11 Απριλίου 2026

Η Nelly’s και η επανάσταση του βλέμματος/Nelly's and the revolution of the gaze

 Δοκίμιο αρ. 166



Τον Ιούλιο του 1997, το Διεθνές Κέντρο Χορού Καλαμάτας σε συνεργασία με το Μουσείο Μπενάκη πραγματοποίησε έκθεση φωτογραφιών της Nelly's με τίτλο "Nelly's ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΧΟΡΟΣ", στο πλαίσιο των παράλληλων εκδηλώσεων του 3ου Διεθνούς Φεστιβάλ Χορού της πόλης. Τον ίδιο μήνα, το φωτογραφικό υλικό της έκθεσης κυκλοφόρησε σε ειδική έκδοση με τη συνεργασία των εκδόσεων ΑΓΡΑ και ΆΜΜΟΣ, του Διεθνούς Κέντρου Χορού Καλαμάτας και του Μουσείου Μπενάκη. Η εκτύπωση των ασπρόμαυρων φωτογραφιών από τα αρνητικά της Nelly's έγινε από τον Γιώργο Μαρίνο, ενώ οι έγχρωμες διαφάνειες των bromoil έγιναν από τον Κ. Μανώλη.


Η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από στιγμές που μια εικόνα παύει να είναι απλή αναπαράσταση της πραγματικότητας και μετατρέπεται σε σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής. Η φωτογράφιση της ρωσίδας χορεύτριας Νικόλσκα* από τη Nelly’s, στον Παρθενώνα το 1929, οδηγεί στην καλλιτεχνική κορύφωση μιας διαδρομής που ξεκινά δύο χρόνια νωρίτερα, προκαλώντας έναν πρωτοφανή «σεισμό» στα συντηρητικά θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας.

Το χρονικό της επανάστασης γράφεται το 1927, όταν η Nelly’s φωτογραφίζει τη ρωσίδα χορεύτρια Πάιβα** γυμνή πάνω στον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Η δημοσίευση λήψεων πυροδοτεί μια θύελλα αντιδράσεων***. Για την Ελλάδα του Μεσοπολέμου, ο Παρθενώνας δεν είναι απλώς ένα κορυφαίο μνημείο, αλλά ένα εθνικό τοτέμ που απαιτεί θρησκευτική ευλάβεια. Η παρουσία του γυμνού σώματος ανάμεσα στους κίονες θεωρείται βεβήλωση. Ο αθηναϊκός τύπος διχάζεται. Οι συντηρητικοί κύκλοι ζητούν την παρέμβαση του εισαγγελέα για «προσβολὴ τῆς δημοσίας αἰδοῦς». Διανοούμενοι όπως ο Παύλος Νιρβάνας σπεύδουν να υπερασπιστούν τη δημιουργό τονίζοντας ότι η τέχνη δεν βεβηλώνει αλλά ανασταίνει το αρχαίο κάλλος: «Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τῶν Ὀλυμπίων θεῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, ὄχι μόνον ἐπερπατοῦσαν γυμνοί, ἀρσενικοὶ καὶ θηλυκοί, ἀλλὰ καὶ θεόγυμνοι ἐλατρεύοντο εἰς τοὺς ναούς των…».

Μέσα σε αυτό το κλίμα της καλλιτεχνικής και γενικότερης αναταραχής, η Νικόλσκα, εντυπωσιασμένη από τις φωτογραφίες της Πάιβα που πρωτοβλέπει στο Παρίσι, καταφθάνει στην Αθήνα το 1929 και ζητά από τη Nelly’s να φωτογραφίσει και αυτήν στον Παρθενώνα. Αυτή η δεύτερη περίοδος εργασίας στην Ακρόπολη (1925-1930), κατά την οποία η Nelly’s φωτογραφίζει επίσης τη γαλλίδα χορεύτρια Daljell με μακρύ χιτώνα και τον Ιόλα με κοντό, σηματοδοτεί τη στροφή προς μια πιο συγκρατημένη αισθητική.

Απομακρυνόμενη από την πλήρη γυμνότητα του 1927, η Nelly’s επιλέγει για τη Νικόλσκα μια ημίγυμνη, πεπλοφόρο εμφάνιση, χρησιμοποιώντας τη διαφάνεια του υφάσματος όχι για να καλύψει, αλλά για να αναδείξει την κίνηση. Η Νικόλσκα επαναλαμβάνει το άλμα και η Nelly’s, οπλισμένη με μια μηχανή Graflex, καρτερεί το κλάσμα του δευτερολέπτου όπου η ανοδική πορεία της χορεύτριας συναντά τη «μηδενική βαρύτητα». Το σώμα παύει να παλεύει με τη γη και μοιάζει να ανήκει στον αιθέρα, ενώ το ύφασμα που ανεμίζει καταγράφει την αόρατη ορμή του ανέμου.

Η ιδιοφυΐα της σύνθεσης έγκειται στην αντίστιξη. Οι δωρικοί κίονες αντιπροσωπεύουν το αιώνιο και το στατικό, ενώ η Νικόλσκα ενσαρκώνει το εφήμερο και το δυναμικό. Το διαπεραστικό αττικό φως σμιλεύει με απόλυτη καθαρότητα τις φόρμες και αναδεικνύει την πλαστικότητα των μυών, μετατρέποντας τη δισδιάστατη φωτογραφία σε τρισδιάστατο γλυπτό. Πρόκειται για έναν διάλογο όπου η αρχαιότητα παύει να είναι νεκρό έκθεμα και μετατρέπεται σε ενεργό σκηνικό της σύγχρονης ζωής.

Πέρα, όμως, από την αισθητική, η Nelly’s επιτελεί ακόμη μια ριζοσπαστική πράξη: επαναδιατυπώνει το βλέμμα πάνω στο γυναικείο σώμα. Ως γυναίκα δημιουργός σε μια ανδροκρατούμενη εποχή, δεν αντιμετωπίζει τη χορεύτρια ως παθητικό αντικείμενο ηδονής, αλλά ως κυρίαρχο υποκείμενο δύναμης. Είναι η ματιά μιας γυναίκας που αναγνωρίζει στο σώμα της άλλης την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, μετατρέποντας τη γυμνότητα από «σκάνδαλο» σε πράξη γυναικείας χειραφέτησης που διεκδικεί ισότιμα τη θέση της ανάμεσα στα αιώνια σύμβολα του πολιτισμού.

Η φωτογραφική «βεβήλωση» του 1927 μετουσιώνεται τελικά σε «αναγέννηση» της ελληνικής αισθητικής. Σήμερα, η εικόνα της Νικόλσκα στον Παρθενώνα αναγνωρίζεται ως ένα από τα σημαντικότερα φωτογραφικά έργα του 20ού αιώνα. Η Nelly’s παγιδεύει την ανάσα μιας γυναίκας και την ψυχή ενός πολιτισμού σε μια στιγμή απόλυτης ελευθερίας. Σε έναν κόσμο που συχνά εγκλωβίζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, το άλμα της Νικόλσκα παραμένει εκεί, μετέωρο πάνω από την Αθήνα, ως μια αιώνια υπενθύμιση ότι η ομορφιά, όταν είναι αληθινή, δεν μπορεί ποτέ να είναι βέβηλη.



* Elizaveta-"Lila" Nikolska (1904-1955): πρίμα μπαλαρίνα και χορογράφος με διεθνή καριέρα. Γεννήθηκε στο Βλαδιβοστόκ της Ρωσίας. Η σύνδεσή της με την Ουγγαρία προέκυψε πιθανότατα επειδή εκείνη την εποχή πολλοί καλλιτέχνες του χορού στην Κεντρική Ευρώπη μετακινούνταν μεταξύ Βουδαπέστης, Πράγας και Βιέννης, ή λόγω εσφαλμένων αναγραφών στον τύπο της εποχής.

** Mona Paiva: danseuse étoile στην Opéra-Comique του Παρισιού. Οι ακριβείς ημερομηνίες γέννησης και θανάτου της δεν είναι ευρέως τεκμηριωμένες. Η καριέρα της έφτασε στο απόγειό της τη δεκατία του 1920.

*** Η πρώτη δημόσια εμφάνιση κάποιων από αυτές τις λήψεις έγινε στην Ελλάδα, στο περιοδικό Ἡ Εἰκονογραφημένη τῆς Ἑλλάδος (τεύχος 31, Μάιος 1927). Ωστόσο, αυτή η δημοσίευση πέρασε σχεδόν απαρατήρητη και δεν προκάλεσε άμεσα σκάνδαλο. Το πραγματικό κοινωνικό και πολιτικό σκάνδαλο ξέσπασε το 1929, όταν οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο γαλλικό περιοδικό L'Illustration de Paris. Μόλις αυτό έφτασε στην Αθήνα, οι ελληνικές εφημερίδες και τα περιοδικά της εποχής (όπως το Αθήναι-Ιλλουστρέ) αναπαρήγαγαν τις φωτογραφίες, αυτή τη φορά όμως με κατακριτική διάθεση, μιλώντας για «βεβήλωση».






April 11, 2026

Nelly's and the revolution of the gaze

Essay No. 166



In July 1997, the Kalamata International Dance Centre, in collaboration with the Benaki Museum, curated an exhibition of Nelly’s photographs titled "Nelly’s: BODY AND DANCE," held as part of the parallel events of the city’s 3rd International Dance Festival. During the same month, the exhibition’s photographic material was published in a special edition through the collective partnership of AGRA and AMMOS Publishers, the Kalamata International Dance Centre, and the Benaki Museum. The black-and-white prints were meticulously developed from Nelly’s original negatives by Giorgos Marinos, while the color transparencies of the bromoil prints were produced by K. Manolis.


The history of art is replete with instances where an image transcends mere representation to become the quintessence of an entire era. Nelly’s (Elli Sougioultzoglou-Seraidari, 1899–1998) 1929 photograph of the Russian dancer Nikolska* at the Parthenon marks the artistic zenith of a trajectory conceived two years prior: a journey that provoked an unprecedented “seismic” upheaval within the conservative foundations of Greek society.

