24 Ιανουαρίου 2026

Το ρομποτικό θέατρο και το είδωλό του/Robotic Theatre and its Double I

 


Κοιτώντας τη σκηνή, έρχεσαι αντιμέτωπος με μια εικόνα που σε παγώνει: ένα πλάσμα που αναπνέει, κινείται και μιλάει, αλλά δεν έχει ψυχή, παρά μόνο κυκλώματα και κινητήρες. Η παράσταση Uncanny Valley των Rimini Protokoll δεν είναι απλώς μια επίδειξη τεχνολογίας, αλλά ένας υπαρξιακός καθρέφτης που μας αναγκάζει να αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που μας καθιστά τελικά ανθρώπους. Το ανθρωποειδές ομοίωμα του Thomas Melle στέκεται εκεί, εκθέτοντας τις πιο μύχιες σκέψεις του δημιουργού του για την κατάθλιψη και την απώλεια ελέγχου, την ώρα που εμείς, οι θεατές, βυθιζόμαστε στην «ανοίκεια κοιλάδα» – εκείνο το μεταίχμιο όπου η ομοιότητα της μηχανής με εμάς γίνεται σχεδόν ανυπόφορη. Είναι μια συγκλονιστική σπουδή πάνω στην τρωτότητα και την επιθυμία μας να βρούμε υποκατάστατα για την ίδια μας την ύπαρξη. Καθώς το ρομπότ αφηγείται μια ιστορία βαθιά ανθρώπινη, τα όρια ανάμεσα στο πρωτότυπο και το αντίγραφο θολώνουν, αφήνοντάς μας να αναλογιστούμε αν στο μέλλον η ενσυναίσθηση θα παραμείνει ένα αποκλειστικά βιολογικό προνόμιο ή αν οι μηχανές θα μάθουν να κουβαλούν το βάρος της μνήμης μας. Μια εμπειρία που σε στοιχειώνει, υπενθυμίζοντας πως όσο πιο πολύ μοιάζει η τεχνολογία με εμάς, τόσο πιο καθαρά βλέπουμε τις δικές μας ρωγμές κάτω από το φως των προβολέων. Η εμβληματική αυτή παραγωγή παρουσιάστηκε στην Αθήνα στις 24 και 25 Μαΐου 2024, στη Σκηνή «Ελένη Παπαδάκη» του Θεάτρου REX (Εθνικό Θέατρο), στο πλαίσιο του 20ού Athens Digital Arts Festival.


Στις αρχές του 19ου αιώνα, ο Heinrich von Kleist (1777–1811), στο σύντομο αλλά ιδιαιτέρως διαφωτιστικό δοκίμιό του Για το θέατρο μαριονέτας (1810), αναλύει με εξαιρετική διεισδυτικότητα τη σχέση μεταξύ χάρης, τελειότητας και αυτοσυνείδησης στην κίνηση. Ο Κλάιστ παρατηρεί ότι η μαριονέτα κινείται με απόλυτη χάρη και ισορροπία, επειδή δεν διαθέτει συνείδηση ή συναισθηματικές διακυμάνσεις. Δεν επηρεάζεται από φόβο, αμηχανία ή εγωισμό, στοιχεία που στον άνθρωπο συχνά διακόπτουν την αβίαστη εκτέλεση μιας πράξης. Κάθε κίνησή της είναι πλήρης, ακριβής και μελετημένη μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, και η αίσθηση της τελειότητας προκύπτει όχι από την επιδίωξη του καλλιτέχνη αλλά από την απουσία της ανθρώπινης αβεβαιότητας. Η μαριονέτα, κατά κάποιον τρόπο, κατορθώνει αυτό που ο άνθρωπος επιθυμεί αλλά σπάνια κατορθώνει: την πλήρη συγχώνευση κίνησης και ύπαρξης χωρίς την παρεμβολή του εγώ. Στην ουσία, ο Κλάιστ προτείνει ότι η μαριονέτα αποτελεί πρότυπο έκφρασης που δεν περιορίζεται από την αδυναμία, την ανασφάλεια ή τις ψυχικές συγκρούσεις του ανθρώπου. Η ακεραιότητα και η αρμονία της κίνησης συνιστούν μια μορφή καθαρότητας, μια τέλεια ισορροπία σώματος, χώρου και βαρύτητας, που ο ανθρώπινος οργανισμός δύσκολα επιτυγχάνει λόγω της εσωτερικής του σύγκρουσης. Η παρατήρηση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην τεχνική της κίνησης, αλλά εγείρει βαθύτερα ερωτήματα για τη σχέση σώματος και συνείδησης, για το πώς η αυτοσυνείδηση μπορεί να λειτουργεί ως εμπόδιο στην εκφραστική ελευθερία και πώς η απελευθέρωση από αυτήν μπορεί να αποκαλύψει μια μορφή καθαρής τέχνης. Το δοκίμιο του Κλάιστ, αν και σύντομο, άσκησε σημαντική επιρροή στη θεωρία και στην πρακτική του θεάτρου, ιδιαίτερα στη μελέτη της σωματικής έκφρασης και της τεχνικής του ηθοποιού. Η ιδέα ότι η αληθινή χάρη και η πληρότητα στην κίνηση μπορεί να επιτευχθούν μέσα από μια απελευθέρωση από το εγώ επηρέασε μεταγενέστερες θεωρητικές αναζητήσεις γύρω από το σώμα, τον ρυθμό, την πειθαρχία και την αίσθηση της παρουσίας στη σκηνή, θέτοντας τα θεμέλια για μια πιο βαθιά κατανόηση της σχέσης μεταξύ σωματικής τελειότητας και εσωτερικής ελευθερίας στον άνθρωπο-ηθοποιό.

