Η τραγωδία στο μπαρ «Le Constellation» στο Κραν Μοντανά της Ελβετίας, που εκτυλίχθηκε τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Ιανουαρίου 2026, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη «ατύχημα διασκέδασης». Με περισσότερους από σαράντα νεκρούς και εκατόν δεκαεννέα εγκαυματίες, πρόκειται για ένα γεγονός που διαρρηγνύει βίαια την ψευδαίσθηση ότι η διασκέδαση είναι εκ φύσεως ακίνδυνη. Ιδίως όταν, μέσα στις εικόνες που προηγήθηκαν και ακολούθησαν, δεσπόζει κάτι βαθιά ανησυχητικό: άνθρωποι που χειρίζονται φωτιά φορώντας μάσκες.
Η μάσκα δεν είναι ουδέτερο αντικείμενο. Ειδικά η μάσκα του Guy Fawkes, με το παγωμένο χαμόγελο και το στιλιζαρισμένο πρόσωπο, φέρει ένα βαρύ ιστορικό φορτίο. Ο Guy Fawkes υπήρξε ένας από τους συνωμότες της Gunpowder Plot του 1605, ενός σχεδίου που στόχευε στην ανατίναξη του Παλατιού του Γουεστμίνστερ και ειδικά της Βουλής των Λόρδων, τη στιγμή που θα παρευρίσκονταν ο βασιλιάς Ιάκωβος Α΄ και η πολιτική ηγεσία της Αγγλίας. Τα κίνητρα της συνωμοσίας ήταν βαθιά θρησκευτικά: ο Fawkes και οι συνεργοί του, καθολικοί σε ένα προτεσταντικό κράτος που τους καταπίεζε, πίστευαν ότι η μαζική αυτή εξόντωση αποτελούσε θεμιτό μέσο για την αποκατάσταση της θρησκευτικής τους πίστης και της πολιτικής ισχύος της.
Με το πέρασμα των αιώνων, αυτή η ιστορία αποσπάστηκε από το πλαίσιό της και μετατράπηκε σε σύμβολο. Η σύγχρονη μάσκα του Guy Fawkes παρουσιάστηκε ως έμβλημα αντίστασης και ανωνυμίας. Όμως το βασικό της χαρακτηριστικό παραμένει: η ανωνυμία ως προϋπόθεση της πράξης. Δεν είναι τυχαίο ότι η μάσκα αυτή δεν χρησιμοποιείται για προστασία, ούτε αποτελεί μέρος κάποιου καθιερωμένου «εθίμου» διασκέδασης. Χρησιμοποιείται για να εξαφανίσει το πρόσωπο, άρα και τη σχέση της πράξης με την ευθύνη.
Και εδώ βρίσκεται μια κρίσιμη ειρωνεία: ο πραγματικός Guy Fawkes δεν φορούσε μάσκα. Συνελήφθη με ακάλυπτο πρόσωπο, βασανίστηκε και εκτελέστηκε ως συγκεκριμένο πρόσωπο με όνομα. Η μάσκα που φέρει σήμερα το όνομά του δεν συνεχίζει αυτή την ιστορία, αλλά την αναιρεί. Επικαλείται έναν άνθρωπο που δεν κρύφτηκε ποτέ πίσω από προσωπείο, για να νομιμοποιήσει σήμερα την εξαφάνιση της ευθύνης. Το ιστορικό πρόσωπο πλήρωσε με το σώμα του, ενώ το σύμβολο χρησιμοποιείται για να μην πληρώσει κανείς.
Όταν αυτή η λογική της ανωνυμίας συνδυάζεται με πραγματική φωτιά, σε κλειστό και ασφυκτικά γεμάτο χώρο, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι καταστροφικό. Η φωτιά, που παρουσιάζεται ως εφέ ή θέαμα, παύει να είναι συμβολική. Γίνεται ανεξέλεγκτη δύναμη. Και η μάσκα, που υποτίθεται ότι προσδίδει θεατρικότητα ή ισχύ, μετατρέπεται σε εικόνα τρόμου. Δεν είναι τυχαίο ότι για πολλούς, αυτές οι μασκοφόρες φιγούρες μοιάζουν εκ των υστέρων με προσωποποιήσεις του ίδιου του θανάτου.
Σε αυτό το σημείο τίθεται αναπόφευκτα και ένα δύσκολο ερώτημα: μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο τρομοκρατικής λογικής; Χωρίς να προδικάζεται τίποτα, πρέπει να ειπωθεί καθαρά ότι ορισμένα χαρακτηριστικά υπερβαίνουν την έννοια του «ατυχήματος». Η χρήση φωτιάς σε τέτοιες συνθήκες, η συνειδητή κάλυψη των προσώπων, η πλήρης αδιαφορία για το ανθρώπινο αποτέλεσμα και ο μαζικός αριθμός θυμάτων παράγουν αποτελέσματα που λειτουργούν τρομοκρατικά, ακόμη κι αν δεν υπήρξε διακηρυγμένο ιδεολογικό κίνητρο. Η τρομοκρατία δεν ορίζεται μόνο από την πρόθεση, αλλά και από το αποτέλεσμα: μαζικός τρόμος, τυχαία θύματα, αιφνίδια βία σε χώρο που υποτίθεται ότι εγγυάται ασφάλεια.
