Η ιδέα ότι η μοναδική ουσιαστική επιλογή που θα μπορούσε να διαθέτει ο άνθρωπος —και από την οποία θα προέκυπταν όλες οι άλλες— είναι το αν θα γεννηθεί ή όχι, αποτελεί έναν από τους πιο ριζικούς προβληματισμούς της ανθρώπινης σκέψης. Η απουσία αυτής της θεμελιακής επιλογής φωτίζει το ανθρώπινο δράμα από την πρώτη στιγμή· πριν καν ο άνθρωπος αποκτήσει συνείδηση του εαυτού του, η ύπαρξή του τίθεται ως δεδομένη. Μέσα σε αυτήν την αρχική άρνηση της ελευθερίας εγγράφεται ο πυρήνας του Τραγικού.
Το Τραγικό, ως δομή, δεν γεννιέται από το πολύ ή το λίγο κακό· δεν προκύπτει από την έλλειψη προνομίων ούτε από κοινωνικές ή προσωπικές ατυχίες. Το Τραγικό αναδύεται από την ίδια την πρόσκρουση της ανθρώπινης συνείδησης πάνω στην αδιαπραγμάτευτη συνθήκη της ύπαρξης: από την αναγνώριση ότι ο άνθρωπος βρίσκεται ήδη «στη σκηνή», χωρίς να έχει συμμετάσχει στη συγγραφή του έργου. Η γέννηση, μη επιλεγμένη, είναι το πρωταρχικό συμβάν που νομιμοποιεί όλα τα άλλα ως δευτερεύοντα. Επομένως, κάθε μετέπειτα απόφαση —επιλογή επαγγέλματος, συντρόφου, πόλης, τρόπου ζωής— φαντάζει σαν κίνηση μέσα σε ένα θεατρικό σκηνικό προϋπάρχον· δεν είναι θεμελιακή, αλλά παραλλαγή.
Στην προοπτική αυτή, ο άνθρωπος φαίνεται ταυτόχρονα παρατηρητής και δέσμιος. Παρατηρητής, διότι συνειδητοποιεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο του επιτρέπεται να κινείται· δέσμιος, διότι το πλαίσιο δεν του ανήκει. Το Τραγικό γεννιέται ακριβώς στη σύγκρουση αυτών των δύο καταστάσεων. Αν ο άνθρωπος δεν είχε επίγνωση της αδυναμίας επιλογής, δεν θα υπήρχε Τραγικό — μόνο μηχανισμός. Αν, αντίθετα, ήταν απόλυτα ελεύθερος, δεν θα υπήρχε Τραγικό — μόνο διεκδίκηση. Το Τραγικό εμφανίζεται στο κενό ανάμεσα στη συνείδηση και στην αναγκαιότητα: στην επίγνωση της αδυναμίας.
Η φιλοσοφική παράδοση έχει πλανηθεί πολλές φορές γύρω από αυτό το αδιέξοδο. Ο Σοπενχάουερ είδε τη μη επιλεγμένη ύπαρξη ως σκηνή οδύνης που αναπαράγεται αδιάκοπα από τη βούληση που ωθεί το ζωντανό στη ζωή. Ο Σαρτρ αντίθετα, αν και αναγνώρισε ότι ο άνθρωπος δεν επέλεξε να υπάρξει, υποστήριξε πως, από τη στιγμή που υπάρχει, είναι καταδικασμένος να είναι ελεύθερος — μια ελευθερία που δεν είναι προνόμιο, αλλά βάρος. Ο Καμύ τοποθέτησε τον άνθρωπο στο σημείο όπου η συνείδηση συναντά την αλογία του κόσμου, και από εκεί θεμελίωσε την εξέγερση ως τρόπο ζωής. Κάθε μία από αυτές τις οπτικές παραμένει εγκλωβισμένη στο αρχικό αδιέξοδο: ότι ο άνθρωπος δεν αποφάσισε να είναι.
Στο επίπεδο της προσωπικής εμπειρίας, αυτό το αδιέξοδο δεν βιώνεται ως αφηρημένη ιδέα· βιώνεται ως αίσθηση θεμελιακής αποξένωσης. Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι τον κάλεσαν σε ένα έργο —ή μάλλον τον έριξαν σε αυτό— χωρίς ρόλο, χωρίς κίνητρο, χωρίς επιλογή. Στην πορεία, συνειδητοποιεί ότι πρέπει να αυτοσχεδιάσει. Και εδώ ακριβώς πέφτει το βάρος του Τραγικού: στον συνεχή αυτοσχεδιασμό μέσα σε συνθήκες που δεν επιλέχθηκαν. Απ’ αυτήν την άποψη, η ανθρώπινη ύπαρξη μοιάζει να έχει περισσότερο κοινά με τον Οιδίποδα παρά με τον Άμλετ. Ο Άμλετ προβληματίζεται για την πράξη· ο Οιδίποδας προβληματίζεται για τη μοίρα. Ο Άμλετ λέει «είναι ή δεν είναι;»· ο Οιδίποδας λέει «είμαι αυτό που δεν επέλεξα να είμαι». Το Τραγικό γεννιέται όχι από την αμφιβολία, αλλά από το αναπόφευκτο.