Ο Edward Gordon Craig (1872-1966) εισάγει την ιδέα της Υπερ-Μαριονέτας (Über‑Marionette) στις αρχές του 20ού αιώνα μέσα από τα γραπτά και τα άρθρα του, με κύριο σημείο αναφοράς το κείμενό του The Actor and the Über‑Marionette, που δημοσιεύει το 1908 στο περιοδικό The Mask (το οποίο ο ίδιος έχει ιδρύσει και εκδίδει από το 1908 έως το 1929). Ωστόσο, οι πρώτες θεωρητικές του σημειώσεις και οι ιδέες για την Υπερ-Μαριονέτα έχουν αρχίσει να καταγράφονται ήδη γύρω στα 1905‑1906, όταν εργάζεται πάνω στο σχετικό του πρότζεκτ. Με άλλα λόγια, ενώ η έννοια της Υπερ-Μαριονέτας είχε αρχίσει να παίρνει μορφή ήδη από τα πρώτα αυτά σημειωματάριά του, η πρώτη δημοσίευση που πραγματεύεται συστηματικά την ιδέα και την παρουσιάζει στην ευρύτερη θεατρική κοινότητα εμφανίζεται το 1908. Η Υπερ-Μαριονέτα, όπως την περιγράφει ο Κρεγκ, αντιπροσωπεύει τον απόλυτο φορέα δραματικής φόρμας: δεν διαθέτει προσωπικότητα, δεν βιώνει συναισθήματα και δεν περιορίζεται από τις ανθρώπινες αδυναμίες. Κάθε κίνηση και εκφραστικότητα καθορίζονται πλήρως από τον δημιουργό. Το αποτέλεσμα είναι μια παρουσία που αντικατοπτρίζει τον άνθρωπο μόνο μέσω μορφής και χειρονομίας, χωρίς φόβο, αγωνία ή ευθραυστότητα. Στο πλαίσιο αυτό, ο ηθοποιός δεν είναι παρά όχημα ή αφορμή. Ο Κρεγκ γράφει χαρακτηριστικά ότι «ο ηθοποιός πρέπει να φύγει, και στη θέση του να έλθει η άψυχη φιγούρα - η Υπερ-Μαριονέτα», υπογραμμίζοντας ότι η καλλιτεχνική φλόγα παραμένει, αλλά το προσωπικό εγώ αφαιρείται. Η ιδέα αυτή προχωρεί πέρα από τη σκέψη προηγούμενων θεωρητικών: ενώ η μαριονέτα του Κλάιστ κατανοεί την τελειότητα ως αποτέλεσμα απουσίας εγωισμού ή συναισθηματικής εμπλοκής, η Υπερ-Μαριονέτα προτείνει έναν φορέα εντελώς αυτονομημένο, μια «συνθετική» τελειότητα που συνδυάζει αισθητική και φιλοσοφική πρόταση για το θέατρο. Η κίνηση και ο ρυθμός γίνονται θεμελιώδη μέσα έκφρασης: η Υπερ-Μαριονέτα δεν υποτάσσεται σε ψυχολογικά ή ρεαλιστικά κριτήρια, αλλά υπακούει σε απόλυτους νόμους μορφής και σύνθεσης. Το κοινό δεν καλείται να ταυτιστεί με τον χαρακτήρα, αλλά να βιώσει την ουσία του δράματος μέσα από την καθαρή θεατρική φόρμα. Με την Υπερ-Μαριονέτα, το θέατρο υπερβαίνει την απλή μίμηση της ζωής και εισέρχεται σε ένα επίπεδο καθαρής, συμβολικής τελειότητας, όπου η μορφή γίνεται πνευματική, η κίνηση μουσική και ο ρυθμός έκφραση της ίδιας της δραματικής ουσίας. Στο έργο του Κρεγκ, η Υπερ-Μαριονέτα λειτουργεί ταυτόχρονα ως αισθητική και φιλοσοφική δήλωση: το θέατρο δεν περιορίζεται στην ανθρώπινη ψυχολογία αλλά απελευθερώνεται, προβάλλοντας την καθαρή μορφή και τον καθαρό λόγο του δράματος σε μια εμπειρία που υπερβαίνει την καθημερινή πραγματικότητα.


