Η ιστορία των αισθητικών και φιλοσοφικών «-ισμών» του 20ού και του 21ου αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ως μια διαδοχική μετατόπιση στη στάση του ανθρώπου απέναντι στην αλήθεια, το νόημα και την εμπειρία. Ο μοντερνισμός θεμελιώθηκε πάνω στην πίστη ότι η λογική, η επιστήμη και η καλλιτεχνική ρήξη μπορούν να οδηγήσουν σε αυθεντική κατανόηση του κόσμου. Ο μεταμοντερισμός (postmodernism) αποδόμησε αυτή τη βεβαιότητα, εκθέτοντας τις «μεγάλες αφηγήσεις» ως κατασκευές εξουσίας. Ο μετα-μοντερνισμός (metamodernism) -από το 2000 κι εντεύθεν- δεν επιδιώκει επιστροφή ούτε οριστική ρήξη, αλλά προτείνει μια στάση ταλάντωσης ανάμεσα στη σοβαρότητα και την ειρωνεία, ανάμεσα στη δέσμευση και την αποστασιοποίηση.
Ο μοντερνισμός γεννιέται από την κρίση της νεωτερικότητας, αλλά διατηρεί ακέραιη την πίστη στην πρόοδο και τη δυνατότητα θεμελίωσης της αλήθειας. Η καλλιτεχνική πρωτοπορία, η αφαίρεση, η ρήξη με την παράδοση, όλα υπηρετούν την αναζήτηση μιας βαθύτερης ουσίας: μιας καθολικής μορφής ή ενός αυθεντικού βιώματος. Παρά τις μορφολογικές του καινοτομίες, ο μοντερνισμός διατηρεί μια ηθική σοβαρότητα: η τέχνη οφείλει να αποκαλύψει, να φωτίσει, να μεταμορφώσει. Ωστόσο, η ίδια αυτή βεβαιότητα εμπεριέχει έναν κίνδυνο: η αξίωση καθολικότητας μπορεί να οδηγήσει σε μονοφωνία. Οι ιστορικές εμπειρίες του 20ού αιώνα κλόνισαν την εμπιστοσύνη στη γραμμική πρόοδο και στις απόλυτες αλήθειες.
Ο μεταμοντερνισμός (postmodernism) εμφανίζεται ως ριζική κριτική αυτής της βεβαιότητας. Οι «μεγάλες αφηγήσεις» τίθενται υπό αμφισβήτηση, η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας αποδομείται, και η ειρωνεία γίνεται κυρίαρχη αισθητική στάση. Αν ο μοντερνισμός επιδίωξε την αυθεντικότητα, ο μεταμοντερνισμός αποκαλύπτει τη θεατρικότητά της. Η παρωδία, η διακειμενικότητα, η υβριδικότητα και η αυτοαναφορικότητα λειτουργούν ως εργαλεία απογύμνωσης των ιδεολογικών μηχανισμών. Όμως η αδιάκοπη ειρωνεία έχει ένα τίμημα: η διαρκής αποστασιοποίηση καθιστά δύσκολη τη συγκρότηση θετικού νοήματος. Η αποδόμηση μπορεί να αποβεί παραγωγική, αλλά, όταν γίνεται καθολική στάση, δημιουργεί υπαρξιακό και πολιτισμικό κενό.
