26 Νοεμβρίου 2025

Το προσωπείο της αριστείας και το πρόσωπο της βίας




Η πρόσφατη υπόθεση της Αμερικανίδας «Δασκάλας της Χρονιάς» που εμφανίζεται σε βίντεο να ασκεί σωματική βία σε παιδί της δεν αποτελεί απλώς μια είδηση. Λειτουργεί ως αποκάλυψη. Μια από εκείνες τις στιγμές όπου το κοινωνικό θέατρο – η σκηνοθετημένη επιτέλεση ρόλων που συγκροτούν τη δημόσια ζωή – διαρρηγνύει την ψευδαίσθησή του και αφήνει τη σκοτεινή του αλήθεια να φανεί. Η περίπτωση δεν φέρνει στο φως μόνο την ηθική αποτυχία μιας εκπαιδευτικού· φωτίζει τη βαθύτερη παθολογία των θεσμών που επιμένουν να επιβραβεύουν τα προσωπεία και να αγνοούν τα πρόσωπα.

Η δασκάλα αυτή δεν τιμήθηκε για την παιδαγωγική της ουσία. Τιμήθηκε για τον ρόλο της — για μια εξωτερική απόδοση αριστείας, για την πειστικότητα με την οποία ενσάρκωσε την επιθυμητή κοινωνική εικόνα. Το σύστημα δεν βράβευσε τη δασκάλα∙ βράβευσε το προσωπείο της. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο στο ηθικό της ολίσθημα, αλλά στον τρόπο με τον οποίο οι θεσμοί εξακολουθούν να συγχέουν την εκπαιδευτική αρετή με την σκηνική επιτελεστικότητα.

Στο κοινωνικό θέατρο – όπως το προσδιορίζω – οι κοινωνικοί ρόλοι λειτουργούν ως μάσκες: σταθερές, αναγνωρίσιμες μορφές που τηρούν τη θεσμική τάξη. Η εκπαιδευτικός, ο δικαστής, ο πολιτικός, ο γιατρός, δεν κρίνονται πρωτίστως ως πρόσωπα με ηθικό βάθος, αλλά ως φορείς ενός ρόλου που έχει ήδη καθοριστεί από την κοινωνική τους θέση. Το προσωπείο, λοιπόν, προηγείται του προσώπου. Η δασκάλα που βραβεύτηκε αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της λειτουργίας. Προσέφερε στον θεσμό την εικόνα που ο θεσμός επιθυμούσε να δει: επιμέλεια, οργανωτικότητα, «παραδειγματική» στάση, επιτυχίες μαθητών, συμμετοχή στην κοινότητα. Όλα αυτά συνθέτουν το προσδοκώμενο κοινωνικό προσωπείο. Αυτό που δεν φαίνεται – το πραγματικό πρόσωπο, η άσκηση εξουσίας, η ιδιωτική βία – μένει εκτός σκηνής. Η κοινωνία δεν έχει πρόσβαση στο παρασκήνιο της επιτέλεσης.

Η εκπαιδευτική διαδικασία, όπως συχνά λειτουργεί, διατηρεί έντονα στοιχεία θεατρικής δομής: ένας «πρωταγωνιστής» (ο δάσκαλος), ένα «κοινό» (οι μαθητές), ένα σύστημα κανόνων, ένα πλαίσιο ρόλων και μια ιεραρχία που δεν αμφισβητείται εύκολα. Αυτό το μοντέλο παιδαγωγικής εξουσίας, παρά τη φαινομενική εξέλιξη της σύγχρονης εκπαίδευσης, εξακολουθεί να παράγει αυταρχικά κατάλοιπα. Η βία που εμφανίζεται στο επίμαχο βίντεο δεν είναι ξένη προς αυτή την εξουσιαστική κληρονομιά. Αντιθέτως, αποκαλύπτει μια βαθιά ριζωμένη παραδοχή: ότι ο δάσκαλος διαθέτει όχι μόνο την ευθύνη της διαμόρφωσης, αλλά και το «δικαίωμα» της τιμωρίας. Η βία μπορεί να έχει εγκαταλειφθεί ως επίσημη παιδαγωγική πρακτική, αλλά επιβιώνει άτυπα, μέσα από μοντέλα σκέψης που παραμένουν αμφίσημα. Όταν ένα σύστημα επιβραβεύει την «παραδειγματική πειθαρχία» χωρίς να εξετάζει τι την παράγει, τότε η εξουσία μετατρέπεται εύκολα σε αυταρχισμό.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η δασκάλα δεν ήταν μια «τυχαία» λειτουργός. Ήταν τιμημένη ως η καλύτερη της χρονιάς. Αυτό αποκαλύπτει κάτι πολύ ουσιαστικό: ότι το σύστημα αξιολόγησης δεν είδε, δεν θέλησε να δει ή δεν μπορούσε να δει αυτό που συνέβαινε πίσω από το προσωπείο. Αυτό, στο πλαίσιο του κοινωνικού θεάτρου, αποκαλείται θεσμική μυωπία: οι θεσμοί αντιλαμβάνονται μόνο ό,τι βρίσκεται πάνω στη σκηνή. Η αριστεία μετατρέπεται έτσι σε επιτελεστικό μέγεθος. Η βράβευση δεν αποδίδεται στην παιδαγωγική ουσία αλλά στην εντύπωση που παράγεται μέσα από συγκεκριμένους κώδικες συμπεριφοράς. Το ουσιώδες – η ηθική πρακτική, η διαχείριση της εξουσίας, η σχέση με τον μαθητή – παραμένει αθέατο.

