05 Δεκεμβρίου 2025

Θεατρικό φαινόμενο και κβαντική θεωρία: προοίμιο/Theatrical phenomenon and quantum theory: preface


Η συσχέτιση της mise en scène με την κβαντική θεωρία δεν αποτελεί απλώς μια μεταφορά μεγάλης αισθητικής δύναμης· είναι επίσης μία επιστημολογική προέκταση της σύγχρονης σκηνικής θεωρίας, η οποία απομακρύνεται από τα στατικά μοντέλα ερμηνείας και κινείται προς δυναμικά, ρευστά και σχεσιακά παραδείγματα. Για να καταστεί διαυγέστερη αυτή η αναλογία, χρειάζεται να ανασκοπήσουμε τα βασικά γνωρίσματα της κβαντικής θεώρησης — όχι με την πρόθεση εξειδικευμένης φυσικής ανάλυσης, αλλά με στόχο να αναδειχθεί το φιλοσοφικό της υπόστρωμα.


1. Η φύση του κβαντικού φαινομένου: από την ουσία στη σχέση

Στην κβαντική φυσική, τα σωματίδια δεν αντιμετωπίζονται ως μικρές, σταθερές μονάδες ύλης με εσωτερικές, απολύτως καθορισμένες ιδιότητες. Αντιθέτως, αντιμετωπίζονται ως πιθανοκρατικές καταστάσεις: δεν έχουν θέση, ενέργεια ή ορμή πριν από τη μέτρηση. Το φαινόμενο αποκτά συγκεκριμένες τιμές μόνο τη στιγμή της παρατήρησης. Σε αυτό το σημείο, η κβαντική σκέψη συναντά τη σύγχρονη θεατρική θεωρία: η παράσταση δεν είναι μια στατική οντότητα που «έχει» νόημα, αλλά ένα δίκτυο σχέσεων που αποκτά εκάστοτε σημασία τη στιγμή της πρόσληψης. Και στις δύο περιπτώσεις, η ουσία μετατρέπεται σε σχέση, και το αντικείμενο σε συμβάν.


2. Η διττή φύση: κύμα και σωματίδιο — υλικότητα και δυναμική σημασία

Στον μικρόκοσμο, κάθε οντότητα εμφανίζει μια διττή συμπεριφορά: άλλοτε εκδηλώνεται ως σωματίδιο (υλικό σημείο), άλλοτε ως κύμα (διάχυτη δυναμική). Η διττότητα αυτή δεν είναι παραδοξότητα· είναι δομικό χαρακτηριστικό του φυσικού κόσμου. Εδώ αναδύεται μια βαθιά αναλογία με το θεατρικό σημείο: το σημείο μπορεί να εμφανιστεί ως υλικότητα (ένα σώμα, ένα αντικείμενο, ένας φωτιστικός άξονας). Αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως κύμα σημασιών που διαχέονται στις σχέσεις του με τα υπόλοιπα στοιχεία της σκηνής. Η mise en scène, όπως και το κβαντικό φαινόμενο, δεν είναι ποτέ μόνο αυτό που «φαίνεται» ούτε μόνο αυτό που «σημαίνει». Ο θεατής βιώνει κάθε στιγμή μια διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στη σώμα–ύλη και στη μεταφορική, εννοιολογική τους διάσταση.


3. Η υπέρθεση: το νόημα ως πολλαπλότητα δυνατοτήτων

Στον κβαντικό κόσμο, μια οντότητα μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε πολλές πιθανές καταστάσεις (υπέρθεση). Μόνο η πράξη της μέτρησης την αναγκάζει να επιλέξει μία. Αντίστοιχα, μια παράσταση δεν περιέχει ένα μοναδικό νόημα που «περιμένει» τον θεατή· περιέχει μια υπέρθεση ενδεχόμενων σημασιών (βλ. θέατρο του Ρόμπερτ Γουΐλσον). Η πράξη της πρόσληψης —η ματιά, η μνήμη, η εμπειρία του θεατή— «καταρρίπτει» την υπέρθεση και πραγματώνει μία έκφανση νοήματος, η οποία ισχύει μόνο για εκείνον, μόνο εκείνη τη στιγμή. Δεν υπάρχει, επομένως, ένα «ορθό» νόημα της mise en scène· υπάρχουν πολλαπλές, πιθανές εκδοχές, καθεμία από τις οποίες συνιστά πλήρη ανασύνθεση του συστήματος.