Ωστόσο, η ανωνυμία που υπόσχεται η μάσκα είναι σχεδόν πάντα προσωρινή. Οι μάσκες κρύβουν πρόσωπα, όχι γεγονότα. Κάμερες, μαρτυρίες, ψηφιακά ίχνη, εσωτερική γνώση και, τελικά, η αδυναμία της σιωπής οδηγούν συνήθως στην αναγνώριση. Σε γεγονότα με δεκάδες νεκρούς και εκατοντάδες τραυματίες, η ευθύνη δεν εξαφανίζεται. Αναζητείται.
Η συμβολική πράξη, λοιπόν, επιστρέφει ως μπούμερανγκ. Το προσωπείο που φορέθηκε για να ακυρώσει την ευθύνη, γίνεται τελικά το ισχυρότερο τεκμήριό της. Και η φωτιά, που χρησιμοποιήθηκε ως θέαμα, αποκαλύπτει με τον πιο βίαιο τρόπο ότι καμία πράξη δεν παραμένει «παράσταση» όταν παίζει με πραγματικές ζωές.
Η τραγωδία του Κραν Μοντανά μάς αφήνει με μια σκοτεινή αλλά αναγκαία επίγνωση: όταν η διασκέδαση συναντά την ανωνυμία και τη φωτιά, το τίμημα μπορεί να είναι ο θάνατος. Και τότε, όσα πρόσωπα κι αν καλυφθούν, η ευθύνη αργά ή γρήγορα βρίσκει τρόπο να εμφανιστεί.
January 03, 2026
The fire wore a mask
The tragedy at the “Le Constellation” bar in Crans-Montana, Switzerland, which unfolded in the early hours of January 1, 2026, cannot be treated as just another “fun accident.” With more than forty dead and one hundred and nineteen burned, it is an event that violently shatters the illusion that fun is inherently harmless. Especially when, in the images that preceded and followed, something deeply disturbing dominates: people handling fire while wearing masks.
The mask is not a neutral object. The mask of Guy Fawkes in particular, with its frozen smile and stylized face, carries a heavy historical burden. Guy Fawkes was one of the conspirators of the Gunpowder Plot of 1605, a plan that aimed to blow up the Palace of Westminster and especially the House of Lords, while King James I and the political leadership of England would be present. The motives of the conspiracy were deeply religious: Fawkes and his accomplices, Catholics in a Protestant state that oppressed them, believed that this mass extermination was a legitimate means of restoring their religious faith and its political power.
Over the centuries, this story was taken out of context and transformed into a symbol. The modern Guy Fawkes mask was presented as an emblem of resistance and anonymity. But its main characteristic remains: anonymity as a prerequisite for the act. It is no coincidence that this mask is not used for protection, nor is it part of some established “custom” of entertainment. It is used to eliminate the face, and therefore the relationship of the act to responsibility.
And here lies a crucial irony: the real Guy Fawkes did not wear a mask. He was arrested with his face uncovered, tortured and executed as a specific person with a name. The mask that bears his name today does not continue this story, but undoes it. It invokes a man who never hid behind a mask, in order to legitimize today the disappearance of responsibility. The historical person paid with his body, while the symbol is used so that no one pays.
When this logic of anonymity is combined with real fire, in a closed and suffocating space, the result can only be disastrous. The fire, presented as an effect or spectacle, ceases to be symbolic. It becomes an uncontrollable force. And the mask, which is supposed to impart theatricality or power, is transformed into an image of terror. It is no coincidence that for many, these masked figures seem in retrospect to personifications of death itself.
At this point, a difficult question inevitably arises: can the possibility of a terrorist logic be ruled out? Without prejudging anything, it must be clearly stated that certain characteristics go beyond the concept of an “accident”. The use of fire in such circumstances, the conscious covering of faces, the complete indifference to the human outcome and the massive number of victims produce results that operate as terrorist, even if there was no declared ideological motivation. Terrorism is not defined only by the intention, but also by the result: mass terror, random victims, sudden violence in a space that is supposed to guarantee safety.
However, the anonymity promised by the mask is almost always temporary. Masks hide faces, not facts. Cameras, testimonies, digital traces, insider knowledge and, ultimately, the impossibility of silence usually lead to recognition. In events with dozens of dead and hundreds of injured, responsibility does not disappear. It is sought.
The symbolic act, then, returns as a boomerang. The mask worn to cancel responsibility ultimately becomes its strongest evidence. And the fire, used as a spectacle, reveals in the most violent way that no act remains a "performance" when it plays with real lives.
The tragedy of Crans Montana leaves us with a dark but necessary realization: when fun meets anonymity and fire, the price can be death. And then, no matter how many faces are covered, responsibility sooner or later finds a way to emerge.