Στη σύγχρονη θεατρική σκηνή, η έννοια της Υπερ-Μαριονέτας αποκτά νέα διάσταση μέσα από το ρομποτικό θέατρο. Τα ρομπότ δεν είναι πλέον απλώς μηχανικά αντικείμενα. Μεταμορφώνονται σε πλήρεις παρουσίες, ικανές να κινήσουν το βλέμμα, να διαχειριστούν το σώμα τους με ακρίβεια και να αλληλεπιδράσουν με ανθρώπους ή με άλλα ρομπότ. Η κάθε τους χειρονομία είναι προγραμματισμένη, αλλά η συνολική τους κίνηση δημιουργεί την αίσθηση μιας ζωντανής, ενεργής παρουσίας. Αυτό το φαινόμενο αναδεικνύει έναν νέο τύπο θεατρικής επικοινωνίας, όπου η τεχνολογία συνυπάρχει με την ανθρώπινη αντίληψη και το συναίσθημα, προκαλώντας τον θεατή να αναστοχαστεί για την ίδια του την ανθρωπινότητα και την έννοια της ύπαρξης.

Το ρομποτικό θέατρο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην κίνηση, τον ρυθμό και την εκφραστικότητα, ξεφεύγοντας από τους περιορισμούς των ανθρώπινων σωμάτων. Οι κινήσεις των ρομπότ μπορεί να είναι εξαιρετικά ακριβείς, επαναλαμβανόμενες και ταυτόχρονα ρυθμικά αρμονικές, δημιουργώντας μοτίβα που ξεπερνούν τα ανθρώπινα όρια. Ρομποτικά σώματα μπορεί να κινούνται ακολουθώντας μια μουσική χορογραφία, όπου κάθε μικρή κίνηση, από την κλίση του κεφαλιού μέχρι την περιστροφή ενός άκρου, συμβάλλει σε μια συνολική αισθητική εντύπωση που φτάνει στον θεατή σαν ζωντανή έκφραση. Η επαναληψιμότητα των κινήσεων δεν αφαιρεί την εκφραστικότητα. Αντίθετα, δημιουργεί έναν ρυθμικό συντονισμό που αναδεικνύει την καθαρή μορφή της κίνησης.

Η χρήση ρομπότ στο θέατρο δεν περιορίζεται μόνο στην ακρίβεια της κίνησης, αλλά αφορά και την αλληλεπίδραση με ανθρώπους. Το ιαπωνικό ρομπότ Geminoid, σχεδιασμένο να μοιάζει σχεδόν ακριβώς με ανθρώπινο ηθοποιό, συμμετέχει σε παραστάσεις όπου η αντίθεση μεταξύ ανθρώπινου και μηχανικού σώματος δημιουργεί δραματική ένταση. Η τεχνητή του φυσιογνωμία και οι κινητικές του δυνατότητες υπογραμμίζουν ταυτόχρονα την εγγενή ανθρώπινη ευαισθησία και την ψυχολογική πολυπλοκότητα που δεν μπορεί να αναπαρασταθεί πλήρως από μηχανή. Έτσι, η παρουσία του ρομπότ λειτουργεί σαν καθρέφτης για τον θεατή, υπογραμμίζοντας την μοναδικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας.