4. Η αρχή της απροσδιοριστίας: η αβεβαιότητα ως δομικό στοιχείο

Η αρχή της απροσδιοριστίας του W.K. Heisenberg υποστηρίζει ότι όσο ακριβέστερα μετράμε τη θέση ενός σωματιδίου, τόσο πιο ασαφής γίνεται η ορμή του — και αντιστρόφως. Η αβεβαιότητα δεν οφείλεται σε τεχνικό περιορισμό· είναι εγγενής στη φύση. Με παρόμοιο τρόπο, στην ανάλυση μιας παράστασης: όσο περισσότερο επιδιώκουμε να απομονώσουμε ένα σημείο, τόσο χάνουμε την ευρύτερη δυναμική της mise en scène. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να συλλάβουμε το συνολικό νόημα, τόσο περισσότερο διαφεύγουν οι μικροδομές που το συγκροτούν. Αυτή η αδυνατότητα πλήρους σύλληψης δεν αποτελεί αποτυχία της ανάλυσης, αλλά συνθήκη της θεατρικής τέχνης. Η αβεβαιότητα είναι εγγενής, οργανική, αναπόσπαστη.


5. Παρατήρηση και συνδημιουργία: ο θεατής ως στοιχειώδης παράγοντας

Στην κβαντική φυσική, η παρατήρηση δεν είναι ουδέτερη: επηρεάζει και διαμορφώνει το φαινόμενο που παρατηρεί. Αυτό το παράδοξο της συμμετοχικής παρατήρησης έχει σημαντική θεωρητική αξία για το θέατρο. Ο θεατής δεν «βλέπει» απλώς μια mise en scène· τη συγκροτεί μέσα από τις προσδοκίες του, τις συναισθηματικές του διαθέσεις, τα γνωστικά του σχήματα, την πολιτισμική του μνήμη. Η παράσταση που βλέπει ένας θεατής ουδέποτε ταυτίζεται με αυτή που βλέπει ένας άλλος — παρ' ότι μοιράζονται το ίδιο σκηνικό γεγονός. Η θεατρική πραγματικότητα είναι συνεπιτέλεση, όπως και το κβαντικό φαινόμενο.


6. Από τη δομή στη διαδικασία: η αυτοποίηση της παράστασης

Στο σημείο αυτό, η σκέψη του Χάιζενμπεργκ συνομιλεί με τη θεωρία της E. Fischer-Lichte περί αυτο-ποίησης του θεατρικού γεγονότος: η παράσταση δεν είναι ένα κλειστό σύστημα με σταθερές σημασίες, αλλά ένα αυτο-γενές συμβάν που αναδύεται από τη συνεχή ανταλλαγή ενέργειας μεταξύ σκηνής και θεατή. Ο P. Pavis επιμένει ότι «η mise en scène, ως δομικό σύστημα, υπάρχει μόνο όταν προσλαμβάνεται και ανασυντίθεται από έναν θεατή» . Στόχος μας δεν είναι να ανασυνθέσουμε τις προθέσεις του σκηνοθέτη, αλλά να κατανοήσουμε το σύστημα που παράγεται από όσους συμβάλλουν στην παράσταση. Η θέση του Πάβις δεν αποδυναμώνει την έννοια της σκηνοθεσίας· αντιθέτως, την επανατοποθετεί στο συνεχές της ρευστής σημειωτικής σχέσης μεταξύ παραγωγής και πρόσληψης. Η mise en scène δεν υφίσταται πριν τον θεατή, ούτε έξω από αυτόν. Παράγεται στη συνάντησή τους —στην αβέβαιη περιοχή όπου τα κβάντα της παραστασιακής ύλης συλλαμβάνονται στιγμιαία, πριν επανέλθουν στην πολυσημία τους. Ο H.T. Lehmann, από την πλευρά του, υποστηρίζει ότι στο μεταδραματικό θέατρο το νόημα δεν οργανώνεται γύρω από έναν κεντρικό σημασιολογικό πυρήνα, αλλά αναδύεται διασκορπισμένα, όπως μια κβαντική πιθανότητα που δεν πραγματοποιείται ποτέ ολοκληρωτικά. Στο δικό μου θεωρητικό σχήμα —όπως το έχω ήδη θέσει εν σπέρματι (Παραστασιογραφίες» 2005)— αυτό σημαίνει ότι η mise en scène είναι ένας χορός πεταλούδων, μια πολλαπλότητα δυναμικών σημασιών που ποτέ δεν παγιώνονται και ποτέ δεν επαναλαμβάνονται με ακρίβεια. Γι' αυτό και προτείνω δυναμικές αλλά όχι τελεσίδικες σημασίες των παραστασιακών συμβάντων που με απασχολούν.