Εκεί όπου το Τραγικό αποκτά υπαρξιακό βάθος είναι στην αίσθηση διπλής θέσης του ανθρώπου. Παρατηρητής: βλέπει καθαρά τον μηχανισμό που τον περιβάλλει. Δέσμιος: δεν μπορεί να αποδράσει. Αυτή η διπλή θέση παράγει μια συνεχή ένταση μεταξύ αυτογνωσίας και αδυναμίας. Η επίγνωση είναι δώρο και κατάρα μαζί· φωτίζει το νόημα και ταυτόχρονα το ερημώνει. Η ελευθερία μοιάζει με παράθυρο που ανοίγει σε έναν κήπο όπου δεν επιτρέπεται η είσοδος. Βλέπει, αντιλαμβάνεται, αλλά δεν κυριαρχεί.
Στην προοπτική της αδυναμίας διαφυγής, ο Μπέκετ προσφέρει ίσως την πιο καθαρή δραματουργική συμπύκνωση του αδιεξόδου. Στο «Περιμένοντας τον Γκοντό», οι ήρωες είναι παγιδευμένοι σε έναν κύκλο αναμονής που μοιάζει να μη σπάει ποτέ. Δεν γνωρίζουν ποιον περιμένουν, γιατί τον περιμένουν, ούτε καν αν θα έρθει. Κι όμως, παραμένουν εκεί — όχι επειδή πιστεύουν, αλλά επειδή δεν έχουν πού αλλού να πάνε. Η αδυναμία απόδρασης δεν είναι αποτέλεσμα βίας ή καταναγκασμού, αλλά μιας εσωτερικής, υπαρξιακής ακινησίας: της συνειδητοποίησης ότι όλες οι κατευθύνσεις οδηγούν στο ίδιο κενό. Αυτή η ακινησία είναι μορφή του Τραγικού σύγχρονη και απογυμνωμένη: οι ήρωες βλέπουν την ανεξιχνίαστη δομή της ύπαρξης, αλλά παραμένουν καθηλωμένοι, παρατηρητές και δέσμιοι ταυτόχρονα. Η σκηνή του Μπέκετ δεν είναι χώρος δράσης, αλλά χώρος συνείδησης — και αυτό καθιστά την αδυναμία της απόδρασης ακόμη πιο οδυνηρή.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι επιλογές μετά τη γέννηση είναι ψευδείς. Είναι σχετικές, όχι ανύπαρκτες. Η ανθρώπινη ελευθερία λειτουργεί στο εσωτερικό ενός καθορισμένου πλαισίου, όπως ο αρχαίος χορός λειτουργεί μέσα στη γεωμετρία της ορχήστρας. Δεν υπάρχει απόλυτη ελευθερία κινήσεων, αλλά υπάρχει ελευθερία ρυθμού, τονισμού, πάθους. Το Τραγικό συνίσταται στο ότι ο άνθρωπος καλείται να διαμορφώσει τον χορό του έχοντας παραλάβει ήδη το σκηνικό. Αυτή η συνθήκη δεν αναιρεί την αξία των επιλογών· αναδεικνύει τη δυσκολία τους.
Το Τραγικό λοιπόν δεν είναι η διαπίστωση ότι δεν έχουμε επιλογές, αλλά η συνειδητοποίηση ότι οι επιλογές μας δεν ακουμπούν στον θεμέλιο λίθο της ύπαρξης. Κάθε απόφαση είναι σημαντική, αλλά καμιά δεν αλλάζει το γεγονός ότι υπάρχουμε. Σε αυτή τη διαφορά ελλοχεύει το αδιέξοδο που καθιστά τον άνθρωπο τραγικό. Ο κόσμος δεν είναι τραγικός από μόνος του· τραγικός είναι ο άνθρωπος που τον σκέφτεται.
Η συνύπαρξη των καταστάσεων του «παρατηρητή» και του «δέσμιου» είναι η βαθύτερη μορφή ανθρώπινης αυτοσυνείδησης. Ο άνθρωπος βλέπει και κατανοεί τα όριά του, κι όμως παλεύει, επιλέγει, αγωνίζεται μέσα σ’ αυτά. Αυτή η ταυτόχρονη όραση και αδυναμία είναι η επιτομή του Τραγικού: μια ύπαρξη που δεν διάλεξε να υπάρξει, αλλά υποχρεώνεται να ζήσει με πάθος, πόνο, και ευθύνη.
