09 Ιανουαρίου 2026

Μεταμοντέρνα θεολογία: η νέα ταυτότητα του Θεού/Postmodern theology: the new identity of God



Ο Γκράχαμ Γουορντ (1955-), πρώην Βασιλικός Καθηγητής Θεολογίας στο Christ Church της Οξφόρδης (ένα από τα παλιότερα κολλέγια του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, γνωστό για την ακαδημαϊκή και θρησκευτική παράδοσή του) και επιμελητής του τόμου Ο Μεταμοντέρνος Θεός (1997), είναι σημαντική μορφή της σύγχρονης θεολογίας και κεντρικός εκπρόσωπος της σχολής της Ριζοσπαστικής Ορθοδοξίας (Radical Orthodoxy). Η προσέγγισή του ασκεί κριτική στον μοντερνισμό και την κοσμικότητα, υπογραμμίζοντας ότι η θρησκεία δεν περιορίζεται σε θεσμικά όρια αλλά εμφανίζεται ενεργά στην κοινωνία και τον πολιτισμό. Η Ριζοσπαστική Ορθοδοξία θεωρεί τον Θεό όχι ως κυρίαρχο ή ολοκληρωτικό, αλλά ως ζωντανή και πολυπρισματική παρουσία, ενώ η θεολογία λειτουργεί ως μέσο για να ανακαλύπτονται οι υπερβατικές διαστάσεις της πραγματικότητας στον μεταμοντέρνο κόσμο. Στο μεταμοντέρνο πλαίσιο, η φωνή του θείου μπορεί να ακουστεί ξανά, καθώς η ανοιχτότητα και η πολυπρισματικότητα επιτρέπουν στη θεολογία να επανεμφανίζεται ενεργά μέσα στον πολιτισμό και τη δημόσια ζωή.


Στον Μεταμοντέρνο Θεό (1997), με επιμέλεια του Γκράχαμ Γουορντ, η εισαγωγή του επιμελητή διατυπώνει τις βασικές ιδέες για τον Θεό στο μεταμοντέρνο περιβάλλον. Εκεί αναλύεται η έννοια του εκτυφλωτικού μηδενισμού του μοντέρνου αθεϊσμού, οι μάσκες της πατριαρχίας που επέβαλε η μοντέρνα θεολογία και η ανάδυση της μετακοσμικής σκέψης — σκέψης για άλλους, για εναλλακτικούς κόσμους. Ο Θεός στον τόμο αναδύεται μέσα από την αποτυχία των προηγούμενων μορφών του, όχι ως κυρίαρχη εξουσία ή τελική απάντηση.

Για να κατανοήσουμε όμως τη θέση του Θεού στο μεταμοντέρνο περιβάλλον, εισάγουμε εμείς την έννοια του τραγικού ως θεωρητικό εργαλείο ανάλυσης. Το τραγικό δεν είναι ορισμός ή χαρακτηριστικό του Θεού στον Γουόρντ αλλα ένας φακός μέσα από τον οποίο παρατηρούμε πώς η θεολογία λειτουργεί σε ένα κόσμο που δεν έχει πια τελικές απαντήσεις, που δεν κλείνει και που παραμένει ανοιχτός σε ρήγματα και αστάθειες. Μέσα από το τραγικό μπορούμε να συγκρίνουμε και να αναδείξουμε τη διαφοροποίηση μεταξύ παραδοσιακών, μοντέρνων και μεταμοντέρνων τρόπων κατανόησης της ύπαρξης και της Ιστορίας.

Η μεταφορά του εκτυφλωτικού μηδενισμού του μοντέρνου αθεϊσμού περιγράφει με ακρίβεια αυτή τη συνθήκη. Δεν πρόκειται για μια βίαιη άρνηση του Θεού, αλλά για την εξάλειψή του μέσα σε ένα καθεστώς καθολικής διαφάνειας, όπου όλα καθίστανται ορατά, εξηγήσιμα και λειτουργικά. Ο Θεός δεν αντικρούεται· απλώς καθίσταται περιττός. Η απουσία του δεν βιώνεται ως τραύμα αλλά ως ουδετερότητα. Αυτός ο εκτυφλωτικός μηδενισμός δεν σκοτεινιάζει τον κόσμο· τον λευκαίνει, τον ισοπεδώνει. Η μεταμοντέρνα συνθήκη, ωστόσο, αμφισβητεί ακριβώς αυτή την αυτονόητη κλειστότητα* του κόσμου.

