Δοκίμιο αρ. 208
![]() |
Ο Πίτερ Μπρουκ με τον θίασο της παράστασης του ινδικού έπους Μαχαμπαράτα, στη Μουσική Ακαδημία του Μπρούκλιν. |
Στην ιστορία του σύγχρονου παγκόσμιου θεάτρου, λίγες μορφές ασκητικής αφοσίωσης και ριζοσπαστικής αναζήτησης συγκρίνονται με εκείνη του Πίτερ Μπρουκ. Σκηνοθέτης, θεωρητικός και αδιάκοπος εξερευνητής των ορίων της σκηνής, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στην αναζήτηση μιας θεατρικής γλώσσας ικανής να υπερβεί τα εθνικά, γλωσσικά και πολιτισμικά σύνορα. Κι όμως, ένα ενδιαφέρον ερώτημα προκύπτει όταν μελετάμε την πορεία του: γιατί, ενώ είχε διαμορφωθεί βαθιά μέσα στην ευρωπαϊκή και σαιξπηρική παράδοση και είχε ήδη καταπιαστεί με την αρχαία μυθολογία, ο ώριμος Μπρουκ στράφηκε με τόσο μεγάλη ζέση προς την ινδική Μαχαμπαράτα και την περσική, σουφική ποίηση του Αττάρ;
Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια απλή απόρριψη της δυτικής παράδοσης ούτε σε μια εξωτική προτίμηση για την Ανατολή, αλλά στην ανάγκη του Μπρουκ να αποσυνδέσει το θέατρο από την αποκλειστική εξάρτησή του από έναν ήδη διαμορφωμένο δυτικό θεατρικό κανόνα. Δεν εγκατέλειψε την Ευρώπη. Απλώς προσπάθησε να την κοιτάξει από απόσταση, προκειμένου να ανακαλύψει ξανά τι θα μπορούσε να σημαίνει το θέατρο αν απαλλασσόταν από τις συνήθειες, τις αισθητικές συμβάσεις και τις πολιτισμικές βεβαιότητες που είχαν συσσωρευτεί γύρω του.
Ο Μπρουκ, ασφαλώς, δεν αγνόησε τους αρχαίους Έλληνες. Η σχέση του με την κλασική παράδοση υπήρξε δημιουργική. Το 1968, σκηνοθέτησε τον Οιδίποδα του Σενέκα, σε διασκευή του Τεντ Χιουζ, επιλέγοντας έτσι έναν διαφορετικό δραματουργικό δρόμο προς τον ίδιο μυθολογικό πυρήνα που είχε διαμορφώσει ο Σοφοκλής. Η επιλογή αυτή είναι αποκαλυπτική. Ο Μπρουκ δεν ενδιαφερόταν πρωτίστως για την πιστή αναπαραγωγή ενός κλασικού προτύπου όσο για τη δυνατότητα ενός αρχαίου μύθου να επανενεργοποιηθεί μέσα στο παρόν. Η απόσταση από το καθιερωμένο ελληνικό πρότυπο του επέτρεπε να αναπτύξει μια πιο άμεση, σωματική και τελετουργική σχέση με το μυθολογικό υλικό. Σε αυτό ακριβώς έγκειται και η ιδιαιτερότητα της σχέσης του με την ελληνική παράδοση. Ο Όμηρος και οι μεγάλοι τραγικοί αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία του δυτικού πολιτισμού, αλλά αυτό είναι που τούς έχει καταστήσει εξαιρετικά φορτισμένους. Η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, ο Οιδίπους ή η Ορέστεια φέρουν μαζί τους αιώνες φιλολογικής ερμηνείας, ακαδημαϊκών σχολιασμών, σκηνικών συμβάσεων και προκαθορισμένων προσδοκιών. Ο Μπρουκ ενδιαφερόταν για το θέατρο ως ζωντανή πράξη, όχι ως αναπαράσταση ενός πολιτισμικού μνημείου. Γι’ αυτό και η αναζήτησή του δεν στράφηκε στην εγκαθίδρυση μιας ακόμη "σωστής" ερμηνείας των κλασικών, αλλά στην ανακάλυψη συνθηκών μέσα στις οποίες ο μύθος θα μπορούσε να ξαναγίνει άμεσος.
