Δοκίμιο αρ. 173
Η ανθρώπινη συνύπαρξη διέπεται διαχρονικά από μια θεμελιώδη αντίφαση: την ανάγκη για αυθεντική επικοινωνία και την ταυτόχρονη καταφυγή σε προκαθορισμένους ρόλους, προσωπεία και συμβάσεις. Εισάγοντας τον όρο κοινωνικό θέατρο, επιχειρούμε να περιγράψουμε ακριβώς αυτό το εξωκαλλιτεχνικό θέατρο της καθημερινότητας· τη θεατρικότητα που εμφιλοχωρεί στις διανθρωπινές σχέσεις υπό τη μορφή της υποκρισίας, του ψεύδους και της αναυθεντικότητας. Δεν πρόκειται για μια απλή ηθική παρέκκλιση, αλλά για δομική συνθήκη της κοινωνικής πραγματικότητας, την οποία η κοινωνιολογία —με κυρίαρχη τη δραματουργική θεωρία του Erving Goffman (The Presentation of Self in Everyday Life, 1956)— ανέλυσε ως μια διαρκή «παρουσίαση του εαυτού» σε μια καθημερινή σκηνή, όπου το υποκείμενο οφείλει να διαχειριστεί τις εντυπώσεις του κοινού του. Αυτή την καθημερινή θεατρικότητα έχει εντοπίσει και δραματοποιήσει υποδειγματικά η παγκόσμια δραματουργία, καθώς το θέατρο, ως καλλιτεχνικό μέσο, γεννάται ως ένας μεγεθυντικός καθρέφτης που σκοπό έχει να ξεσκεπάσει το «άλλο» θέατρο: αυτό που παίζεται εκτός σκηνής. Κορυφαίο σταθμό αυτής της ανατομίας αποτελεί Ο Μισάνθρωπος του Μολιέρου (1666), ένα πικρόχολο έργο που υπερβαίνει τα όρια της κοινωνικής κωμωδίας εποχής και ανάγεται σε μια βαθιά σπουδή πάνω στο ψεύδος της κοινωνικής συμβίωσης. Μέσα από τη σύγκριση του κεντρικού ήρωα, Αλσέστ, με την αρχέτυπη μορφή του Οιδίποδα, και υπό το πρίσμα της χαϊντεγκεριανής φιλοσοφίας για το αναυθεντικό Mit-Sein (Συν-είναι), αποκαλύπτεται πώς το κοινωνικό θέατρο εγκλωβίζει το υποκείμενο σε ένα τραγικό αδιέξοδο, όπου η καθαρότητα πληρώνεται αναποφεύκτα με την τύφλωση και την εξορία.
Στον Μισάνθρωπο, ο Μολιέρος στήνει το σκηνικό του στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ', ένα λίαν επικίνδυνο περιβάλλον όπου η επιβίωση και η κοινωνική ανέλιξη εξαρτώνται αποκλειστικά από την ικανότητα του ατόμου να κολακεύει, να υποκρίνεται και να χειρίζεται τη δημόσια εικόνα του. Το σαλόνι της Σελιμέν μετατρέπεται στην απόλυτη μικρογραφία αυτού του κοινωνικού θεάτρου. Η ίδια η Σελιμέν ενσαρκώνει την πλήρη υποταγή του εαυτού στους κανόνες της θεατρικότητας, ούσα γοητευτική, πνευματώδης και χειριστική. Κατέχει την τέχνη να εξυμνεί τους παρευρισκόμενους και να τους αποδομεί σαρκαστικά μόλις αποχωρήσουν, βλέποντας τον κόσμο ως μια σκηνή όπου οφείλει να αλλάζει προσωπεία για να διατηρεί τα προνόμιά της. Απέναντι σε αυτό το σύστημα, ο φίλος τού Αλσέστ, ο Φιλέντ, αντιπροσωπεύει τη φωνή της «κοινής λογικής» και του κοινωνικού συμβιβασμού. Αναγνωρίζει την υποκρισία γύρω του, αλλά τη θεωρεί αναγκαίο κοινωνικό «λιπαντικό», μια αναγκαιότητα για την αποφυγή της καθολικής σύγκρουσης. Στον αντίποδα αυτού του συμβιβασμού ορθώνεται ο Αλσέστ. Η απαίτησή του για απόλυτη, ασυμβίβαστη ειλικρίνεια συνιστά μια ριζική άρνηση συμμετοχής στη θεατρική παράσταση. Αρνούμενος να μοιράσει ψεύτικες αβροφροσύνες ή να δεχτεί τη διπλωματία των σαλονιών, ο Αλσέστ καταγγέλλει την κοινωνική σύμβαση ως ηθική σήψη και πνευματικό ακρωτηριασμό. Η πικρία του έργου πηγάζει από τη διαπίστωση ότι στο κοινωνικό θέατρο, όποιος αρνείται να παίξει τον ρόλο του, δεν διορθώνει τον θίασο, αλλά αποβάλλεται από αυτόν.