The chronicle of this revolution begins in 1927, when Nelly’s captured the Russian dancer Mona Paiva** nude upon the Sacred Rock. The publication of these frames ignited a firestorm of controversy***. For Interwar Greece, the Parthenon was not merely a premier monument but a national totem demanding religious-like piety. The presence of the naked form amidst the columns was denounced as "desecration". The Athenian press stood divided: while reactionary circles demanded prosecutorial intervention for the “affront to public decency,” intellectuals such as Pavlos Nirvanas rushed to the creator’s defense, asserting that art does not profane but rather resurrects ancient beauty: “I protest in the name of the Olympian Gods, who, as is well known, did not merely walk naked, both male and female, but were worshipped in their temples in a state of absolute nudity…”

Amidst this climate of artistic and social ferment, Nikolska, captivated by the images of Paiva she first encountered in Paris, arrived in Athens in 1929, requesting that Nelly’s photograph her as well upon the Parthenon. This second period of work on the Acropolis (1925–1930), during which Nelly’s also portrayed the French dancer Daljell in a long chiton and Iolas in a short one, signaled a transition toward a more restrained aesthetic.

Departing from the stark nudity of 1927, Nelly’s chose for Nikolska a semi-nude, veiled appearance, utilizing the translucency of the fabric not to conceal, but to accentuate motion. Nikolska repeated her leap as Nelly’s, armed with her Graflex camera, awaited that infinitesimal fraction of a second where the dancer’s ascent met “zero gravity.” In that moment, the body ceases its struggle with the earth and appears to belong to the ether, while the billowing drapery records the invisible impetus of the wind.

The genius of the composition lies in its counterpoint. The Doric columns represent the eternal and the static, whereas Nikolska embodies the ephemeral and the dynamic. The piercing Attic light sculpts the forms with absolute clarity, highlighting the plasticity of the musculature and transmuting a two-dimensional photograph into a three-dimensional sculpture. It is a dialogue wherein antiquity ceases to be a moribund exhibit and is transformed into a vibrant stage for modern life.

Beyond aesthetics, however, Nelly’s performed a radical act: she reformulated the gaze upon the female body. As a woman creator in a patriarchal age, she did not treat the dancer as a passive object of pleasure, but as a sovereign subject of power. Hers is the gaze of a woman recognizing in the body of another woman freedom and self-determination, transforming nudity from “scandal” into an act of female emancipation that claims an equal place among the eternal symbols of civilization.

The photographic “desecration” of 1927 was ultimately transmuted into the “renaissance” of Greek aesthetics. Today, the image of Nikolska at the Parthenon is recognized as one of the seminal photographic masterpieces of the twentieth century. Nelly’s ensnared the breath of a woman and the soul of a culture in a moment of absolute liberty. In a world often trapped between past and future, Nikolska’s leap remains there, suspended over Athens, an eternal reminder that beauty, when authentic, can never be profane.




* Elizaveta "Lila" Nikolska (1904-1955): A Russian prima ballerina and choreographer with an international career, primarily based in Prague. She was born in Vladivostok, Russia. Her connection to Hungary probably arose because at that time many dance artists in Central Europe moved between Budapest, Prague and Vienna, or because of incorrect entries in the press of the time.

** Mona Paiva: A Russian ballerina and danseuse étoile at the Opéra-Comique in Paris. Her exact dates of birth and death are not widely documented. Her career reached its pinnacle during the 1920s.

*** Some of these shots made their first public appearance in Greece, in the magazine I Eikonografimeni tis Ellados (Issue 31, May 1927). However, this publication went almost unnoticed and did not cause an immediate scandal. The real social and political uproar erupted in 1929, when the photographs were published in the French magazine L'Illustration de Paris. Once this reached Athens, Greek newspapers and periodicals of the era (such as Athinai-Illustré) reproduced the images, but this time with a condemnatory tone, decrying the act as "profanation".

09 Απριλίου 2026

Το ορατόριο ως "θέατρο της φωνής"

 Δοκίμιο αρ. 165

Οι VOCES8, μαζί με τους Apollo5 και τη Χορωδία του Ιδρύματος "VOCES8", ζωντανεύουν τον Μεσσία (HWV 56) του Χέντελ στο παρεκκλήσι του Trinity College (Κέιμπριτζ), σε μια παράσταση όπου η φωνή γίνεται πρωταγωνίστρια του δράματος. Η Academy of Ancient Music, υπό τη διεύθυνση του Μπάρναμπι Σμιθ και με αρχηγό ορχήστρας τον Μπόγιαν Τσίτσιτς, μυεί τον ακροατή  σε μια εμπειρία που συνδυάζει μουσική, δραματουργία και πνευματική συγκίνηση. Η ζωντανή εκτέλεση πραγματοποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου του 2019, ενώ η δημοσίευση στο YouTube στις 12 Απριλίου 2020, δίνοντας τη δυνατότητα σε ακροατές σε όλο τον κόσμο να βιώσουν αυτό το μοναδικό θέατρο της φωνής.


Το ορατόριο αποτελεί μία από τις σημαντικότερες μορφές του δυτικού μουσικού πολιτισμού, καθώς συμπυκνώνει με μοναδικό τρόπο τη σχέση ανάμεσα στη μουσική, τη θρησκευτική εμπειρία και τη δραματική αφήγηση. Παρότι η μορφή του συχνά συγκρίνεται με την όπερα, η ουσία του διαφέρει ριζικά, τόσο ως προς τη λειτουργία όσο και ως προς την αισθητική του πρόθεση. Πρόκειται για ένα είδος που δεν επιδιώκει τη σκηνική αναπαράσταση μέσω οπτικών μέσων, αλλά επενδύει στη δύναμη της φωνής, της χορωδίας και της μουσικής σύνθεσης για να παραγάγει ένα εσωτερικό, πνευματικό και συχνά βαθιά συγκινησιακό δράμα. Η ιστορική του εξέλιξη αποτυπώνει τη μετάβαση από τη λατρευτική πράξη στην καλλιτεχνική αυτονομία, ενώ μαρτυρεί τη σταθερή δυνατότητα να ανανεώνεται μέσα σε διαφορετικά ιστορικά και πολιτισμικά συγκείμενα.

Η ίδια η ονομασία του είδους δηλώνει την αρχική του λειτουργία. Ο όρος «ορατόριο» ανάγεται στο λατινικό ρήμα "orare", που σημαίνει «προσεύχομαι», και συνδέεται άμεσα με τον χώρο της προσευχής και της περισυλλογής. Η ετυμολογία αυτή φανερώνει την πρωταρχική σύνδεση του είδους με τη θρησκευτική ζωή. Στις πρώτες του μορφές, το είδος εμφανίζεται με δύο πρόσωπα: το oratorio volgare (στην ιταλική καθομιλουμένη), που αποσκοπεί στην άμεση συγκίνηση του λαϊκού πληρώματος, και το oratorio latino (στη λατινική γλώσσα), που απευθύνεται σε ένα πιο λόγιο κοινό.

Σε αντίθεση με την όπερα, όπου η δράση εξωτερικεύεται στη σκηνή, το ορατόριο οργανώνει τη δραματική του ένταση μέσα από την ακουστική εμπειρία. Κεντρικό εργαλείο σε αυτή τη λειτουργία είναι ο Historicus ή Testo (Αφηγητής). Ο ρόλος αυτός είναι δομικός για το είδος: ο αφηγητής παρεμβαίνει για να περιγράψει τα γεγονότα, να συνδέσει τις σκηνές και να προετοιμάσει το συναίσθημα, επιτρέποντας στη μουσική να αναπτυχθεί χωρίς την ανάγκη σκηνικής δράσης. Η απουσία σκηνικών, κοστουμιών και υποκριτικής δεν αποδυναμώνει το δραματικό στοιχείο, αλλά το μεταθέτει στο πεδίο της εσωτερικής αναπαράστασης. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το ορατόριο συνιστά ένα ιδιότυπο θέατρο της φωνής. Εκεί όπου η όπερα οικοδομεί το δράμα μέσα από την ορατή σκηνική εικόνα, το ορατόριο εγκαθιστά τη δραματική του λειτουργία αποκλειστικά στο άκουσμα, στη ρυθμική οργάνωση του λόγου και στη μουσική έκφραση. Η σκηνή μεταφέρεται από τον εξωτερικό χώρο της παράστασης στον εσωτερικό χώρο της συνείδησης του ακροατή. Το δράμα δεν θεάται, αλλά ακούγεται και βιώνεται εσωτερικά. Με αυτή την έννοια, το ορατόριο ενεργοποιεί τη φαντασία ως θεμελιακό δραματουργικό μηχανισμό.

Στο ορατόριο, ιδιαίτερη σημασία έχει η λειτουργία της χορωδίας, τόσο μουσικολογικά όσο και θεατρολογικά. Η χορωδία λειτουργεί ως συλλογική φωνή, σχολιάζει, προειδοποιεί, θρηνεί ή δοξάζει, θυμίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον χορό του αρχαίου ελληνικού θεάτρου. Όπως ο τραγικός χορός, έτσι και η χορωδία του ορατορίου δεν περιορίζεται σε ρόλο συνοδευτικό, αλλά καθίσταται φορέας ηθικής κρίσης, συναισθηματικής έντασης και συλλογικής μνήμης. Η αναλογία αυτή είναι εξαιρετικά γόνιμη, διότι υποδεικνύει πως το ορατόριο δεν στερείται δραματουργικής υπόστασης. Απλώς μεταφέρει τη σκηνή στον εσωτερικό χώρο της φαντασίας και της ακρόασης.

Η εμφάνιση του είδους κατά τον 16ο και 17ο αιώνα δεν μπορεί να αποσπαστεί από το ιστορικό πλαίσιο της Αντιμεταρρύθμισης. Στη Ρώμη, οι θρησκευτικές συναθροίσεις που οργανώνονται στους χώρους του Αγίου Φιλίππου Νέρι παρέχουν την πρώτη ώθηση σε αυτή τη μουσική μορφή. Από τις απαρχές της, η μουσική αξιοποιείται ως μέσο κατήχησης, συγκίνησης και πνευματικής περισυλλογής. Καθοριστική είναι η συμβολή του Εμίλιο ντε Καβαλιέρι με το έργο Η αναπαράσταση της Ψυχής και του Σώματος (1600), το οποίο θεωρείται μεταβατικό ανάμεσα στην πρώιμη όπερα και το ορατόριο. Ακόμη πιο σημαντική θεωρείται η συμβολή του Τζάκομο Καρίσιμι, ο οποίος ουσιαστικά θεμελιώνει το λατινικό ορατόριο. Το έργο του Ιεφθάε (περ. 1648) αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα της πρώιμης ωριμότητας του είδους, καθώς συνδυάζει βιβλικό θέμα, δραματική κορύφωση και εξαιρετική χρήση της χορωδίας.