Ο μετα-μοντερνισμός (metamodernism) αναδύεται στις αρχές της νέας χιλιετίας ως απάντηση σε αυτό το κενό. Δεν αρνείται τις κριτικές κατακτήσεις του μεταμοντερνισμού ούτε επαναφέρει αφελώς τη βεβαιότητα του μοντερνισμού. Αντίθετα, υιοθετεί μια δυναμική ταλάντωση ανάμεσα στις δύο στάσεις. Η βασική του χειρονομία είναι παράδοξη: επιτρέπει στον εαυτό του να πιστεύει, ενώ γνωρίζει ότι η πίστη είναι επισφαλής. Αναζητά νόημα, χωρίς να αγνοεί τη σχετικότητα. Εκφράζει ειλικρίνεια, αλλά με πλήρη επίγνωση του ότι κάθε έκφραση είναι κατασκευή. Πρόκειται για «ενημερωμένη αφέλεια» ή «συνειδητή ελπίδα». Σε αντίθεση με τον μοντερνισμό, δεν διεκδικεί τελική σύνθεση. Σε αντίθεση με τον μεταμοντερνισμό, δεν επαναπαύεται στην αποδόμηση. Η ταλάντωση δεν είναι αδυναμία, αλλά μέθοδος. Η αλήθεια δεν παρουσιάζεται ως σταθερό σημείο, αλλά ως ορίζοντας προς τον οποίο κινούμαστε γνωρίζοντας ότι δεν θα τον κατακτήσουμε πλήρως.
Η μετάβαση λοιπόν από τον μοντερνισμό στον μεταμοντερνισμό και έπειτα στον μετα-μοντερνισμό δεν αποτελεί απλή χρονολογική διαδοχή, αλλά μετατόπιση ευαισθησίας. Ο μοντερνισμός αντιπροσωπεύει την τραγική πίστη στη δυνατότητα νοήματος, ο μεταμοντερνισμός την ειρωνική καχυποψία απέναντι σε κάθε αξίωση νοήματος και ο μετα-μοντερνισμός την επιθυμία για νόημα παρά τη γνώση της επισφάλειάς του.
Εάν ο μοντερνισμός έθεσε το ερώτημα «ποια είναι η αλήθεια;» και ο μεταμοντερνισμός απάντησε «δεν υπάρχει μία αλήθεια», ο μετα-μοντερνισμός μοιάζει να ρωτά: πώς μπορούμε να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε σαν να υπάρχει νόημα, γνωρίζοντας ταυτόχρονα τα όρια αυτής της υπόθεσης; Σε αυτή τη διπλή συνείδηση -πίστη και αμφιβολία μαζί- εντοπίζεται η ιδιαιτερότητα της σύγχρονης πολιτισμικής κατάστασης.
Μετα-μοντερνισμός και θέατρο
Η μετάβαση από τον μοντερνισμό στον μεταμοντερνισμό και από εκεί στον μετα-μοντερνισμό μπορεί να εντοπιστεί στο θέατρο ως μετατόπιση της σχέσης μεταξύ σκηνικής πράξης, αλήθειας και θεατή.
Στον μοντερνισμό η σκηνή γίνεται χώρος αποκάλυψης. Παρά τις ριζικές μορφολογικές ρήξεις, παραμένει ενεργή η πίστη ότι η θεατρική πράξη μπορεί να προσεγγίσει μια υπαρξιακή ή ψυχολογική αλήθεια. Η δραματουργία οργανώνεται γύρω από το εσωτερικό βάθος, την τραγική σοβαρότητα, την αισθητική ενότητα, και τη συστηματική μορφολογική έρευνα. Ακόμη και όταν η αναπαράσταση διαρρηγνύεται, το ζητούμενο είναι η αυθεντική αποκάλυψη μιας βαθύτερης ουσίας.
Στον μεταμοντερνισμό η σκηνή παύει να διεκδικεί «αλήθεια». Η αναπαράσταση εκτίθεται ως κατασκευή. Η ειρωνεία, η διακειμενικότητα, η παρωδία και η υβριδικότητα γίνονται βασικές στρατηγικές. Χαρακτηριστικά αυτής της κατάστασης είναι η διάλυση της ενότητας, το pastiche, το ειρωνικό παιχνίδι με τα είδη, η μεταθεατρικότητα, και η αποδόμηση της έννοιας του χαρακτήρα. Η απόσταση μεταξύ θεατή και σκηνής είναι συνειδητή και διαρκής. Το νόημα δεν προσφέρεται. Διαλύεται ή παραμένει ρευστό.