Μια άλλη ενδιαφέρουσα τεχνική αφορά τη χρήση αισθητήρων και τεχνητής νοημοσύνης για αλληλεπίδραση σε πραγματικό χρόνο. Σε παραστάσεις όπως το H-Experiment του Hiroshi Ishiguro, τα ρομπότ μπορούν να ανιχνεύουν κινήσεις και εκφράσεις των ηθοποιών ή του κοινού και να προσαρμόζουν τη δική τους συμπεριφορά. Αυτή η μορφή «ζωντανής» αλληλεπίδρασης επιτρέπει στα ρομπότ να συμμετέχουν ενεργά στη δραματική εξέλιξη και όχι απλώς ως εκτελεστικά μέσα. Ο θεατής, παρατηρώντας αυτές τις αντανακλαστικές κινήσεις, βιώνει μια παράδοξη αίσθηση ζωντάνιας και συνειδητοποιεί την ίδια του την ικανότητα για συναίσθημα, αλληλεπίδραση και έκφραση.

Έτσι, τα ρομπότ μετατρέπονται σε ζωντανές υπερμαριονέτες: αναπαριστούν τον άνθρωπο χωρίς να φέρουν το βάρος της ύπαρξης, ενώ παράλληλα δημιουργούν μια νέα μορφή θεατρικής γλώσσας. Ο θεατής δεν καλείται μόνο να παρατηρήσει, αλλά και να συγκρίνει τη μηχανική ακρίβεια με την ανθρώπινη αβεβαιότητα, τη χορευτική αρμονία με την ψυχολογική πολυπλοκότητα, την τεχνητή παρουσία με την πραγματική. Σε τελική ανάλυση, η ρομποτική σκηνή ανοίγει έναν διάλογο για τη φύση της εκφραστικότητας, τη δυναμική της κίνησης και τον ορισμό της ίδιας της ανθρωπινότητας, βάζοντας ερωτήματα που η τέχνη, ακόμη και πριν την εποχή των ρομπότ, τόλμησε να θέσει για την ανθρώπινη ύπαρξη, την κίνηση και την ταυτότητα, χωρίς να περιορίζεται από φόβο ή συμβατικές προκαταλήψεις.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η Υπερ-Μαριονέτα δεν είναι απλώς μια μάσκα ή ένα εργαλείο, αλλά μια καλλιτεχνική παρουσία που συνδυάζει τεχνολογία, αισθητική και φιλοσοφία, μεταμορφώνοντας το θέατρο σε πεδίο αναστοχασμού για την ίδια τη ζωή και την ύπαρξη. Μέσα από το ρομποτικό θέατρο, η ανθρώπινη φαντασία και η τεχνολογία συναντώνται στη σκηνή, δημιουργώντας μια εμπειρία που είναι ταυτόχρονα αισθητική, τεχνική και υπαρξιακή.


Για αιώνες ο άνθρωπος κοιταζόταν σε φυσικούς καθρέφτες: στο νερό, στο μέταλλο, στο γυαλί. Σήμερα κοιτάζεται σε έναν νέο καθρέφτη, πιο ανήσυχο και πιο ριψοκίνδυνο — στο ρομπότ. Όχι επειδή η μηχανή τού μοιάζει απλώς εξωτερικά, αλλά επειδή ενσαρκώνει μια βαθύτερη επιθυμία: να δει τον εαυτό του να λειτουργεί απ’ έξω, να παρατηρήσει τη σκέψη, την κίνηση και την απόφαση σαν να ήταν μηχανισμοί.

