07 Ιανουαρίου 2026

Από την «έξυπνη» τηλεόραση στην προβλέψιμη ζωή/From "smart" TV to predictable life

Επιτήρηση, κοινωνική θεατρικότητα και κατάρρευση του παρασκηνίου



Τζον Κυριάκου - πρώην πράκτορας της CIA και πληροφοριοδότης (whistleblower), γνωστός για τις αποκαλύψεις του γύρω από τις μυστικές πρακτικές της υπηρεσίας. Μέσα από τις συνεντεύξεις και τα άρθρα του, περιγράφει πώς οι μυστικές υπηρεσίες μπορούν να μετατρέψουν σε εργαλεία παρακολούθησης προσωπικές συσκευές, από smartphones και φορητούς υπολογιστές έως έξυπνες τηλεοράσεις, ενώ αναφέρεται και σε μυστικές φυλακές ή διαδικασίες εξαφάνισης ανθρώπων χωρίς να αφήσουν ίχνη. Οι καταθέσεις του φωτίζουν ένα κόσμο όπου η επιτήρηση δεν είναι απλώς τεχνική δυνατότητα, αλλά διαμορφώνει την ίδια τη συμπεριφορά των ανθρώπων: όπως σε μια παράσταση χωρίς παρασκήνιο, οι άνθρωποι γίνονται αδιάκοπα θεατές και ηθοποιοί ταυτόχρονα, οι ρόλοι τους ταυτίζονται με την καθημερινή ζωή και η ιδιωτικότητα υποχωρεί μπροστά στην προβλεψιμότητα και την κοινωνική έκθεση. Μέσα από αυτή τη θεατρολογική οπτική, οι αποκαλύψεις του Κυριάκου δείχνουν ότι η σύγχρονη ζωή, τεχνολογικά και πολιτισμικά, παίζεται συνεχώς μπροστά σε αόρατα βλέμματα, όπου η προσωπική συμπεριφορά μετατρέπεται σε σκηνικό υλικό και η ίδια η ζωή σε διαρκή παράσταση.


Οι πρόσφατες δηλώσεις του Τζον Κυριάκου, πρώην πράκτορα της CIA, επανέφεραν στο προσκήνιο έναν παλιό αλλά διαρκώς επίκαιρο φόβο: ότι οι «έξυπνες» συσκευές μέσα στο σπίτι μας -και ειδικά οι smart τηλεοράσεις- μπορούν να λειτουργήσουν ως εργαλεία παρακολούθησης. Η δήλωση αναπαράχθηκε με τον γνώριμο δραματικό τόνο της αποκάλυψης, σαν να επρόκειτο για μια αιφνίδια ρήξη με το παρόν. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν αποκαλύπτει κάτι ριζικά νέο. Απλώς ονοματίζει καθαρά μια συνθήκη που ήδη βιώνουμε.

Ο Κυριάκου δεν υποστηρίζει ότι «η CIA ακούει όλα τα σπίτια». Επισημαίνει κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: ότι οι σύγχρονες τηλεοπτικές συσκευές, εφ' όσον είναι συνδεδεμένες στο Διαδίκτυο, διαθέτουν μικρόφωνα, λειτουργικά συστήματα και δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης, μπορούν τεχνικά να μετατραπούν σε συσκευές ακρόασης. Όχι μαζικά, όχι αυθαίρετα, αλλά στοχευμένα, όταν συντρέχουν λόγοι, μέσα και πρόσβαση.

Η επισήμανση αυτή δεν είναι αφηρημένη. Οι αποκαλύψεις του WikiLeaks το 2017 (Vault 7) κατέδειξαν ότι υπήρξαν προγράμματα -όπως το "Weeping Angel"- που στόχευαν συγκεκριμένα smart τηλεοράσεις και τις μετέτρεπαν σε παθητικά μικρόφωνα ακόμη και σε κατάσταση ψευδούς απενεργοποίησης. Το γεγονός και μόνο ότι τέτοια εργαλεία σχεδιάστηκαν αρκεί για να μετατοπίσει τη συζήτηση από το «αν γίνεται» στο «τι σημαίνει ότι μπορεί να γίνεται».

