Ένα στοχαστικό σημείωμα για την ειρωνεία της ακαδημαϊκής κατοχύρωσης του άρρηκτου
Υπάρχει μια παράδοξη σκηνή που επαναλαμβάνεται αιώνες τώρα μέσα στα πανεπιστήμια, στα συνέδρια, στα επιστημονικά συγγράμματα: άνθρωποι που μιλούν για το Τραγικό, το αναλύουν, το ορίζουν, το ταξινομούν — σαν να πρόκειται για έννοια που μπορεί να περιχαρακωθεί, να οριοθετηθεί, να κατοχυρωθεί. Η γνώση, που ξεκίνησε ως κοινός τόπος εμπειρίας, μετατράπηκε σταδιακά σε ιδιοκτησία. Σαν να μπορεί κανείς να βάλει υπογραφή πάνω στο άρρητο.
Αυτό είναι, θα έλεγε κανείς, ένα από τα πιο ειρωνικά επεισόδια της ιστορίας της σκέψης: το ότι το Τραγικό, η πιο οικουμενική και απρόσβλητη διάσταση της ανθρώπινης εμπειρίας, αντιμετωπίζεται συχνά ως ερευνητικό αντικείμενο που απαιτεί διαχείριση, κατοχύρωση και μεθοδολογική πιστοποίηση. Ο εκάστοτε μελετητής, ταμπουρωμένος πίσω από τη βιβλιογραφία του, μοιάζει να παλεύει όχι μόνο με το περιεχόμενο της θεωρίας, αλλά και με το ίδιο το φάσμα της εξουσίας της γνώσης· να αποδείξει ότι κατέχει, ότι ελέγχει, ότι του ανήκει αυτό που μελετά.
Μα το Τραγικό δεν ανήκει σε κανέναν. Είναι η εμπειρία του ανθρώπου που κατανοεί το όριό του — η αναγνώριση ότι η συνείδηση και η φθορά συμπορεύονται. Είναι η στιγμή που ο Οιδίπους βλέπει τον εαυτό του μέσα στο σκοτάδι της γνώσης, η στιγμή που ο Άμλετ συνομιλεί με το κρανίο του Γιορίκ, η στιγμή που ένας ήρωας του Τσέχωφ αφήνει να πέσει το βλέμμα του στη θάλασσα της ανεπάρκειας. Αυτές οι στιγμές δεν φυλάσσονται σε αρχεία· είναι κοινά τραύματα, κοινές μνήμες της ύπαρξης.
Κι ωστόσο, κάποιος πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της γνώσης: όχι για να την κατέχει, αλλά για να τη διασώσει. Η γνώση χρειάζεται φωνές που να την υπηρετούν, όχι ονόματα που να την υπογράφουν. Και φυσικά, αυτή η φροντίδα δεν μένει χωρίς συνέπεια: η κοινωνία ανταμείβει τον φορέα της γνώσης. Δεν του δίνει κυριαρχία, αλλά του προσφέρει φωνή, κύρος, θέση και μισθό — μια μικρή αναγνώριση ότι κάποιος στέκεται απέναντι στο άρρητο με υπευθυνότητα.
Το Τραγικό δεν έχει πνευματικά δικαιώματα. Δεν μπορεί να κατατεθεί, να υπογραφεί, να γίνει αντικείμενο ιδιοκτησίας. Είναι κάτι που συμβαίνει κάθε φορά που ο άνθρωπος αντικρίζει τη ρωγμή ανάμεσα στη βούληση και την αναγκαιότητα, ανάμεσα στο «θέλω» και στο «πρέπει». Κι αυτή η εμπειρία ανήκει σε όλους.
Όταν οι ακαδημαϊκοί μάχονται για τη θεωρητική αυθεντία τους, όταν οικοδομούν τείχη γνώσης για να υπερασπιστούν ένα “εύρημα” ή μια “ερμηνεία”, λησμονούν πως το αντικείμενό τους είναι ακριβώς αυτό που δεν υπερασπίζεται. Το Τραγικό δεν χρειάζεται θεωρητικό άσυλο· χρειάζεται παρουσία. Να βιωθεί, να ειπωθεί, να ξαναπαιχτεί. Γιατί το Τραγικό δεν υπάρχει στα βιβλία· υπάρχει στις φωνές των σωμάτων που υποφέρουν, στις παύσεις του λόγου, στις στιγμές όπου η μορφή δεν αντέχει το ίδιο της το περιεχόμενο.
Ίσως, τελικά, η αληθινή πράξη κατανόησης να μην είναι η συγγραφή νέων εγχειριδίων, αλλά η σιωπηλή αποδοχή ότι η γνώση δεν μας ανήκει. Μας διαπερνά, όπως το φως που πέφτει πάνω στη σκηνή και μετά χάνεται. Και αυτό που απομένει —το ίχνος, ο απόηχος, η ανάμνηση μιας στιγμιαίας διαύγειας— είναι το μόνο που μπορούμε πραγματικά να “κατέχουμε”: η συνείδηση πως, για λίγο, είδαμε το Τραγικό όχι μέσα από τα βιβλία, αλλά μέσα από εμάς τους ίδιους.