Το βίντεο λειτουργεί ως ένα είδος «θεατρικής παραβίασης» — σαν μια στιγμή μπρεχτικού παραξενίσματος. Το κοινό, το οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή έβλεπε μόνο τη σκηνή, βλέπει ξαφνικά το παρασκήνιο. Το προσωπείο σπάει. Το πρόσωπο αποκαλύπτεται. Το σύστημα, το οποίο είχε επενδύσει στη εικόνα της αριστείας, βρίσκεται αντιμέτωπο με τη δική του αυταπάτη. Αυτή η στιγμή αποκάλυψης είναι κρίσιμη για το κοινωνικό θέατρο: αποδεικνύει ότι κάθε ρόλος, όσο επιτυχημένος κι αν είναι, παραμένει μια επιτέλεση που μπορεί να καταρρεύσει όταν η πραγματικότητα εισβάλλει απροειδοποίητα.

Η υπόθεση αναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη για μια παιδαγωγική που δεν θα βασίζεται σε ρόλους και μάσκες, αλλά στην πραγματική ηθική υπόσταση των εκπαιδευτικών. Μια παιδαγωγική που θα εξετάζει: τον τρόπο άσκησης εξουσίας, τη συναισθηματική ωριμότητα, τον σεβασμό της αξιοπρέπειας του παιδιού, την ικανότητα ενσυναίσθησης, την αυτογνωσία του ενήλικα που διδάσκει. Αυτές οι διαστάσεις δεν μετρώνται εύκολα, αλλά αποτελούν το ουσιαστικό υπόβαθρο της παιδαγωγικής πράξης.

Η θεωρία του κοινωνικού θεάτρου δείχνει ότι, αν δεν αμφισβητήσουμε τη λειτουργία των προσωπείων, οι θεσμοί θα συνεχίσουν να επιβραβεύουν εικόνες και όχι ουσίες. Η υπόθεση της δασκάλας είναι απλώς μια δραματουργική κορύφωση· ένα επεισόδιο μέσα σε μια μακρά ιστορία όπου η κοινωνία προτιμά να χειροκροτεί μάσκες αντί να αναμετριέται με την αλήθεια. Το ζητούμενο δεν είναι να δαιμονοποιήσουμε ένα πρόσωπο, αλλά να αναδείξουμε τη δομική ευθύνη: τόσο το εκπαιδευτικό όσο και το κοινωνικό σύστημα πρέπει να μάθουν να βλέπουν πίσω από το προσωπείο.


Επίλογος

Η δασκάλα τιμήθηκε για το προσωπείο της. Το πρόσωπό της, όμως, αποκάλυψε μια πραγματικότητα που το σύστημα απέκρυπτε – ίσως όχι τυχαία. Αν το σχολείο είναι μια σκηνή και ο δάσκαλος ένας ρόλος, τότε το περιστατικό αυτό μάς υποχρεώνει να ξανασκεφτούμε όχι μόνο τον ρόλο, αλλά και το ίδιο το θέατρο. Η παιδαγωγική δεν μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ως επιτέλεση αριστείας. Πρέπει να επιστρέψει στην ουσία: στην ηθική της ευθύνης, στη μη-βία, και στη βαθιά ανθρώπινη σχέση που συγκροτεί κάθε πράξη διδασκαλίας. Το κοινωνικό θέατρο χρειάζεται λιγότερες μάσκες και περισσότερη αλήθεια. Μόνο τότε θα μπορούμε να μιλάμε για πραγματική παιδεία — όχι για σκιαγραφίες αριστείας.