Ωστόσο, αν εστιάσουμε αποκλειστικά στην ακρόαση, παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε ένα παρωχημένο μοντέλο επιτήρησης. Η σύγχρονη εξουσία δεν χρειάζεται πια να ακούει διαρκώς τι λέγεται μέσα σε ένα σπίτι. Το μοντέλο του κοριού και της φυσικής παρακολούθησης ανήκει κυρίως στον 20ό αιώνα. Σήμερα, το κέντρο βάρους έχει μετατοπιστεί αλλού. Η πραγματική ισχύς βρίσκεται στην προβλεψιμότητα. Οι έξυπνες τηλεοράσεις, όπως τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές και οι πλατφόρμες streaming, δεν συλλέγουν απλώς ήχο ή εικόνα. Συλλέγουν ρυθμούς, επαναλήψεις, χρονικότητες, επιλογές. Παράγουν δεδομένα συμπεριφοράς. Από αυτά δεν προκύπτει απλώς ένα «προφίλ», αλλά ένα λειτουργικό μοντέλο ζωής: ένα σχήμα μέσα στο οποίο το υποκείμενο καθίσταται αναγνωρίσιμο, ταξινομήσιμο και, τελικά, προβλέψιμο.

Εδώ, όμως, πρέπει να γίνει μια ιστορική παύση. Πολύ πριν οι smart συσκευές εγκατασταθούν μαζικά στα σπίτια μας, η κοινωνία είχε ήδη εξοικειωθεί με την ιδέα της 24ωρης παρακολούθησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσω των reality τηλεπαιχνιδιών. Ο "Big Brother" και τα παράγωγά του δεν υπήρξαν απλώς τηλεοπτικά προϊόντα χαμηλής αισθητικής. Υπήρξαν πολιτισμικά εργαστήρια επιτήρησης. Για πρώτη φορά, η συνεχής καταγραφή της καθημερινής ζωής -ύπνος, φαγητό, καβγάς, πλήξη, σιωπή- παρουσιάστηκε ως θέαμα. Η απουσία ιδιωτικότητας δεν εμφανίστηκε ως βία, αλλά ως παιχνίδι. Η κάμερα δεν ήταν απειλή, αλλά όρος συμμετοχής. Το παρασκήνιο εξαφανίστηκε συνειδητά και το κοινό εκπαιδεύτηκε να παρακολουθεί -και να κρίνει- συμπεριφορές σε πραγματικό χρόνο. Τα reality τηλεπαιχνίδια εισήγαγαν κάτι κρίσιμο: την κανονικοποίηση της επιτήρησης ως ψυχαγωγίας. Ο εγκλεισμός, η έκθεση και η συνεχής παρακολούθηση έγιναν αποδεκτές επειδή παρουσιάστηκαν ως εθελοντικές. Και ακριβώς αυτή η εθελοντικότητα αποτέλεσε το πρότυπο της μετέπειτα ψηφιακής συνθήκης. Το άτομο έμαθε να ζει υπό κάμερες, αρκεί να υπάρχει κάποιο αντάλλαγμα: δημοσιότητα, αναγνώριση, συμμετοχή, ορατότητα.

Σε αυτό το σημείο, η smart τηλεόραση και το reality τέμνονται. Η πρώτη μεταφέρει την τεχνολογία επιτήρησης στο σπίτι, το δεύτερο έχει ήδη μεταφέρει την ψυχική αποδοχή της. Και αν η τηλεόραση είναι μια δυνητική συσκευή επιτήρησης, το smart phone είναι η πλέον εξελιγμένη και εγγυημένη συσκευή παρακολούθησης, έστω και επιλεκτικής. Το κινητό βρίσκεται πάνω στο σώμα, όχι απλώς στον χώρο. Καταγράφει τοποθεσία, κίνηση, επικοινωνία, εικόνα, ήχο, επιθυμία. Και το σημαντικότερο: δεν επιβάλλεται -επιλέγεται! Η επιτήρηση γίνεται έτσι εσωτερικευμένη πρακτική.