Ταυτόχρονα, ο Γουόρντ αποδομεί τις μάσκες της πατριαρχίας που επέβαλε η μοντέρνα κοσμική θεολογία. Ο Θεός ταυτίστηκε ιστορικά με την τάξη, τον νόμο, την εξουσία, τη σταθερότητα, μίλησε με φωνή ανδρική, κανονιστική, θεσμική. Ο μεταμοντερνισμός δεν αντικαθιστά απλώς αυτές τις μορφές με νέες, αλλά αποκαλύπτει τον σκηνικό τους χαρακτήρα. Ο Θεός αποσπάται από τον ρόλο που του ανατέθηκε. Δεν ακυρώνεται, αλλά παύει να λειτουργεί ως εγγυητής του υπάρχοντος κόσμου.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Θεός -ή οι θεότητες- του μεταμοντέρνου περιβάλλοντος αποκτούν μια νέα ταυτότητα: δεν είναι πια κυρίαρχος ή ολοκληρωτικός, δεν επιβάλλεται ούτε καθορίζει μονοσήμαντα τον κόσμο. Η ταυτότητα αυτή είναι πολλαπλή, ανοιχτή και ευάλωτη, διαμορφώνεται μέσα από σχέσεις και ρήξεις. Ο Θεός εμφανίζεται ως φωνή ανάμεσα σε άλλες φωνές, ως ίχνος παρουσίας, ως συμβάν που δεν κλείνει το νόημα και δεν ορίζει το τέλος.

Η θέση αυτή γίνεται σαφέστερη αν ιδωθεί μέσα από μια σειρά συγκρίσεων με διαφορετικούς τρόπους σκέψης περί του τραγικού.

Στον Αισχύλο, ιδίως στην Ορέστεια (458 π.Χ.), το τραγικό επιχειρείται να κλείσει μέσω θεσμικού μετασχηματισμού. Η βία της εκδίκησης μεταφράζεται σε δίκη, το αίμα σε νόμο. Ωστόσο, η συμφιλίωση δεν είναι πλήρης: οι Ερινύες δεν καταργούνται, αλλά μετονομάζονται. Το τραύμα δεν θεραπεύεται· απλώς ενσωματώνεται. Ο κόσμος σταθεροποιείται, αλλά δεν αποκαθίσταται. Πρόκειται για ένα μερικό κλείσιμο, που αφήνει ενεργή τη μνήμη της βίας.

Στον Νίτσε, αντίθετα, το τραγικό κλείνει ριζικά. Με το amor fati, όπως διατυπώνεται στον Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα (1883–1885) και προϋποτίθεται στη Γέννηση της τραγωδίας (1872), ο κόσμος γίνεται αντικείμενο πλήρους κατάφασης. Ο πόνος δεν ζητά δικαίωση· αγαπιέται ως αναγκαίος. Δεν υπάρχει αλλιώς. Η τραγικότητα γίνεται το τελικό νόημα της ύπαρξης. Πρόκειται για ένα γενναίο, αλλά αμείλικτο κλείσιμο: τίποτα δεν μένει ανοιχτό, τίποτα δεν έρχεται.

Στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, το κλείσιμο αυτό διαρρηγνύεται. Στις Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας (1940), η ασθενής μεσσιανική δύναμη δεν υπόσχεται αποκατάσταση, αλλά αρνείται τη φυσικοποίηση της ιστορικής βίας. Η Ιστορία δεν δικαιώνεται εκ των υστέρων· διακόπτεται. Το παρελθόν διατηρεί αξίωση. Το τραγικό δεν αναιρείται, αλλά δεν επιτρέπεται να γίνει τελικό. Ο κόσμος παραμένει ανοιχτός σε μια απαίτηση που δεν εκπληρώνεται.

