15 Ιανουαρίου 2026

«Δεν μας σώζει τίποτα»: γενεαλογία μιας μετα-σωτηριολογικής συνθήκης/"Nothing can save us": genealogy of a post-soteriological condition

 


Το 2018, στο Gerald W. Lynch Theatre της Νέας Υόρκης, η Druid Theatre Company παρουσίασε το κλασικό έργο του Σάμιουελ Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό, σε σκηνοθεσία της βραβευμένης Garry Hynes. Ο Aaron Monaghan ενσάρκωσε τον Εστραγκόν και ο Marty Rea τον Βλαδίμηρο (φωτο: Richard Termine). Η παράσταση αναδείκνυε με μοναδικό τρόπο τη σιωπή, την αναμονή και την ακινησία, τα οποία στον Μπέκετ συνιστούν το ίδιο το «τίποτα». Μέσα από χιούμορ, κωμικό ρυθμό και την ιδιαίτερη ιρλανδική προφορά των ηθοποιών, κάθε στιγμή καθυστερημένης προσδοκίας γινόταν φορτισμένη αποκαλύπτοντας τον κωμικό πλούτο του έργου. Οι θεατές βίωναν την αναμονή ως υπαρξιακή εμπειρία, όπου το «τίποτα» αποκτούσε νόημα και ένταση. Η παράσταση, ταυτόχρονα διασκεδαστική και συγκινητική, αποτύπωνε με ζωντάνια την αιώνια αναζήτηση λύτρωσης που παραμένει πάντοτε σε εκκρεμότητα. 


Η φράση «δεν μας σώζει τίποτα» ακούγεται σήμερα με μια παράξενη φυσικότητα. Δεν εκφέρεται ως φιλοσοφικό αξίωμα ούτε ως θεολογική θέση. Περισσότερο λειτουργεί ως καθημερινή διαπίστωση, ως συμπύκνωση μιας ιστορικής εμπειρίας εξάντλησης. Κι όμως, πίσω από τη φαινομενική της απλότητα, η φράση αυτή φέρει ένα βαρύ εννοιολογικό φορτίο. Ακόμη και ως άρνηση, προϋποθέτει ότι κάποτε τέθηκε — και μάλιστα με επιτακτικό τρόπο — το ερώτημα της σωτηρίας. Δεν μπορεί να ειπωθεί σε έναν κόσμο που δεν γνώρισε ποτέ τη σωτηρία. Εκφέρεται μόνο μέσα σε έναν πολιτισμό που τη σκέφτηκε, την περίμενε και, τελικά, την έχασε.

Η αρχαία ελληνική σκέψη δεν συγκροτεί την ανθρώπινη ύπαρξη ως κατ’ αρχήν απολεσθείσα. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται να σωθεί αλλά να ζήσει εντός ορίων, να γνωρίσει, να ασκηθεί, να πράξει. Το τραγικό δεν είναι η πτώση από μια αρχέγονη πληρότητα, αλλά η σύγκρουση ασύμβατων δυνάμεων, η αδυναμία συμφιλίωσης του ανθρώπινου με το μέτρο του κόσμου. Η τραγωδία δεν υπόσχεται λύτρωση. Παράγει γνώση μέσω του πάθους. Η φιλοσοφία, αντίστοιχα, δεν αρθρώνεται ως λόγος σωτηρίας αλλά ως τρόπος ζωής: ευδαιμονία ως εντελέχεια στον Αριστοτέλη, αταραξία ως άσκηση στους Στωικούς και τους Επικούρειους, θεωρία ως θέαση του όντος στον Πλάτωνα. Ακόμη και όταν το ρήμα «σῴζω» εμφανίζεται, αφορά τη διατήρηση της ζωής ή της πόλης, όχι την οντολογική αποκατάσταση ενός πτωτικού όντος.