Κατά την περίοδο του Μπαρόκ, το ορατόριο γνωρίζει την πρώτη μεγάλη του ακμή και συνδέεται με δύο κορυφαίες μορφές της δυτικής μουσικής: τον Γκέοργκ Φρίντριχ Χέντελ και τον Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ. Ο Χέντελ είναι εκείνος που προσδίδει στο είδος διεθνή ακτινοβολία, ιδιαίτερα μέσω του αγγλικού ορατορίου. Το πιο διάσημο έργο του, Ο Μεσσίας (1741), αποτελεί ίσως το κορυφαίο δείγμα του είδους και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο εκτελεσμένα έργα της παγκόσμιας μουσικής φιλολογίας. Ιδιαίτερα το χορωδιακό μέρος «Αλληλούια» έχει αποκτήσει σχεδόν συμβολική διάσταση στην ιστορία της δυτικής μουσικής. Πέρα από τον Μεσσία, έργα όπως Ο Ισραήλ στην Αίγυπτο (1739) και Σαμψών (1743) επιβεβαιώνουν τη μνημειώδη του συμβολή.

Παράλληλα, ο Μπαχ αναπτύσσει το είδος σε βαθύτερο θεολογικό και δραματουργικό επίπεδο. Τα Κατά Ιωάννην Πάθη (1724) και τα Κατά Ματθαίον Πάθη (1727), αν και ανήκουν ειδικότερα στην παράδοση των Παθών, αποτελούν κορυφαίες μορφές του ορατοριακού ιδιώματος. Επιπλέον, έργα όπως το Ορατόριο του Πάσχα (1725), το Ορατόριο των Χριστουγέννων (1734) και το Ορατόριο της Αναλήψεως (1735) αναδεικνύουν την ικανότητά του να οργανώνει μια μεγαλειώδη μουσική αφήγηση γύρω από τον λειτουργικό κύκλο.

Με τον Κλασικισμό, το είδος εξελίσσεται περαιτέρω μέσω της συμβολής του Γιόζεφ Χάιντν. Το ορατόριο Η Δημιουργία (1798) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα της περιόδου και συνιστά μνημειώδη μουσική απόδοση της βιβλικής κοσμογονίας. Το έργο αυτό δεν περιορίζεται στη θρησκευτική αφήγηση, αλλά προσδίδει συμφωνική διάσταση στη σύλληψη της φύσης και του θείου. Αντίστοιχα, το ορατόριο Οι Εποχές (1801) επεκτείνει το είδος προς μια περισσότερο κοσμική και ανθρωποκεντρική θεματολογία.

Στον Ρομαντισμό, εξέχουσα θέση κατέχει ο Φέλιξ Μέντελσον, ο οποίος αναβιώνει το ενδιαφέρον για το ορατόριο μέσα από έργα υψηλής λυρικής και δραματικής έντασης. Ο Άγιος Παύλος (1836) και Ο Ηλίας (1846) αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της εποχής, όπου η θρησκευτική θεματολογία συνδυάζεται με έντονη ψυχολογική εμβάθυνση και ρομαντική εκφραστικότητα.

Στη νεότερη εποχή, το ορατόριο αποκτά νέες μορφές και θεματικές κατευθύνσεις. Εξέχουσα θέση κατέχει ο Ιγκόρ Στραβίνσκι με το έργο Οιδίπους Τύραννος (1927) το οποίο αξιοποιεί τη δομή του ορατορίου για να επαναδιατυπώσει τον αρχαιοελληνικό μύθο σε μορφή τελετουργικού μουσικού δράματος. Εξίσου σημαντική είναι η συμβολή του Αρτίρ Ονεγκέρ με το έργο Η Ιωάννα της Λωραίνης στην πυρά (1935).

Η ιστορική εξέλιξη του ορατορίου αποδεικνύει τη βαθιά του πολιτισμική αντοχή. Από τον Καρίσιμι και τον Χέντελ έως τον Χάιντν, τον Μέντελσον και τον Στραβίνσκι, το είδος διατηρεί τον πυρήνα της πνευματικής και δραματικής του λειτουργίας, ενώ παράλληλα ανανεώνεται αισθητικά μέσα στους αιώνες. Το ορατόριο παραμένει τέχνη της εσωτερικής σκηνής, κατεξοχήν θέατρο της φωνής, όπου η μουσική, η συλλογική μνήμη και η φαντασία συνυφαίνονται σε μια εμπειρία υψηλού στοχασμού και βαθιάς συγκίνησης.


05 Απριλίου 2026

«Κοίτα το "θέατρο"!»/"Look at that theatre!"

Δοκίμιο αρ. 164



Η θεατρικότητα στην καθημερινή παρουσία καταδεικνύει τον μηχανισμό σημασιολογικής αναπλαισίωσης στον λαϊκό λόγο. Ο όρος θέατρο εφαρμόζεται συχνά μεταφορικά για να χαρακτηρίσει την προσωπικότητα ως αλλόκοτη, αποκλίνουσα από τα συνηθισμένα επιτέλεση, χρήση που αναδεικνύει τη γλώσσα ως μέσο κοινωνικής αξιολόγησης και την κοινότητα ως χώρο διαπραγμάτευσης του φυσιολογικού και του παράξενου.


Η μελέτη ιδιωματικών εκφράσεων αποκαλύπτει συχνά έναν εξαιρετικά δημιουργικό μηχανισμό σημασιολογικής αναπλαισίωσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χρήση του όρου θέατρο σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπου η λέξη αποδεσμεύεται από την κυριολεκτική της αναφορά στη δραματική τέχνη ή τον αρχιτεκτονικό χώρο και προσλαμβάνει το περιεχόμενο ολιστικού χαρακτηρισμού προσωπικότητας. Στο πλαίσιο αυτό, το θέατρο δεν περιγράφει μια οργανωμένη παράσταση, αλλά την ίδια την ανθρώπινη παρουσία που, λόγω της ιδιαιτερότητάς της, εκλαμβάνεται από το κοινωνικό σύνολο ως καθημερινή επιτέλεση. Έτσι, εκφράσεις όπως «κοίτα το "θέατρο"!», «αυτός/αυτή είναι "θέατρο"» λειτουργούν ως γλωσσική επισήμανση της ετερότητας, υπογραμμίζοντας ότι το αντικείμενο της παρατήρησης ξεφεύγει από τα αποδεκτά όρια της καθημερινής συμπεριφοράς και εισέρχεται στη σφαίρα του θεάματος.

Η εννοιολόγηση αυτή εδράζεται στην κατάλυση της διαφοράς μεταξύ σκηνής και πραγματικότητας. Ενώ στο τυπικό θέατρο ο ηθοποιός υποδύεται έναν ρόλο εντός προκαθορισμένου χρόνου και χώρου, στην εν λόγω ιδιωματική χρήση η θεατρικότητα γίνεται εγγενές στοιχείο της οντότητας του ατόμου. Το άτομο-θέατρο δεν παίζει συνειδητά, αλλά η κίνησή του, ο τόνος της φωνής του ή οι εκφράσεις του προσώπου του διαθέτουν μια τέτοια ένταση και υπερβολή που προκαλούν την αίσθηση του ανεπίκαιρου ή του επιτηδευμένου. Για τον παρατηρητή της κοινότητας, η καθημερινότητα του συγκεκριμένου ατόμου μοιάζει να διέπεται από μια προσωπική σκηνοθεσία, η οποία ανατρέπει τη φυσικότητα που απαιτεί η κοινωνική νόρμα. Με αυτόν τον τρόπο, η κοινότητα μετατρέπει την έκπληξη ή την αμηχανία της μπροστά στο αλλόκοτο σε αισθητική κρίση, ταξινομώντας το παράδοξο ως καλλιτεχνική παρέκκλιση.

Σημαντική είναι επίσης η σημειολογική διάσταση της ενδυμασίας σε αυτή την ιδιωματική πρόσληψη. Η επιλογή ρούχων που παρεκκλίνουν από το συνηθισμένο πρότυπο μιας περιοχής δεν ερμηνεύεται απλώς ως εκκεντρικότητα, αλλά ως κοστούμι που υπηρετεί μια άδηλη παράσταση. Η εμφάνιση παύει να είναι χρηστική και γίνεται δηλωτική μιας ταυτότητας που διεκδικεί τον ζωτικό χώρο των άλλων μέσω της προσοχής που αποσπά. Η κοινωνική λειτουργία αυτής της χρήσης είναι διττή: από τη μια πλευρά, αποτελεί μέρος του μηχανισμού κοινωνικού ελέγχου και οριοθέτησης του φυσιολογικού, ενώ, από την άλλη, εμπεριέχει μια δόση ειρωνικής αποδοχής. Ο χαρακτηρισμός θέατρο επιτρέπει στην κοινότητα να εντάξει το παράξενο στο λεξιλόγιό της χωρίς να το δαιμονοποιήσει, μετατρέποντας τον άλλον σε έναν διαρκή, αν και άτυπο, πρωταγωνιστή της κοινωνικής σκηνής.

Παρά τη ζωντάνια και την ακρίβεια αυτής της μεταφοράς, η συγκεκριμένη σημασία παραμένει σε μεγάλο βαθμό απούσα στα επίσημα λεξικογραφικά πονήματα της νεοελληνικής γλώσσας. Η έλλειψη αυτή αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ της λόγιας καταγραφής, που εστιάζει στις θεσμοθετημένες έννοιες των λέξεων, και της λαϊκής γλωσσικής νοημοσύνης, η οποία αναδιαμορφώνει το υλικό της γλώσσας για να περιγράψει την ψυχοσύνθεση και την κοινωνική συμπεριφορά. Η επιβίωση αυτών των ιδιωματισμών σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας μαρτυρά την ικανότητα της γλώσσας να λειτουργεί ως καθρέφτης της κοινωνικής πραγματικότητας, του κοινωνικού θεάτρου, αποδεικνύοντας ότι οι όροι της τέχνης είναι συχνά οι πλέον κατάλληλοι για να περιγράψουν το δράμα ή την κωμωδία της ανθρώπινης ύπαρξης στην καθημερινή της διάσταση. Εν κατακλείδι, η χρήση του όρου θέατρο ως προσωπικού χαρακτηρισμού αποτελεί ένα πολύτιμο γλωσσικό τεκμήριο που υπογραμμίζει πώς ο λαϊκός λόγος αντιλαμβάνεται την ταυτότητα ως μια συνεχή διαπραγμάτευση μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι.