Στον Ζακ Ντεριντά, αυτή η ανοιχτότητα ριζοσπαστικοποιείται περαιτέρω. Στα Φαντάσματα του Μαρξ (1993), η διάκριση ανάμεσα σε μεσσιανισμό και μεσσιανικότητα χωρίς μεσσιανισμό καθιστά αδύνατη κάθε ολοκλήρωση. Η δικαιοσύνη είναι πάντα à venir — ερχόμενη, ποτέ παρούσα. Το τέλος δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως παρόν χωρίς να προδώσει αυτό που υπόσχεται. Ο κόσμος δεν κλείνει, όχι επειδή θα σωθεί, αλλά επειδή το κλείσιμό του θα ήταν πάντα βίαιο.

Μέσα σε αυτή τη γραμμή τοποθετείται και η θεολογία του Γουορντ. Όχι ως αποκατάσταση θεσμικής τάξης (Αισχύλος) ούτε ως τραγική κατάφαση (Νίτσε), αλλά ως διαρκής εκκρεμότητα, συγγενής με τον Μπένγιαμιν και τον Ντεριντά. Ο Θεός στον Μεταμοντέρνο Θεό δεν έρχεται για να λύσει το τραγικό ούτε για να το υπερβεί. Έρχεται -αν μπορεί κανείς να μιλήσει έτσι- για να αρνηθεί ότι το τραγικό έχει τον τελευταίο λόγο. Δεν σώζει τον κόσμο από τον πόνο του· αρνείται να τον αφήσει να κλείσει πάνω σε αυτόν.

Έτσι, η θεολογία δεν λειτουργεί ως τέλος της τραγωδίας, αλλά ως όνομα της αδυναμίας κάθε τέλους. Η νέα ταυτότητα του Θεού στον μεταμοντέρνο κόσμο είναι αυτή ενός ανοιχτού, εκτεθειμένου, πολλαπλού και δραματικού όντος που μιλά μέσα στην τραγικότητα αλλά δεν την κλείνει ούτε την εξαλείφει. Και ακριβώς γι’ αυτό, σε έναν μεταμοντέρνο και μετακοσμικό πολιτισμικό ορίζοντα, η θεολογική φωνή μπορεί να ακουστεί ξανά — όχι ως εξουσία, αλλά ως μαρτυρία ενός κόσμου που παραμένει ανοιχτός, επειδή δεν έχει συμφιλιωθεί με την τραγικότητά του.



* Στον μοντέρνο κόσμο, ο Θεός μπορεί να εμφανίζεται πλήρης, κυρίαρχος, καθοριστικός, ως εγγυητής του νοήματος και της ηθικής τάξης. Κάθε γεγονός ή τραγωδία μπορεί να «κλείνει» μέσα σε ένα πλαίσιο εξήγησης ή δικαίωσης. Το τραγικό μπορεί να «θεραπεύεται» ή να ενσωματώνεται με κανόνες (π.χ. Αισχύλος: η βία μετατρέπεται σε δίκη). Στον μεταμοντέρνο κόσμο, η κλειστότητα καταρρέει: ο κόσμος δεν είναι πια πλήρως προβλέψιμος ή ερμηνεύσιμος. Τα συστήματα νόμου, ηθικής ή θεολογίας δεν παρέχουν πια ολοκληρωμένες απαντήσεις. Υπάρχει ανοιχτότητα: ρήγματα, πολλαπλές ερμηνείες, εκκρεμότητες στο νόημα και στη δικαιοσύνη. Ο Θεός δεν είναι πλέον κυρίαρχος ή τελικός. Εμφανίζεται ως φωνή μέσα στην ανοιχτότητα και την τραγικότητα.




January 09, 2026

Postmodern theology: the new identity of God

In Postmodern God (1997), edited by Graham Ward, the editor's introduction sets out the main ideas about God in the postmodern environment. It analyses the concept of the white-out nihilism of modern atheism, the masks of patriarchy imposed by modern theology, and the emergence of postcosmic thinking — thinking about others, about alternative worlds. God in the volume emerges through the failure of his previous forms, not as a sovereign authority or final answer.

