Το κίνημα #MeToo συνιστά κρίσιμη τομή στον σύγχρονο δημόσιο λόγο, καθιστώντας ορατές εμπειρίες σεξουαλικής παρενόχλησης και κακοποίησης που επί δεκαετίες παρέμεναν εγκλωβισμένες στη σιωπή ή αντιμετωπίζονταν ως ιδιωτικές παρεκκλίσεις. Η σημασία του, ωστόσο, δεν εξαντλείται στην αποκάλυψη μεμονωμένων περιστατικών ούτε στην ηθική αποκαθήλωση καθιερωμένων προσώπων. Εκείνο που ανέδειξε με μεγαλύτερη σαφήνεια είναι η ύπαρξη ενός δομικού μηχανισμού, μέσω του οποίου η σεξουαλικότητα εργαλειοποιείται ως μορφή εξουσίας μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Για την περιγραφή αυτής της σύζευξης, ο όρος σεξουσία προσφέρεται ως εννοιολογικό εργαλείο: όχι για να περιγράψει τη σεξουαλικότητα καθαυτή, αλλά τη σεξουαλικοποιημένη άσκηση ισχύος, ιδίως σε περιβάλλοντα όπου η ασυμμετρία δύναμης και η επισφάλεια αποτελούν κανονικότητα.
Η παρούσα ανάλυση δεν στηρίζεται σε προσωπικά βιώματα άμεσης συμμετοχής στην ελεύθερη αγορά του θεάτρου ή άλλων καλλιτεχνικών πεδίων. Εδράζεται στην παρατήρηση της κοινωνικής σκηνής, όπως αυτή συγκροτείται μέσα από τον δημόσιο λόγο, τα μέσα ενημέρωσης, τις επαναλαμβανόμενες αφηγήσεις και τις σταθερές δομικές ομοιότητες που αναδύονται σε διαφορετικά περιβάλλοντα του ελεύθερου επαγγελματικού χώρου. Η επιλογή αυτή δεν συνιστά αποστασιοποίηση από το φαινόμενο, αλλά συνειδητή θεωρητική στάση: στόχος δεν είναι η επικύρωση ή η απόρριψη επιμέρους καταγγελιών, αλλά η κατανόηση των μηχανισμών που καθιστούν τη σεξουαλική εκμετάλλευση επαναλαμβανόμενη, συχνά αόρατη και ενίοτε κανονικοποιημένη.
Ο καλλιτεχνικός χώρος βρίσκεται συχνά στο προσκήνιο αυτών των αποκαλύψεων όχι επειδή αποτελεί ηθική εξαίρεση, αλλά επειδή συνδυάζει υψηλή δημόσια ορατότητα με έντονη εργασιακή επισφάλεια. Η απουσία σταθερών συμβάσεων, η προσωποκεντρική λήψη αποφάσεων, η συγκέντρωση ισχύος σε λίγους πυλωρούς πρόσβασης και η διαρκής ανάγκη για αναγνώριση διαμορφώνουν ένα περιβάλλον όπου η εξουσία ασκείται άτυπα αλλά αποτελεσματικά. Στο πλαίσιο αυτό, όλο και συχνότερα διατυπώνεται στον δημόσιο λόγο η θέση ότι η επαγγελματική εξέλιξη στον ελεύθερο καλλιτεχνικό χώρο προϋποθέτει την αποδοχή σεξουαλικών προτάσεων ή πιέσεων. Η επαναληψιμότητα αυτής της αφήγησης, από διαφορετικά πρόσωπα και σε διάφορες χρονικές στιγμές, καταδεικνύει ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για άρρητο κανονιστικό μηχανισμό της αγοράς εργασίας, όπου η σεξουαλική διαθεσιμότητα μετατρέπεται σε νόμισμα πρόσβασης.
