Η έννοια κοινωνία κυκλοφορεί σήμερα με έναν τρόπο που συχνά εμφανίζεται απομαγευτικός και κυνικός, όπως παρατήρησε κάποτε η Θάτσερ, εμφανίζεται ως προσωποποιημένη ρητορική. Η ιστορική της ρήση «αυτό που λέμε ‘κοινωνία’ δεν υπάρχει» δεν είναι φιλοσοφική παρατήρηση αλλά πολιτική διαπίστωση: η κοινωνία, όπως την επικαλούνται οι πολιτικοί, δεν λειτουργεί ως ζωντανό, συλλογικό σώμα, αλλά ως όχημα νομιμοποίησης αποφάσεων και στρατηγικών. Η φράση της Θάτσερ απογυμνώνει την έννοια από την αυταξία της, αποκαλύπτοντας ότι η «κοινωνία» που επικαλούνται είναι μια προσομοίωση: μια εικόνα, μια αναπαράσταση που υπάρχει πριν από την ενεργή συλλογική δράση και συνεχίζει να παράγει συνέπειες χωρίς να χρειάζεται να «υπάρχει» στην πράξη.
Ο Μποντριγιάρ περιγράφει με ανάλογο τρόπο τις μαζικές διαδικασίες, αλλά από θεωρητική σκοπιά. Στο δοκίμιό του Το φαινόμενο Μπομπούρ, οι ροές των μαζών στην υπεραγορά Μπομπούρ παρουσιάζονται σαν υγρό, σχεδόν αυτοαναπαραγόμενο σώμα. Οι μάζες δεν κινούνται γραμμικά ούτε από πάνω προς τα κάτω. Η παραγωγή και η κυκλοφορία των σημείων συμβαίνει προς πάσα κατεύθυνση, μοριακά και γραμμομοριακά, ανατροφοδοτώντας συνεχώς τον χώρο, τον χρόνο και την υπερπραγματικότητα της κοινωνίας. Ο Μάης του ’68 λειτούργησε ως καταλύτης αυτής της εξάπλωσης, αλλά ο Μποντριγιάρ επισημαίνει ότι η ίδια η κυκλοφορία των σημείων και των μαζών φτάνει σε κορεσμό, προκαλώντας ενδορρήξεις και βραδύ σεισμό, υπονομεύοντας τη ζωντανή συλλογικότητα από μέσα.
Η αναλογία με τα αστρικά συστήματα είναι χαρακτηριστική: όπως ένα αστρικό σύστημα συνεχίζει να υπάρχει ακόμη κι όταν η ενεργός ακτινοβολία του έχει εξαντληθεί, έτσι και οι κοινωνικές δομές και οι μάζες υπάρχουν και συνεχίζουν να παράγουν συνέπειες ακόμα και όταν η ζωντανή συμμετοχή μειώνεται. Η επίκληση του φυσικού εδώ είναι μεταφορική και αναλυτική. Δεν υποδηλώνει φυσική αναγκαιότητα αλλά δείχνει την αυτονομία, τη διάρκεια και την υπερπραγματικότητα των κοινωνικών διαδικασιών.
Η σύνδεση με τους Ντελέζ–Γκουαταρί είναι χρήσιμη: το μοριακό επίπεδο αντιστοιχεί στις μικρές, ρευστές, προσομοιωμένες ροές των μαζών, ενώ το γραμμομοριακό επίπεδο αντιστοιχεί στις σταθερές δομές και συστήματα, που συνεχίζουν να υπάρχουν ανεξάρτητα από την ενεργό συμμετοχή. Οι μαζικές διαδικασίες και οι προσομοιώσεις της κοινωνίας κινούνται ταυτόχρονα σε αυτά τα επίπεδα, δημιουργώντας έναν κόσμο όπου η παραγωγή και η κυκλοφορία σημείων υπερκαλύπτουν την πραγματική συλλογικότητα.
Ο ίδιος ο Μποντριγιάρ επισημαίνει ότι η «χρυσή εποχή του κοινωνικού» έχει παρέλθει. Υπήρξε μια ιστορική περίοδος όπου το κοινωνικό επεκτάθηκε παντού: στα δικαιώματα, στην πολιτική, στην πρόνοια, στην επανάσταση, στη συλλογική ταυτότητα. Όμως αυτή η υπερπαραγωγή του κοινωνικού δεν οδήγησε στη σταθεροποίησή του, αλλά στον κορεσμό του. Το κοινωνικό, επεκτεινόμενο αδιάκοπα, έχασε την έντασή του και μετατράπηκε σε επιφάνεια διαχείρισης και ρύθμισης, ώσπου τελικά διαλύθηκε μέσα στις μάζες και στην κυκλοφορία σημείων και πληροφοριών.
Η έννοια της ενδόρρηξης εισάγει μια κρίσιμη δυναμική. Όταν οι μαζικές ροές, τα σήματα και οι προσομοιώσεις φτάνουν σε κορεσμό, η ενδόρρηξη αναδεικνύει τα όρια της υπερπραγματικότητας: το σύστημα «σπάει», οι κυκλοφορίες ανακόπτονται ή αναδομούνται. Μέσα σε αυτή τη στιγμή, η κοινωνία ως ζωντανό συλλογικό σώμα μπορεί να ξαναγίνει αντιληπτή, όχι ως σημείο ή εικόνα, αλλά ως πράξη, συμμετοχή και αλληλεπίδραση. Η ενδόρρηξη δεν είναι μόνο κατάρρευση. Είναι το σημείο όπου η παντοδυναμία της προσομοίωσης ραγίζει και το κοινωνικό μπορεί να γίνει εκ νέου αντιληπτό πέρα από τα σήματα που το υποκαθιστούν.
