30 Δεκεμβρίου 2025

Έθνος, Ελευθερία και Ιστορικό Υποκείμενο στον ελληνικό 19ο αιώνα: Ιωάννης Καποδίστριας και Διονύσιος Σολωμός


Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) - Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831)

Η σύγκριση του Ιωάννη Καποδίστρια με τον Διονύσιο Σολωμό προσφέρει ένα προνομιακό πεδίο για την κατανόηση των διαφορετικών τρόπων με τους οποίους συγκροτείται η έννοια του έθνους στον ελληνικό 19ο αιώνα. Παρά τη γεωγραφική και χρονική εγγύτητα μεταξύ των δύο ανδρών, οι στάσεις τους απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση, καθώς και η πρόσληψη της ελευθερίας, της λαϊκής δράσης και της ιστορικής αναγκαιότητας, διαμορφώνονται μέσα από διαφορετικά κοινωνικά, ιδεολογικά και γλωσσικά φίλτρα.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, προερχόμενος από την επτανησιακή αριστοκρατία και ενταγμένος από νωρίς στους μηχανισμούς της ευρωπαϊκής διπλωματίας, αντιλαμβάνεται την Ιστορία πρωτίστως ως πεδίο ισορροπίας δυνάμεων. Η ελευθερία, στη σκέψη του, δεν είναι προϊόν λαϊκής αυτενέργειας αλλά αποτέλεσμα θεσμικής οργάνωσης, διεθνούς νομιμοποίησης και, τελικά, παραχώρησης «εκ των άνω». Η επίκληση της Θείας Πρόνοιας λειτουργεί ως υπερβατική εγγύηση αυτής της αντίληψης: η Ιστορία δεν κινείται από την πράξη των πολλών, αλλά από έναν συνδυασμό θεϊκής βούλησης και φωτισμένης ηγεσίας, σύμφωνα με το πνεύμα της πεφωτισμένης δεσποτείας. Στο πλαίσιο αυτό, η Επανάσταση του 1821 αντιμετωπίζεται αρχικά με καχυποψία, ως πρόωρη, επικίνδυνη και δυνητικά αποσταθεροποιητική.

Η ίδια αντίληψη αποτυπώνεται και στη σχέση του Καποδίστρια με τη γλώσσα. Η προτίμησή του στην καθαρεύουσα και στον διοικητικό, θεσμικό λόγο δεν είναι απλώς ζήτημα μορφής, αλλά πολιτική επιλογή. Πρόκειται για μια γλώσσα πειθαρχίας, απόστασης και ιεραρχίας, μια γλώσσα που οργανώνει το κράτος από τα πάνω και απευθύνεται στον λαό ως αντικείμενο διακυβέρνησης και όχι ως ιστορικό υποκείμενο. Ο λόγος αυτός δεν αποσκοπεί στη συμμετοχή, αλλά στη συμμόρφωση.

Ο Διονύσιος Σολωμός, αν και επίσης γαλουχημένος στην ιταλική παιδεία και τέκνο αριστοκρατικής πατρικής καταγωγής, φέρει μια διαφορετική κοινωνική εμπειρία. Η μητέρα του, Αγγελική Νίκλη, ήταν υπηρέτρια, και ο ίδιος γεννήθηκε εκτός γάμου, γεγονός που τον τοποθετεί από νωρίς σε μια οριακή κοινωνική θέση. Η ιδιότητα του νόθου, έως την αναγνώρισή του σε ηλικία εννέα ετών, δεν αποτελεί απλώς βιογραφικό δεδομένο, αλλά συνθήκη κοινωνικής ενδιάμεσης ύπαρξης: ο Σολωμός δεν ανήκει πλήρως ούτε στον κόσμο της αριστοκρατίας ούτε στον κόσμο των λαϊκών στρωμάτων, αλλά κινείται ανάμεσα στους δύο.