Σε αυτό το σημείο καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται απλώς για περιπτώσεις σεξουαλικής παρενόχλησης, αλλά για μορφές βίας. Όταν η άρνηση συνεπάγεται επαγγελματικό αποκλεισμό, στασιμότητα ή απαξίωση, η συναίνεση παύει να είναι ελεύθερη. Η σεξουαλικότητα λειτουργεί τότε ως μέσο εκβιασμού και η σεξουσία αναδύεται ως μηχανισμός ελέγχου που δεν χρειάζεται να εκδηλωθεί με άμεσο καταναγκασμό. Αντιθέτως, δρα υπόγεια, μέσα από υπονοούμενα, προσδοκίες, υποσχέσεις και σιωπηλές απειλές.
Κομβικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει το προσωπείο. Οι φορείς εξουσίας εμφανίζονται συχνά ως χαρισματικοί, ευάλωτοι, προοδευτικοί ή ακόμη και ως πιθανά θύματα. Η αντιστροφή αυτή, όπου ο πραγματικός θύτης εμφανίζεται ως θιγόμενος, λειτουργεί αποτρεπτικά για τις καταγγελίες και υπονομεύει την κοινωνική εμπιστοσύνη προς τα θύματα. Η σύγκρουση δεν εκτυλίσσεται μόνο στο επίπεδο των πράξεων, αλλά και στο επίπεδο της αφήγησης: ποιος μιλά, ποιος γίνεται πιστευτός, ποιος κατέχει το συμβολικό κεφάλαιο της δημόσιας εικόνας. Η κοινωνική σκηνή αναδεικνύεται έτσι ως κατεξοχήν θεατρικός τόπος, όπου η εξουσία μεταμφιέζεται σε κανονικότητα.
Στη συζήτηση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί το ζήτημα της αδηφάγου ενήλικης σεξουαλικότητας. Η έντονη επιθυμία, η πολλαπλότητα των ερωτικών σχέσεων ή η μη κανονιστική έκφραση της σεξουαλικότητας δεν συνιστούν από μόνες τους κοινωνική εκτροπή. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η σεξουαλική αδηφαγία αποσπάται από κάθε μορφή αυτο-οριοθέτησης και διαπλέκεται με σχέσεις εξουσίας. Τότε η επιθυμία παύει να αφορά τη σχέση με τον Άλλον και μετατρέπεται σε μέσο επιβεβαίωσης κυριαρχίας. Στον ελεύθερο καλλιτεχνικό χώρο, όπου τα όρια μεταξύ επαγγελματικού και προσωπικού συχνά συγχέονται, η αδηφαγία μπορεί να εμφανιστεί ως στοιχείο ελευθεριότητας ή χαρισματικής προσωπικότητας. Όταν όμως η άρνηση δεν είναι χωρίς συνέπειες, η επιθυμία μετατρέπεται σε κανονιστικό καταναγκασμό.
Η σεξουσία αυτή δεν μπορεί να αποσπαστεί από το οικονομικό της υπόβαθρο. Η ελεύθερη αγορά, ιδίως στον πολιτισμό, έχει καταστεί ολοένα και πιο ασύδοτη. Η απορρύθμιση, η απουσία θεσμικών εγγυήσεων και η γενικευμένη επισφάλεια ενισχύουν την αυθαιρεσία και καθιστούν τη βία λειτουργικό στοιχείο του συστήματος. Η εμπορευματοποίηση του ανθρώπινου σώματος δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια, αλλά συγκεκριμένη πρακτική με απτές συνέπειες. Σε αυτό το πλαίσιο παρατηρείται ολοένα και συχνότερα το φαινόμενο της πώλησης του έργου τέχνης μαζί με τον δημιουργό του. Το έργο δεν αποσπάται από το υποκείμενο που το παράγει, αλλά συνοδεύεται από την εικόνα, το σώμα, τη διαθεσιμότητα και, ενίοτε, τη σεξουαλική επιθυμία για τον δημιουργό. Η καλλιτεχνική αξία παύει να αποτιμάται αποκλειστικά αισθητικά ή ιδεολογικά και συνδέεται με την προσωπική έκθεση και τη συμμόρφωση προς τις επιθυμίες των ισχυρών.