Το ανθρωποειδές ρομπότ είναι η πιο κυριολεκτική μορφή αυτής της επιθυμίας. Δεν μας αρκεί μια μηχανή που υπολογίζει. Θέλουμε μια μηχανή που στέκεται όρθια, που έχει χέρια, βλέμμα, φωνή, μια μορφή που θυμίζει παρουσία. Κι όμως, όσο πιο πολύ πλησιάζει την εξωτερική μας εικόνα τόσο πιο έντονα αναδεικνύει την εσωτερική μας ασάφεια. Το ρομπότ μπορεί να μιμηθεί τη συμπεριφορά, αλλά όχι τη βίωση. Μπορεί να αναπαράγει το σχήμα της συγκίνησης, αλλά όχι το βάρος της. Έτσι γεννιέται ένα παράδοξο: φτιάχνουμε μηχανές κατ’ εικόνα και ομοίωσίν μας, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι γινόμαστε όλο και πιο όμοιοι με μηχανές. Η καθημερινότητα οργανώνεται σε αλγόριθμους, η προσοχή μας καθοδηγείται από συστήματα, οι αντιδράσεις μας γίνονται προβλέψιμες. Το αποτέλεσμα είναι μια διπλή μετατόπιση: το ρομπότ ανθρωποποιείται, ενώ ο άνθρωπος μηχανοποιείται. Στο ενδιάμεσο, τα όρια θολώνουν. Αν η νοημοσύνη μπορεί να προσομοιωθεί, αν ο λόγος μπορεί να παραχθεί τεχνητά, αν η σχέση μπορεί να διαμεσολαβηθεί από κώδικα, τότε τι απομένει ως αμιγώς ανθρώπινο; Ίσως όχι η λογική, ούτε η γλώσσα, ούτε καν η δημιουργικότητα, αφού όλα αυτά μπορούν να αναπαραχθούν τεχνολογικά.

Αυτό που αντιστέκεται περισσότερο στην αναπαραγωγή είναι η εμπειρία της εσωτερικής σύγκρουσης, η επίγνωση της θνητότητας, η ικανότητα να δίνουμε νόημα στον πόνο. Το ρομπότ δεν φοβάται, δεν πενθεί, δεν γνωρίζει ότι θα πάψει να υπάρχει. Ο άνθρωπος, αντίθετα, ζει μέσα σε αυτή τη γνώση, και ακριβώς αυτή η επίγνωση τον κάνει πολλές φορές να επιθυμεί να γίνει μηχανή, να απαλλαγεί από το βάρος της συνείδησης.

Ίσως το ρομπότ είναι το είδωλο όχι αυτού που είμαστε, αλλά αυτού από το οποίο θέλουμε να ξεφύγουμε: της ευθραυστότητάς μας. Το κατασκευάζουμε ως ον χωρίς κόπωση, χωρίς άγχος, χωρίς υπαρξιακή αγωνία. Κι ύστερα, σιγά-σιγά, αρχίζουμε να ζηλεύουμε τη σταθερότητά του και να προσαρμόζουμε τη ζωή μας στα δικά του πρότυπα. Το πιο ανησυχητικό ενδεχόμενο δεν είναι ότι οι μηχανές θα γίνουν άνθρωποι. Είναι ότι ο άνθρωπος θα αποδεχτεί να γίνει λιγότερο άνθρωπος για να χωρέσει σε έναν κόσμο σχεδιασμένο με όρους μηχανής. Τότε το ρομπότ δεν θα είναι πια το είδωλό μας. Θα είμαστε εμείς το δικό του.

Κι όμως, όσο υπάρχει μέσα μας η αμφιβολία, η αχρείαστη συγκίνηση, η παύση που δεν εξυπηρετεί κανέναν σκοπό, παραμένει κάτι που δεν χωρά σε κώδικα. Εκεί, σε αυτό το μη λειτουργικό αλλά βαθιά βιωμένο υπόλοιπο, κατοικεί ακόμη το ανθρώπινο.




January 24, 2026

Robotic Theatre and its Double I


Looking at the stage, you are confronted with an image that freezes you: a creature that breathes, moves and speaks, but has no soul, only circuits and motors. Rimini Protokoll’s performance Uncanny Valley is not just a demonstration of technology, but an existential mirror that forces us to ask ourselves what it is that ultimately makes us human. Thomas Melle’s humanoid effigy stands there, exposing its creator’s innermost thoughts on depression and loss of control, while we, the audience, are plunged into the “uncanny valley” – that borderline where the machine’s resemblance to us becomes almost unbearable. It is a shocking study of vulnerability and our desire to find substitutes for our own existence. As the robot tells a deeply human story, the boundaries between original and copy blur, leaving us to ponder whether in the future empathy will remain an exclusively biological privilege or whether machines will learn to carry the burden of our memory. An experience that haunts you, reminding you that the more technology resembles us, the more clearly we see our own cracks under the spotlight. This emblematic production was presented in Athens on 24 and 25 May 2024, at the “Eleni Papadaki” Stage of the REX Theatre (National Theatre), as part of the 20th Athens Digital Arts Festival