Σε αυτό το σημείο, η κοινωνική θεατρικότητα, όπως την ανέλυσε ο Γκόφμαν, υφίσταται ριζική μετάλλαξη. Η διάκριση ανάμεσα σε σκηνή και παρασκήνιο καταρρέει. Ο ιδιωτικός χώρος παύει να είναι χώρος απόσυρσης. Το υποκείμενο βρίσκεται διαρκώς «εντός ρόλου», ακόμη και όταν είναι μόνο του. Ο σύγχρονος κόσμος γίνεται έτσι εικονικός: όχι επειδή είναι ψεύτικος, αλλά επειδή είναι διαμεσολαβημένος. Η εμπειρία σχεδιάζεται για να καταγραφεί. Το γεγονός υπάρχει για να αναπαρασταθεί. Το βίωμα αποκτά αξία όταν κοινοποιείται. Η αναυθεντικότητα δεν είναι προσωπική αποτυχία· είναι δομική συνθήκη ενός κόσμου όπου η ζωή παίζεται μπροστά σε αόρατα βλέμματα και αλγορίθμους. Όπως θα έλεγε ο Ντεμπόρ, το θέαμα δεν είναι πλέον αντικείμενο θέασης, αλλά το ίδιο το κοινωνικό πεδίο. Και όπως θα συμπλήρωνε ο Φουκώ, η επιτήρηση δεν χρειάζεται πια πύργους και φρουρούς. Λειτουργεί μέσω εσωτερίκευσης και κανονικότητας. Έτσι, η ιδιωτικότητα δεν καταργείται θεαματικά. Καταργείται αθόρυβα, καθώς το παρασκήνιο εξαφανίζεται. Η ζωή μετατρέπεται σε συνεχή παράσταση χωρίς παύση, χωρίς σιωπή, χωρίς έξοδο κινδύνου.

Οι δηλώσεις του Κυριάκου έχουν τελικά αξία όχι επειδή αποκαλύπτουν μια συνωμοσία, αλλά επειδή λειτουργούν ως αφορμή για να δούμε καθαρά το παρόν: ένα παρόν όπου η επιτήρηση, η θεατρικότητα και η εικονικότητα συγκλίνουν σε έναν κόσμο απόλυτης προβλεψιμότητας. Ίσως το πιο ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι ότι κάποιος μπορεί να μας ακούσει, αλλά ότι έχουμε ήδη μάθει να ζούμε σαν να μας βλέπουν, και μάλιστα να το απολαμβάνουμε!


ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Τι σημαίνει «παράσταση» όταν δεν υπάρχει πια παρασκήνιο;

Η θεατρική σκέψη θεμελιώνεται πάνω σε μια κρίσιμη διάκριση: ανάμεσα στη σκηνή και στο παρασκήνιο. Η σκηνή είναι ο χώρος της έκθεσης, του ρόλου, της αναπαράστασης. Το παρασκήνιο είναι ο χώρος της απόσυρσης, της προετοιμασίας, της σιωπής, της μη-παράστασης. Χωρίς αυτή τη διάκριση, το θέατρο παύει να λειτουργεί, και μαζί του παύει να λειτουργεί και η δυνατότητα του υποκειμένου να εναλλάσσει ρόλους χωρίς να ταυτίζεται απολύτως μαζί τους.

Η σύγχρονη τεχνολογική συνθήκη, όμως, τείνει να ακυρώσει αυτή τη διάκριση όχι μόνο στο κοινωνικό πεδίο, αλλά και στην ίδια την εμπειρία του εαυτού. Όταν η καθημερινή ζωή καταγράφεται, κοινοποιείται, μετριέται και αξιολογείται διαρκώς, το παρασκήνιο δεν εξαφανίζεται απλώς. Μετατρέπεται και αυτό σε σκηνή.

Στα reality τηλεπαιχνίδια, αυτή η κατάργηση υπήρξε ρητή: οι συμμετέχοντες αποδέχονταν από την αρχή ότι δεν υπάρχει χώρος εκτός κάμερας. Ο ύπνος, η πλήξη, η αμηχανία, η σιωπή γίνονταν υλικά παράστασης. Αυτό που αρχικά φαινόταν ως εξαίρεση ή παιχνίδι, μετατράπηκε σταδιακά σε πολιτισμικό πρότυπο. Στον ψηφιακό κόσμο, όλοι είμαστε πλέον «εντός σπιτιού» και όλοι υπό παρακολούθηση!

