Η ομοφυλοφιλία εξακολουθεί να προκαλεί δυσφορία, άμυνα και φόβο όχι επειδή είναι «αφύσικη» ή «επιλεγμένη», αλλά επειδή εκθέτει ένα βαθύτερο πρόβλημα: την αδυναμία της κοινωνίας να αποδεχτεί την ανθρώπινη επιθυμία ως κάτι που δεν θεμελιώνεται πλήρως ούτε στη βιολογία ούτε στη συνειδητή βούληση. Το ερώτημα «ποιος φοβάται την ομοφυλοφιλία;» δεν αφορά τελικά μια συγκεκριμένη σεξουαλική πρακτική ή ταυτότητα, αλλά τον τρόπο με τον οποίο νοείται η επιθυμία - ιδίως η σεξουαλική έλξη.
Η δημόσια συζήτηση τείνει να εγκλωβίζεται σε ένα ψευδές δίλημμα: είναι η ομοφυλοφιλία φυσική ή είναι επιλογή; Και οι δύο όροι εμφανίζονται ως αντίθετοι, αλλά στην πραγματικότητα ανήκουν στο ίδιο κανονιστικό σχήμα. Και οι δύο προϋποθέτουν ότι η επιθυμία οφείλει να δικαιολογηθεί: είτε ως βιολογική αναγκαιότητα είτε ως ηθική απόφαση. Ό,τι δεν εντάσσεται σε αυτή τη διπλή λογική αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Η επιθυμία, ωστόσο, δεν λειτουργεί με αυτούς τους όρους. Υπάρχει βιολογικό υπόστρωμα: σώμα, νευρικό σύστημα, ορμόνες, ενορμητικές ενέργειες. Χωρίς αυτά, η σεξουαλικότητα και η επιθυμία δεν αναδύονται. Αλλά η μορφή της επιθυμίας -το ποιο φύλο ή ποιο πρόσωπο ελκύει το υποκείμενο, η ένταση και η σταθερότητά της, οι φαντασιώσεις και οι συναισθηματικές επενδύσεις- δεν εξηγείται πλήρως από τη βιολογία. Η βιολογία παρέχει δυνατότητες, όχι νόημα ούτε κατεύθυνση. Η επιθυμία δεν είναι επιλογή, αλλά ούτε «προκαθορισμένη» από τη φύση. Υπερβαίνει τα φυσικά δεδομένα και οργανώνεται μέσα σε ψυχικά, φαντασιακά, κοινωνικά και ιστορικά πλέγματα.
Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί τον φόβο. Ο άνθρωπος που φοβάται την ομοφυλοφιλία χρειάζεται η επιθυμία να είναι θεμελιωμένη: είτε ως φυσικός νόμος είτε ως κοινωνικά επιτρεπτή επιλογή. Η ύπαρξη μιας επιθυμίας που δεν εξηγείται πλήρως, που δεν μπορεί να αναχθεί σε σκοπό, που δεν επιβεβαιώνει προκαθορισμένους ρόλους φύλου, αποσταθεροποιεί τη δική του ταυτότητα. Αν η επιθυμία δεν υπακούει σε νόμους, τότε και η κανονικότητα αποκαλύπτεται ως εύθραυστη κατασκευή.
Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο οι πολέμιοι όσο και οι υπερασπιστές της ομοφυλοφιλίας καταφεύγουν συχνά στη φύση. Οι πρώτοι τη χαρακτηρίζουν «παρά φύσιν» επειδή δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην στην αναπαραγωγή. Οι δεύτεροι απαντούν ότι υπάρχει και στα ζώα, άρα είναι φυσική. Και οι δύο, όμως, αποδέχονται σιωπηρά ότι η φύση είναι το τελικό δικαστήριο. Η επιστημονική παρατήρηση δείχνει ότι η βιολογική πραγματικότητα είναι ποικιλόμορφη, αμφίσημη, φάσμα. Δεν υποστηρίζει αυστηρή κανονικότητα ούτε δυαδικά σχήματα. Η κοινωνία επιμένει να τακτοποιεί, να ορίζει και να ελέγχει, αλλά η φύση δεν αποφασίζει. Απλώς αμφισβητεί την καθαρότητα της κανονικότητας.
Η αναγνώριση του βιολογικού φάσματος των φύλων ενισχύει αυτήν την άποψη. Το φύλο δεν είναι καθαρά δυαδικό: διαφυλικότητα και άλλες διαφοροποιήσεις αποδεικνύουν ότι η φύση παράγει ένα φάσμα. Αν το βιολογικό φύλο είναι φάσμα, η σεξουαλική επιθυμία μπορεί να είναι φάσμα, δεν περιορίζεται σε αυστηρές κατηγορίες «ετερο-» ή «ομο-». Η κοινωνία επιμένει να τακτοποιεί, να ορίζει και να ελέγχει, αλλά η φύση ήδη αμφισβητεί την καθαρότητα της κανονικότητας.
Η ψυχή, σε αυτή την προοπτική, είναι αμφισεξουαλική, όπως υπογραμμίζει ο Καστοριάδης, όχι ως βιολογικό δεδομένο, αλλά ως δυνατότητα φαντασιακής πολυμορφίας. Η επιθυμία δεν εγγράφεται εξαρχής σε σταθερές κατηγορίες φύλου. Μορφοποιείται ιστορικά και κοινωνικά, χωρίς ποτέ να εξαντλείται στους θεσμούς που την περιγράφουν. Η ομοφυλοφιλία δεν είναι παρέκκλιση από τη φύση, αλλά υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη επιθυμία δεν υπακούει πλήρως ούτε στη φύση ούτε στον νόμο.