In the early 19th century, Heinrich von Kleist (1777–1811), in his short but highly illuminating essay On the Marionette Theatre (1810), analyzed with extraordinary insight the relationship between grace, perfection, and self-consciousness in movement. Kleist observed that the puppet moves with absolute grace and balance because it has no consciousness or emotional fluctuations. It is not affected by fear, embarrassment, or ego, elements that in humans often interrupt the effortless execution of an action. Its every movement is complete, precise, and studied down to the smallest detail, and the sense of perfection arises not from the artist’s pursuit but from the absence of human uncertainty. The puppet, in a way, achieves what humans desire but rarely achieve: the complete fusion of movement and existence without the interference of the ego. In essence, Kleist proposes that the puppet is a model of expression that is not limited by human weakness, insecurity, or psychological conflicts. The integrity and harmony of movement constitute a form of purity, a perfect balance of body, space, and gravity, which the human organism has difficulty achieving due to its internal conflict. This observation is not limited to the technique of movement, but raises deeper questions about the relationship between body and consciousness, about how self-consciousness can function as an obstacle to expressive freedom and how liberation from it can reveal a form of pure art. Kleist's essay, although brief, had a significant influence on the theory and practice of theater, especially the study of physical expression and the actor's technique. The idea that true grace and completeness in movement can be achieved through a liberation from the ego influenced later theoretical explorations around the body, rhythm, discipline, and the sense of presence on stage, laying the foundation for a deeper understanding of the relationship between physical perfection and inner freedom in the human actor.

Edward Gordon Craig (1872-1966) introduced the idea of ​​the Über -Marionette in the early 20th century through his writings and articles, most notably his text The Actor and the Über-Marionette, published in 1908 in the magazine The Mask (which he founded and edited from 1908 to 1929). However, his first theoretical notes and ideas for the Über-Marionette had already begun to be recorded around 1905-1906, when he was working on his related project. In other words, while the concept of the Super-Puppet had already begun to take shape in these early notebooks, the first publication that systematically discussed the idea and presented it to the wider theatrical community appeared in 1908. The Super-Puppet, as Craig describes it, represents the ultimate vehicle of dramatic form: it has no personality, does not experience emotions and is not limited by human weaknesses. Every movement and expressiveness is completely determined by the creator. The result is a presence that reflects the human being only through form and gesture, without fear, anxiety or fragility. In this context, the actor is nothing more than a vehicle or occasion. Craig characteristically writes that “the actor must leave, and in his place come the inanimate figure - the Super-Puppet”, emphasizing that the artistic flame remains, but the personal ego is removed. This idea goes beyond the thinking of previous theorists: while Kleist's puppet understands perfection as the result of an absence of egoism or emotional involvement, the Super-Puppet proposes a completely autonomous vehicle, a "synthetic" perfection that combines an aesthetic and a philosophical proposal for the theater. Movement and rhythm become fundamental means of expression: the Super-Puppet is not subject to psychological or realistic criteria, but obeys absolute laws of form and composition. The audience is not called upon to identify with the character, but to experience the essence of the drama through the pure theatrical form. With the Super-Puppet, theater goes beyond the simple imitation of life and enters a level of pure, symbolic perfection, where form becomes spiritual, movement musical, and rhythm an expression of the dramatic essence itself. In Craig's work, the Super-Puppet functions simultaneously as an aesthetic and philosophical statement: theater is not limited to human psychology but is liberated, projecting the pure form and pure discourse of drama into an experience that transcends everyday reality.


In the contemporary theatrical scene, the concept of the Super-Puppet acquires a new dimension through robotic theater. Robots are no longer simply mechanical objects. They are transformed into complete presences, capable of moving their gaze, managing their bodies with precision, and interacting with humans or other robots. Each of their gestures is programmed, but their overall movement creates the feeling of a living, active presence. This phenomenon highlights a new type of theatrical communication, where technology coexists with human perception and emotion, challenging the viewer to reflect on their own humanity and the meaning of existence.