Η κανονικοποίηση αυτών των πρακτικών συνιστά ίσως τη σοβαρότερη απειλή. Όταν η σεξουαλική εκμετάλλευση παρουσιάζεται ως αναπόσπαστο στοιχείο της «λειτουργίας του χώρου», μετατρέπεται σε άγραφο νόμο. Η σιωπή, η ανοχή και η σχετικοποίηση συγκροτούν ένα καθεστώς κοινωνικής συνενοχής, στο οποίο η ευθύνη διαχέεται και η ατιμωρησία παγιώνεται. Το #MeToo λειτούργησε ως ρήγμα σε αυτή την κανονικότητα, όχι επειδή εισήγαγε το πρόβλημα, αλλά επειδή το κατέστησε ονομαστό και δημόσιο. Η προσφυγή στη δημοσιότητα δεν υπήρξε πράξη εντυπωσιασμού, αλλά στρατηγική αποκαθήλωσης της σεξουσίας και αμφισβήτησης των όρων με τους οποίους ορίζονται η εργασία, η επιθυμία και η αξιοπρέπεια.
Η σεξουσία στον καλλιτεχνικό και ευρύτερο ελεύθερο επαγγελματικό χώρο δεν αποτελεί ατύχημα ούτε ηθική εκτροπή μεμονωμένων προσώπων. Συνιστά προϊόν συγκεκριμένων κοινωνικών, οικονομικών και θεσμικών συνθηκών. Η κατανόησή της απαιτεί απομάκρυνση από τον ηθικολογικό λόγο και στροφή προς τη δομική ανάλυση της εξουσίας. Μόνο μέσα από αυτή τη ρήξη μπορεί η κοινωνική σκηνή να αποδομήσει τους ρόλους της και να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους ελευθερίας που επικαλείται.
Το παράδειγμα του ηθοποιού
Ο ηθοποιός, δηλαδή ο άνθρωπος πίσω από τον ρόλο, αποτελεί ιστορικά μία από τις πλέον ευάλωτες φιγούρες απέναντι στη σεξουσία. Η θέση του στο θεατρικό και ευρύτερο καλλιτεχνικό πεδίο χαρακτηρίζεται από έντονη εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες: σκηνοθέτες, θιασάρχες, παραγωγούς, χρηματοδότες, θεσμικούς φορείς και, σε ορισμένες περιόδους, πολιτικά ή κομματικά δίκτυα. Η επαγγελματική του επιβίωση, η ορατότητα και η συνέχεια της καριέρας σπανίως υπήρξαν αποτέλεσμα αποκλειστικά αξιοκρατικής κρίσης, αλλά συχνά προϊόν δικτύων προστασίας, άτυπων συμφωνιών και σχέσεων εξάρτησης.
Η σεξουσία στον χώρο του θεάτρου εκδηλώθηκε διαχρονικά υπό το πρόσχημα της «προστασίας». Η παροχή ρόλων, η ένταξη σε θιάσους, η διατήρηση θέσης ή η αποτροπή επαγγελματικού αποκλεισμού συχνά συνοδεύονταν από άρρητες ή ρητές σεξουαλικές απαιτήσεις. Η προστασία αυτή εμφανιζόταν ως ευεργεσία· όχι ως ωμή βία, αλλά ως αναγκαία συνθήκη επιβίωσης σε έναν σκληρό και ανταγωνιστικό χώρο. Η εξουσία λειτουργούσε πατερναλιστικά: ο ισχυρός εμφανιζόταν ως προστάτης, ενώ στην πραγματικότητα εγκαθίδρυε καθεστώς εξάρτησης όπου η άρνηση ισοδυναμούσε με τιμωρία.