Από θεατρολογική σκοπιά, αυτό σημαίνει κάτι ριζικό: ο ρόλος παύει να είναι ρόλος. Όταν δεν υπάρχει χώρος απόσυρσης, ο ρόλος δεν μπορεί να αποδομηθεί, να χαλαρώσει, να διαψευστεί. Το υποκείμενο δεν παίζει τον εαυτό του, αλλά τείνει να ταυτίζεται μαζί του. Και αυτή η ταύτιση δεν παράγει αυθεντικότητα, αλλά το αντίθετό της: μια μόνιμη αναπαραγωγή συμπεριφορών που έχουν ήδη εγκριθεί, επιβραβευθεί ή προβλεφθεί.

Η παράσταση, σε αυτή τη συνθήκη, δεν είναι πια γεγονός με αρχή και τέλος. Δεν υπάρχει αυλαία, δεν υπάρχει διάλειμμα, δεν υπάρχει χειροκρότημα. Υπάρχει μόνο συνέχεια. Και η συνέχεια αυτή δεν είναι αθώα: ευνοεί την κανονικότητα, τη μετρησιμότητα, την επαναληψιμότητα. Ό,τι δεν μπορεί να ενταχθεί σε ροή, ό,τι δεν «παίζεται καλά», ό,τι δεν αποδίδεται άμεσα, τείνει να εκλείψει.

Και εδώ φτάνουμε στο βιωματικό σημείο: η ζωή μέσα σε διαρκή παράσταση είναι κουραστική, ενεργοβόρα και ψυχοφθόρα. Κάθε στιγμή απαιτεί εστίαση, προσοχή, αυτοπαρατήρηση. Όπως στο θέατρο, αλλά χωρίς διάλειμμα ή ανάπαυση, οι ρόλοι που αναπαράγουμε δεν μπορούν να χαλαρώσουν. Το μυαλό κουράζεται να διαχειρίζεται συνεχώς τι λέγεται, τι φαίνεται, πώς αντιδράμε. Η προσοχή απορροφάται, η συναισθηματική ενέργεια εξαντλείται, και η ψυχολογία μας φθείρεται, επειδή κάθε στιγμή μπορεί να είναι «εκτεθειμένη», προβλέψιμη, αξιολογήσιμη.

Αυτή η αίσθηση συνεχούς παρακολούθησης δεν λειτουργεί απλώς σε επίπεδο συνείδησης, αλλά παράγει διαρκές στρες και φόβο. Όχι επειδή το υποκείμενο γνωρίζει ότι παρακολουθείται, αλλά επειδή δεν γνωρίζει πότε, από ποιον και με ποιο σκοπό. Πρόκειται για ένα άγχος χαμηλής έντασης αλλά μόνιμο, ένα υπόστρωμα νευρικής εγρήγορσης που δεν εκτονώνεται ποτέ. Όπως ο ηθοποιός που δεν αποσύρεται ποτέ από τη σκηνή, το σώμα και ο νους παραμένουν σε κατάσταση ετοιμότητας, αυτοελέγχου και προσαρμογής. Η συνεχής παράσταση δεν κουράζει μόνο ψυχικά, αλλά διαταράσσει τον ίδιο τον ρυθμό της ύπαρξης, στερώντας από το υποκείμενο τη δυνατότητα χαλάρωσης, σφάλματος και σιωπής. Το στρες αυτό δεν είναι παρενέργεια της επιτήρησης· είναι το λειτουργικό της αποτέλεσμα.