April 5, 2026

"Look at that theatre!"

Essay No. 164


The study of idiomatic expressions often reveals an exceptionally creative mechanism of semantic reframing. A characteristic example is the use of the term theatre in various regions of Greece, where the word is detached from its literal reference to dramatic art or architectural space and acquires the status of a holistic characterization of personality. In this context, theatre does not denote an organized performance but rather human presence itself, which, due to its distinctiveness, is perceived by the social collective as a continuous performance in everyday life. Thus, expressions such as “look at that theatre!”, "he/she is a theatre" function as linguistic markers of otherness, emphasizing that the object of observation exceeds the accepted boundaries of ordinary behavior and enters the realm of spectacle.

This conceptualization rests upon the dissolution of the distinction between stage and reality. Whereas in conventional theatre the actor portrays a role within a predetermined time and space, in this idiomatic usage theatricality becomes an inherent element of the individual’s being. The person-as-theatre does not perform consciously, yet their gestures, vocal tone, or facial expressions possess such intensity and exaggeration that they evoke a sense of the untimely or contrived. To the community observer, the everyday life of this individual appears governed by a personal direction that subverts the naturalness required by social norms. In this way, the community transforms surprise or discomfort in the face of strangeness into aesthetic judgment, categorizing the anomalous as an artistic deviation.

The semiotic dimension of dress is also significant in this idiomatic reception. Choices of clothing that deviate from a region’s customary norms are not merely interpreted as eccentricity but as a costume serving an implicit performance. Appearance ceases to be purely utilitarian and becomes an index of an identity that claims the vital space of others through the attention it draws. The social function of this usage is twofold: on the one hand, it constitutes a mechanism of social control and the delimitation of the normal, while on the other, it entails a degree of ironic acceptance. The designation theatre allows the community to integrate the unusual into its vocabulary without demonizing it, transforming the other into a continuous, albeit informal, protagonist of the social stage.

Despite the vividness and precision of this metaphor, this particular meaning remains largely absent from formal lexicographical works on Modern Greek. This absence highlights the gap between scholarly documentation, which focuses on institutionalized word meanings, and popular linguistic intelligence, which reshapes language material to depict psychological constitution and social behavior. The persistence of these idioms across different regions of Greece attests to the capacity of language to function as a mirror of social reality -the social theatre- demonstrating that terms of art are often the most suitable for describing the drama or comedy of human existence in its everyday dimension. In conclusion, the use of the term theatre as a personal descriptor constitutes a valuable linguistic testament, emphasizing how popular discourse perceives identity as a continuous negotiation between being and appearing.

31 Μαρτίου 2026

Μπέκετ ή Χρόνος-καρκίνος/Beckett or Time-cancer

Δοκίμιο αρ. 163



Η πρώτη έκδοση της εμβληματικής μελέτης του Μπέκετ για τον Προυστ από τον οίκο "Chatto & Windus" (1931) ως μέρος της σειράς "The Dolphin Books". Αν και πρόκειται για κριτική μελέτη του έργου του γάλλου συγγραφέα, το βιβλίο θεωρείται σήμερα περισσότερο ως ένα "μανιφέστο" των δικών του αισθητικών και φιλοσοφικών πεποιθήσεων για τον χρόνο και την ανθρώπινη ύπαρξη.



Ώστε, αν δεν υπήρχε η συνήθεια, η ζωή θα φαινόταν γλυκιά σ' όλες τις υπάρξεις που τις απειλεί κάθε στιγμή ο θάνατος - δηλαδή σ' όλους τους ανθρώπους.

Μαρσέλ Προυστ


Η σκέψη του Σάμιουελ Μπέκετ γύρω από τον θάνατο εγγράφεται ως ένα από τα πλέον ριζοσπαστικά φιλοσοφικά αλλά και ποιητικά εγχειρήματα της νεωτερικότητας. Εκεί όπου η δυτική παράδοση συνήθισε να τοποθετεί τον θάνατο στο πέρας της ζωής, ως τελικό ή μεταβατικό όριο, ο Μπέκετ εκφράζει μια διαφορετική προοπτική: ο θάνατος δεν ανήκει στο τέλος, αλλά στην ίδια τη συνολική δομή της ύπαρξης. Είναι ήδη παρών από την αρχή, ενεργός μέσα στη διάρκεια, σύμφυτος με τον χρόνο που διατρέχει και διαβρώνει το ανθρώπινο είναι. Η περίφημη φράση από το Περιμένοντας τον Γκοντό “They give birth astride of a grave, the light gleams an instant, then it’s night once more” συμπυκνώνει με σχεδόν αφαιρετική καθαρότητα αυτή τη σύλληψη. Η γέννηση δεν αποδίδεται ως αρχή μιας ανοικτής πορείας, αλλά ως γεγονός ήδη τοποθετημένο επάνω στον τάφο. Η εικόνα διαλύει κάθε γραμμική αφήγηση της ζωής. Tο αρχικό σημείο είναι συγχρόνως και σημείο πτώσης. Το φως της ύπαρξης αναδύεται στιγμιαία, σαν αστραπή μέσα στο σκοτάδι, και η ίδια του η λάμψη φέρει εντός της την προοπτική του αφανισμού. Για κάποιους, η εγγύτητα γέννησης και θανάτου μπορεί να είναι απλώς μια ποιητική υπερβολή. Όμως για τον Μπέκετ σημαίνει μιαν ακλόνητη αλήθεια: το ανθρώπινο ον είναι εξαρχής εκτεθειμένο στη φθορά. Η ύπαρξη δεν αναπτύσσεται προς τον θάνατο όπως προς ένα μελλοντικό γεγονός, αλλά διαπερνάται από αυτόν ως παρούσα δυνατότητα. Έτσι, η ζωή παύει να είναι προοδευτική πραγμάτωση και γίνεται πεδίο όπου ο θάνατος ασκεί ήδη τη σιωπηλή του επιρροή.

Το βάρος αυτής της σκέψης γίνεται αισθητό με μεγαλύτερη σαφήνεια στο δοκίμιο Προυστ, όπου ο Μπέκετ διατυπώνει τo περίφημο: "Memory and Habit are attributes of the Time cancer.” Η μεταφορά του χρόνου ως καρκίνου ανήκει στις πλέον ριζοσπαστικές που έχουν χρησιμοποιηθεί για να αποδοθεί η εμπειρία της χρονικότητας. Ο χρόνος παύει να αποτελεί ουδέτερο μέσο ή πλαίσιο εντός του οποίου εκδιπλώνεται η ζωή και προσλαμβάνει τα χαρακτηριστικά μιας παθολογικής διαδικασίας, μιας εσωτερικής νόσου που αναπτύσσεται αθόρυβα και ακατάπαυστα. Ο καρκίνος, ως μεταφορά, φέρει συγκεκριμένες σημασιολογικές αποχρώσεις: είναι μια δύναμη που δεν επιτίθεται εξωτερικά, αλλά γεννιέται και εξελίσσεται μέσα στον ίδιο τον οργανισμό. Δεν γίνεται αμέσως αντιληπτός, δεν έχει σαφές όριο έναρξης, και η εξέλιξή του συνδέεται με τη σταδιακή αποδόμηση της ζωτικής ενότητας. Με ανάλογο τρόπο, ο χρόνος στον Μπέκετ δρα εκ των έσω. Δεν «περνά» απλώς· κατατρώγει. Δεν συνοδεύει την ύπαρξη· την αλλοιώνει. Η ανθρώπινη ζωή, η οποία σε άλλη προοπτική θεωρείται ως πορεία μέσα στον χρόνο, αναδύεται τώρα ως διαδικασία κατά την οποία ο χρόνος ενεργεί επί της ύπαρξης. Από τη στιγμή της γέννησης, η φθορά έχει ήδη τεθεί σε κίνηση. Το σώμα εισέρχεται σε αργή αποσύνθεση, η συνείδηση χάνει την αμεσότητά της, η ταυτότητα αποσταθεροποιείται. Ο θάνατος αναγνωρίζεται ως η ίδια η λειτουργία του χρόνου.

Η μνήμη και η συνήθεια, που ο Μπέκετ ονομάζει «γνωρίσματα του καρκίνου του χρόνου», αποτελούν τους βασικούς μηχανισμούς αυτής της φθοράς. Η μνήμη μεταφέρει το παρελθόν στο παρόν, επιβαρύνοντας την εμπειρία με ίχνη που δεν μπορούν να αποσπαστούν. Το υποκείμενο δεν βιώνει μια καθαρή, άμεση παρουσία, αλλά μια διαρκώς διαμεσολαβημένη κατάσταση, όπου κάθε στιγμή διαποτίζεται από ό,τι έχει προηγηθεί. Η συνήθεια, από την άλλη πλευρά, αναισθητοποιεί την ύπαρξη. Η επανάληψη απονεκρώνει την ένταση της εμπειρίας και μετατρέπει τη ζωή σε μηχανική επιβίωση. Η σύζευξη μνήμης και συνήθειας δημιουργεί έναν ιδιότυπο εγκλωβισμό. Το παρελθόν βαραίνει το παρόν, ενώ η επανάληψη ακυρώνει τη δυνατότητα ανανέωσης. Η ύπαρξη κινείται μέσα σε έναν κύκλο φθοράς που δεν επιτρέπει διαφυγή. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χρόνος δεν παράγει νόημα, αλλά εξάντληση.