Η στροφή προς τη Μαχαμπαράτα υπήρξε το αποφασιστικότερο βήμα αυτής της αποστολής. Το τεράστιο σε έκταση ινδικό έπος προσέφερε ένα υλικό που φαινόταν να υπερβαίνει τις συμβατικές κατηγορίες του δυτικού δράματος. Δεν είναι απλώς η ιστορία ενός πολέμου ή η περιπέτεια ενός ήρωα, αλλά ένας σχεδόν απεριόριστος μυθολογικός και φιλοσοφικός κόσμος, όπου συνυπάρχουν κοσμογονία, πολιτική εξουσία, οικογενειακή σύγκρουση, ερωτικό πάθος, θεολογία, μεταφυσική, πόλεμος και φιλοσοφικός στοχασμός. Η ανθρώπινη ύπαρξη εμφανίζεται σε όλο το εύρος και την αντιφατικότητά της. Αυτό φαίνεται πως τον γοήτευσε. Στη Μαχαμπαράτα απουσιάζει η εύκολη ηθική γεωγραφία. Οι ήρωες δεν χωρίζονται καθαρά σε καλούς και κακούς, ούτε οι πράξεις τους μπορούν πάντοτε να αξιολογηθούν με βάση ένα σταθερό και απλό ηθικό σύστημα. Το καθήκον συγκρούεται με την επιθυμία, η δικαιοσύνη με την επιβίωση, η προσωπική αρετή με τις απαιτήσεις της πολιτικής και του πολέμου. Ακόμη και οι ήρωες που αγωνίζονται για το δίκαιο αναγκάζονται να παραβιάσουν τους κανόνες του. Η ηθική τάξη του κόσμου παραμένει αμφίσημη και συχνά αδιαφανής.
Σε αυτό το σημείο συναντάμε μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πλευρές της σκέψης του Μπρουκ. Η Μαχαμπαράτα τού επέτρεψε να αμφισβητήσει την ανάγκη για ένα θέατρο που οργανώνει την ανθρώπινη εμπειρία γύρω από απλές αντιθέσεις: καλό και κακό, ήρωας και αντίπαλος, αθώος και ένοχος. Η δική του ανάγνωση του ινδικού έπους αντιπαρατίθεται σε αυτό που θεωρούσε περιοριστικό ηθικό διπολισμό της δυτικής σκέψης. Στο The Shifting Point ο Μπρουκ αντιμετωπίζει τη Μαχαμπαράτα ως ένα έργο που θέτει υπό αμφισβήτηση παγιωμένες δυτικές αντιλήψεις περί ηθικής και πνευματικότητας. Για εκείνον, το ενδιαφέρον της δεν βρισκόταν σε κάποια υποτιθέμενη "ανώτερη" ανατολική σοφία, αλλά στην ικανότητά της να διατηρεί ανοιχτές τις αντιφάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η επιλογή του Αττάρ και του Συνεδρίου των Πτηνών κινείται προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Μπρουκ και ο Ζαν-Κλοντ Καριέρ μετέφεραν στη σκηνή το σουφικό ποίημα της Περσίας αναζητώντας μια θεατρική μορφή που μπορούσε να λειτουργήσει πέρα από τις συμβάσεις του ευρωπαϊκού ψυχολογικού δράματος. Η περιπλάνηση των πουλιών προς αναζήτηση του μυθικού Σιμούργκ δεν αποτελούσε για τον Μπρουκ απλώς ένα ποιητικό θέμα. Ήταν ένα θεατρικό μοντέλο ταξιδιού, μεταμόρφωσης και εσωτερικής αναζήτησης. Όπως και στη Μαχαμπαράτα, το υλικό μπορούσε να μετασχηματιστεί σε σωματική, φωνητική και τελετουργική πράξη.
Αυτή η αναζήτηση συνδεόταν άμεσα με το International Centre for Theatre Research, το οποίο ο Μπρουκ δημιούργησε μαζί με τους συνεργάτες του ως εργαστήριο διαπολιτισμικής θεατρικής έρευνας. Η παρουσία καλλιτεχνών από διαφορετικές ηπείρους και παραδόσεις κάθε άλλο παρά διακοσμητική ήταν. Ο θεατρικός εξερευνητής ενδιαφερόταν να διαπιστώσει τι παραμένει από το θέατρο όταν αφαιρούνται τα αυτονόητα: η κοινή γλώσσα, το οικείο δραματουργικό σύστημα, οι συμβάσεις του δυτικού θεατρικού κτηρίου. Το σώμα, η φωνή, ο ρυθμός, ο χώρος, η σιωπή και η σχέση ηθοποιού και θεατή μπορούσαν τότε να αναδειχθούν ως πρωτογενή θεατρικά στοιχεία. Η Μαχαμπαράτα ήταν, από αυτή την άποψη, ένα ιδανικό υλικό. Χωρίς να ανήκει στον ευρωπαϊκό πολιτισμικό κανόνα, επέτρεπε στον σκηνοθέτη να συγκροτήσει μια πολυεθνική σκηνική γλώσσα γύρω από ένα μυθολογικό υλικό τεράστιας εμβέλειας. Η παράσταση, που παρουσιάστηκε αρχικά το 1985 και αργότερα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, συνέστησε το κορυφαίο εγχείρημα της διαπολιτισμικής του περιόδου.
