον εξωσκελετό δεν μετατρέπεται σε ρομπότ, αλλά ούτε παραμένει το «φυσικό» σώμα που γνωρίζαμε. Πρόκειται για ένα cyborg (υβριδικό) υποκείμενο, όπου η κίνηση προκύπτει από συνεχή συγχρονισμό και όχι από αυτοματισμό. Αυτό έχει μια παράδοξη συνέπεια: η κίνηση γίνεται πιο συνειδητή. Εκεί όπου το υγιές σώμα βαδίζει ασυναίσθητα, το υβριδικό σώμα βαδίζει με επίγνωση, με προσοχή, σχεδόν τελετουργικά. Κάθε βήμα είναι γεγονός.
Ο εξωσκελετός δεν καταργεί το τραγικό στοιχείο της ανθρώπινης κατάστασης, το καθιστά ορατό. Η όρθια στάση επιτυγχάνεται, αλλά υπό όρους. Η αυτονομία επανέρχεται, αλλά ως μερική και εξαρτημένη. Το σώμα στέκεται όρθιο όχι επειδή νίκησε την απώλεια, αλλά επειδή τη διαπραγματεύεται διαρκώς. Υπό αυτή την έννοια, το υβριδικό σώμα θυμίζει το τραγικό σώμα της σκηνής: δεσμευμένο από κανόνες, ρυθμούς και μηχανισμούς, αλλά ακριβώς γι’ αυτό βαθιά παρόν. Όπως ο αρχαίος ήρωας που ενισχύεται από θεϊκά μέσα (ex machina) χωρίς να παύει να είναι θνητός, έτσι και ο χρήστης του εξωσκελετού κινείται μέσα σε μια συμμαχία που δεν αναιρεί την ευαλωτότητά του.
Καμία συζήτηση για το υβριδικό σώμα δεν μπορεί να αποφύγει το έργο του Stelarc, ενός από τους ριζοσπαστικότερους καλλιτέχνες της performance art, ο οποίος εδώ και δεκαετίες χρησιμοποιεί το ίδιο του το σώμα ως πεδίο πειραματισμού ανάμεσα στο οργανικό και το τεχνολογικό. Στο έργο του, το σώμα δεν είναι ούτε ιερό ούτε αυτάρκες, αλλά ένα ανεπαρκές σύστημα που απαιτεί τεχνική συμπλήρωση.
Ήδη από τις πρώιμες αναρτήσεις του σώματός του με άγκιστρα (Suspension Performances, 1976–1988), ο Stelarc αμφισβητεί την ιδέα της σωματικής αυτοκυριαρχίας. Το σώμα εμφανίζεται ως υλικό που μπορεί να εκτεθεί, να αναρτηθεί, να ελεγχθεί από εξωτερικές δυνάμεις. Αυτή η λογική κορυφώνεται στις παραστάσεις με ρομποτικά και ψηφιακά συστήματα, όπου η ανθρώπινη κίνηση παύει να είναι αποκλειστικό προϊόν εσωτερικής βούλησης.
Στο έργο Third Hand (1980–1998), ο Stelarc προσθέτει ένα ρομποτικό άκρο στο σώμα του, το οποίο δεν υποκαθιστά κάποιο χαμένο μέλος αλλά λειτουργεί παράλληλα με τα φυσικά του χέρια. Η χειρονομία εδώ πολλαπλασιάζεται, και μαζί της πολλαπλασιάζεται και το ερώτημα: πού τελειώνει το ανθρώπινο σώμα και πού αρχίζει η μηχανή; Το σώμα δεν επεκτείνεται απλώς, επαναπροσδιορίζεται ως πλατφόρμα.