Η δραματουργία του Μπέκετ αποτελεί την κατεξοχήν σκηνική ενσάρκωση αυτής της φιλοσοφίας. Οι χαρακτήρες του δεν προχωρούν προς κάποια λύση ή κορύφωση. Παραμένουν σε μια κατάσταση αναμονής, επανάληψης και σταδιακής αποδόμησης. Στο Περιμένοντας τον Γκοντό, η αναμονή δεν οδηγεί σε καμία άφιξη. Στο Τέλος του Παιχνιδιού, τα σώματα και οι σχέσεις βρίσκονται ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση. Στην Τελευταία Ταινία του Κραπ, η μνήμη εμφανίζεται ως φάντασμα που στοιχειώνει το παρόν, διαλύοντας την αίσθηση της συνέχειας. Ο χρόνος, σε αυτά τα έργα, δεν λειτουργεί ως δραματουργικός άξονας που οργανώνει την πλοκή. Μετατρέπεται σε στοιχείο διάλυσης της ίδιας της δραματουργίας. Η εξέλιξη υποχωρεί, η δράση αποσυντίθεται, και αυτό που απομένει είναι η γυμνή διάρκεια. Πρόκειται για έναν χρόνο που δεν παράγει γεγονότα, αλλά φθείρει τα υποκείμενα. Η κραυγή στον Γκοντό “Have you not done tormenting me with your accursed time!” εκφράζει με μεγάλη ένταση αυτή την εμπειρία. Ο χρόνος βιώνεται ως βασανιστήριο, ως δύναμη που επιβάλλεται στο υποκείμενο χωρίς δυνατότητα αντίστασης. Η κατάρα του χρόνου συνίσταται στο ότι δεν επιτρέπει ούτε την ολοκλήρωση ούτε την παύση. Η ύπαρξη παραμένει εκτεθειμένη σε μια αδιάκοπη διαδικασία φθοράς.

Η φιλοσοφική συγγένεια με την έννοια του είναι-προς-θάνατον (Sein zum Tode) του Χάιντεγκερ είναι εμφανής. Ωστόσο, στον Μπέκετ η σύλληψη αυτή αποκτά μια ιδιότυπη υλικότητα. Εκεί όπου η φιλοσοφική ανάλυση διατηρεί έναν βαθμό αφαιρετικότητας, η μπεκετική γραφή ενσαρκώνει την περατότητα σε σώματα, φωνές και σκηνικές καταστάσεις. Η φθορά δεν αποτελεί απλώς συνείδηση της θνητότητας, αλλά εμπειρία που διαπερνά κάθε επίπεδο της ύπαρξης. Η τραγική διάσταση του έργου του αναδύεται ακριβώς μέσα από αυτή τη σύλληψη. Η μοίρα, όπως τη γνωρίζει η αρχαία τραγωδία, δεν εμφανίζεται πλέον ως εξωτερική δύναμη ή θεϊκή βούληση. Έχει εσωτερικευθεί και ταυτιστεί με τον χρόνο. Ο χρόνος γίνεται η νέα μορφή της Ανάγκης, μια αόρατη αλλά αδιάλλακτη δύναμη που καθορίζει την ανθρώπινη κατάσταση. Κι όμως, μέσα σε αυτό το τοπίο απογύμνωσης και φθοράς, η ύπαρξη δεν σιωπά. Η φράση “I can’t go on - I’ll go on” συνοψίζει μια στάση που υπερβαίνει τον απλό μηδενισμό. Η συνέχιση, πέρα από το να εδράζεται σε ελπίδα ή προσδοκία λύτρωσης, απορρέει από μια παράδοξη επιμονή της ύπαρξης να διατηρείται ακόμη και υπό τις πιο αντίξοες συνθήκες. Η ζωή, στον Μπέκετ, αποκτά μια ιδιότυπη αξιοπρέπεια ακριβώς επειδή στερείται μεταφυσικής εγγύησης. Η επιμονή μέσα στον χρόνο-καρκίνο συνιστά μια μορφή αντίστασης χωρίς αυταπάτες. Το υποκείμενο γνωρίζει την έκβαση και ωστόσο συνεχίζει. Η ύπαρξη γίνεται έτσι μια πράξη διάρκειας, μια σιωπηλή άρνηση της πλήρους κατάρρευσης.

Η μπεκετική σκέψη για τον θάνατο μας οδηγεί σε μια ριζική αναθεώρηση της έννοιας της ζωής. Αυτή δεν μπορεί πλέον να κατανοηθεί ως αυτάρκης ενότητα που ολοκληρώνεται στο τέλος της. Είναι μια εύθραυστη διαδικασία, εκτεθειμένη από την αρχή στη φθορά του χρόνου. Ο θάνατος δεν έρχεται να την ακυρώσει εκ των υστέρων, αλλά τη διαπερνά εξαρχής, προσδίδοντάς της δραματικό βάθος. Η μεταφορά του χρόνου ως καρκίνου φωτίζει με μοναδική οξύτητα αυτή την υπαρξιακή συνθήκη. Ο χρόνος, εκτός από μέτρο της ζωής, είναι και μηχανισμός αποδόμησής της. Η ανθρώπινη ύπαρξη εκτυλίσσεται εντός μιας διαδικασίας που την καταναλώνει. Και όμως, μέσα σε αυτή, το υποκείμενο συνεχίζει να μιλά, να θυμάται, να προσδοκά.





March 31, 2026

Beckett or Time-cancer

Essay No. 163


Samuel Beckett’s reflections on death stand as one of the most radical philosophical and poetic undertakings of modernity. Whereas Western tradition typically situates death at the end of life, as a final or transitional threshold, Beckett advances a radically different perspective: death does not belong to the end but is woven into the very structure of existence. It is present from the outset, active throughout duration, inseparable from the time that courses through and erodes human being. The famous line from Waiting for Godot “They give birth astride of a grave, the light gleams an instant, then it’s night once more” encapsulates this insight with almost minimalist clarity. Birth is not rendered as the beginning of an open journey but as an event already positioned upon a grave. The image dissolves any linear narrative of life. The initial point simultaneously marks the site of fall. The light of existence emerges momentarily, like a flash within darkness, and its very brilliance carries within it the prospect of annihilation. While some may interpret the proximity of birth and death as mere poetic exaggeration, for Beckett it signifies a profound truth: the human being is from the outset exposed to decay. Existence does not unfold toward death as a future event but is permeated by it as an ever-present potentiality. Life ceases to be progressive realization and becomes a field in which death already exerts its silent influence.

The weight of this conception becomes even more tangible in the essay Proust, where Beckett formulates the famous statement: “Memory and Habit are attributes of the Time cancer.” The metaphor of time as cancer belongs among the most radical attempts to render the experience of temporality. Time ceases to function as a neutral medium or framework within which life unfolds; it acquires the characteristics of a pathological process, an internal disease developing silently and ceaselessly. Cancer, as a metaphor, carries specific semantic connotations: it is a force that does not strike externally but originates and develops within the organism itself. It is not immediately perceptible, lacks a clear point of onset, and its progression is tied to the gradual decomposition of vital integrity. Similarly, in Beckett, time operates from within. It does not merely “pass”; it gnaws. It does not accompany existence; it alters it. Human life, which might otherwise be understood as a trajectory through time, now emerges as a process in which time acts upon being. From the moment of birth, decay is set in motion. The body enters a slow decomposition, consciousness loses immediacy, identity destabilizes. Death is recognized as the very function of time itself.

Memory and habit, which Beckett names as “attributes of the Time cancer,” constitute the main mechanisms of this decay. Memory transposes the past into the present, burdening experience with traces that cannot be excised. The subject does not inhabit a pure, immediate presence but a continuously mediated condition, where each moment is imbued with what has preceded it. Habit, conversely, anesthetizes existence. Repetition drains experience of its intensity, transforming life into mechanical survival. The conjunction of memory and habit produces a distinctive entrapment: the past weighs upon the present, while repetition negates the possibility of renewal. Existence moves within a cycle of decay that admits no escape. In this framework, time does not generate meaning; It produces exhaustion.

Beckett’s dramaturgy constitutes the quintessential stage embodiment of this philosophy. His characters do not move toward resolution or climax. They remain in a state of waiting, repetition, and progressive decomposition. In Waiting for Godot, waiting leads to no arrival. In Endgame, bodies and relationships are already in advanced disintegration. In Krapp’s Last Tape, memory manifests as a haunting ghost of the past, dissolving any sense of continuity. Time, in these works, does not function as a dramaturgical axis organizing the plot. It transforms into an element that disintegrates the drama itself. Development recedes, action decomposes, and what remains is bare duration. Time does not produce events; it consumes subjects. The exclamation in Godot “Have you not done tormenting me with your accursed time!” expresses this experience with striking intensity. Time is lived as torture, a force imposed on the subject with no possibility of resistance. Its curse lies in denying both completion and cessation. Existence remains exposed to an unrelenting process of decay.

Philosophical affinity with Heidegger’s notion of Being-toward-death (Sein zum Tode) is evident. Yet in Beckett, this conception acquires a uniquely material dimension. Where philosophical analysis preserves a degree of abstraction, Beckett’s writing incarnates finitude in bodies, voices, and theatrical situations. Decay is not merely awareness of mortality; it is an experience permeating every level of being.

The tragic dimension of his work emerges precisely from this conception. Fate, as known to ancient tragedy, no longer appears as an external force or divine will. It has become internalized and identified with time. Time transforms into the new form of Necessity, an invisible yet inexorable power determining the human condition. And yet, within this landscape of exposure and decay, existence does not fall silent. The line “I can’t go on - I’ll go on” encapsulates an attitude that transcends mere nihilism. Continuation does not rest upon hope or expectation of deliverance; it flows from the paradoxical persistence of being to endure even under the most adverse conditions. Life in Beckett acquires a peculiar dignity precisely because it lacks metaphysical assurance. Persistence within time-as-cancer constitutes a form of resistance without illusions. The subject knows the outcome and yet continues. Existence thus becomes an act of duration, a silent refusal of total collapse.

Beckett’s meditation on death leads to a radical reevaluation of the meaning of life. Life can no longer be understood as a self-contained whole culminating at its end. It is a fragile process, exposed from the beginning to the decay of time. Death does not arrive to cancel life retroactively; it permeates it from the outset, imparting dramatic depth. The metaphor of time as cancer illuminates with singular clarity this existential condition. Time, beyond measuring life, operates as a mechanism of its decomposition. Human existence unfolds within a process that consumes it. And yet, within this process, the subject continues to speak, to remember, to endure.


30 Μαρτίου 2026

"Το Παράδοξο" του Ντιντερό και η "Ποιητική" του Αριστοτέλη: Θεμέλια μιας Ποιητικής της Υποκριτικής

 Δοκίμιο αρ. 162


Αναπαράσταση του φιλοσόφου Ντενί Ντιντερό (1713–1784), έργο του Ζαν Γκοτερίν (1840-1890), που από το 1940 βρίσκεται στην οδό Μπουλβάρ Σαν-Ζερμέν 145 του Παρισιού.