Αν και Ο Μισάνθρωπος κατατάσσεται παραδοσιακά στις κωμωδίες, ο χαρακτήρας του Αλσέστ φέρει έναν βαθύτατα τραγικό πυρήνα, ο οποίος παρουσιάζει μια συγκλονιστική αναλογία με τη μορφή του Οιδίποδα στον Οιδίποδα Τύραννο του Σοφοκλή. Η σύνδεση αυτή φωτίζει τον μηχανισμό με τον οποίο το κοινωνικό θέατρο τιμωρεί όποιον επιχειρεί να διαρρήξει τις ψευδαισθήσεις του. Και οι δύο ήρωες πάσχουν από μια μορφή ιδεολογικής και υπαρξιακής ύβρεως: πιστεύουν ότι μπορούν να επιβάλλουν και να αντέξουν την απόλυτη αλήθεια, όντας ταυτόχρονα τυφλοί απέναντι στις δικές τους αντιφάσεις. Ο Οιδίποδας ξεκινά μια μανιώδη έρευνα για την αποκάλυψη του μιάσματος της Θήβας, τυφλός απέναντι στο γεγονός ότι ο ένοχος είναι ο ίδιος. Ο Αλσέστ, τυφλωμένος από το πάθος του για καθαρότητα, αδυνατεί να δει τον δικό του ναρκισσισμό και, κυρίως, την πραγματική φύση της Σελιμέν. Ερωτεύεται παράφορα την κατεξοχήν πρωταγωνίστρια του κοινωνικού θεάτρου, αρνούμενος να δει την αλήθεια μέχρι η ίδια η πραγματικότητα να τον εκτυφλώσει. Όταν η αλήθεια αποκαλύπτεται, το φως της είναι τόσο σκληρό που οδηγεί στον ακρωτηριασμό. Ο Οιδίποδας βγάζει τα μάτια του με τις περόνες της Ιοκάστης, μην αντέχοντας να βλέπει το μέγεθος της τραγικότητάς του. Ο Αλσέστ, μεταφορικά, «βγάζει τα μάτια του» καταστρέφοντας συστηματικά κάθε κοινωνικό και προσωπικό ιστό γύρω του. Όταν διαβάζει το γράμμα της Σελιμέν που αποδεικνύει τον εμπαιγμό της, η ψευδαίσθησή του γκρεμίζεται· η εμμονή του να ξεσκεπάσει την υποκρισία καταλήγει να ξεσκίσει τις σάρκες της δικής του ζωής.
Η κοινή κατάληξη των δύο ηρώων είναι η αυτοεξορία, όμως εδώ εντοπίζεται μια κομβική διαφοροποίηση που αναδεικνύει τη βαθύτερη φύση του κοινωνικού θεάτρου. Ο Οιδίπους είναι μιαρός από άγνοια. Παρά τις ευγενείς προθέσεις του, οι πράξεις του παραβιάζουν τον κοσμικό νόμο και μολύνουν την πόλη, με αποτέλεσμα να εκδιώκεται ως ο «φαρμακός» (αποδιοπομπαίος τράγος) για να καθαρίσει η Θήβα από αυτόν. Ο Αλσέστ είναι το αντίθετο του μιαρού: είναι ο καθαρός που δεν έχει θέση ανάμεσα στους μιαρούς. Εδώ, το μίασμα δεν είναι μια αντικειμενική θεϊκή κατάρα, αλλά η συνειδητή, καθημερινή ηθική σήψη της κοινωνίας. Σε μια κοινωνία δομημένη πάνω στο ψέμα, η καθαρότητα του Αλσέστ αντιμετωπίζεται ως παθογένεια και απειλή για το σύστημα. Η κοινότητα τον περιθωριοποιεί και τον ωθεί στην εξορία, προκειμένου να ξορκίσει τις δικές της ενοχές. Φορτώνει στον Αλσέστ τον χαρακτηρισμό του «τρελού» ή του «ιδιότροπου» και τον αποβάλλει, ώστε το σαλόνι της Σελιμέν να μπορεί να συνεχίσει ανενόχλητο την παράστασή του. Ενώ ο Οιδίποδας φεύγει για να σωθεί η πόλη, ο Αλσέστ φεύγει στο «ερημητήριο» (un désert) για να σώσει την προσωπική του ακεραιότητα από την πόλη.