November 10, 2025
The primal impasse and the birth of the Tragic
The idea that the only essential choice that man could have—and from which all others would flow—is whether or not to be born is one of the most radical concerns of human thought. The absence of this fundamental choice illuminates the human drama from the very beginning; before man even becomes aware of himself, his existence is taken for granted. Within this initial denial of freedom is inscribed the core of the Tragic.
The Tragic, as a structure, is not born of too much or too little evil; it does not arise from lack of privilege or from social or personal misfortunes. It emerges from the very impact of human consciousness on the non-negotiable condition of existence: from the recognition that man is already “on stage,” without having participated in the writing of the play. Birth, unchosen, is the primary event that legitimizes all others as secondary. Therefore, every subsequent decision—choice of profession, partner, city, way of life—seems like a movement within a pre-existing theatrical setting; it is not fundamental, but a variation.
In this perspective, man appears at the same time an observer and a prisoner. An observer, because he is aware of the framework within which he is allowed to move; a prisoner, because the framework does not belong to him. The Tragic is born precisely in the conflict of these two situations. If man were not aware of the impossibility of choice, there would be no Tragic — only mechanism. If, on the contrary, he were absolutely free, there would be no Tragic — only assertion. The Tragic appears in the gap between consciousness and necessity: in the awareness of impossibility.
The philosophical tradition has often turned around this impasse. Schopenhauer saw unchosen existence as a scene of suffering endlessly reproduced by the will that drives the living into life. Sartre, on the other hand, while acknowledging that man did not choose to exist, argued that from the moment he exists, he is condemned to be free—a freedom that is not a privilege but a burden. Camus placed man at the point where consciousness meets the alogy of the world, and from there he founded rebellion as a way of life. Each of these perspectives remains trapped in the original impasse: that man did not decide to be.
On the level of personal experience, this impasse is not experienced as an abstract idea; it is experienced as a sense of fundamental alienation. Man feels called to a task—or rather, thrown into it—without a role, without motivation, without choice. Along the way, he realizes that he must improvise. And this is precisely where the weight of the Tragic falls: on the constant improvisation within circumstances that were not chosen. In this respect, human existence seems to have more in common with Oedipus than with Hamlet. Hamlet worries about action; Oedipus worries about fate. Hamlet says “is it or is it not?”; Oedipus says “I am what I did not choose to be.” The Tragic is born not from doubt, but from the inevitable.
Where the Tragic acquires existential depth is in the sense of man's dual position. Observer: he sees clearly the mechanism that surrounds him. Bound: he cannot escape. This dual position produces a constant tension between self-awareness and weakness. Awareness is both a gift and a curse; it illuminates meaning and at the same time desolates it. Freedom is like a window that opens onto a garden where entry is not allowed. It sees, it perceives, but it does not dominate.
In the perspective of the impossibility of escape, Beckett offers perhaps the purest dramaturgical condensation of impasse. In “Waiting for Godot,” the heroes are trapped in a cycle of waiting that seems never to break. They do not know who they are waiting for, why they are waiting for him, or even if he will come. And yet, they remain there — not because they believe, but because they have nowhere else to go. The impossibility of escape is not the result of violence or coercion, but of an internal, existential immobility: the realization that all directions lead to the same void. This immobility is a form of the Tragic, modern and stripped down: the heroes see the inscrutable structure of existence, but remain fixed, observer, and bound at the same time. Beckett’s stage is not a space of action, but a space of consciousness — and this makes the impossibility of escape all the more painful.
But this does not mean that choices after birth are false. They are relative, not non-existent. Human freedom operates within a defined framework, just as ancient chorus operates within the geometry of the orchestra. There is no absolute freedom of movement, but there is freedom of rhythm, intonation, and passion. Tragic is that man is called upon to shape his dance having already received the setting. This condition does not negate the value of choices; it highlights their difficulty.
The Tragic is not the realization that we have no choices, but the realization that our choices do not touch the foundation of existence. Every decision is important, but none changes the fact that we exist. In this difference lies the impasse that makes man tragic. The world is not tragic in itself; the man who thinks about it is tragic.
The coexistence of the states of "observer" and "prisoner" is the deepest form of human self-consciousness. Man sees and understands his limits, and yet struggles, chooses, struggles within them. This simultaneous vision and weakness is the epitome of the Tragic: an existence that did not choose to exist, but is forced to live with passion, pain, and responsibility.