Στη μελέτη της “Ideality in Theatre. Or a Reverse Evolution of Mimesis from Plato to Diderot”, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Aisthesis: Pratiche, linguaggi e saperi dell’estetico (Firenze University Press, 2017), η María J. Ortega Máñez επιχειρεί να ανασυνθέσει τη θεωρητική διαδρομή της έννοιας της μίμησης από τον Πλάτωνα έως τον Ντιντερό, αναδεικνύοντας τον μετασχηματισμό της μέσα στο πέρασμα από την αρχαιότητα στη νεωτερικότητα. Στο πλαίσιο αυτό, η μελετήτρια υποστηρίζει ότι η θεωρία του Ντιντερό συνιστά μια ουσιαστική «αντιστροφή» της πλατωνικής αντίληψης περί μίμησης. Αφετηρία της ανάλυσης αποτελεί η πλατωνική καχυποψία απέναντι στη μίμηση, η οποία νοείται ως αντίγραφο ενός ήδη απομακρυσμένου από την αλήθεια κόσμου (Ιδέα - αισθητός κόσμος - τέχνη). Η τέχνη, κατά τον Πλάτωνα, δεν αποκαλύπτει το ον, αλλά παράγει ψευδαισθήσεις που μπορούν να διαταράξουν την ηθική και γνωστική ισορροπία. Αντίθετα, επισημαίνει η Ortega Máñez, ήδη στον Αριστοτέλη η μίμηση αποκτά θετικό χαρακτήρα, ως φυσική ανθρώπινη λειτουργία που σχετίζεται με τη μάθηση και την κατανόηση της δράσης. Ωστόσο, η ανάλυσή της δεν εστιάζει εκτενώς σε αυτή τη διαφοροποίηση, αλλά χρησιμοποιεί τον Αριστοτέλη κυρίως ως ενδιάμεσο κρίκο. Το κύριο βάρος της μελέτης αφορά τον Ντιντερό, στον οποίο η μίμηση μετασχηματίζεται ριζικά: αποσυνδέεται από την άμεση συγκίνηση και το βίωμα και καθίσταται μια συνειδητή, τεχνική και διανοητική διαδικασία. Ο ηθοποιός δεν βιώνει το συναίσθημα, αλλά αναπαράγει με ακρίβεια τα εξωτερικά του σημεία, βασιζόμενος σε ένα ιδεατό πρότυπο που έχει συλλάβει ο ποιητής. Έτσι, η μίμηση δεν είναι πλέον παθητική αντιγραφή, αλλά ενεργητική κατασκευή. Κατά τη συγγραφέα, σε αυτό ακριβώς το σημείο συντελείται η «αντιστροφή»: εκεί όπου ο Πλάτων βλέπει πλάνη, ο Ντιντερό αναγνωρίζει μια μορφή γνώσης και καλλιτεχνικής αλήθειας (αισθητός κόσμος - ιδεατό πρότυπο - σκηνική πραγμάτωση). Το θέατρο δεν παραπλανά, αλλά αποκαλύπτει μια ιδεατή, μορφοποιημένη εκδοχή της πραγματικότητας. Με τον τρόπο αυτό, η μίμηση στον Ντιντερό αναδεικνύεται σε θεμελιώδη αρχή της νεωτερικής αισθητικής, σηματοδοτώντας τη μετάβαση από τη δυσπιστία προς την αναγνώριση της δημιουργικής της δύναμης.

Σε μια επανεξέταση του ζητήματος, θεωρούμε ότι ο Ντιντερό αντιλαμβάνεται την έννοια της μίμησης (imitation) με τρόπο που προσεγγίζει ουσιαστικά εκείνον του Αριστοτέλη. Η μίμηση δεν είναι απλή αντιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας, αλλά δημιουργική αναπαράσταση της ανθρώπινης δράσης, οργανωμένη σύμφωνα με αρχές ενότητας και αληθοφάνειας. Όπως στην πραγματεία Περί Ποιητικής, έτσι και στο Παράδοξο με τον ηθοποιό, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το μεμονωμένο συναίσθημα στη μορφή, από το βίωμα στη σύνθεση. Ο ηθοποιός του Ντιντερό, όπως και ο ποιητής του Αριστοτέλη, δεν αναπαριστά το τυχαίο και το ιδιωτικό ή ατομικό, αλλά το καθολικό. Ο δραματικός χαρακτήρας συγκροτείται ως σύνθεση χαρακτηριστικών, ως ιδεατός τύπος που υπερβαίνει το επιμέρους πρόσωπο. Η μίμηση, επομένως, αποκτά γνωστική και παιδευτική λειτουργία: δεν αναπαράγει απλώς τη φύση, αλλά την καθιστά κατανοήσιμη μέσω της μορφοποίησής της.

Σε αυτό το πλαίσιο, η έμφαση του Ντιντερό στη δράση έναντι της αφήγησης συντονίζεται πλήρως με την αριστοτελική προτεραιότητα του μύθου ως οργανωμένης πράξης. Η σκηνή δεν είναι χώρος πραγματικής βίωσης συναισθημάτων, αλλά πεδίο όπου η μίμηση της πράξης (action) συγκροτείται με όρους αναγκαιότητας και πιθανότητας. Έτσι, η υποκριτική καθίσταται τέχνη που απαιτεί γνώση, πειθαρχία και συνείδηση της μορφής και όχι αυθόρμητη έκφραση. Υπό αυτή την έννοια, η θεωρία του Ντιντερό δεν περιορίζεται σε μια «αντιστροφή» της πλατωνικής μίμησης, αλλά μπορεί να ιδωθεί και ως νεωτερική επανενεργοποίηση της αριστοτελικής ποιητικής θεωρίας, προσαρμοσμένης στις απαιτήσεις του θεάτρου του 18ου αιώνα.

Στο σημείο αυτό, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ο Ντιντερό προσλαμβάνει την Ποιητική όχι κατ’ ανάγκην μέσω άμεσης και φιλολογικά ακριβούς ανάγνωσης του αρχαίου κειμένου (το οποίο βέβαια κυκλοφορεί σε γαλλική μετάφραση από το 1671), αλλά μέσα από το πρίσμα της μακράς παράδοσης του γαλλικού κλασικισμού. Τη θέση αυτή ενισχύει ίσως το γεγονός ότι ο Ντιντερό δεν αναφέρει ρητά στο Παράδοξο τον Αριστοτέλη ή την Ποιητική. Η αριστοτελική θεωρία της μίμησης, του μύθου και της δραματικής ενότητας έχει ήδη υποστεί σημαντική επεξεργασία και κανονιστική κωδικοποίηση από τους θεωρητικούς και δραματουργούς του 17ου αιώνα, μετατρεπόμενη σε σύστημα κανόνων διαμόρφωσης της θεατρικής πράξης. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο Ντιντερό φαίνεται ότι κινείται διττά: αφενός κληρονομεί μια ήδη ερμηνευμένη και «πειθαρχημένη» εκδοχή της αριστοτελικής σκέψης, αφετέρου επιχειρεί να την αναθεωρήσει και να την ανανεώσει. Η έμφαση που δίνει στη φυσικότητα, στη δράση και στη μίμηση της ζωής τον απομακρύνει από τον αυστηρό κανονιστικό χαρακτήρα του κλασικισμού, χωρίς όμως να τον αποκόπτει από τις θεωρητικές του βάσεις. Έτσι, η σχέση του με την Ποιητική δεν είναι σχέση άμεσης εξάρτησης, αλλά διαμεσολαβημένης πρόσληψης: ο Ντιντερό σκέφτεται εντός ενός αριστοτελικού ορίζοντα, όπως αυτός έχει ήδη μετασχηματιστεί από τη γαλλική κλασικιστική παράδοση, και ταυτόχρονα τον μετακινεί προς μια νέα, δυναμική κατεύθυνση που προετοιμάζει το σύγχρονο με αυτόν θέατρο του αστικού δράματος.

Η διακειμενική ανάγνωση του Παραδόξου και της Ποιητικής μπορεί να αναδείξει σαφή σημεία στα οποία το έργο του Ντιντερό απηχεί, επαναπροσαρμόζει ή διαπραγματεύεται έννοιες και κατηγορίες που εισάγει ο Αριστοτέλης. Ο Ντιντερό χρησιμοποιεί όρους όπως δραματικός ποιητής (poète dramatique), μίμηση (imitation), ενότητα (unité), δράση (histoire), πράξη (action) οι οποίοι απαντούν επίσης στην Ποιητική και αποκαλύπτουν την άμεση ή έμμεση γνώση του αρχαίου θεωρητικού λόγου για το δράμα. Μέσα από αυτή τη συγκριτική θεώρηση, διακρίνονται συσχετισμοί ανάμεσα στον ιδεατό χαρακτήρα και τη μιμητική πραγμάτωση, στον ρόλο του ηθοποιού ως εκτελεστή της ποιητικής σύμβασης και στην έννοια της ενότητας ως θεμελιώδους αρχής της δραματικής σύνθεσης. Το πλαίσιο αυτό θέτει τις βάσεις για μια αναλυτική διερεύνηση των σημείων όπου το Παράδοξο ανταποκρίνεται στις θεμελιώδεις αρχές της αρχαίας δραματικής θεωρίας, όπως διατυπώνονται από τον Αριστοτέλη.

1. Ο Αριστοτέλης καθιστά σαφές από την αρχή της πραγματείας του ότι όλες οι τέχνες είναι μιμήσεις: «ποιοῦνται τὴν μίμησιν» (1447b 30), επειδή είναι στη φύση μας να μιμούμαστε: «κατὰ φύσιν δὲ ὄντος ἡμῖν τοῦ μιμεῖσθαι» (1448b 20-21). Αντίστοιχα, ο Ντιντερό αναγνωρίζει την καλλιτεχνική δημιουργία γενικά ως ποίηση, η οποία ορίζεται ως μίμηση της φύσης (imitation de la nature). Χρησιμοποιεί επανειλημμένα την έννοια του ποιητή (poète) για να αναφερθεί στον δραματουργό και τονίζει τη σημασία της μίμησης (imitation) στις τέχνες της δραματουργίας και της υποκριτικής.

