Η σύγχρονη θεατρολογία αντιμετωπίζει ένα κρίσιμο θεωρητικό διακύβευμα: πώς να νοηματοδοτήσει την εμπειρία του θεάτρου όταν αυτή εξακολουθεί να υπερβαίνει την παραδοσιακή λογική της αναπαράστασης. Στην παραδοσιακή θεατρική πρακτική (δραματικό θέατρο), η αναπαράσταση σκηνικοποιεί ένα προϋπάρχον δραματικό κείμενο, και η ταυτότητα (χαρακτήρας, πλοκή, νόημα) θεωρείται δεδομένη. Η θεωρία της επανάληψης, όμως, όπως την εκθέτει ο Ζιλ Ντελέζ στο Διαφορά και Επανάληψη (1968) προτείνει μια ριζική αναθεώρηση αυτού του σχήματος: η επανάληψη δεν είναι απλώς επανάληψη του ίδιου, ούτε είναι απλή διαφοροποίηση εντός μιας σταθερής ταυτότητας. Αντίθετα, η επανάληψη είναι παραγωγή διαφοράς που φανερώνει και παροντοποιεί τις ίδιες τις δυνάμεις και τις κινήσεις της ζωής, την ίδια τη ζωή.
Η παραδοσιακή θεατρική αντίληψη στηρίζεται σε έναν μεταφυσικό πυρήνα: υπάρχει ένα πρωτότυπο, μια ουσία, μια ταυτότητα, και η παράσταση λειτουργεί ως αναπαράσταση αυτής. Αυτό το σχήμα αναπαράστασης αφήνει τη διαφορά ως δευτερεύουσα - διαφορά ως παραλλαγή ή απόκλιση από την ταυτότητα. Στην αναπαραστατική λογική, η ερώτηση είναι «Τι σημαίνει;». Το νόημα καθορίζει την εμπειρία. Αντιθέτως, η επανάληψη, όπως την προτείνει ο Ντελέζ, δεν είναι απλώς η επανάληψη του ίδιου, ούτε η αναπαραγωγή μιας ταυτότητας. Στο Διαφορά και Επανάληψη ο Ντελέζ διερευνά πώς η διαφορά δεν είναι δευτερεύουσα στην ταυτότητα, αλλά παραγωγική. Επαναλαμβάνοντας δεν ξαναπαρουσιάζω κάτι ήδη κατανοημένο. Επαναλαμβάνοντας φανερώνω και παροντοποιώ δυνάμεις και κινήσεις που δεν είναι εξαρτημένες από μια σταθερή ταυτότητα — ούτε από μια καθαρά νοηματική λογική. Η επανάληψη είναι αδιαμεσολάβητη, μιλά πριν από τις λέξεις και δημιουργεί το παρόν ως συμβάν. Η επανάληψη, δηλαδή, στην ουσία της δεν πάει πίσω στο ίδιο αλλά πάει προς τα εμπρός μέσα στη διαφορά. Είναι παραγωγή διαφοροποίησης.
Η θεώρηση της επανάληψης ως παραγωγής διαφοράς και παρουσίας δεν πραγματοποιείται σε ένα κενό, έχει φιλοσοφικές ρίζες. Ο Κίρκεγκωρ (Η επανάληψη, 1843) επιμένει στην κρίσιμη σημασία του παρόντος ως υπαρξιακής στιγμής - όχι ως απλής συνέχειας του παρελθόντος αλλά ως σημείου όπου τίθεται η ύπαρξη σε κρίση. Στο υπαρξιστικό πλαίσιο, το παρόν δεν είναι δοχείο λεκτικών νοημάτων, αλλά πεδίο επιλογών, κινητήριων δυνάμεων και αποφάσεων. Ο Νίτσε (Η χαρούμενη επιστήμη, 1882), με την ιδέα της αιώνιας επιστροφής, προτείνει ότι η ζωή και οι αξίες δεν βρίσκονται σε κάποια υπερβατική ιδέα ή μοντέλο αλλά σε μια κυκλική, αέναη επανεφεύρεση. Η επανάληψη, σε αυτή την προοπτική, δεν επαναφέρει το ίδιο, αλλά δημιουργεί. Δεν είναι αναπαράσταση· είναι γέννηση αξίας. Αυτές οι προσεγγίσεις συμβαδίζουν με τον Ντελέζ όταν αυτός θέτει την επανάληψη ως παραγωγική πρωτογενών διαφορών.