Παρ' όλα αυτά, δεν πρέπει να αγνοήσουμε και μια μεγάλη αντίφαση του εγχειρήματος. Η προσπάθεια του Μπρουκ να δημιουργήσει ένα "οικουμενικό" θέατρο μέσα από μη δυτικές παραδόσεις δεν έμεινε έξω από τη συζήτηση για τον οριενταλισμό και την πολιτισμική ιδιοποίηση. Το ερώτημα είναι αναπόφευκτο: μπορεί ένας δυτικός καλλιτέχνης να μετασχηματίζει ένα θεμελιώδες έργο ενός άλλου πολιτισμού στο όνομα μιας παγκόσμιας θεατρικής γλώσσας χωρίς να το εντάσσει, έστω άθελά του, στις δικές του αισθητικές και ιδεολογικές κατηγορίες; Η Μαχαμπαράτα του Μπρουκ μπορεί λοιπόν να διαβαστεί ταυτόχρονα ως κορυφαίο επίτευγμα του διαπολιτισμικού θεάτρου και ως έργο που αποκαλύπτει τα όρια του ίδιου του διαπολιτισμικού ιδεώδους.
Γι’ αυτό η σχέση του Μπρουκ με την Ελλάδα δύσκολα περιγράφεται ως απόρριψη. Ο Μπρουκ δεν στράφηκε στην Ινδία επειδή θεωρούσε τη Δύση νεκρή και την Ανατολή ζωντανή. Κατ' ουσίαν, επιχείρησε να δημιουργήσει μια απόσταση από τη δυτική παράδοση, ώστε να μπορέσει να την ξαναδεί. Η Μαχαμπαράτα δεν αντικατέστησε την Ιλιάδα ούτε ο Αττάρ τον Αριστοφάνη. Απλως λειτούργησαν ως διαφορετικά σημεία αναφοράς, μέσα από τα οποία μπορούσε να αμφισβητήσει την ιδέα ότι το θέατρο έχει μία και μοναδική πολιτισμική καταγωγή.
Κατά συνέπεια, ο ώριμος Μπρουκ, αντί να εγκαταλείψει τον δυτικό πολιτισμό, επιχείρησε να τον απο-κεντροποιήσει. Η αναζήτησή του για τον "κενό χώρο" ήταν μια προσπάθεια να δημιουργηθεί ένας θεατρικός χώρος απαλλαγμένος από τις πολιτισμικές και αισθητικές βεβαιότητες που τον είχαν προκαθορίσει, όπου διαφορετικές παραδόσεις θα μπορούσαν να συναντηθούν χωρίς καμία να θεωρείται αυτονόητα το μέτρο όλων των άλλων. Η μεγάλη σημασία της Μαχαμπαράτα στο έργο του βρίσκεται ακριβώς εκεί: δεν αποτελεί την "ανατολική απάντηση" στην αρχαία ελληνική ποίηση, αλλά το μέσο με το οποίο ο θεατράνθρωπος αυτός προσπάθησε να απομακρύνει το θέατρο από κάθε πολιτισμική βεβαιότητα.
Δεν αποκλείεται, μάλιστα, αυτή να είναι και η κεντρικότερη σημασία της επιλογής του. Ο Μπρουκ, αντί για έναν άλλο κανόνα που θα αντικαθιστούσε τον δυτικό, αναζητούσε τη δυνατότητα ενός θεάτρου πριν από τον κανόνα, ενός θεάτρου που θα μπορούσε να ξεκινήσει ξανά από το σώμα, τη φωνή, τον χώρο, τον μύθο και τη συνάντηση του ανθρώπου με τον άλλον. Η προσφυγή του στη Μαχαμπαράτα και τον Αττάρ ήταν, λοιπόν, λιγότερο μια κίνηση προς την Ανατολή και περισσότερο μια προσπάθεια να δημιουργήσει την απόσταση που χρειαζόταν για να ξανασκεφτεί τη Δύση. Και μέσα σε αυτή την απόσταση, το θέατρο μπορούσε να εμφανιστεί όχι ως μουσείο της πολιτισμικής μνήμης, αλλά ως μια ζωντανή πράξη ανακάλυψης.