2. Ο Αριστοτέλης συγκρίνει συχνά τους μιμητές ανθρώπων που πράττουν («οἱ μιμούμενοι πράττοντας», 1448a 1) με τους ζωγράφους («ὥσπερ οἱ γραφεῖς», 1448a 4). Με ανάλογο τρόπο, ο Ντιντερό συγκρίνει τον ηθοποιό με τον ποιητή (poète) και τον ζωγράφο (peintre): «Και γιατί ο ηθοποιός θα έπρεπε άραγε να διαφέρει από τον ποιητή, τον ζωγράφο, τον ρήτορα ή τον μουσικό;». Για τον συγγραφέα του Παραδόξου, ο ηθοποιός είναι ποιητής-μιμητής, ικανός να αναπαριστά και να υπερτονίζει ("...et il imite l’idéal de la nature en le rendant plus grand…") τα ιδεατά πρότυπα που δημιουργεί ο ποιητής. Μάλιστα, ο υπερτονισμός αυτός μπορεί να υπερβαίνει το ίδιο το ιδεατό πρότυπο του δραματικού ποιητή, όπως φαίνεται στο παράδειγμα της ηθοποιού Κλαιρόν: «Και τίποτε δεν είναι πιο αληθινό από αυτό που αναφώνησε ο Βολταίρος ακούγοντας την Κλαιρόν σ’ ένα έργο του: Εγώ στ’ αλήθεια το έκανα αυτό; Μήπως η Κλαιρόν ξέρει περισσότερα γι’ αυτό απ’ ό,τι ο Βολταίρος; Εκείνη τουλάχιστον τη στιγμή, όταν απήγγελε, το ιδεατό πρότυπό της ήταν ανώτερο του ιδεατού προτύπου που είχε δημιουργήσει γράφοντας ο ποιητής… Ο ποιητής είχε δημιουργήσει το τρομερό θηρίο, η Κλαιρόν το έκανε να βρυχάται». Παρ’ όλα αυτά, ο μεγάλος ηθοποιός, δηλαδή ο μεγάλος ποιητής της σκηνής, «είναι σπάνιος, εξίσου σπάνιος και ίσως σπανιότερος από τον μεγάλο ποιητή».

3. Ο Αριστοτέλης μάς πληροφορεί ότι οι Δωριεῖς χρησιμοποιούν τον όρο δράματα για τα έργα του Σοφοκλή και του Αριστοφάνη: «ὅθεν καὶ δράματα καλεῖσθαι τινες αὐτά φασιν» (1448a 28). Ωστόσο, ο ίδιος προτιμά να μιλά για μίμησιν πράξεως (και όχι δράσεως) υπογραμμίζοντας ότι η ουσία του θεάτρου βρίσκεται στην πράξη και όχι στην αφήγηση. Αντίστοιχα, ο Ντιντερό εισάγει από νωρίς στον φιλοσοφικό του διάλογο τον όρο δραματικός (dramatique) για να χαρακτηρίσει τον ποιητή και τον όρο πράξη (action) για τον ηθοποιό. Κατά τον φιλόσοφο του Παραδόξου, ο θεατρικός συγγραφέας είναι ποιητής-μιμητής δράσης, καθώς η τέχνη του θεάτρου δεν συνίσταται μόνο στην περιγραφή ή την αφήγηση, αλλά στην αναπαράσταση της πράξης.

4. Ο Αριστοτέλης, περιγράφοντας τη δημιουργική διαδικασία, μιλά για ποιητή-θεατή. Ο ποιητής πρέπει να συνθέτει τα πράγματα σαν να τα βλέπει ενώπιόν του, προκειμένου να εντοπίζει τι είναι πρέπον και τι αντιφατικό: «Δεῖ δὲ τοὺς μύθους συνιστάναι καὶ τῇ λέξει συναπεργάζεσθαι, ὅτι μάλιστα πρὸ ὀμμάτων τιθέμενον» (1455a 21-22). Ο Ντιντερό αναπτύσσει την ιδέα του ποιητή-θεατή επεκτείνοντας τη θέαση – ως παρατήρηση και εμπειρική αντίληψη πια και όχι απλώς ως φαντασία – και στον περιβάλλοντα κόσμο: «Οι μεγάλοι δραματικοί ποιητές είναι κυρίως σταθεροί θεατές αυτών που συμβαίνουν γύρω τους, στον φυσικό και στον πνευματικό κόσμο». Αυτή η διεύρυνση του όρου συνδέεται με τον αστικό και τον σύγχρονό του δραματικό κόσμο. Ωστόσο, και στο Παράδοξο η αναπαριστατική φαντασία του ποιητή έχει πολύ σημαντικό ρόλο.

5. Και ο Ντιντερό συζητά το θέμα της τραγωδίας, αντιπαραβάλλοντας όμως την εποχή του με εκείνη των αρχαίων Αθηναίων: «Οι αρχαίοι είχαν, μου φαίνεται, άλλη ιδέα για την τραγωδία από αυτήν που έχουμε εμείς… αυτός ο λαός ο τόσο εκλεπτυσμένος [που] μας άφησε σε όλα τα είδη πρότυπα που οι άλλοι λαοί δεν έχουν φθάσει ακόμη. Ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης … ήθελαν, όχι μόνο να διασκεδάσουν τους συμπολίτες τους, αλλά και να τους κάνουν καλύτερους. … Είχαν κρίση περισσή ώστε να μην επικροτούν αυτά τα περίπλοκα δράματα, αυτές τις ταχυδακτυλουργίες με τα μαχαίρια, που είναι καλές μόνο για τα παιδιά». Εδώ, εκτός από την καθαρή αναφορά στα πρότυπα της αρχαιότητας, ασκεί δριμεία κριτική στους σύγχρονούς του δραματικούς ποιητές για την περιπλοκότητα των μύθων τους, έχοντας προφανώς κατά νου και την κριτική του Αριστοτέλη στην πολυμυθία («πολύμυθον»). Προχωρά, αντίστοιχα, και σε έναν ορισμό της τραγωδίας, πιο σύντομο από αυτόν του Αριστοτέλη αλλά εξίσου περιεκτικό: «Μια τραγωδία, κατ’ εμέ, είναι μια ωραία ιστορική σελίδα, που διακόπτεται από εμφατικές παύσεις» ("Une tragédie n’est, selon moi, qu’une belle page historique qui se partage en un certain nombre de repos marqués"). Η έννοια ιστορική προφανώς αντιστοιχεί στον αριστοτελικό μύθο (πλοκή, δράση), ενώ με τη σελίδα θέλει να εκφράσει το ευσύνοπτο μέγεθος της τραγωδίας. Με τις εμφατικές παύσεις δεν είναι βέβαιο ότι αναφέρεται σε κάποια μορφή χορού ή σε στάσιμα, εφόσον αυτά τα στοιχεία δεν επιβιώνουν στην κλασικιστική τραγωδία, αλλά μάλλον, σε αισθητικό επίπεδο, ο Ντιντερό μπορεί να εννοεί και τη συνολική δομή του έργου. Δηλαδή, η τραγωδία δεν είναι μια αδιάκοπη ροή γεγονότων, αλλά οργανώνεται με «παύσεις» που επιτρέπουν στον θεατή να επεξεργάζεται τα γεγονότα και να συνδέει καλύτερα τις πράξεις με τα συναισθήματα και τα μηνύματα. Ίσως είναι μια μορφή ρυθμού ή μέτρου, που αντιστοιχεί στην αριστοτελική έννοια της ενότητας δράσης και της καθαρής ανάπτυξης του μύθου. Άλλωστε δίνει ένα παράδειγμα μύθου – προκειμένου να εξηγήσει την αντίληψή του για το είδος – που συνηγορεί υπέρ αυτής της ερμηνείας. Παρά τη διαφορετική διατύπωση, δηλαδή, η ουσία παραμένει αριστοτελική: η τραγωδία συνίσταται στην πράξη, στην ενότητα και την καθαρότητα της δράσης, όχι στην πολυπλοκότητα της δραματικής αφήγησης. Ωστόσο, προσθέτει ένα επιπλέον αισθητικό επίπεδο. Στο Παράδοξο, η «γλαφυρότητα» (vivacité) γίνεται εργαλείο για να ζωντανέψει ο μύθος στη σκηνή, δίνοντας «χρώμα» και παραστατικότητα στα γεγονότα και τους χαρακτήρες. Αυτή η ζωντάνια δεν υποκαθιστά τη δομή και την αλήθεια της δράσης, αλλά υποστηρίζει την αριστοτελική λογική της μίμησης, επιτρέποντας στον θεατή να βιώσει πιο έντονα την ουσία του μύθου. Με άλλα λόγια, η γλαφυρότητα στον Ντιντερό είναι μέσο για την αναπαράσταση της δράσης, όχι ο αυτοσκοπός της θεαματικότητας, και συνδέει τον δραματικό ποιητή με τον ηθοποιό-ποιητή, ο οποίος αναλαμβάνει να υπερτονίσει το ιδεατό πρότυπο του μύθου χωρίς να αλλοιώνει τη δομή ή το νόημά του.

6. Η ενότητα της δράσης (μύθου) για τον Αριστοτέλη έχει καθοριστική σημασία στη σύνθεση του δράματος: «Μῦθος δ’ ἐστὶν εἷς» (1451a 16). Ο Ντιντερό μεταφέρει αυτή την ενότητα (unité) και στο επίπεδο της υποκριτικής τέχνης: «Διότι το να αγκαλιάσουμε όλη την έκταση ενός μεγάλου ρόλου, το να προσέξουμε τις φωτεινές και σκοτεινές εναλλαγές, τις απαλές και αδύνατες στιγμές, το να είμαστε εξίσου καλοί και στα ήρεμα και στα συνταρακτικά σημεία, το να αποδώσουμε διαφορετικά τις λεπτομέρειες, να είμαστε αρμονικοί και ενιαίοι στο σύνολο και να διαμορφώσουμε ένα σταθερό σύστημα απαγγελίας που να καταφέρνει ως και να διασώζει το κείμενο από τις ιδιοτροπίες του ποιητή, είναι έργο ψύχραιμου μυαλού, βαθιάς κρίσης, εξαιρετικού γούστου, εξουθενωτικής μελέτης, μακρόχρονης εμπειρίας και ασυνήθιστα ισχυρής μνήμης» (η έμφαση στις έννοιες δική μου). Ο ηθοποιός, λοιπόν, σαν άλλος ποιητής επί σκηνής, με όλα αυτά τα απαραίτητα προσόντα, έχει τη δυνατότητα ακόμη και να διορθώνει τη δραματουργία όπου χρειάζεται, γίνεται εγγυητής της ενότητας που πρέπει να διαθέτει η μιμητική απόδοση του ιδεατού προτύπου του χαρακτήρα. Άλλωστε η διατήρηση της ενότητας του παιξίματος είναι προϋπόθεση, ώστε οποιαδήποτε κλιμάκωση, οποιαδήποτε φευγαλέα στιγμή έντασης να μη φαίνεται ως άλογος παροξυσμός.