Η ριζική τομή συντελείται στον βιβλικό ορίζοντα. Εδώ η ανθρώπινη κατάσταση νοείται ως κατάσταση έλλειψης και προσμονής. Ο χρόνος παύει να είναι κυκλικός και γίνεται ιστορικός. Το παρόν βιώνεται ως απόσταση από μια υπόσχεση. Η σωτηρία δεν είναι αποτέλεσμα γνώσης ή άσκησης, αλλά επέμβαση του Θεού στην ιστορία. Ο χριστιανισμός καθολικοποιεί και οντολογικοποιεί αυτή τη δομή: η σωτηρία γίνεται καθολική ανάγκη, η πτώση θεμελιακό ανθρωπολογικό δεδομένο, η λύτρωση μοναδικό ενδεχόμενο υπέρβασης. Από εδώ και πέρα, ο δυτικός άνθρωπος μαθαίνει να σκέφτεται τον εαυτό του υπό το δίλημμα της σωτηρίας και της απώλειας. Ακόμη και όταν απορρίπτει τη θεολογία, δεν απορρίπτει το σχήμα που αυτή εγκαθίδρυσε.

Η νεωτερικότητα δεν καταργεί τη σωτηρία αλλά τη μεταφράζει. Όπως έχει δείξει ο Καρλ Λέβιτ, η φιλοσοφία της ιστορίας αποτελεί εκκοσμικευμένη εσχατολογία. Εκεί όπου αποσύρεται ο Θεός, αναλαμβάνουν η Ιστορία, η Πρόοδος, η Επανάσταση, η Επιστήμη. Ο Χέγκελ νοεί την ιστορική κίνηση ως αυτοπραγμάτωση του Πνεύματος. Ο Μαρξ μεταφέρει τη λύτρωση στο πεδίο της υλικής αναγκαιότητας. Ο θετικισμός υπόσχεται τελική συμφιλίωση μέσω της γνώσης. Το παρόν παραμένει ανεπαρκές, το μέλλον λυτρωτικό. Το σχήμα της σωτηρίας επιβιώνει ακέραιο, έστω κι αν έχει απολέσει το θεολογικό του λεξιλόγιο.

Η κρίση αυτών των εκκοσμικευμένων σωτηριολογιών αρχίζει ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα. Ο Νίτσε διαγιγνώσκει πρώτος, με αμείλικτη διαύγεια, την κατάρρευση κάθε υπερβατικής εγγύησης νοήματος. Ο «θάνατος του Θεού» δεν σημαίνει απλώς απώλεια θρησκευτικής πίστης, αλλά διάλυση του ίδιου του πλαισίου μέσα στο οποίο η σωτηρία μπορούσε να νοηθεί ως ερώτημα και ως υπόσχεση. Δεν χάνεται μόνο ο σωτήρας. Χάνεται το γραμματικό σύστημα της λύτρωσης.

Ο 20ός αιώνας έρχεται να επιβεβαιώσει ιστορικά αυτή τη διάγνωση. Οι καταστροφές που τελέστηκαν στο όνομα της Ιστορίας, της Προόδου και της Επανάστασης καθιστούν το μέλλον ύποπτο. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, γράφοντας μέσα στη δίνη του μεσοπολέμου, συλλαμβάνει την Ιστορία όχι ως πορεία προς τη σωτηρία αλλά ως σωρό ερειπίων. Ο άγγελος δεν βαδίζει προς ένα λυτρωτικό τέλος, αλλά παρασύρεται προς το μέλλον κοιτώντας την καταστροφή που σωρεύεται πίσω του. Η νεωτερική υπόσχεση της σωτηρίας αποκαλύπτεται έτσι ως μηχανισμός βίας και λήθης.