Διαχρονικά, η πολιτική ή κομματική προστασία αποτέλεσε πρόσθετο παράγοντα επαγγελματικής ασφάλειας. Από τον 19ο αιώνα έως σήμερα, η πρόσβαση σε ισχυρά πολιτικά δίκτυα παρείχε και στον ηθοποιό όχι μόνο ευκαιρίες και ασυλία, αλλά και δίκτυα επιρροής που συνδέουν την καριέρα με πλαίσια προστασίας. Ωστόσο, αυτή η προστασία δεν αναιρούσε τη σεξουσία· σε ορισμένες περιπτώσεις, οι λεγόμενες «πλάτες» συγκάλυπταν ή ενίσχυαν μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καθιστώντας την αόρατη και δύσκολα καταγράψιμη.
Το θέατρο, λόγω της φύσης της δουλειάς, καθίσταται ιδιαίτερα εύκολος χώρος επιθυμίας. Ορισμένοι θεατράνθρωποι παρατηρούν ευθαρσώς ότι το θέατρο είναι «χώρος της επιθυμίας». Η σκηνική παρουσία, η γοητεία και η εκφραστικότητα του ηθοποιού μετατρέπονται σε «προϊόν», το οποίο αξιοποιείται όχι μόνο για καλλιτεχνική επιτυχία αλλά και για την άσκηση εξουσίας. Η αξιοποίηση έμπειρων ηθοποιών μαζί με νεότερους, ιδιαίτερα ελκυστικούς στην αρχή της καριέρας τους, δημιουργεί πόλους έλξης μέσα στον χώρο, οι οποίοι μπορούν να γίνουν εργαλεία διαπραγμάτευσης και μέσο συγκράτησης ή απόρριψης στην αγορά εργασίας. Η σκηνική γοητεία, όταν συνδέεται με εξουσιαστικές σχέσεις, ενσωματώνεται στην ίδια τη δομή λειτουργίας του χώρου και καθιστά τον ηθοποιό υποκείμενο διπλής –καλλιτεχνικής και προσωπικής– έκθεσης.
Όπως παρατηρούσε ο Ντιντερό, το θέατρο ήταν πάντα καταφύγιο και όχι επιλογή. Γι’ αυτό και διαχρονικά κατέφευγαν σε αυτό και άνθρωποι του κοινωνικού περιθωρίου, κοινωνικά απόβλητοι ή μη αποδεκτοί. Αυτή η διάσταση εξηγεί, εν μέρει, γιατί ο χώρος του θεάτρου συγκέντρωνε τόσο την καλλιτεχνική δημιουργικότητα όσο και φαινόμενα κοινωνικής ευαλωτότητας. Η ανάγκη του ηθοποιού να βρει χώρο έκφρασης και προστασίας, σε συνδυασμό με την πολιτική και κοινωνική ισχύ, δημιουργεί πεδία όπου οι κανόνες λειτουργίας του χώρου γίνονται εντελώς ευέλικτοι ή και αόρατοι.
Η διαχρονική έκθεση του ηθοποιού σε σεξουσία και επαγγελματική εξάρτηση μπορεί να εξηγήσει γιατί η κοινωνία τον αντιμετώπισε για αιώνες με απαξιωτικό και περιθωριοποιητικό τρόπο. Η ηθική υποβάθμιση, η κοινωνική απομόνωση και η μετατροπή του σε «κοινωνικά απόβλητο» συνδέονται με τη δομή της εξάρτησης στην οποία βρέθηκε. Η ανάγκη για προστασία και η εξάρτηση από ισχυρούς παράγοντες καθιστούσαν τον ηθοποιό εύκολη «προστατευόμενη» φιγούρα, ενώ ταυτόχρονα τον απονομιμοποιούσαν κοινωνικά. Η ιστορική αυτή συνθήκη δημιούργησε έναν φαύλο κύκλο: η κοινωνική απαξίωση ενίσχυε την εκμετάλλευση και η συνεχής εκμετάλλευση αναπαρήγαγε την ηθική και κοινωνική περιθωριοποίηση.