Αυτή η ενδιάμεση θέση φαίνεται να διαμορφώνει μια διαφορετική ευαισθησία απέναντι στην Επανάσταση. Στον Ύμνο εις την Ελευθερίαν (1823) η ελευθερία δεν εμφανίζεται ως διοικητικό ή θεσμικό ζητούμενο, αλλά ως βίωμα που γεννιέται μέσα από τη θυσία, τον πόνο και τη συλλογική δράση. Η φωνή του ποιητικού υποκειμένου δεν είναι η φωνή της εξουσίας, αλλά η φωνή μιας ιστορικής συνείδησης που αναγνωρίζει στον λαό τον φορέα της Ιστορίας. Η ελευθερία δεν απονέμεται, αλλά κατακτάται.

Η επιλογή της δημοτικής γλώσσας από τον Σολωμό ενισχύει αποφασιστικά αυτή τη στάση. Δεν πρόκειται για λαϊκισμό ή αισθητικό πειραματισμό, αλλά για βαθιά πολιτική πράξη. Το έθνος, στη σολωμική αντίληψη, οφείλει να μιλά με τη γλώσσα εκείνων που πολέμησαν, όχι με τη γλώσσα των γραφείων και των διαταγμάτων. Εκεί όπου ο Καποδίστριας φοβάται τον λαό ως δύναμη αταξίας, ο Σολωμός τού αποδίδει ηθικό βάθος και ιστορική αξιοπρέπεια.

Η ταπεινή κοινωνική καταγωγή της μητέρας του Σολωμού δεν μπορεί να ερμηνευθεί μηχανιστικά ως άμεση αιτία της πολιτικής του στάσης. Ωστόσο, είναι εύλογο να υποτεθεί ότι συνέβαλε στη διαμόρφωση μιας λιγότερο ελιτίστικης αντίληψης για το ιστορικό υποκείμενο. Σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, ο οποίος αντιλαμβάνεται τη λαϊκή κινητοποίηση ως απειλή για την τάξη, ο Σολωμός την ενσωματώνει ποιητικά ως θεμέλιο της εθνικής ύπαρξης. Η Επανάσταση, για τον Σολωμό, δεν είναι πρόβλημα προς διαχείριση, αλλά γεγονός που αποκαλύπτει την ηθική δύναμη της Ιστορίας.

Η αντίθεση ανάμεσα στις δύο μορφές αποκτά και συμβολικές διαστάσεις. Ο Καποδίστριας ενσαρκώνει τον «κοσμοκαλόγερο της εξουσίας»: άγαμος, αυστηρός, αποκομμένος από ιδιωτική ζωή, πλήρως αφοσιωμένος σε μια αποστολή που θεωρεί υπεράνω κοινωνικών συγκρούσεων. Η προσωπική του εγκράτεια μετατρέπεται σε πολιτικό πρότυπο πειθαρχίας. Ο Σολωμός, εξίσου αποσυρμένος, αλλά όχι εξουσιαστικός, επιλέγει τη σιωπή και την ποιητική εργασία ως τρόπο συμμετοχής στο ιστορικό γίγνεσθαι. Ο ένας επιδιώκει να κυβερνήσει το έθνος, ο άλλος να το εκφράσει.

Η διαφορά αυτή αποτυπώνει δύο ανταγωνιστικά μοντέλα εθνικής συγκρότησης. Στο καποδιστριακό πρότυπο, το έθνος προηγείται ως ιδέα και το κράτος έρχεται να το πειθαρχήσει. Στο σολωμικό πρότυπο, το έθνος συγκροτείται μέσα από τον λόγο, τη μνήμη και την κοινή εμπειρία του Αγώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Καποδίστριας επιχειρεί να κυβερνήσει την Ελλάδα ως αυστηρός παιδαγωγός, ενώ ο Σολωμός ανακηρύσσεται εθνικός ποιητής χωρίς να έχει ασκήσει καμία μορφή πολιτικής εξουσίας.

Τελικά, η Ελλάδα τιμά και τους δύο, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Τον Καποδίστρια ως τραγικό κυβερνήτη που προσπάθησε να επιβάλει τάξη σε ένα χαοτικό τοπίο, τον Σολωμό ως εθνικό ποιητή που έδωσε στο έθνος φωνή πριν ακόμη αποκτήσει σταθερό κράτος. Η σύγκρισή τους φωτίζει ένα μόνιμο ελληνικό δίλημμα: κράτος ή κοινωνία, πειθαρχία ή ελευθερία, εξουσία ή λόγος.