Εδώ η θεατρική σκέψη συναντά το πολιτικό και το βιωματικό της όριο. Διότι χωρίς παρασκήνιο δεν υπάρχει ούτε αντίσταση, ούτε αμφισημία. Ίσως, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα της εποχής μας δεν είναι αν παρακολουθούμαστε, αλλά αν μας επιτρέπεται ακόμη να μην παίζουμε. Αν υπάρχει χώρος για μη-παράσταση, για απόσυρση, για σιωπή που δεν καταγράφεται. Αν υπάρχει ακόμη ένας ζωτικός ιδιωτικός χώρος όπου το υποκείμενο μπορεί να διαλυθεί προσωρινά, να επανασυγκροτηθεί και να επιστρέψει αλλιώς στη σκηνή.

Αν αυτός ο χώρος χαθεί οριστικά, τότε δεν θα έχουμε απλώς μια κοινωνία επιτήρησης. Θα έχουμε μια κοινωνία χωρίς έξοδο από την παράσταση, όπου η ζωή δεν είναι απλώς διαρκής έκθεση, αλλά διαρκής ψυχική καταπόνηση και εξάντληση, και το θέατρο, ως τέχνη της απόστασης, της μάσκας και της απογύμνωσης, θα πάψει να λειτουργεί ως καθρέφτης της ζωής, επειδή η ζωή θα έχει ήδη απορροφηθεί ολοκληρωτικά από τη σκηνή.



January 07, 2026

From "smart" TV to predictable life

Surveillance, social theatricality and the collapse of the backstage

The recent statements of John Kyriacou, a former CIA agent, have brought to the fore an old but ever-present fear: that the “smart” devices in our homes -and especially smart TVs- can function as surveillance tools. The statement was delivered with the familiar dramatic tone of revelation, as if it were a sudden break with the present. In reality, however, it does not reveal anything radically new. It simply clearly names a condition that we are already experiencing.

Kyriakou does not claim that "the CIA listens to all homes". He points out something much more specific: that modern television sets, as long as they are connected to the Internet, have microphones, operating systems and the ability to access remotely, can technically be turned into listening devices. Not en masse, not arbitrarily, but targetedly, when reasons, means and access are present.

This point is not abstract. WikiLeaks' 2017 revelations (Vault 7) showed that there were programs -such as "Weeping Angel"- that specifically targeted smart TVs and turned them into passive microphones even in a falsely disabled state. The fact that such tools were designed is enough to shift the discussion from "if it can be done" to "what does it mean that it can be done".

However, if we focus exclusively on listening, we remain trapped in an outdated model of surveillance. Modern power no longer needs to constantly listen to what is said inside a house. The model of bedbugs and physical surveillance belongs mainly to the 20th century. Today, the center of gravity has shifted elsewhere. The real power lies in predictability. Smart TVs, like mobile phones, computers and streaming platforms, do not simply collect sound or image. They collect rhythms, repetitions, temporalities, choices. They produce behavioral data. From this emerges not just a “profile”, but a functional model of life: a shape within which the subject becomes recognizable, classifiable and, ultimately, predictable.

Here, however, a historical pause must be made. Long before smart devices were installed en masse in our homes, society had already become familiar with the idea of ​​24-hour monitoring of human behavior through reality game shows. "Big Brother" and its derivatives were not simply low-aesthetic television products. They were cultural surveillance workshops. For the first time, the continuous recording of everyday life - sleep, food, fighting, boredom, silence - was presented as a spectacle. The absence of privacy did not appear as violence, but as a game. The camera was not a threat, but a condition of participation. The background consciously disappeared and the audience was trained to observe - and judge - behaviors in real time. Reality game shows introduced something crucial: the normalization of surveillance as entertainment. Confinement, exposure and constant monitoring became acceptable because they were presented as voluntary. And it was precisely this voluntariness that became the model for the subsequent digital condition. The individual learned to live under cameras, as long as there was something in return: publicity, recognition, participation, visibility.

At this point, smart TV and reality intersect. The first brings surveillance technology to the home, the second has already brought its psychological acceptance. And if television is a potential surveillance device, the smart phone is the most sophisticated and guaranteed surveillance device, albeit a selective one. The mobile phone is on the body, not just in space. It records location, movement, communication, image, sound, desire. And most importantly: it is not imposed - it is chosen! Surveillance thus becomes an internalized practice.