7. Μια αυτούσια αριστοτελική θέση επαναλαμβάνει ο Ντιντερό, όταν, μιλώντας για τη θεατρική ψευδαίσθηση, δηλαδή την αληθοφάνεια, υποστηρίζει ότι «τη λύση του έργου πρέπει να τη δίνει η δράση κι όχι η αφήγηση, αλλιώτικα το έργο κινδυνεύει να είναι ψυχρό». Τον κανόνα αυτό θέτει χωρίς εξαίρεση. Ομοίως, ο Αριστοτέλης λέει ότι τίποτα το μη λογικό δεν πρέπει να υπάρχει στα διαδραματιζόμενα («ἄλογον δὲ μηδὲν εἶναι ἐν τοῖς πράγμασιν», 1454b 6-7): «φανερὸν οὖν ὅτι καὶ τὰς λύσεις τῶν μύθων ἐξ αὐτοῦ δεῖ τοῦ μύθου συμβαίνειν…» (1454a 36-37, 1454b 1). Ο γάλλος διαφωτιστής απορρίπτει την επιφανειακή θεαματικότητα και τον αυθαίρετο εντυπωσιασμό, προκρίνοντας μια υποκριτική που θεμελιώνεται στην εσωτερική λογική της δράσης. Με τον τρόπο αυτό, η αρχή της οργανικής ενότητας του μύθου επεκτείνεται και στην ερμηνεία, όπου η λύση δεν επιβάλλεται εξωτερικά, αλλά αναδύεται ως αναγκαία κατάληξη της δραματικής εξέλιξης.

8. Η αριστοτελική αρχή της καθολικότητας αντηχεί επίσης έντονα στο Παράδοξο: «ἡ μὲν γὰρ ποίησις μᾶλλον τὰ καθόλου…» (1451b 5-8). Αυτή φαίνεται να επικαλείται ο Ντιντερό όταν απαντά στο ερώτημα «ποια είναι, για σας, η διαφορά ανάμεσα σ’ έναν ταρτούφο και στον Ταρτούφο;»: «Ο Φιλάργυρος και ο Ταρτούφος δημιουργήθηκαν απ’ όλους τους Τουνουάρ [φιλάργυρους] κι όλους τους Γκριζέλ [ταρτούφους] του κόσμου. Έχουν τα πιο γενικά και πιο έκδηλα χαρακτηριστικά τους και δεν είναι η ακριβής προσωπογραφία κανενός. Έτσι κανένας δεν αναγνωρίζει σ’ αυτούς τον εαυτό του». Και αλλού: «Είστε ταρτούφος, φιλάργυρος, μισάνθρωπος. Θα παίξετε καλά αυτόν τον ρόλο, αλλά δεν θα κάνετε τίποτε ανάλογο μ’ αυτό που έκανε ο ποιητής. Διότι εκείνος έκανε τον Ταρτούφο, τον Φιλάργυρο, τον Μισάνθρωπο» (τα έντονα δικά μου). Καθίσταται σαφές ότι ο δραματικός χαρακτήρας δεν αποτελεί απλή αναπαράσταση ενός συγκεκριμένου προσώπου, αλλά συγκροτείται ως ιδεατός τύπος, ως μορφή που συμπυκνώνει τα γενικά και επαναλαμβανόμενα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης φύσης/συμπεριφοράς. Ο ποιητής του δράματος δεν αντιγράφει το επιμέρους, αλλά συνθέτει το καθολικό, και ο ηθοποιός-ποιητής, αντίστοιχα, δεν καλείται να μιμηθεί ένα ατομικό - ή δικό του - βίωμα (όπως θα πει πολύ αργότερα ο Στανισλάφσκι), αλλά να αποδώσει με ακρίβεια αυτό το μορφοποιημένο πρότυπο. Έτσι, η μίμηση στον Ντιντερό, όπως και στον Αριστοτέλη, αποκτά χαρακτήρα γνωστικό: δεν αναπαριστά απλώς το πραγματικό, αλλά αποκαλύπτει τις δομές που το διέπουν.

Από τη διακειμενική αντιπαραβολή του Παραδόξου με τον ηθοποιό και της Ποιητικής του Αριστοτέλη προκύπτει ότι η θεωρία του Ντενί Ντιντερό δεν συνιστά απλώς μια «αντιστροφή» της πλατωνικής μίμησης, όπως υποστηρίζει η María J. Ortega Máñez, αλλά και μια νεωτερική επανεγγραφή της αριστοτελικής προβληματικής. Μίμηση, μύθος, ενότητα και καθολικότητα επανεμφανίζονται στο Παράδοξο ως ενεργές κατηγορίες, μετασχηματισμένες όμως μέσα από τις ανάγκες του θεάτρου του 18ου αιώνα. Ιδιαίτερη σημασία αποκτά η παρατήρηση του Ντιντερό ότι τα δραματικά πρόσωπα δεν είναι ιστορικές υπάρξεις, αλλά «φαντάσματα της ποίησης», «φάσματα του ιδιαίτερου ύφους της γραφής» του κάθε ποιητή. Με τον χαρακτηρισμό αυτό, ο φιλόσοφος αποκαλύπτει τη βαθιά συμβατικότητα της μίμησης. Η σκηνική παρουσία δεν ταυτίζεται με την εμπειρική πραγματικότητα, αλλά υπακούει σε ένα κώδικα μιμητικής αναπαράστασης, σε ένα «πρωτόκολλο» που, όπως ο ίδιος επισημαίνει, ανάγεται ήδη στην εποχή του Αισχύλου, «πρωτόκολλο τριών χιλιάδων χρόνων». Τα πρόσωπα του θεάτρου ανήκουν σε έναν αυτόνομο ποιητικό κόσμο, και γίνονται αποδεκτά από τον θεατή «κατά συνθήκη». Ωστόσο, ακριβώς σε αυτό το σημείο εγγράφεται η κρίσιμη ιστορική ρήξη: «απομακρυνόμαστε από αυτό [το πρωτόκολλο]». Η φράση αυτή δεν είναι απλή διαπίστωση, αλλά διάγνωση μετασχηματισμού. Ο Ντιντερό αντιλαμβάνεται ότι η εποχή και η κοινωνία του εγκαταλείπουν σταδιακά το παλαιό σκηνικό καθεστώς της υψηλής ποιητικής συμβατικότητας. Το «πρωτόκολλο» του αρχαίου και κλασικιστικού θεάτρου – με τις μορφές-τύπους, την υφολογική ανύψωση και την απόσταση από την καθημερινή εμπειρία – αρχίζει να φθίνει μπροστά σε μια νέα απαίτηση: την εγγύτητα προς τη ζωή. Έτσι, η έννοια των «φαντασμάτων της ποίησης» λειτουργεί διττά. Από τη μία πλευρά, κατονομάζει με ακρίβεια το παραδοσιακό θεατρικό καθεστώς ως σύστημα συμβάσεων. Από την άλλη, υπονομεύει σιωπηρά την επάρκειά του για το παρόν. Το θέατρο δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε μορφές που «δεν ταιριάζουν στην ιστορία» και θα προκαλούσαν γέλιο εκτός σκηνής. Οφείλει, λοιπόν, να αναζητήσει νέες μορφές αναπαράστασης, ικανές να γεφυρώσουν τη σκηνική σύμβαση με την κοινωνική εμπειρία. Υπό αυτό το πρίσμα, η θεωρία του Ντιντερό καταλαμβάνει σαφώς μεταβατική θέση. Παραμένει εντός του αριστοτελικού ορίζοντα – η μίμηση, η ενότητα και η καθολικότητα δεν εγκαταλείπονται –, αλλά ταυτόχρονα μετατοπίζει το κέντρο βάρους της μίμησης: από τα υψιπετή, τυποποιημένα και ποιητικά «φάσματα» προς μορφές πιο άμεσες, πιο αναγνωρίσιμες, πιο κοινωνικά προσδιορισμένες.

Ακριβώς εδώ μπορεί να εντοπιστεί η προαναγγελία του αστικού δράματος. Η απομάκρυνση από το πανάρχαιο «πρωτόκολλο» οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό της μίμησης ως μίμησης της σύγχρονης ζωής. Η σκηνή παύει σταδιακά να φιλοξενεί αποκλειστικά ιδεατούς, υφολογικά προσδιορισμένους τύπους και στρέφεται προς χαρακτήρες που αντλούνται από την κοινωνική σκηνή και τις εμπειρικές σχέσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το Παράδοξο με τον ηθοποιό δεν αποτελεί μόνο θεωρία της υποκριτικής, αλλά και κρίσιμο τεκμήριο μιας ιστορικής μετάβασης: από το θέατρο της ποιητικής σύμβασης στο θέατρο της κοινωνικής αναπαράστασης. Η σκέψη του Ντιντερό καταγράφει με ενάργεια τη στιγμή όπου η αριστοτελική μίμηση μετασχηματίζεται, ανοίγοντας τον δρόμο για τη συγκρότηση του νεωτερικού – κατεξοχήν αστικού – δραματικού παραδείγματος.




Το κείμενο του Παραδόξου με τον ηθοποιό του Ντενί Ντιντερό παρατίθεται σύμφωνα με τη μετάφραση του Αιμίλιου Βεζή (Αθήνα, Πόλις 1995).


Τρόπος αναφοράς:

Γιαννόπουλος, Κώστας. «"Το Παράδοξο" του Ντιντερό και η "Ποιητική" του Αριστοτέλη: Θεμέλια μιας Ποιητικής της Υποκριτικής». Παραστασιογραφίες και άλλα τινά, Δοκίμιο αρ. 162, 2026. Διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://kgiannopoulos.blogspot.com/2026/03/blog-post_30.html