Ακόμη πιο κοντά στη λογική του εξωσκελετού βρίσκονται τα έργα Exoskeleton (1999) και Muscle Machine (2003), όπου ο καλλιτέχνης κινείται μέσα ή μαζί με βαριές μηχανικές κατασκευές που επιβάλλουν ρυθμό, βάρος και περιορισμό. Εδώ, η κίνηση δεν είναι ελεύθερη αλλά αποτέλεσμα διαρκούς διαπραγμάτευσης με τη μηχανή. Το σώμα υπάρχει μόνο εφόσον υπακούει στη συναρμογή.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και τα έργα Stomach Sculpture (1993) και Ear on Arm (2006–σήμερα), όπου η τεχνολογία εισβάλλει στο εσωτερικό του σώματος. Ο Stelarc δεν προσθέτει απλώς εξωτερικά στηρίγματα, αλλά μετατρέπει το ίδιο το σώμα σε χώρο φιλοξενίας τεχνολογικών συστημάτων. Το σώμα γίνεται κυριολεκτικά τόπος εμφύτευσης, αμφισβητώντας κάθε διάκριση ανάμεσα στο μέσα και το έξω.
Σε αντίθεση με τον ιατρικό εξωσκελετό, που επιδιώκει λειτουργική αποκατάσταση, ο Stelarc δεν υπόσχεται καμία θεραπεία. Το υβριδικό σώμα του δεν αποκαθίσταται, αλλά εκτίθεται. Η περφόρμανς δεν προσφέρει λύση, αλλά εντείνει το πρόβλημα: δείχνει ένα σώμα που επιβιώνει μόνο μέσω τεχνικών επεκτάσεων, ένα σώμα που δεν επιστρέφει ποτέ σε μια φαντασιακή φυσικότητα.
Από αυτή την άποψη, το έργο του Stelarc λειτουργεί ως σκοτεινός καθρέφτης του εξωσκελετού. Εκεί όπου η ιατρική τεχνολογία επιδιώκει την επαναφορά της όρθιας στάσης και της αξιοπρέπειας, ο καλλιτέχνης αφαιρεί κάθε παρηγορητική αφήγηση. Μας αναγκάζει να δούμε το υβριδικό σώμα όχι ως εξαίρεση, αλλά ως προορισμό.
Η σκηνή του Stelarc δεν είναι χώρος ενδυνάμωσης αλλά αποκάλυψης: το ανθρώπινο σώμα παρουσιάζεται ως διαρκώς ελλειμματικό, πάντα εξαρτημένο, πάντα ανολοκλήρωτο. Και ακριβώς γι’ αυτό, βαθιά ανθρώπινο.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν ο άνθρωπος «ρομποτοποιείται», αλλά ποιος ελέγχει τη συναρμογή. Όσο η τεχνολογία υπηρετεί τον λόγο και την επιθυμία του υποκειμένου, το υβριδικό σώμα αποτελεί μορφή ενδυνάμωσης. Όταν όμως εντάσσεται σε άκαμπτα πρωτόκολλα, οικονομικούς αποκλεισμούς ή απρόσωπα συστήματα υγείας, τότε ο κίνδυνος της αποπροσωποποίησης είναι υπαρκτός. Η ρομποτοποίηση δεν προκύπτει από τη μηχανή καθαυτή, αλλά από τη σιωπή που επιβάλλεται στο υποκείμενο.
Ο ρομποτικός εξωσκελετός δεν μας δείχνει ένα μέλλον όπου ο άνθρωπος αντικαθίσταται από τη μηχανή. Μας δείχνει κάτι πιο ανησυχητικό και πιο αληθινό: ο άνθρωπος ήταν πάντοτε ένα τεχνικό, μηχανικό ον, ένα σώμα που ορίζεται από τα στηρίγματά του. Το υβριδικό σώμα δεν είναι παρέκκλιση από το ανθρώπινο. Στην όρθια στάση του ανθρώπου με εξωσκελετό δεν βλέπουμε τη νίκη της τεχνολογίας, αλλά μια στιγμή αξιοπρέπειας μέσα στην εξάρτηση.
January 14, 2026
Hybrid body and art: the case of Stelarc
![]() |
Third Hand and Suspension Performances by Stelarc |
The image of a person standing with the help of a robotic exoskeleton is both awe-inspiring and disconcerting. It is not just a technological innovation in the field of rehabilitation, but an event that shifts the very definition of the body. The exoskeleton does not simply restore walking, but produces a hybrid body, an intermediate body, where the human and the technical are no longer clearly separated. Unlike traditional prosthetic limbs, which replace a lost part of the body, the exoskeleton surrounds and frames the entire physical being. It does not replace a limb, it co-organizes movement. Walking is not the result of muscular strength or simple mechanical impulse, but the product of cooperation between the will of the subject, sensors, algorithms and gravity. Thus, the body ceases to be a closed, self-sufficient system. Its boundaries shift outwards, incorporating the machine as its functional part. The skin is no longer the boundary of the body. The boundary becomes fluid, technical, negotiable.
