Το 2021, στο πλαίσιο της τελετής απονομής του "Lifetime Achievement Award" στη Γάνδη, η Ελένη Καραΐνδρου τιμήθηκε για το σύνολο της πορείας της στη μουσική κινηματογράφου. Στη σκηνή της Όπερας, η Φιλαρμονική των Βρυξελλών υπό τη διεύθυνση του Dirk Brossé εκτέλεσε το βασικό θέμα από το «Λιβάδι που Δακρύζει», αναδεικνύοντας την αμεσότητα και τη συγκίνηση της μουσικής της. Μια μουσική κάθαρση που αγγίζει τα βάθη της ψυχής και ξυπνά συναισθήματα σαν εκείνα που προκαλεί το αρχαίο δράμα.
Η πρώτη φορά που άκουσα τη μουσική της Ελένης Καραΐνδρου ήταν μέσα από την «Τιμή της Αγάπης» (1984) της Τώνιας Μαρκετάκη. Το ομότιτλο τραγούδι, με την απλότητα και τη συγκινησιακή του ευθύτητα, στάθηκε σαν ανεπαίσθητο άνοιγμα ενός κόσμου που δεν γνώριζα ακόμη ότι θα με συνόδευε σε ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία της ύπαρξής μου. Η μουσική της Καραΐνδρου δεν με κατέκτησε απότομα· με περίμενε υπομονετικά στις γωνίες της διαδρομής μου, μέχρι να καταλάβω πως εκεί βρισκόταν ο βαθύτερος ρυθμός μου. Αυτή η πρώτη επαφή έσπειρε κάτι μικρό, αλλά διαρκές: τη βεβαιότητα ότι η μουσική μπορεί να είναι τόπος κατοίκησης.
Με τα χρόνια, ανακάλυψα ξανά και ξανά το έργο της μέσα από τις συνεργασίες της με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, όμως τρεις ταινίες ξεχώρισαν σαν ένας προσωπικός άξονας, μια δική μου, πέρα από κάθε επίσημη ταξινόμηση, «τριλογία». Τις στήνω λοιπόν στη χρονολογική τους σειρά, σαν να παρακολουθώ την ωρίμανση ενός ολόκληρου ψυχικού τοπίου.
Πρώτα, το «Τοπίο στην Ομίχλη» (1988), όπου η μουσική της μοιάζει να διαστέλλει τον ίδιο τον αέρα. Είναι οι πρώτοι τόνοι ενός κόσμου όπου το βλέμμα των παιδιών γίνεται μεταφορά για την ανθρώπινη αναζήτηση, για την πορεία μέσα σε μια ομίχλη που δεν διαλύεται ποτέ ολοκληρωτικά. Εκεί ένιωσα για πρώτη φορά τη δύναμη της Καραΐνδρου να μιλά σε αυτό που αποκαλώ βαθύ τραγικό υπόστρωμα: κάτι που δεν εξηγείται, αλλά μόνο βιώνεται.
Έπειτα, «Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα» (1998), η πιο προσωπική από όλες. Παρακολουθώντας τις σκηνές με το λεωφορείο, ένιωθα μια ακατανόητη αναγνώριση, σχεδόν τρόμο: σαν να είχαν βγει από δικό μου κόσμο, απ' τις αναζητήσεις μου στο εργαστήρι του Μάρκαρη... Ήταν η πρώτη φορά που μια ταινία και η μουσική της δεν μου μιλούσαν απλώς· με διάβαζαν. Η μουσική της Καραΐνδρου σε αυτή την ταινία γίνεται σχεδόν εσωτερική φωνή, ένας χτύπος που δεν ανήκει στον ήρωα, ούτε στον θεατή, αλλά σε κάτι ανάμεσά τους — σε μια κοινή, άρρητη μελαγχολία. Εκεί κατάλαβα πόσο βαθιά μοιάζει στην ιδιοσυγκρασία μου, σαν να γράφει για κοινούς εσωτερικούς τόπους.
Και τέλος, το «Λιβάδι που Δακρύζει» (2004), όπου η μουσική δεν συνοδεύει απλώς την εικόνα, αλλά μεταμορφώνεται σε συνεχές ποτάμι μνήμης. Η Καραΐνδρου γράφει εδώ σαν να κρατά στα χέρια της όχι τις νότες μιας ταινίας, αλλά τις ιστορικές τραγωδίες ενός λαού. Από την προσωπική συγκίνηση περνά στη συλλογική μνήμη, από την ατομική απώλεια στην ιστορική πληγή. Αυτή η μετάβαση, μαζί με τις προηγούμενες διαδρομές, ολοκληρώνει την τριλογία που επιλέγω να λέω ότι «μου ανήκει»: όχι γιατί την κατέχω, αλλά γιατί με συνέχει, με καθορίζει, με διαμορφώνει.
Κι έτσι, από την «Τιμή της Αγάπης» μέχρι τα μεγάλα έργα της ώριμης περιόδου, η μουσική της Καραΐνδρου γίνεται για μένα ένας υπόγειος χρόνος. Ρέει όπως ρέει η μνήμη, όπως ρέει η απώλεια, όπως ρέει το ίδιο το τραγικό μέσα στην ανθρώπινη εμπειρία. Δεν ακολουθεί πάντα γραμμική πορεία· επανέρχεται, αναδιπλώνεται, μετεωρίζεται. Μα είναι πάντα εκεί — στα μικρά διαστήματα της σιωπής, στα αόρατα σημεία όπου ο κόσμος μοιάζει να κλυδωνίζεται, αλλά και να υπόσχεται μια άλλου είδους αντοχή.