Προς μια «κβαντική» θεωρία της θεατρικής πρόσληψης

Η δυνατότητα να συλλάβουμε με βεβαιότητα τη σκηνοθεσία παραμένει εκ προοιμίου προβληματική, ακριβώς επειδή η θεατρική πράξη συγκροτείται από σημεία εγγενώς ρευστά, ασταθή και κινούμενα. Το θεατρικό σημείο —αν το θεωρήσουμε ως τη μικρότερη μονάδα παραστασιακής ύλης— δεν είναι ποτέ στατικό· μοιάζει περισσότερο με ένα κβάντο θεατρικότητας: εμφανίζεται μόνον όταν παρατηρείται, μεταβάλλει τη μορφή του ανάλογα με το πλαίσιο και «πηδά» μεταξύ σημασιολογικών πιθανότητων. Η mise en scène, μέσα σε αυτό το περιβάλλον ρευστότητας, δεν μπορεί να αναγνωσθεί ως ένας σταθερός, παγιωμένος μηχανισμός, αλλά ως μια δυναμική τροχιά σημείων που προκύπτουν από τη συνεχή διάδραση σκηνοθετικών προθέσεων, υλικών πρακτικών και θεαματικών δεκτών.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αναφορά στην κβαντική θεωρία δεν λειτουργεί ως επιστημονική μεταφορά αλλά ως αναλυτική αναγκαιότητα: όπως ένα υποατομικό σωματίδιο υφίσταται διαφορετικά όταν παρατηρείται, έτσι και το θεατρικό σημείο αποκτά σημασία μόνον όταν γίνεται αντιληπτό από έναν συγκεκριμένο θεατή, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, εντός ενός συγκεκριμένου πλέγματος προσδοκιών, μνήμης και ερμηνευτικών συνηθειών. Τα «κβάντα» της παράστασης —το βλέμμα, η χειρονομία, η φωνή, η διάταξη του χώρου, οι υφές του φωτός, οι παύσεις— δεν συγκροτούν μια ενιαία οντότητα πριν από την πρόσληψή τους. Συνυπάρχουν ως ενδεχόμενα, ως πολλαπλότητες που αποκρυσταλλώνονται μόνον όταν ενεργοποιηθούν από την πράξη της θέασης.

Συνολικά, η θεατρική παράσταση, όπως και το κβαντικό φαινόμενο, δεν μπορεί να οριστεί παρά μόνο ως συμβάν — ως συναντησιακός κόμβος ανάμεσα σε πολλαπλές πιθανότητες. Η mise en scène δεν είναι δεδομένη, αλλά ένα παραστασιακό πεδίο πιθανών σημασιών, το οποίο εκδηλώνεται προσωρινά, για όσο διαρκεί η στιγμή της θέασης. Το θέατρο δεν μας ζητά να κατακτήσουμε τη βεβαιότητα, αλλά να αποδεχθούμε τη ρευστότητα. Δεν μας ζητά να οριστικοποιήσουμε το νόημα, αλλά να βιώσουμε την αναδυόμενη στιγμή του. Όπως στον κβαντικό κόσμο, έτσι και στο θέατρο: η πραγματικότητα δεν προηγείται της παρατήρησης· γεννιέται από αυτήν.




December 05, 2025

Theatrical phenomenon and quantum theory: preface

The association of mise en scène with quantum theory is not simply a metaphor of great aesthetic power; it is also an epistemological extension of modern theatre theory, which moves away from static models of interpretation and towards dynamic, fluid, and relational paradigms. To make this analogy clearer, we need to review the basic features of quantum theory — not with the intention of a specialized physical analysis, but with the aim of highlighting its philosophical underpinnings.


1. The nature of quantum phenomena: from essence to relationship

In quantum physics, particles are not treated as small, stable units of matter with internal, absolutely defined properties. Instead, they are treated as probabilistic states: they have no position, energy, or momentum before measurement. The phenomenon acquires specific values only at the moment of observation. At this point, quantum thinking meets modern theater theory: the theatrical performance is not a static entity that “has” meaning, but a network of relations that acquires significance at the moment of perception. In both cases, the substance is transformed into a relation, and the object into an event.


2. The dual nature: wave and particle — materiality and dynamic meaning

In the microcosm, every entity displays a dual behavior: sometimes it manifests itself as a particle (material point), sometimes as a wave (diffuse dynamics). This duality is not a paradox; it is a structural feature of the natural world. Here a profound analogy with the theatrical sign emerges: the sign can appear as materiality (a body, an object, a lighting axis). But at the same time it functions as a wave of meanings that are diffused in its relations with the other elements of the stage. The mise en scène, like the quantum phenomenon, is never only what “appears” nor only what “means”. The viewer experiences at every moment a constant oscillation between the body-matter and their metaphorical, conceptual dimension.