Για να κατανοήσουμε σε βάθος αυτό το αδιέξοδο του «καθαρού» μέσα στο κοινωνικό θέατρο, είναι απαραίτητο να καταφύγουμε στη φιλοσοφική οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ και συγκεκριμένα στην έννοια του Mit-Sein (Συν-είναι), όπως αναλύεται στο Είναι και Χρόνος (Sein und Zeit, 1927). Ο Χάιντεγκερ υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη ύπαρξη (το Dasein) είναι δομικά συνδεδεμένη με τους άλλους. Δεν υφίσταται απομονωμένο υποκείμενο· το Είναι-στον-Κόσμο είναι εξ ορισμού ένα Είναι-μαζί. Ωστόσο, στην καθημερινή του τροπή, αυτό το Mit-Sein εκπίπτει αναπόφευκτα στην αναυθεντικότητα. Το υποκείμενο παραδίδει την αυθεντικότητά του στην ανώνυμη δικτατορία του πλήθους, σε αυτό που ο φιλόσοφος ονομάζει «Τα Συγκεκριμένα» (Das Man). Το Das Man λειτουργεί ως ο αόρατος σκηνοθέτης του κοινωνικού θεάτρου, επιβάλλοντας το πώς πρέπει να σκεφτόμαστε, πώς πρέπει να μιλάμε και πώς να αισθανόμαστε. Η καθημερινή επικοινωνία εντός αυτού του πλαισίου χαρακτηρίζεται από τη Φλυαρία (Gerede) και την Ασάφεια (Ambivalenz). Η γλώσσα χάνει το υπαρξιακό της βάθος και μετατρέπεται σε ρηχό κουτσομπολιό, σε λόγια που λέγονται απλώς επειδή «έτσι συνηθίζεται». Αυτή ακριβώς η φλυαρία κυριαρχεί και στους κοσμικούς κύκλους του Μολιέρου: ένας λόγος κενός νοήματος, που σκοπό έχει να κρύψει την απουσία αυθεντικού ενδιαφέροντος.
Ο Αλσέστ βιώνει αυτό που ο Χάιντεγκερ περιγράφει ως την υπαρξιακή αγωνία απέναντι στην απώλεια του εαυτού μέσα στην ανωνυμία του πλήθους. Η εμμονή του με την αλήθεια δεν είναι μια απλή ηθικολογία, αλλά μια απελπισμένη προσπάθεια ανάκτησης της αυθεντικότητας (Eigentlichkeit). Όταν ο Φιλέντ τού ζητά να συμμορφωθεί με τις κοινωνικές συμβάσεις, του ζητά ουσιαστικά να υποταχθεί στο Das Man, να γίνει ένας ακόμα ανώνυμος ηθοποιός στον θίασο. Εδώ όμως αναδεικνύεται το απόλυτο, τραγικό παράδοξο: το Mit-Sein είναι υπαρξιακή κατηγορία, ένας θεμελιώδης τρόπος του Είναι, και δεν μπορεί κανείς να το καταργήσει χωρίς να καταργήσει την ίδια του την ύπαρξη. Ο Αλσέστ, στην προσπάθειά του να αρνηθεί το ψεύδος τού μαζί-με-άλλους, καταλήγει να αρνηθεί το ίδιο το μαζί. Επιλέγοντας την απομόνωση της ερήμου, επιλέγει έναν μη-τόπο. Χωρίς τους άλλους, το Dasein στερείται κόσμου. Η εξέγερσή του ενάντια στο κοινωνικό θέατρο τον οδηγεί σε μια υπαρξιακή αυτοκτονία: για να παραμείνει καθαρός, πρέπει να πάψει να είναι κοινωνικό ον.
Η θεματική του κοινωνικού θεάτρου, όπως αυτή αναλύθηκε μέσα από τον Μισάνθρωπο, τη σύγκριση με τον Οιδίποδα και τη χαϊντεγκεριανή οντολογία, αποκαλύπτει μια ζοφερή αλλά αληθινή πτυχή της ανθρώπινης κατάστασης. Το κοινωνικό θέατρο δεν είναι μια επιλογή που μπορεί κανείς απλώς να απορρίψει, αλλά το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι καταδικασμένο να κινείται το Mit-Sein. Ο Σοφοκλής, με τραγικό δέος, και ο Μολιέρος, με πικρόχολο χιούμορ, χαρτογραφούν την ίδια παγίδα. Όποιος επιχειρεί να γκρεμίσει το σκηνικό της καθημερινής υποκρισίας και να ανάψει τα φώτα της απόλυτης αλήθειας, έρχεται αντιμέτωπος με την τύφλωση και την απόρριψη. Η κοινωνία, ως ένας θίασος που έχει ανάγκη το ψεύδος για να επιβιώσει, θα προστατεύσει την παράστασή της εκδιώκοντας τον «καθαρό» ως μίασμα. Το υπαρξιακό αδιέξοδο παραμένει έκτοτε μετέωρο: η ύπαρξη καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην αναυθεντικότητα της σκηνής, δηλαδή τη συμμετοχή στο κοινωνικό ψεύδος, και στο μηδέν της ερημιάς, δηλαδή την απόλυτη απομόνωση. Το θέατρο της καθημερινότητας συνεχίζεται αδιάκοπα, και η τιμωρία για όποιον αρνηθεί τον ρόλο του παραμένει, διαχρονικά, η εξορία.