Η προκλητική φράση του Γιάννη Τσαρούχη «όλοι είμαστε ομοφυλόφιλοι, αλλά όχι στον ίδιο βαθμό» δεν είναι στατιστική δήλωση ούτε ισχυρισμός ότι όλοι επιθυμούν το ίδιο φύλο. Δηλώνει ότι κανείς δεν είναι απολύτως ευθυγραμμισμένος με τους ρόλους που του αποδίδονται. Η επιθυμία δεν είναι ποτέ απολύτως «καθαρή». Κάθε ταυτότητα συγκροτείται μέσα από απωθήσεις, αποκλεισμούς και συμβιβασμούς.
Δεν ξέρουμε, και ίσως δεν μπορούμε να ξέρουμε, τι ακριβώς κάνει κάποιον να επιθυμεί άτομα του ίδιου φύλου. Αυτό το αθεμελίωτο δεν είναι αποτυχία της γνώσης, αλλά όριο του αντικειμένου. Και αυτή η άγνοια είναι που γεννά τον φόβο. Ό,τι δεν εξηγείται πλήρως δεν ελέγχεται. Ό,τι δεν ελέγχεται απειλεί την κανονικότητα. Η κοινωνία ζητά αιτίες όχι για να κατανοήσει, αλλά για να καθησυχαστεί.
Τελικά, την ομοφυλοφιλία τη φοβάται ο άνθρωπος που δεν αντέχει το αθεμελίωτο της ανθρώπινης ύπαρξης. Εκείνος που χρειάζεται η ζωή να είναι δικαιολογημένη a priori, ταξινομημένη, φυσικά ή ηθικά εγγυημένη. Η ομοφυλοφιλία δεν απειλεί ούτε τη φύση ούτε τον πολιτισμό. Απειλεί μόνο την ψευδαίσθηση ότι αυτά αρκούν για να απαλλάξουν από την αστάθεια, την ελευθερία και την αδιαφάνεια της επιθυμίας.
January 05, 2026
Who is afraid of homosexuality?
Homosexuality continues to provoke discomfort, defensiveness, and fear not because it is “unnatural” or “chosen,” but because it exposes a deeper problem: society’s inability to accept human desire as something that is not fully grounded in either biology or conscious will. The question “who is afraid of homosexuality?” is ultimately not about a specific sexual practice or identity, but about the way in which desire -especially sexual attraction- is understood.
Public debate tends to be trapped in a false dilemma: is homosexuality natural or is it a choice? Both terms appear as opposites, but in reality they belong to the same normative scheme. Both presuppose that desire must be justified: either as a biological necessity or as a moral decision. Anything that does not fit into this dual logic is treated as a threat.
Desire, however, does not operate in these terms. There is a biological substrate: body, nervous system, hormones, drive. Without these, sexuality and desire do not emerge. But the form of desire -which gender or person the subject is attracted to, its intensity and stability, its fantasies and emotional investments- is not fully explained by biology. Biology provides possibilities, not meaning or direction. Desire is not a choice, nor is it “predetermined” by nature. It transcends physical data and is organized within psychic, imaginary, social, and historical networks.
This is precisely what causes fear. The person who fears homosexuality needs desire to be grounded: either as a natural law or as a socially permissible choice. The existence of a desire that is not fully explained, that cannot be reduced to a purpose, that does not confirm predetermined gender roles, destabilizes one's own identity. If desire does not obey laws, then normality is also revealed as a fragile construct.
It is no coincidence that both opponents and defenders of homosexuality often resort to nature. The former characterize it as "unnatural" because it does not necessarily lead to reproduction. The latter respond that it also exists in animals, therefore it is natural. Both, however, tacitly accept that nature is the final judge. Scientific observation shows that biological reality is diverse, ambiguous, a spectrum. It does not support strict regularity or binary schemes. Society insists on ordering, defining and controlling, but nature does not decide. It simply questions the purity of regularity.
The recognition of the biological spectrum of genders reinforces this view. Gender is not purely binary: intersex and other variations demonstrate that nature produces a spectrum. If biological sex is a spectrum, sexual desire can be a spectrum, not limited to strict categories of “hetero-” or “homo-”. Society insists on ordering, defining and controlling, but nature already challenges the purity of normality.
The soul, in this perspective, is bisexual, as Castoriadis emphasizes, not as a biological given, but as a possibility of imaginative diversity. Desire is not inscribed from the outset in fixed categories of gender. It is shaped historically and socially, without ever being exhausted in the institutions that describe it. Homosexuality is not a deviation from nature, but a reminder that human desire does not fully obey either nature or the law.
Yannis Tsarouchis’ provocative phrase “we are all homosexual, but not to the same degree” is not a statistical statement nor an assertion that everyone desires the same sex. It states that no one is completely aligned with the roles assigned to them. Desire is never completely “pure.” Every identity is constructed through repulsions, exclusions, and compromises.
We do not know, and perhaps cannot know, what exactly makes someone desire people of the same sex. This groundlessness is not a failure of knowledge, but a limit of the object. And it is this ignorance that gives rise to fear. What is not fully explained is not controlled. What is not controlled threatens normality. Society seeks causes not to understand, but to reassure itself.
Ultimately, homosexuality is feared by the person who cannot stand the groundlessness of human existence. The one who needs life to be justified a priori, classified, physically or morally guaranteed. Homosexuality threatens neither nature nor civilization. It threatens only the illusion that these are sufficient to free from the instability, freedom, and opacity of desire.