Επίλογος: Το όνομα και η ματαιοδοξία του Τραγικού
Το Τραγικό δεν έχει πνευματικά δικαιώματα, έχει όμως όνομα. Κι αυτό είναι ίσως το πιο συγκινητικό του χαρακτηριστικό: ότι μπορούμε να το ονομάσουμε, χωρίς ποτέ να το κατέχουμε. Το όνομα είναι η χειρονομία της προσέγγισης, όχι της κατοχής· είναι η στιγμή που το άρρηκτο αποκτά προσωρινά φωνή. Να λες "τραγικό" σημαίνει να παραδέχεσαι ότι δεν το κατανοείς πλήρως, ότι υπάρχει κάτι που σε υπερβαίνει και σε αποκαλύπτει.
Από τον Αριστοτέλη έως τον Nietzsche, από τον Schelling έως τον Szondi, κάθε θεωρία του τραγικού είναι μια μορφή ευγενούς αποτυχίας — μια απόπειρα να οριστεί εκείνο που από τη φύση του διαφεύγει. Μα ίσως αυτή ακριβώς η αποτυχία να είναι και το πιο ανθρώπινο στοιχείο: το τραγικό της ίδιας της σκέψης, που προσπαθεί να αρθρώσει λόγο μέσα στο άρρητο.
Κι ίσως, πίσω από όλα αυτά, να κρύβεται μια ακόμη, πιο λεπτή τραγικότητα: η ματαιοδοξία της σωτηρίας του ονόματος. Όλοι όσοι μιλήσαμε ή γράψαμε για το Τραγικό, το κάναμε ελπίζοντας —μυστικά ή φανερά— πως κάτι από εμάς θα επιζήσει μέσα του. Μα ίσως αυτή ακριβώς η ελπίδα είναι η πιο βαθιά μορφή του Τραγικού: η ανάγκη του ανθρώπου να αφήσει σημάδι μέσα σε εκείνο που δεν αφήνει κανένα.
Κι έτσι, ακόμη και η αμοιβή —ο μισθός, η θέση, η φωνή που μας δίνει η κοινωνία— γίνεται μια ήσυχη υπενθύμιση ότι η γνώση δεν εγκαταλείπεται ποτέ εντελώς· κι ότι η φροντίδα της, όσο ταπεινή κι αν είναι, έχει και το δικό της κόστος και τη δική της ανθρώπινη αλήθεια.
The Tragic and the Ownership of Knowledge
A contemplative note on the irony of academic claims over the ineffable
There is a paradoxical scene that has repeated itself for centuries within universities, conferences, and scholarly publications: people speak of the Tragic, analyze it, define it, categorize it — as if it were a concept that could be enclosed, delineated, or owned. Knowledge, which began as a shared common ground of experience, has gradually become property. As if one could sign a claim over the ineffable.
This is, one might say, one of the most ironic episodes in the history of thought: that the Tragic, the most universal and inviolable dimension of human experience, is often treated as a research object requiring management, protection, and methodological certification. The scholar, barricaded behind their bibliography, seems to struggle not only with the content of theory, but with the very spectrum of knowledge’s authority — proving that they possess it, control it, or have ownership of what they study.
Yet the Tragic belongs to no one. It is the human experience of acknowledging one’s limits — the recognition that consciousness and decay walk together. It is the moment when Oedipus sees himself in the darkness of knowledge, when Hamlet converses with Yorick’s skull, when a Chekhovian hero lets his gaze fall into the sea of inadequacy. These moments are not stored in archives; they are shared wounds, common memories of existence.
And still, someone must assume responsibility for knowledge: not to own it, but to preserve it. Knowledge needs voices to serve it, not names to sign it. And of course, such care does not go without consequence: society rewards the steward of knowledge. It does not grant dominion, but it grants voice, prestige, position, and salary — a small acknowledgment that someone stands before the ineffable with accountability.a
The Tragic holds no intellectual property. It cannot be registered, signed, or owned. It occurs every time a person confronts the gap between will and necessity, between “I want” and “I must.” And this experience belongs to everyone.
When academics fight for theoretical authority, when they build walls of knowledge to defend a “finding” or an “interpretation,” they forget that their object is precisely that which does not defend itself. The Tragic does not require theoretical asylum; it requires presence. To be experienced, spoken, re-staged. The Tragic does not live in books; it exists in the voices of suffering bodies, in the pauses of speech, in moments where form cannot contain its own content.
Perhaps, ultimately, the true act of understanding is not writing new treatises, but the silent acceptance that knowledge does not belong to us. It passes through us, like light falling on a stage and then vanishing. And what remains — the trace, the echo, the memory of a fleeting clarity — is all we can truly “possess”: the awareness that, for a moment, we witnessed the Tragic not through books, but through ourselves.
Epilogue: The Name and Vanity of the Tragic
And yet, the Tragic has a name. And this may be its most moving feature: that we can name it without ever possessing it. The name is a gesture of approach, not of ownership; it is the moment the ineffable gains a temporary voice. To say "tragic" is to admit that one does not fully understand it, that something transcends us and reveals itself.
From Aristotle to Nietzsche, from Schelling to Szondi, every theory of the tragic is a form of noble failure — an attempt to define that which, by its very nature, eludes definition. Perhaps this very failure is the most human element: the tragic of thought itself, trying to articulate reason within the ineffable.
And perhaps, behind all of this, lies an even subtler form of tragedy: the vanity of saving one’s name. All who have spoken or written about the Tragic have done so hoping — secretly or openly — that something of themselves will endure within it. Perhaps this hope is the deepest form of the Tragic: the human need to leave a mark on that which leaves none.
And so, even the reward — salary, position, the voice that society grants us — becomes a quiet reminder that knowledge is never truly abandoned; and that caring for it, however humble, carries both its cost and its human truth.