Ο μετα-μοντερνισμός δεν εγκαταλείπει τη μεταθεατρική επίγνωση, αλλά επανεισάγει την επιθυμία για συγκίνηση και νόημα. Η κεντρική του λογική είναι η ταλάντωση: η συνεχής κίνηση μεταξύ ειρωνείας και ειλικρίνειας. Στο θέατρο αυτό εκδηλώνεται ως επιτελεστική ειλικρίνεια. Η ειλικρίνεια αυτή δεν είναι αφελής, αλλά συνειδητά επιτελεστική. Ο ηθοποιός γνωρίζει την κατασκευαστικότητα, αλλά επιλέγει να πιστέψει στη στιγμή. Επίσης, εκδηλώνεται ως επιστροφή στη συγκίνηση χωρίς απώλεια θεωρητικής αυτογνωσίας, ως επαναφορά της κοινότητας ως εμπειρίας, ως αισθητική της ευαλωτότητας. Η σκηνή δεν αποδομεί απλώς την αλήθεια ούτε τη θεμελιώνει απόλυτα, αλλά τη διαπραγματεύεται διαρκώς. Το αποτέλεσμα είναι μια θεατρικότητα που κινείται ανάμεσα στη ρήξη και τη δέσμευση.
Φιλοσοφική συστηματοποίηση
Αν μεταφέρουμε τη συζήτηση σε φιλοσοφικό επίπεδο, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διακριτές παραδειγματικές διαστάσεις.
Οντολογική: Ο μοντερνισμός υπονοεί μια βαθύτερη δομή της πραγματικότητας που μπορεί να αποκαλυφθεί. Ο μεταμοντερνισμός θεωρεί την πραγματικότητα ως γλωσσική/κοινωνική κατασκευή. Ο μετα-μοντερνισμός υιοθετεί μια ρυθμιστική, οριζοντο-κεντρική οντολογία. Δεν αρνείται την κατασκευαστικότητα, αλλά διατηρεί την έννοια του ορίζοντα - μιας πραγματικότητας που προσεγγίζεται ασυμπτωτικά.
Γνωσιολογική: Με τον μοντερνισμό έχουμε έναν γνωσιολογικό ρεαλισμό ή ιδεαλισμό με αξίωση καθολικότητας. Ο μεταμοντερνισμός αντιστοιχεί σε έναν σχετικισμό και αντι-θεμελιωτισμό. Ο μετα-μοντερνισμός ισοδυναμεί με μετα-θεμελιωτισμό: αναγνωρίζει ότι κάθε γνώση είναι μερική, αλλά δεν εξισώνει όλες τις αξιώσεις αλήθειας.
Ηθικο-υπαρξιακή: Ο μοντερνισμός προϋποθέτει τραγική σοβαρότητα και πίστη στην πρόοδο, ενώ ο μεταμοντερνισμός προβλέπει ειρωνική αποστασιοποίηση και καχυποψία. Ο μετα-μοντερνισμός ενημερωμένη ελπίδα, μια επιλογή δέσμευσης παρά τη γνώση της αβεβαιότητας. Η κεντρική φιλοσοφική του χειρονομία είναι η αποδοχή της αβεβαιότητας χωρίς παραίτηση από τη δράση. Πρόκειται για μια υπαρξιακή θέση που θυμίζει «σαν να» (as if): ενεργούμε σαν να υπάρχει νόημα, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να το θεμελιώσουμε απολύτως.
Ο μοντερνισμός αναζητεί θεμέλιο, ενώ ο μεταμοντερνισμός το αποδομεί. Ο μετα-μοντερνισμός κατοικεί στην έλλειψη θεμελίου χωρίς να παραιτείται από την οικοδόμηση. Στο θεατρικό πεδίο αυτό δεν συνεπάγεται επιστροφή στη μεταφυσική της αυθεντικότητας, ούτε παραμονή στην ψυχρή ειρωνεία, αλλά μια σκηνική πράξη που τολμά να συγκινεί ενώ γνωρίζει τη σχετικότητά της.