Η αναζήτηση ελευθερίας και έκφρασης στο θέατρο, υπό τις παραπάνω συνθήκες, συχνά μετατρέπεται σε ασυδοσία. Η ανάγκη του ηθοποιού να βρει χώρο έκφρασης και προστασίας, η συγκέντρωση εξουσίας και γοητείας σε λίγα χέρια, καθώς και η διαχρονική πολιτική ή κομματική προστασία, δημιουργούν πεδία όπου η παραβίαση ορίων και η σεξουαλική εκμετάλλευση γίνονται πιο εύκολες και δύσκολα αντιληπτές.
Περιστατικά όπως η δημόσια ερώτηση σε ηθοποιούς από δημοσιογράφους αν χρειάστηκε να υποταχθούν σε σεξουαλικές απαιτήσεις για να εξασφαλίσουν ρόλο, αποδεικνύουν πόσο βαθιά η σεξουσία έχει ενσωματωθεί στην αντίληψη του χώρου και στην καθημερινή λειτουργία της καριέρας. Το θέατρο, έτσι, δεν αποτελεί μόνο πεδίο καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά και χώρο όπου οι προσωπικές επιλογές και η σωματική ακεραιότητα τίθενται σε διαρκή διαπραγμάτευση.
Ωστόσο, ο ηθοποιός δεν παραμένει πάντοτε μόνο θύμα. Όταν καθιερώνεται, αποκτά εξουσία, αναγνωρισιμότητα και δυνατότητα επιλογών, και τότε μπορεί ο ίδιος να γίνει φορέας σεξουσίας, επηρεάζοντας την καριέρα ή την επαγγελματική πορεία άλλων. Η μετατροπή αυτή υπογραμμίζει ότι η σεξουσία δεν είναι απλώς προσωπικό ζήτημα ή μεμονωμένη εκμετάλλευση, αλλά δομικό στοιχείο της λειτουργίας της ελεύθερης επαγγελματικής κοινότητας. Η εμπειρία του θύματος γίνεται εργαλείο εξουσίας, αναπαράγοντας τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης, της εκμετάλλευσης και της απαξίωσης.
Η καλλιτεχνική έκθεση, που απαιτεί σωματική και συναισθηματική αφοσίωση, χρησιμοποιήθηκε συχνά ως άλλοθι για την παραβίαση ορίων, καθιστώντας τη σεξουσία οργανικό στοιχείο της λειτουργίας του χώρου. Η πρόσφατη δημόσια ανάδυση καταγγελιών δεν συνιστά ρήξη με ένα «αγνό» παρελθόν, αλλά αποδόμηση ενός μακρόβιου καθεστώτος σιωπής και φόβου, στο οποίο η προστασία, η πολιτική ισχύς, η σκηνική γοητεία και η σεξουαλική εξάρτηση συγκροτούσαν ενιαίο πλέγμα εξουσίας. Ο ηθοποιός -δηλαδή ο άνθρωπος, όταν μιλάμε για τον ηθοποιό μιλάμε για τον άνθρωπο- δεν υπήρξε απλώς θύμα μεμονωμένων παρεκτροπών, αλλά υποκείμενο ενός συστήματος που καθόριζε την επαγγελματική του μοίρα και τη θέση του στην κοινωνία, και ταυτόχρονα φορέας μηχανισμών εξουσίας όταν καθιερωνόταν.
December 20, 2025
Art and sex-power: the paradigm of the actor
#MeToo movement constitutes a critical intersection in contemporary public discourse, making visible experiences of sexual harassment and abuse that for decades remained locked in silence or were treated as private deviations. Its importance, however, is not limited to the revelation of individual incidents or the moral undoing of established figures. What it has highlighted more clearly is the existence of a structural mechanism through which sexuality is instrumentalized as a form of power within specific social and economic conditions. To describe this coupling, the term “sex-power” is offered as a conceptual tool: not to describe sexuality per se, but the sexualized exercise of power, especially in environments where power asymmetry and precariousness are normal.