Modern theory would speak here of a body-assemblage: a set of heterogeneous elements that work together without fully merging. The person inside the exoskeleton does not turn into a robot, but neither does he remain the “natural” body we knew. He is a cyborg subject, where movement results from constant synchronization and not from automation. This has a paradoxical consequence: movement becomes more conscious. Where the healthy body walks unconsciously, the hybrid body walks with awareness, with attention, almost ritualistically. Every step is an event.
The exoskeleton does not abolish the tragic element of the human condition, it makes it visible. Standing upright is achieved, but under conditions. Autonomy returns, but as a partial and dependent one. The body stands upright not because it has overcome loss, but because it constantly negotiates it. In this sense, the hybrid body recalls the tragic body of the stage: bound by rules, rhythms and mechanisms, but precisely for this reason deeply present. Like the ancient hero who is strengthened by divine means (ex machina) without ceasing to be mortal, so too the user of the exoskeleton moves within an alliance that does not negate his vulnerability.
No discussion of the hybrid body can avoid the work of Stelarc, one of the most radical performance artists, who for decades has used his own body as a field of experimentation between the organic and the technological. In his work, the body is neither sacred nor self-sufficient, but an inadequate system that requires technical completion.
Already from his early suspensions of the body with hooks (Suspension Performances, 1976–1988), Stelarc questions the idea of bodily autonomy. The body appears as a material that can be exposed, suspended, controlled by external forces. This logic culminates in performances with robotic and digital systems, where human movement ceases to be the exclusive product of inner will.
In Third Hand (1980–1998), Stelarc adds a robotic limb to his body, which does not replace a missing limb but functions in parallel with his natural hands. Gesture here multiplies, and with it the question: where does the human body end and the machine begin? The body is not simply extended, it is redefined as a platform.
Even closer to the logic of the exoskeleton are the works Exoskeleton (1999) and Muscle Machine (2003), where the artist moves within or with heavy mechanical constructions that impose rhythm, weight, and constraint. Here, the movement is not free but the result of a constant negotiation with the machine. The body exists only insofar as it obeys the assembly.
Of particular importance are the works Stomach Sculpture (1993) and Ear on Arm (2006–present), where technology invades the interior of the body. Stelarc does not simply add external supports, but transforms the body itself into a space hosting technological systems. The body literally becomes a place of implantation, questioning any distinction between inside and outside.
Unlike the medical exoskeleton, which seeks functional restoration, Stelarc promises no cure. His hybrid body is not restored, but exposed. The performance does not offer a solution, but rather intensifies the problem: it shows a body that survives only through technical extensions, a body that never returns to an imaginary naturalness.
In this sense, Stelarc's work functions as a dark mirror of the exoskeleton. Where medical technology seeks to restore uprightness and dignity, the artist strips away any comforting narrative. He forces us to see the hybrid body not as an exception, but as a destination.
The Stelarc stage is not a space of empowerment but of revelation: the human body is presented as constantly deficient, always dependent, always incomplete. And precisely for that reason, profoundly human.
The crucial question is not whether humans are being “robotized,” but who controls the assembly. As long as technology serves the subject’s discourse and desire, the hybrid body is a form of empowerment. But when it is integrated into rigid protocols, economic exclusions, or impersonal health systems, then the risk of depersonalization is real. Robotization does not arise from the machine itself, but from the silence imposed on the subject.
The robotic exoskeleton does not show us a future where man is replaced by machine. It shows us something more disturbing and more real: man has always been a technical, mechanical being, a body defined by its supports. The hybrid body is not a deviation from the human. In the upright posture of the man with the exoskeleton we see not the victory of technology, but a moment of dignity in dependence.