At this point, social theatricality, as analyzed by Erving Goffman, undergoes a radical mutation. The distinction between stage and background collapses. Private space ceases to be a space of withdrawal. The subject is constantly “in role,” even when alone. The modern world thus becomes virtual: not because it is false, but because it is mediated. Experience is designed to be recorded. The event exists to be represented. The experience acquires value when it is communicated. Inauthenticity is not a personal failure; it is a structural condition of a world where life is played out before invisible gazes and algorithms. As Debord would say, the spectacle is no longer an object of spectacle, but the social field itself. And as Foucault would add, surveillance no longer needs towers and guards. It works through internalization and regularity. So privacy is not abolished spectacularly. It is abolished silently, as the background disappears. Life becomes a continuous performance without pause, without silence, without emergency exit.

Kyriakos' statements are ultimately valuable not because they reveal a conspiracy, but because they serve as an occasion to see the present clearly: a present where surveillance, theatricality and virtuality converge in a world of absolute predictability. Perhaps the most worrying element is not that someone can hear us, but that we have already learned to live as if we are being watched, and even enjoy it!


EPIMETER

What does "performance" mean when there is no longer a backstage?

Theatrical thought is founded on a crucial distinction: between the stage and the backstage. The stage is the space of exposition, of role, of representation. The backstage is the space of withdrawal, of preparation, of silence, of non-representation. Without this distinction, theatre ceases to function, and with it the subject's ability to alternate roles without completely identifying with them ceases to function.

The modern technological condition, however, tends to cancel this distinction not only in the social sphere, but also in the very experience of the self. When everyday life is constantly recorded, communicated, measured and evaluated, the background does not simply disappear. It too is transformed into a stage.

In reality game shows, this abolition was explicit: participants accepted from the beginning that there was no space outside the camera. Sleep, boredom, embarrassment, silence became performance materials. What initially seemed like an exception or a game gradually turned into a cultural norm. In the digital world, we are all now “inside the house” and all under surveillance!

From a theatrical point of view, this means something radical: the role ceases to be a role. When there is no space for withdrawal, the role cannot be deconstructed, relaxed, denied. The subject does not play himself, but tends to identify with himself. And this identification does not produce authenticity, but its opposite: a permanent reproduction of behaviors that have already been approved, rewarded or predicted.

The performance, in this condition, is no longer an event with a beginning and an end. There is no curtain, no intermission, no applause. There is only continuity. And this continuity is not innocent: it favors regularity, measurability, repeatability. Whatever cannot be integrated into a flow, whatever is not "played well", whatever is not immediately rendered, tends to disappear.

And here we reach the experiential point: life in a constant performance is tiring, energy-consuming and soul-destroying. Every moment requires focus, attention, self-observation. Like in the theater, but without a break or rest, the roles we play cannot relax. The mind gets tired of constantly managing what is said, what is seen, how we react. Attention is absorbed, emotional energy is exhausted, and our psychology wears out, because every moment can be “exposed”, predictable, evaluable.

This sense of constant surveillance does not simply operate at the level of consciousness, but produces constant stress and fear. Not because the subject knows that he is being watched, but because he does not know when, by whom and for what purpose. It is a low-intensity but permanent anxiety, a substrate of nervous alertness that never subsides. Like the actor who never withdraws from the stage, the body and mind remain in a state of readiness, self-control and adaptation. The constant performance is not only mentally tiring, but disrupts the very rhythm of existence, depriving the subject of the possibility of relaxation, error and silence. This stress is not a side effect of surveillance; it is its functional result.

Here theatrical thought meets its political and experiential limit. For without a background there is neither resistance nor ambiguity. Perhaps, then, the crucial question of our time is not whether we are being watched, but whether we are still allowed not to act. If there is a space for non-performance, for withdrawal, for silence that is not recorded. If there is still a vital private space where the subject can temporarily dissolve, reassemble and return to the stage in a different way.

If this space is permanently lost, then we will not only have a surveillance society. We will have a society with no exit from the performance, where life is not just constant exposure, but constant mental strain, and theater, as an art of distance, mask, and stripping, will cease to function as a mirror of life, because life will already be completely absorbed by the stage.