This analysis is not based on a personal experience of direct participation in the free market of theatre or other artistic fields as a practical activity. It is based on the observation of the social scene, as it is constituted through public discourse, the media, the repeated narratives and the stable structural similarities that emerge in different environments of the free professional space. This choice does not constitute a distancing from the phenomenon, but a conscious theoretical stance: the goal is not to validate or reject individual complaints, but to understand the mechanisms that make sexual exploitation repetitive, often invisible and sometimes normalized.
The artistic field is often at the forefront of these revelations not because it constitutes a moral exception, but because it combines high public visibility with intense job insecurity. The absence of stable contracts, person-centered decision-making, the concentration of power in a few gateways of access, and the constant need for recognition shape an environment where power is exercised informally but effectively. In this context, the position that professional development in the free artistic market presupposes the acceptance of sexual proposals or pressures is increasingly being formulated in public discourse. The repeatability of this narrative, by different people and at different times, demonstrates that these are not isolated incidents, but an unspoken normative mechanism of the labor market, where sexual availability is transformed into the currency of access.
At this point it becomes clear that these are not simply cases of sexual harassment, but forms of violence. When refusal entails professional exclusion, stagnation or devaluation, consent ceases to be free. Sexuality then functions as a means of blackmail and sex-power emerges as a control mechanism that does not need to be manifested by direct coercion. On the contrary, it operates underground, through insinuations, expectations, promises and silent threats.
The mask plays a key role in this process. Those in power often appear as charismatic, vulnerable, progressive or even as potential victims. This reversal, where the real perpetrator appears as the victim, acts as a deterrent to complaints and undermines social trust in victims. The conflict does not only unfold at the level of actions, but also at the level of narrative: who speaks, who is believed, who possesses the symbolic capital of the public image. The social scene thus emerges as a theatrical place par excellence, where the extraordinary is disguised as normality.
In this discussion, the issue of voracious adult sexuality cannot be ignored. Intense desire, the multiplicity of sexual relationships, or the non-normative expression of sexuality do not in themselves constitute social deviance. The problem arises when sexual voraciousness is detached from any form of self-limitation and becomes intertwined with relations of power. Then desire ceases to concern the relationship with the Other and becomes a means of asserting dominance. In the free artistic market, where the boundaries between professional and personal are often blurred, voraciousness can appear as an element of freedom or charismatic personality. However, when denial is not without consequences, desire turns into normative coercion.
This sex-power cannot be detached from its economic background. The free market, especially in culture, has become increasingly unaccountable. Deregulation, the absence of institutional guarantees and generalized insecurity reinforce arbitrariness and make violence a functional element of the system. The commodification of the human body is not an abstract concept, but a concrete practice with tangible consequences. In this context, the phenomenon of selling the work of art together with its creator is increasingly observed. The work is not detached from the subject who produces it, but is accompanied by the image, the body, the availability and, sometimes, the sexual desire for the creator. Artistic value ceases to be valued exclusively aesthetically or ideologically and is linked to personal exposure and compliance with the desires of the powerful.
The normalization of these practices is perhaps the most serious threat. When sexual exploitation is presented as an integral element of the “functioning of the market,” it becomes an unwritten law. Silence, tolerance, and relativization constitute a regime of social complicity, in which responsibility is diffused and impunity is consolidated. #MeToo acted as a rupture in this normality, not because it introduced the problem, but because it made it famous and public. The recourse to publicity was not an act of sensationalism, but a strategy of de-immobilizing sexuality and questioning the terms by which work, desire, and dignity are defined.
Sex-power in the artistic and broader free professional space is not an accident or a moral deviation of individual persons. It is a product of specific social, economic and institutional conditions. Understanding it requires a departure from moralistic discourse and a shift towards the structural analysis of power. Only through this rupture can the social stage deconstruct its roles and renegotiate the terms of freedom it invokes.