Αν κάτι με συγκινεί περισσότερο στο έργο της, είναι αυτή η αίσθηση της εσωτερικής συνέχειας: ότι η μουσική της δεν φοβάται να κατεβεί στα βάθη, ότι γνωρίζει τη σκοτεινή ουσία της ύπαρξης αλλά δεν παραδίδεται ποτέ στην απελπισία. Αντίθετα, την αγκαλιάζει. Αυτός ο τόνος, αυτή η λεπτή και άφθαρτη μελαγχολία, είναι που κάνει τη μουσική της να με συναντά. Νιώθω πως με συντροφεύει με τρόπο σχεδόν ανεξήγητο, σαν να καταλαβαίνει πριν από μένα πού ακριβώς πονάω, πού αναρωτιέμαι, πού ελπίζω.
Η μουσική της Ελένης Καραΐνδρου δεν αποτελεί απλώς κομμάτι της καλλιτεχνικής μου παιδείας, αλλα γίνεται μέρος της ζωής μου, ένας ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τον κόσμο. Ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που επιστρέφω στα έργα της, νιώθω σαν να επιστρέφω σε έναν τόπο που με διαμορφώνει από την αρχή — έναν τόπο όπου το τραγικό και το τρυφερό συνυπάρχουν, σαν δύο όψεις της ίδιας, ατελεύτητης μουσικής.
Από το 1991 και για την υπόλοιπη πορεία του Αγγελόπουλου, η Ελένη Καραΐνδρου συνεργάστηκε αποκλειστικά μαζί του, και η μουσική της καθόρισε τον ρυθμό, την ατμόσφαιρα και την αίσθηση των ταινιών του. Το έργο της έχει τιμηθεί με πολυάριθμα βραβεία. Το 2021, μάλιστα, έλαβε το "Lifetime Achievement Award", μια κορυφαία διεθνή διάκριση για το σύνολο της συμβολής της στη μουσική του κινηματογράφου, που αναγνωρίζει όχι μόνο την τεχνική και καλλιτεχνική της δεξιοτεχνία, αλλά και τον τρόπο που η μουσική της αγγίζει τον θεατή, τον συντροφεύει και γίνεται μέρος του κόσμου μέσα στον οποίο την ακούμε.
December 01, 2025
Into the innermost musical landscapes of Eleni Karaindrou
The first time I heard Eleni Karaindrou's music was through Tonia Marketaki's "The Price of Love" (1984). The title song, with its simplicity and emotional directness, stood as an imperceptible opening of a world that I did not yet know would accompany me throughout the entire subsequent course of my existence. Karaindrou's music did not conquer me abruptly; it waited patiently for me in the corners of my path, until I understood that that was where my deepest rhythm lay. This first contact sowed something small, but lasting: the certainty that music can be a place of habitation.
Over the years, I have rediscovered her work again and again through her collaborations with Thodoros Angelopoulos, but three films stood out as a personal axis, a “trilogy” of mine, beyond any official classification. So I am arranging them in chronological order, as if watching the maturation of an entire mental landscape.
First, “Landscape in the Mist” (1988), where her music seems to expand the air itself. They are the first notes of a world where the gaze of children becomes a metaphor for the human quest, for the journey through a mist that never completely dissipates. There I felt for the first time the power of Karaindrou to speak to what I call a deep tragic substratum: something that cannot be explained, but only experienced.
Then, "An Eternity and a Day" (1998), the most personal of all. Watching the scenes on the bus, I felt an incomprehensible recognition, almost terror: as if they had come out of my own world, from my searches in Markaris's workshop... It was the first time that a film and its music did not simply speak to me; they read me. Karaindrou's music in this film becomes almost an inner voice, a beat that does not belong to the hero, nor to the viewer, but to something between them — to a common, ineffable melancholy. There I understood how deeply it resembles my temperament, as if it were writing about common inner places.
And finally, “The Weeping Meadow” (2004), where the music does not simply accompany the image, but is transformed into a continuous river of memory. Karaindrou writes here as if she were holding in her hands not the notes of a film, but the historical tragedies of a people. From personal emotion she passes to collective memory, from individual loss to historical wound. This transition, together with the previous paths, completes the trilogy that I choose to say “belongs to me”: not because I own it, but because it holds me together, defines me, shapes me.
And so, from “The Price of Love” to the great works of her mature period, Karaindrou’s music becomes for me an underground time. It flows as memory flows, as loss flows, as tragedy itself flows within human experience. It does not always follow a linear course; it returns, folds back, levitates. But it is always there — in the small intervals of silence, in the invisible points where the world seems to be tottering, but also promises a different kind of endurance.
If there is one thing that moves me most about her work, it is this sense of inner continuity: that her music is not afraid to descend into the depths, that it knows the dark essence of existence but never surrenders to despair. On the contrary, it embraces it. This tone, this subtle and indestructible melancholy, is what makes her music meet me. I feel that it accompanies me in an almost inexplicable way, as if it understands before me exactly where I ache, where I wonder, where I hope.
Eleni Karaindrou's music is not just part of my artistic education, it becomes part of my life, a special way in which I perceive the world. Perhaps that is why, every time I return to her works, I feel as if I am returning to a place that shaped me from the beginning — a place where the tragic and the tender coexist, like two aspects of the same, endless music.
From 1991 and for the rest of Angelopoulos' career, Eleni Karaindrou collaborated exclusively with him, and her music defined the rhythm, atmosphere and feel of his films. Her work has been honored with numerous awards. In 2021, she received the "Lifetime Achievement Award", a top international distinction for her entire contribution to film music, which recognizes not only her technical and artistic mastery, but also the way her music touches the viewer, accompanies them and becomes part of the world in which we listen to it.