However, in order to understand the place of God in the postmodern environment, we introduce the concept of the tragic as a theoretical tool of analysis. The tragic is not a definition or characteristic of God in Ward but a lens through which we observe how theology functions in a world that no longer has final answers, that does not close and that remains open to ruptures and instabilities. Through the tragic we can compare and highlight the differentiation between traditional, modern and postmodern ways of understanding existence and History.

The metaphor of the white-out nihilism of modern atheism accurately describes this condition. It is not a violent denial of God, but his elimination within a regime of universal transparency, where everything becomes visible, explainable, and functional. God is not contradicted; he is simply rendered superfluous. His absence is not experienced as a trauma but as neutrality. This white-out nihilism does not darken the world; it whitens it, flattens it. The postmodern condition, however, questions precisely this self-evident closure* of the world.

At the same time, Ward deconstructs the masks of patriarchy imposed by modern secular theology. God has historically been identified with order, law, authority, stability, he spoke with a masculine, normative, institutional voice. Postmodernism does not simply replace these forms with new ones, but reveals their stage character. God is detached from the role assigned to him. He is not canceled, but he ceases to function as a guarantor of the existing world.

In this context, the God -or the deities- of the postmodern environment acquire a new identity: he is no longer sovereign or totalitarian, he does not impose himself or unambiguously determine the world. This identity is multiple, open and vulnerable, it is shaped through relationships and ruptures. God appears as a voice among other voices, as a trace of presence, as an event that does not close the meaning and does not define the end.

This position becomes clearer if seen through a series of comparisons with different ways of thinking about the tragic.

In Aeschylus, especially in the Oresteia (458 BC), tragedy is attempted to be closed through institutional transformation. The violence of revenge is translated into trial, blood into law. However, the reconciliation is not complete: Erinyes are not abolished, but renamed. The trauma is not healed; it is simply incorporated. The world is stabilized, but not restored. It is a partial closure, which leaves the memory of violence active.

In Nietzsche, on the contrary, the tragic closes radically. With amor fati, as formulated in Thus Spoke Zarathustra (1883–1885) and presupposed in The Birth of Tragedy (1872), the world becomes the object of complete affirmation. Pain does not seek justification; it is loved as necessary. There is no other way. The tragic becomes the final meaning of existence. It is a brave but relentless closing: nothing remains open, nothing comes.

In Walter Benjamin, this closure is broken. In Theses on the Philosophy of History (1940), the weak messianic power does not promise restoration, but refuses the naturalization of historical violence. History is not justified retrospectively; it is interrupted. The past maintains a claim. The tragic is not undone, but it is not allowed to become final. The world remains open to a demand that is not fulfilled.

In Jacques Derrida, this openness is further radicalized. In The Ghosts of Marx (1993), the distinction between messianism and messianicity without messianism makes any completion impossible. Justice is always à venir — coming, never present. The end cannot be presented as present without betraying what it promises. The world does not close, not because it will be saved, but because its closure would always be violent.

Ward's theology is also placed within this line. Not as a restoration of institutional order (Aeschylus) nor as a tragic affirmation (Nietzsche), but as a constant suspense, akin to Benjamin and Derrida. God in the Postmodern God does not come to resolve the tragic nor to transcend it. He comes - if one can speak like that - to deny that the tragic has the last word. He does not save the world from its pain; he refuses to let it close in on itself.

Thus, theology does not function as the end of the tragic, but as the name of the impossibility of every end. The new identity of God in the postmodern world is that of an open, exposed, multiple, and dramatic being who speaks within tragedy but does not close it or eliminate it. And precisely for this reason, in a postmodern and postcosmic cultural horizon, the theological voice can be heard again — not as authority, but as the testimony of a world that remains open because it has not reconciled itself to its tragedy.



* In the modern world, God can appear complete, sovereign, decisive, as the guarantor of meaning and moral order. Every event or tragedy can be “closed” within a framework of explanation or justification. The tragic can be “cured” or incorporated with rules (e.g. Aeschylus: violence is transformed into justice). In the postmodern world, closure collapses: the world is no longer fully predictable or interpretable. Systems of law, ethics or theology no longer provide complete answers. There is openness: ruptures, multiple interpretations, pending meaning and justice. God is no longer sovereign or final. He appears as a voice within openness and tragedy.