Σε αυτό το ιστορικό σημείο αρθρώνεται το «δεν μας σώζει τίποτα». Δεν πρόκειται για πρωτογενή μηδενισμό, αλλά για ύστερη συνείδηση μιας μακράς αποτυχίας. Η φράση διατηρεί τη γραμματική της σωτηριολογίας, αλλά στερείται του περιεχομένου της. Είναι μια εσχατολογία χωρίς έσχατο, μια σωτηριολογία χωρίς σωτήρα. Δεν δηλώνει απλώς απουσία ελπίδας, αλλά δυσπιστία απέναντι σε κάθε υπόσχεση.

Το τραγικό, σε αυτή την ύστερη μορφή του, επανέρχεται όχι ως αρχαία κατηγορία αλλά ως υπαρξιακή συνθήκη. Στον Κάφκα, στον Μπέκετ, στον Καμύ, η σωτηρία δεν έχει καν απορριφθεί — έχει απογυμνωθεί. Στον Μπέκετ ειδικότερα, η σωτηριολογική μορφή επιβιώνει ως κενό περίβλημα. Στο Περιμένοντας τον Γκοντό, οι ήρωες περιμένουν πράγματι έναν σωτήρα. Η αναμονή δεν εγκαταλείπεται, αλλά αποσπάται από κάθε δυνατότητα εκπλήρωσης. Ο Γκοντό φέρει όλα τα χαρακτηριστικά της σωτηριολογικής φιγούρας — απουσία, υπόσχεση, επερχόμενη άφιξη — χωρίς όμως κανένα οντολογικό ή ιστορικό βάρος. Δεν αποκαλύπτεται ποιος είναι, τι φέρνει, τι σώζει. Η άφιξή του αναβάλλεται επ’ άπειρον και, μαζί της, κάθε δυνατότητα λύτρωσης.

Έτσι, στον Μπέκετ, η σωτηρία δεν διαψεύδεται, αλλά σαπίζει επί σκηνής! Η αναμονή μετατρέπεται από εσχατολογική προσμονή σε επαναληπτική συνθήκη ύπαρξης. Δεν υπάρχει έξοδος, αλλά ούτε και κατάφαση στο μηδέν. Το «δεν μας σώζει τίποτα» δεν δηλώνει εδώ την απουσία ελπίδας, αλλά τη διατήρησή της σε καθαρά μορφικό επίπεδο, αποκομμένη από κάθε περιεχόμενο. Η σωτηριολογία επιμένει, ακριβώς τη στιγμή που έχει καταστεί αδύνατη. Το έργο δεν ακυρώνει τη σωτηρία. Την αφήνει να εξαντληθεί μπροστά στα μάτια μας. Αυτή η εξάντληση είναι το ίδιο το τραγικό του.

Ίσως, τελικά, το πιο τραγικό στοιχείο της σύγχρονης εμπειρίας να μην είναι η απουσία σωτηρίας, αλλά η μνήμη της. Ζούμε μετά τη σωτηρία — όχι πριν από αυτήν! Και αυτή η μετά-σωτηριολογική συνθήκη είναι που καθιστά τον λόγο μας τόσο λιτό, τόσο επιφυλακτικό, τόσο αμετάκλητο. Η φράση «δεν μας σώζει τίποτα» λειτουργεί έτσι ως αρνητικό αξίωμα μιας εποχής που έμαθε να περιμένει. Και τώρα μαθαίνει, με δυσκολία, να ζει χωρίς προσμονή...




January 15, 2026

"Nothing can save us": genealogy of a post-soteriological condition

The phrase “nothing can save us” is heard today with a strange naturalness. It is not expressed as a philosophical axiom or as a theological thesis. It functions more as an everyday observation, as a condensation of a historical experience of exhaustion. And yet, behind its apparent simplicity, this phrase carries a heavy conceptual burden. Even as a denial, it presupposes that the question of salvation was once raised — and indeed in an imperative way. It cannot be said to a world that has never known salvation. It is expressed only within a culture that thought about it, waited for it and, ultimately, lost it.