Στο πεδίο της θεατρικής θεωρίας, ο Αρτώ, με το Θέατρο της Σκληρότητας (Το Θέατρο και το Είδωλό του, 1938) υπογραμμίζει ότι η σκηνική πράξη δεν πρέπει να περιορίζεται στη μίμηση ή στη λεκτική αναπαράσταση. Το σώμα και η ένταση των σωμάτων είναι φορείς ενέργειας, όχι απλώς εκφραστές ψυχολογικών καταστάσεων. Η σκληρότητα που προτείνει ο Αρτώ δεν αναφέρεται στην βία κατ’ ανάγκη, αλλά στην αμεσότητα της δράσης, στην ικανότητα της σκηνής να ενεργοποιεί δυνάμεις πέρα από ένα κείμενο. Η σκηνική εμπειρία, έτσι, γίνεται άμεσο συμβάν, αμεσότατη και βιωματική. Η θεωρία του Ντελέζ για την επανάληψη συνδέεται με αυτή την έννοια, καθώς και οι δύο προσεγγίσεις επιδιώκουν ένα θέατρο που παροντοποιεί ενέργειες και δυνάμεις. Ο Ντελέζ βλέπει την επανάληψη ως φανέρωση των δυνάμεων και των κινήσεων της ζωής, πριν από κάθε λέξη ή νόημα. Ο Αρτώ, αντίστοιχα, ζητά από τον ηθοποιό να «καταστρέψει» την ψευδαίσθηση της αναπαράστασης και να δώσει έμφαση στην ενεργητική, σωματική παρουσία. Και στις δύο θεωρίες, η εμπειρία δεν περνά μέσα από το κείμενο ή την αναπαράσταση αλλά μέσα από το συμβάν, μέσα από την ενεργοποίηση της σκηνικής έντασης και της παρουσίας. Με άλλα λόγια, το Θέατρο της Επανάληψης του Ντελέζ και το Θέατρο της Σκληρότητας του Αρτώ συγκλίνουν στην προτεραιότητα που δίνουν στο παρόν, στη ζωντανή ενέργεια και στην αμεσότητα της εμπειρίας, ανεξάρτητα από το νόημα ή την αναπαράσταση. Η επανάληψη, όπως τη φαντάζεται ο Ντελέζ, συνιστά την παραγωγή συμβάντος· η σκληρότητα του Αρτώ αποτελεί τον πρακτικό τρόπο να αναδειχθεί αυτό το συμβάν στη σκηνή.
Μια ενδιαφέρουσα αναλογία μπορεί να ανιχνευθεί μεταξύ της επανάληψης στον Ντελέζ και της αυτόματης σκηνικής γραφής. Στην τελευταία, η παράσταση αναπτύσσεται μέσα από αυτοσχεδιαστικές κινήσεις, βλέμματα, σωματικές εντάσεις και φωνητικές ρυθμίσεις που δεν καθοδηγούνται από προκαθορισμένο κείμενο ή δραματουργική λογική, αλλά γεννιούνται στο παρόν της σκηνής. Όπως και στην επανάληψη του Ντελέζ, αυτή η διαδικασία δεν αναπαριστά προηγούμενες μορφές ή νοήματα· φανερώνει και ενεργοποιεί τις δυνάμεις που προϋπάρχουν στο σώμα και στην κίνηση, καθιστώντας το παρόν αμεσότατο. Ωστόσο, όπως και στην παραδοσιακή αυτόματη γραφή, υπάρχει ένα στοιχείο αναπαραστατικότητας: η σκηνική πράξη αποτυπώνει ή εξωτερικεύει την εσωτερική δυναμική, έστω και σε μορφή συμβάντος, ώστε να γίνει προσληπτή από το κοινό. Η βασική διαφορά είναι ότι στο θέατρο της επανάληψης, αυτή η αμεσότητα και η ενεργοποίηση συμβαίνουν ζωντανά μπροστά στον θεατή, ενώ η «αναπαράσταση» είναι δευτερεύουσα και υποστηρικτική. Με άλλα λόγια, η επανάληψη και η αυτόματη σκηνική γραφή συναντώνται στην προτεραιότητα της παρουσίας και της ενεργοποίησης δυνάμεων, ενώ διαφοροποιούνται στο μέσο και στην άμεση εμπειρία του θεατή.