The actor's paradigm
The actor, that is, the person behind the role, has historically been one of the most vulnerable figures in the face of sex power. His position in the theatrical and broader artistic field is characterized by intense dependence on external factors: directors, troupe leaders, producers, financiers, institutions and, in certain periods, political or party networks. His professional survival, visibility and career continuity have rarely been the result of an exclusively meritocratic judgment, but often the product of protection networks, informal agreements and relationships of dependence.
Sex power in the theatre has always been manifested under the guise of “protection”. Providing roles, joining troupes, maintaining a position or preventing professional exclusion were often accompanied by implicit or explicit sexual demands. This protection appeared as a benefit; not as brute force, but as a necessary condition for survival in a harsh and competitive market. Power functioned paternalistically: the powerful appeared as a protector, while in reality it established a regime of dependence where refusal was tantamount to punishment.
Over time, political or party protection has been an additional factor of professional security. From the 19th century to the present, access to powerful political networks has provided the actor not only with opportunities and immunity, but also with networks of influence that link the career to protective frameworks. However, this protection did not negate sex power; in some cases, the so-called “backs” covered up or reinforced forms of sexual exploitation, making it invisible and difficult to record.
The theatre, due to the nature of the work, becomes a particularly easy space for desire. Some theatre people boldly observe that the theatre is a “space of desire”. The stage presence, charm and expressiveness of the actor are transformed into a “product”, which is exploited not only for artistic success but also for the exercise of power. The exploitation of experienced actors together with younger ones, particularly attractive at the beginning of their careers, creates poles of attraction within the market, which can become tools of negotiation and a means of retention or rejection in the job market. Stage charm, when linked to power relations, is incorporated into the very structure of the space’s operation and makes the actor a subject of double – artistic and personal – exposure.
As Diderot observed, the theater has always been a refuge and not a choice. That is why people on the social margins, socially outcasts or unaccepted, have taken refuge in it over time. This dimension explains, in part, why the theater space has concentrated both artistic creativity and phenomena of social vulnerability. The actor's need to find a space for expression and protection, combined with political and social power, creates fields where the rules of the market's operation become completely flexible or even invisible.
The actor's long-term exposure to sex power and professional dependence may explain why society treated him for centuries in a demeaning and marginalizing manner. The moral degradation, social isolation and his transformation into a "social outcast" are linked to the structure of dependence in which he found himself. The need for protection and dependence on powerful factors made the actor an easy "protected" figure, while at the same time delegitimizing him socially. This historical condition created a vicious circle: social denigration reinforced exploitation, and continued exploitation reproduced moral and social marginalization.
The search for freedom and expression in the theater, under the above conditions, often turns into promiscuity. The actor's need to find a space for expression and protection, the concentration of power and charm in a few hands, as well as the perennial political or party protection, create fields where the violation of boundaries and sexual exploitation become easier and harder to perceive.
Incidents such as the public questioning of actors by journalists whether they had to submit to sexual demands to secure a role demonstrate how deeply sexuality has been integrated into the perception of the space and the daily functioning of the career. The theater, thus, is not only a field of artistic creation, but also a space where personal choices and bodily integrity are constantly negotiated.
However, the actor does not always remain just a victim. When he becomes established, he gains power, recognition and the ability to make choices, and then he can himself become a carrier of sex power, influencing the career or professional path of others. This transformation highlights that sex power is not just a personal issue or an isolated exploitation, but an integrated element of the structure of the field and the functioning of the free professional community. The experience of the victim becomes a tool of power, reproducing the vicious cycle of dependence, exploitation and devaluation.
The artistic exhibition, which requires physical and emotional commitment, was often used as an alibi for the violation of boundaries, making sex power an organic element of the functioning of the space. The recent public emergence of complaints does not constitute a break with a “pure” past, but a deconstruction of a long-standing regime of silence and fear, in which protection, political power, stage charm and sexual dependence constituted a single network of power. The actor - that is, the human being, when we talk about the actor we are talking about the human being - was not simply the victim of isolated deviations, but the subject of a system that determined his professional fate and his place in society, and at the same time the bearer of mechanisms of power when it was established.