Ancient Greek thought does not constitute human existence as fundamentally lost. Man does not need to be saved but to live within limits, to know, to practice, to act. The tragic is not the fall from a primordial fullness, but the clash of incompatible forces, the inability to reconcile the human with the measure of the world. Tragedy does not promise redemption. It produces knowledge through passion. Philosophy, respectively, is not articulated as a discourse of salvation but as a way of life: bliss as entelechy in Aristotle, ataraxia as exercise in the Stoics and Epicureans, theoria as a view of being in Plato. Even when the verb “σῴζω” appears, it concerns the preservation of life or the city, not the ontological restoration of a fallen being.

The radical break occurs in the biblical horizon. Here the human condition is understood as a state of lack and expectation. Time ceases to be cyclical and becomes historical. The present is experienced as distance from a promise. Salvation is not the result of knowledge or practice, but God's intervention in history. Christianity catholicizes and ontologizes this structure: salvation becomes a universal necessity, the fall a fundamental anthropological given, redemption the only possibility of transcendence. From now on, Western man learns to think of himself under the dilemma of salvation and loss. Even when he rejects theology, he does not reject the schema that it established.

Modernity does not abolish salvation but translates it. As Karl Levitt has shown, the philosophy of history is a secularized eschatology. Where God withdraws, History, Progress, Revolution, Science take over. Hegel understands historical movement as the self-realization of the Spirit. Marx transfers redemption to the realm of material necessity. Positivism promises final reconciliation through knowledge. The present remains inadequate, the future redemptive. The scheme of salvation survives intact, even if it has lost its theological vocabulary.

The crisis of these secularized soteriologies begins already at the end of the 19th century. Nietzsche is the first to diagnose, with relentless clarity, the collapse of any transcendental guarantee of meaning. The “death of God” does not simply mean the loss of religious faith, but the dissolution of the very framework within which salvation could be understood as a question and as a promise. It is not only the savior that is lost. The grammatical system of redemption is lost.

The 20th century comes to historically confirm this diagnosis. The destructions committed in the name of History, Progress and Revolution make the future suspect. Walter Benjamin, writing in the vortex of the interwar period, conceives of History not as a path towards salvation but as a pile of ruins. The angel does not march towards a redemptive end, but is carried away towards the future, looking at the destruction that is piling up behind him. The modern promise of salvation is thus revealed as a mechanism of violence and oblivion.

At this historical point, “nothing can save us” is articulated. This is not a primary nihilism, but a late consciousness of a long failure. The phrase retains the grammar of soteriology, but is devoid of its content. It is an eschatology without an end, a soteriology without a savior. It does not simply declare an absence of hope, but a distrust of every promise.

The tragic, in this later form, returns not as an ancient category but as an existential condition. In Kafka, Beckett, Camus, salvation has not even been rejected — it has been stripped bare! In Beckett in particular, the soteriological form survives as an empty shell. In Waiting for Godot, the heroes do indeed wait for a savior. The waiting is not abandoned, but is detached from any possibility of fulfillment. Godot bears all the characteristics of the soteriological figure — absence, promise, impending arrival — but without any ontological or historical weight. Who he is, what he brings, what he saves is not revealed. His arrival is postponed indefinitely, and with it, all possibility of redemption.

Thus, in Beckett, salvation is not denied, but rots on stage! Waiting is transformed from eschatological anticipation into a repetitive condition of existence. There is no way out, but neither is there an affirmation of nothingness. “Nothing can save us” here does not indicate the absence of hope, but its preservation on a purely formal level, cut off from any content. Soteriology insists, precisely at the moment when it has become impossible. The play does not cancel salvation. It lets it run out before our eyes. This running out is its very tragedy.

Perhaps, ultimately, the most tragic element of modern experience is not the absence of salvation, but its memory. We live after salvation — not before it! And it is this post-satisfactory condition that makes our discourse so austere, so cautious, so irrevocable. The phrase “nothing can save us” thus functions as a negative axiom of an age that has learned to wait. And now it is learning, with difficulty, to live without expectation...