Προκειμένου να προτείνω κάποιον συμβιβασμό ανάμεσα στον ουτοπικό χαρακτήρα της θεωρίας και τις βεβαιότητες της σκηνικής πρακτικής, έχω παρατηρήσει (Παραστασιογραφίες, 2005) ότι στην πράξη, στο πλαίσιο της θεατρικής παράστασης, επανάληψη και αναπαράσταση συνυπάρχουν και συναρμόζονται δυναμικά - μια «διαμάχη» ή ένταση που δεν ανήκει φυσικά στον Ντελέζ, αλλά στον τρόπο που βιώνουμε την παράσταση. Οι θεωρίες του Ντελέζ για την καθαρή επανάληψη και του Αρτώ για το Θέατρο της Σκληρότητας, παρά τη θεωρητική τους οξύτητα, εμφανίζονται σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστες, καθότι προϋποθέτουν ένα θέατρο απελευθερωμένο από κάθε σταθερό σημείο αναφοράς, όπου η παρουσία και η ενεργοποίηση της σκηνικής έντασης θα μπορούν να υπερκεράσουν πλήρως την αναπαράσταση. Η εμπειρική πραγματικότητα όμως δείχνει ότι (ειδικά στο δραματικό θέατρο) το προϋπάρχον κείμενο λειτουργεί αναπόφευκτα ως σημείο αναφοράς. Ως απάντηση σε αυτή την αντίφαση, εισήγαγα την έννοια της (ανα)παράστασης, βάζοντας σε παρένθεση την πρόθεση ώστε να καταδείξω τη γεμάτη ένταση συνύπαρξη επανάληψης και αναπαράστασης (με δικούς μου όρους: θεατρικότητας και παραστατικότητας). Υπό αυτή την έννοια, στο σύγχρονο (μεταδραματικό) θέατρο η επανάληψη τείνει να υπερκεράσει την αναπαράσταση, χωρίς όμως να την εξαφανίζει πλήρως, δημιουργώντας μια δυναμική ισορροπία μεταξύ αμεσότητας και αναφοράς, μεταξύ παρουσίας και κειμένου.
Εντούτοις, δεν είναι λίγα τα παραστασιακά παραδείγματα που αποδεικνύουν ότι είναι εφικτή η πρακτική εφαρμογή της θεωρίας του Ντελέζ. Από το πολύμορφο ελληνικό θεατρικό τοπίο ξεχωρίζω τη δουλειά του Μιχαήλ Μαρμαρινού, ο οποίος δραστηριοποιείται κατ' εξοχήν στο πεδίο του μεταδραματικού θεάτρου. Αρκούμαι σε μια αναφορά στον εμβληματικό του Άμλετ (1998), όπου απομακρυνόταν ριζοσπαστικά από την αναπαραστατική παράδοση. Αντί να εδραιώσει τους χαρακτήρες ως ψυχολογικές ταυτότητες, η παράσταση αντιμετώπιζε τα σώματα ως δυναμικά πεδία. Το δραματικό κείμενο υπήρχε, αλλά λειτουργούσε ως ίχνος, ως φάντασμα και όχι ως πηγή νοήματος. Ενδεικτικά, στην κρίσιμη σκηνή της συνάντησης του Άμλετ με τη μητέρα του Γερτρούδη, οι λέξες, ο διάλογος σχεδόν εξαφανίζονταν. Ακούγονταν μόνο μονολεκτικά θραύσματα ή, καλύτερα, υπολείμματα και η επικοινωνία μεταφερόταν κυρίως στο επίπεδο του βλέμματος, της σιωπής και της σωματικής παρουσίας. Η σύγκρουση δεν αναπαραστάθηκε· συνέβη. Ο θεατής δεν καλούνταν να κατανοήσει νοηματικά αλλά να βιώσει την ενεργοποίηση των σωμάτων και την ένταση του παρόντος. Ολόκληρη η παράσταση ήταν συμβάν, εμπειρία, παραγωγή διαφορών - καθαρή επανάληψη κατά Ντελεζ. Βέβαια, η αναπαράσταση παρέμενε ως υπόστρωμα, ωστόσο η ουσία της εμπειρίας προέκυπτε από την παροντοποίηση: η σκηνική ένταση, οι σιωπές και τα βλέμματα συνάρθρωναν το πραγματικό συμβάν. Το παράδειγμα αυτό επιβεβαιώνει ότι η επανάληψη δεν είναι μίμηση ή αναπαράσταση αλλά ενεργοποίηση, φανέρωση και παραγωγή παρουσίας, ενώ η αναπαράσταση μπορεί να παραμένει ως υπολειμματικό σημείο αναφοράς, υποστηρικτικό αλλά όχι κυρίαρχο.