Robotic theatre places particular emphasis on movement, rhythm and expressiveness, breaking free from the limitations of human bodies. Robot movements can be extremely precise, repetitive and at the same time rhythmically harmonious, creating patterns that exceed human limits. Robotic bodies can move following a musical choreography, where every small movement, from the tilt of the head to the rotation of a limb, contributes to an overall aesthetic impression that reaches the viewer as a living expression. The repetitiveness of movements does not take away expressiveness. On the contrary, it creates a rhythmic coordination that highlights the pure form of movement.

The use of robots in theater is not limited to the precision of movement, but also involves interaction with people. The Japanese robot Geminoid, designed to resemble a human actor almost exactly, participates in performances where the contrast between human and mechanical bodies creates dramatic tension. Its artificial physiognomy and kinetic capabilities simultaneously highlight the inherent human sensitivity and psychological complexity that cannot be fully represented by a machine. Thus, the presence of the robot acts as a mirror for the viewer, highlighting the uniqueness of the human experience.

Another interesting technique involves the use of sensors and artificial intelligence for real-time interaction. In performances such as Hiroshi Ishiguro’s H-Experiment, robots can detect the movements and expressions of actors or the audience and adapt their own behavior. This form of “live” interaction allows robots to actively participate in the dramatic development and not simply act as performing instruments. The viewer, observing these reflexive movements, experiences a paradoxical sense of aliveness and becomes aware of their own capacity for emotion, interaction, and expression.

Thus, robots are transformed into living super-puppets: they represent humans without carrying the burden of existence, while at the same time creating a new form of theatrical language. The viewer is invited not only to observe, but also to compare mechanical precision with human uncertainty, dance harmony with psychological complexity, artificial presence with real. Ultimately, the robotic stage opens a dialogue on the nature of expressivity, the dynamics of movement, and the definition of humanity itself, posing questions that art — even before the age of robots — dared to explore concerning human existence, motion, and identity, without being constrained by fear or conventional preconceptions.

This development shows that the Super-Puppet is not just a mask or a tool, but an artistic presence that combines technology, aesthetics and philosophy, transforming theater into a field of reflection on life and existence itself. Through robotic theater, human imagination and technology meet on stage, creating an experience that is simultaneously aesthetic, technical and existential.


For centuries man has looked at himself in natural mirrors: in water, in metal, in glass. Today he looks at himself in a new mirror, more restless and more risky — in the robot. Not because the machine resembles him merely externally, but because it embodies a deeper desire: to see himself operating from the outside, to observe thought, movement, and decision as if they were mechanisms.

The humanoid robot is the most literal form of this desire. A machine that calculates is not enough for us. We want a machine that stands upright, that has hands, a gaze, a voice, a form that resembles presence. And yet, the closer it comes to our external image, the more strongly it highlights our internal ambiguity. The robot can imitate behavior, but not experience. It can reproduce the shape of emotion, but not its weight. Thus a paradox is born: we make machines in our image and likeness, while at the same time we ourselves become more and more like machines. Everyday life is organized in algorithms, our attention is guided by systems, our reactions become predictable. The result is a double displacement: the robot is humanized, while the human is mechanized. In between, the boundaries blur. If intelligence can be simulated, if speech can be artificially produced, if relationship can be mediated by code, then what is left as purely human? Perhaps not logic, nor language, nor even creativity, since all of these can be reproduced technologically.

What resists reproduction most is the experience of internal conflict, the awareness of mortality, the ability to give meaning to pain. The robot is not afraid, does not mourn, does not know that it will cease to exist. Man, on the contrary, lives within this knowledge, and it is precisely this awareness that often makes him wish to become a machine, to be free from the burden of conscience.

Perhaps the robot is the image not of who we are, but of what we want to escape from: our fragility. We construct it as a being without fatigue, without stress, without existential anguish. And then, little by little, we begin to envy its stability and adapt our lives to its own standards. The most worrying possibility is not that machines will become human. It is that man will accept becoming less human in order to fit into a world designed in machine terms. Then the robot will no longer be our image. We will be his.

And yet, as long as there is doubt within us, unnecessary emotion, the pause that serves no purpose, there remains something that does not fit into a code. There, in this non-functional but deeply experienced residue, the human still resides.