3. Superposition: meaning as a multiplicity of possibilities

In the quantum world, an entity can be in many possible states (superposition) at the same time. Only the act of measurement forces it to choose one. Accordingly, a performance does not contain a single meaning that “waits” for the viewer; it contains a superposition of possible meanings (cf. Bob Wilson's theatre). The act of perception —the viewer’s gaze, memory, experience— “overthrows” the superposition and realizes a manifestation of meaning that is valid only for him, only at that moment. There is, therefore, no “correct” meaning of the mise en scène; there are multiple, possible versions, each of which constitutes a complete recomposition of the system.


4. The uncertainty principle: uncertainty as a structural element

W.K. Heisenberg’s uncertainty principle states that the more precisely we measure a particle’s position, the more uncertain its momentum becomes —and vice versa. Uncertainty is not due to a technical limitation; it is inherent in nature. Similarly, in the analysis of a performance: the more we seek to isolate a sign, the more we lose the broader dynamics of the mise en scène. The more we try to grasp the overall meaning, the more the microstructures that constitute it escape us. This impossibility of complete comprehension is not a failure of analysis, but a condition of theatrical art. Uncertainty is inherent, organic, inseparable.


5. Observation and co-creation: the viewer as an elementary factor

In quantum physics, observation is not neutral: it influences and shapes the phenomenon it observes. This paradox of participatory observation has significant theoretical value for theater. The spectator does not simply “see” a mise en scène; he constructs it through his expectations, his emotional moods, his cognitive schemas, his cultural memory. The performance that one spectator sees is never identical to that seen by another —even though they share the same stage event. Theatrical reality is co-performance, just like the quantum phenomenon.


6. From structure to process: the self-creation of performance

At this point, Heisenberg’s thought speaks to E. Fischer-Lichte’s theory of the self-making of the theatrical event: the performance is not a closed system with fixed meanings, but an autogenic event that emerges from the continuous exchange of energy between stage and spectator. P. Pavis insists that “mise en scène, as a structural system, exists only when it is received and recomposed by a spectator.” Our aim is not to reconstruct the director’s intentions, but to understand the system produced by those who contribute to the performance. Pavis’s position does not weaken the concept of mise en scène; on the contrary, it repositions it in the continuum of the fluid semiotic relationship between production and reception. Mise en scène does not exist before the spectator, nor outside of him. It is produced in their encounter —in the uncertain region where quanta of performative matter are momentarily apprehended, before returning to their polysemy. H.T. Lehmann, for his part, argues that in postdramatic theater, meaning is not organized around a central semantic core, but emerges dispersedly, like a possibility that is never fully realized. In my own theoretical scheme —as I have already put it in seed (2005)— this means that mise en scène is a “dance of butterflies”, a multiplicity of dynamic meanings that are never consolidated and never precisely repeated. That is why I propose dynamic but not definitive meanings of the performative events that concern me.


Towards a "quantum" theory of theatrical reception

The possibility of grasping mise en scène with certainty remains problematic from the outset, precisely because the theatrical act is constituted by inherently fluid, unstable and moving signs. The theatrical sign —if we consider it as the smallest unit of performative matter— is never static; it is more like a quantum of theatricality: it appears only when observed, changes its form according to the context and “jumps” between semantic possibilities. The mise en scène, within this environment of fluidity, cannot be read as a stable, established mechanism, but as a dynamic trajectory of signs that arise from the continuous interaction of directorial intentions, material practices and spectacular receivers.

In this context, the reference to quantum theory does not function as a scientific metaphor but as an analytical necessity: just as a subatomic particle exists differently when observed, so too the theatrical sign acquires meaning only when perceived by a specific spectator, at a specific moment, within a specific network of expectations, memory, and interpretive habits. The “quanta” of the performance —the gaze, the gesture, the voice, the arrangement of space, the textures of light, the pauses— do not constitute a single entity before their perception. They coexist as contingencies, as multiplicities that crystallize only when activated by the act of viewing.

Overall, the theatrical performance, like the quantum phenomenon, can only be defined as an event — as a meeting point between multiple possibilities. The mise en scène is not given, but a performative field of possible meanings, which manifests itself temporarily, for the duration of the moment of viewing. Theater does not ask us to conquer certainty, but to accept fluidity. It does not ask us to finalize meaning, but to experience its emerging moment. As in the quantum world, so in theater: reality does not precede observation; it is born from it.