Η θεωρία του Ντελέζ για την επανάληψη ως παραγωγή παρουσίας και διαφοράς αποτελεί ένα ισχυρό θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση του σύγχρονου θεάτρου πέρα από την αναπαραστατική λογική. Σε πιο απελευθερωμένες σκηνικές μορφές (χάπενινγκ, περφόρμανς, χοροθέατρο, έντεχνος χορός) η επανάληψη μπορεί να αναδυθεί ακόμη πιο καθαρά, καθώς η αναπαράσταση δεν επιβάλλεται από σταθερές αφηγηματικές ή δραματικές δομές. Στο δραματικό θέατρο, όμως, η ύπαρξη προϋπάρχοντος κειμένου σημαίνει ότι η επανάληψη δεν αποκλείεται αλλά μπορεί να συναρθρώνεται πάντοτε με την αναπαράσταση, παράγοντας μια δυναμική διαλεκτική μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, μεταξύ φαντασιακού και ζωντανού συμβάντος, η οποία είναι χαρακτηριστική του μεταδραματικού και πειραματικού θεάτρου του σήμερα.
Εν κατακλείδι, είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι η έννοια της επανάληψης, όπως την εκθέτει ο Ντελέζ, δεν ανήκει περιοριστικά στον μεταμοντερνισμό. Στο μεταμοντέρνο θέατρο η επανάληψη συχνά εμφανίζεται ως δραματουργικό εργαλείο: επαναλαμβάνονται σκηνές, μοτίβα ή λόγοι, με στόχο να αποδομηθεί η γραμμική αφήγηση, να αναδειχθεί η διαφορά ή να τεθεί υπό αμφισβήτηση η σταθερότητα των νοημάτων. Σε αυτή τη χρήση, η επανάληψη έχει έντονο τεχνικό ή κριτικό χαρακτήρα. Αντίθετα, για τον Ντελέζ η επανάληψη είναι μια θεμελιώδης διαδικασία φανέρωσης δυνάμεων και κινήσεων, μια παραγωγή αμεσότητας και παρουσίας που προηγείται από τη λέξη, το νόημα ή την αναπαράσταση. Πρόκειται για μια φιλοσοφική και αισθητική έννοια καθολική, που δεν περιορίζεται σε συγκεκριμένα ιστορικά ή καλλιτεχνικά ρεύματα. Το μεταμοντέρνο θέατρο απλώς προσλαμβάνει αυτήν την ιδέα και τη μετατρέπει σε εμφανές σκηνικό μέσο, χωρίς να εξαντλεί ή να ταυτίζεται με το θεωρητικό βάθος της ντελεζιανής έννοιας. Αν λοιπόν ταλαντευόμαστε ανάμεσα στον μοντερνισμό της αναπαράστασης και τον μεταμοντερνισμό της επανάληψης, διαμορφώνεται ένα μετα-μοντέρνο πεδίο θεάτρου, όπου οι δύο προσεγγίσεις συνυπάρχουν δυναμικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η επανάληψη δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό εργαλείο ή μεταμοντέρνο τέχνασμα, αλλά ως διαδικασία φανέρωσης δυνάμεων και παρουσίας, όπως την περιγράφει ο Ντελέζ, ενώ η αναπαράσταση παραμένει αναγκαίο σημείο αναφοράς, δεδομένου ότι το δραματικό ή προϋπάρχον κείμενο δεν μπορεί να εκμηδενιστεί πλήρως. Το μετα-μοντέρνο πεδίο, έτσι, συνιστά ένα τόπο όπου η ένταση ανάμεσα σε αναπαράσταση και επανάληψη δεν επιλύεται αλλά δημιουργεί μια θεατρική εμπειρία που είναι ταυτόχρονα αμεσότατη, δυναμική και αυτοσυνειδητή, επαναπροσδιορίζοντας τις παραδοσιακές -πλέον- κατηγορίες παρουσία/αναπαράσταση.