Ωστόσο, αυτή η περιγραφή δεν πρέπει να εκληφθεί ούτε ως αισιόδοξη ούτε ως καταστροφική με απλοϊκούς όρους. Ο Μποντριγιάρ δεν πιστεύει σε μια ρομαντική επιστροφή της αυθεντικής κοινωνίας ούτε προαναγγέλλει μια οριστική σταθεροποίηση της υπερπραγματικότητας. Κάθε σύστημα που φτάνει στην απόλυτη ολοκλήρωσή του πλησιάζει και στο όριό του. Ο κορεσμός των σημείων, η γενικευμένη προσομοίωση και η διάλυση του κοινωνικού δεν παράγουν αιωνιότητα αλλά οριακή ένταση. Η ενδόρρηξη, επομένως, δεν είναι υπόσχεση σωτηρίας, αλλά ένδειξη ότι τίποτα δεν μπορεί να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά και αδιατάρακτα για πάντα, ούτε καν η ίδια η υπερπραγματικότητα. Πρόκειται για μια μορφή αντιστρεψιμότητας, όπου το σύστημα, φτάνοντας στην πληρότητά του, συναντά ταυτόχρονα και το σημείο της ρωγμής του.
Η σημερινή πολιτική χρήση της έννοιας κοινωνία, με όλα τα παράγωγά της, μπορεί να ιδωθεί με βάση αυτήν την οπτική: οι πολιτικοί επικαλούνται μια «κοινωνία» που υπάρχει ως σημείο, εικόνα και προσομοίωση, παρά ως ζωντανό σώμα. Πραγματική πρόκληση είναι η αναζήτηση τρόπων να την ξαναβρούμε ως συλλογικό σώμα μέσα στο πλαίσιο που τείνει να τερματίζει την ίδια την κοινωνικότητα. Η υπερπραγματικότητα, η ενδόρρηξη και η αυτοαναπαραγωγή των μαζών υποδηλώνουν ότι η κοινωνία δεν έχει χαθεί. Είναι εκεί, αλλά έχει μετατραπεί σε κυκλοφορία σημείων, εικόνων και προσομοιώσεων, που περιμένουν να επανακτηθούν με συνειδητό τρόπο.
January 23, 2026
Limits of the social: from simulation to introversion
The concept of society is circulated today in a way that often appears disenchanting and cynical, as Thatcher once observed, appearing as personified rhetoric. Her historic dictum “what we call ‘society’ does not exist” is not a philosophical observation but a political observation: society, as politicians invoke it, does not function as a living, collective body, but as a vehicle for legitimizing decisions and strategies. Thatcher’s phrase strips the concept of its self-worth, revealing that the “society” they invoke is a simulation: an image, a representation that exists before active collective action and continues to produce consequences without having to “exist” in practice.
Baudrillard describes mass processes in a similar way, but from a theoretical perspective. In his essay The Beaubourg Phenomenon, the flows of masses in the Beaubourg supermarket are presented as a fluid, almost self-reproducing body. The masses do not move linearly or from top to bottom. The production and circulation of signs occurs in all directions, molecularly and molarly, constantly feeding back into the space, time and hyperreality of society. May 1968 acted as a catalyst for this spread, but Baudrillard points out that the very circulation of signs and masses reaches saturation, causing internal ruptures and a slow earthquake, undermining the living collectivity from within.
The analogy with star systems is characteristic: just as a star system continues to exist even when its active radiation has been exhausted, so too do social structures and masses exist and continue to produce consequences even when living participation diminishes. The invocation of the physical here is metaphorical and analytical. It does not suggest physical necessity but shows the autonomy, duration, and transcendence of social processes.
The connection with Deleuze-Guattari is useful: the molecular level corresponds to the small, fluid, simulated flows of the masses, while the molar level corresponds to the stable structures and systems, which continue to exist independently of active participation. Mass processes and simulations of society move simultaneously at these levels, creating a world where the production and circulation of signs overshadow real collectivity.
Baudrillard himself points out that the “golden age of the social” has passed. There was a historical period in which the social expanded everywhere: in rights, in politics, in welfare, in revolution, in collective identity. But this overproduction of the social did not lead to its stabilization, but to its saturation. The social, expanding incessantly, lost its intensity and was transformed into a surface of management and regulation, until it finally dissolved into the masses and the circulation of signs and information.
The concept of introversion introduces a critical dynamic. When mass flows, signals, and simulations reach saturation, introversion reveals the limits of hyperreality: the system “breaks,” circulations are halted or restructured. In this moment, society as a living collective body can be re-perceived, not as a sign or image, but as action, participation, and interaction. Introversion is not just a collapse. It is the point where the omnipotence of simulation cracks and the social can be re-perceived beyond the signals that substitute for it.
However, this description should not be taken as either optimistic or catastrophic in simplistic terms. Baudrillard does not believe in a romantic return of authentic society, nor does he foretell a definitive stabilization of hyperreality. Every system that reaches its absolute completion also approaches its limit. The saturation of signs, generalized simulation, and the dissolution of the social do not produce eternity but a liminal tension. The rupture, therefore, is not a promise of salvation, but an indication that nothing can dominate completely and undisturbedly forever, not even hyperreality itself. It is a form of reversibility, where the system, reaching its completeness, simultaneously encounters its point of rupture.
The current political use of the concept of society, with all its derivatives, can be seen from this perspective: politicians invoke a “society” that exists as a sign, image, and simulation, rather than as a living body. The real challenge is to find ways to rediscover it as a collective body within a context that tends to end sociality itself. The hyperreality, introversion, and self-reproduction of the masses suggest that society has not been lost. It is there, but it has been transformed into a circulation of signs, images, and simulations, waiting to be consciously reclaimed.
