10 Αυγούστου 2026

Το σώμα μετά την πτώση του πέπλου/The Body After the Veil Has Fallen

 Δοκίμιο αρ. 207



Στο δοκιμιακό του έργο Συνάντηση (2009), ο Μίλαν Κούντερα επιχειρεί μια αναπάντεχη αλλά ουσιαστική συνάντηση ανάμεσα στον ζωγράφο Φράνσις Μπέικον και τον συγγραφέα και δραματουργό Σάμιουελ Μπέκετ. Δεν πρόκειται για μια συμβατική συγγένεια που θα μπορούσε να στηριχθεί απλώς στη χρονική τους συνύπαρξη ή σε μια γενικόλογη ένταξή τους στην αισθητική του μεταπολεμικού μοντερνισμού. Ο Κούντερα αναγνωρίζει στους δύο δημιουργούς μια κοινή καλλιτεχνική χειρονομία: την αφαίρεση, την απογύμνωση του ανθρώπου από όλα εκείνα τα στρώματα που τον προστατεύουν από την άμεση και αμείλικτη εμπειρία της ύπαρξής του.

Η συγγένεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή τόσο ο Μπέικον όσο και ο Μπέκετ εργάζονται, κατά τον Κούντερα, στην ακροτελεύτια περίοδο των παραδοσιακών μορφών της τέχνης τους. Ο Μπέικον εξακολουθεί να ζωγραφίζει με λάδι και πινέλο, παραμένοντας μέσα στο κλασικό υλικό καθεστώς της ζωγραφικής, ακόμη και όταν το αποτέλεσμα μοιάζει να καταστρέφει την ίδια την ιδέα της αναπαράστασης. Ο Μπέκετ εργάζεται μέσα από τη δραματική γραφή, το θέατρο και τη σκηνική σύνθεση, ακόμη και όταν αποσυνθέτει εκ των έσω τον χρόνο, τη δράση, τον χαρακτήρα και την ίδια την έννοια της θεατρικής πράξης. Και οι δύο, λοιπόν, βρίσκονται σε ένα ιδιότυπο μεταίχμιο: χρησιμοποιούν μέχρι τα έσχατα όριά τους τα εργαλεία μιας παράδοσης, την ίδια στιγμή που αποκαλύπτουν την αδυναμία τους να συνεχίσουν να λειτουργούν όπως προηγουμένως.

Η κοινή τους καλλιτεχνική μέθοδος μπορεί να αποδοθεί με τον όρο που χρησιμοποιεί ο Κούντερα: «ξεσκαρτάρισμα». Πρόκειται για μια διαδικασία αφαίρεσης που δεν αφήνει ανέπαφη ούτε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας ούτε τις βεβαιότητες μέσα στις οποίες οργανώνουμε την ύπαρξή μας. Ο άνθρωπος συνήθως δεν βιώνει τον εαυτό του ως γυμνή σωματική παρουσία. Περιβάλλεται από ένα πυκνό πλέγμα ταυτοτήτων, ιδεολογιών, ιστορικών αφηγήσεων, συλλογικών ονείρων, θρησκειών, πολιτικών αγώνων, παθών και προσδοκιών. Όλα αυτά λειτουργούν ως ένα είδος προστατευτικού πέπλου, το οποίο όχι μόνο προσδίδει νόημα στην ύπαρξη αλλά ταυτόχρονα την προστατεύει από την επίγνωση της ευαλωτότητάς της.

Ο Κούντερα επιμένει ότι η αποκάλυψη αυτής της πραγματικότητας δεν συνιστά ούτε απαισιοδοξία ούτε απελπισία. Είναι απλώς η πραγματικότητα όταν παύουν να λειτουργούν οι συλλογικές αυταπάτες που συνήθως την καλύπτουν. «Κάποια μέρα, πέφτει ο πέπλος και μας αφήνει μόνους με το σώμα, στο έλεος του σώματος». Η φράση αυτή θα μπορούσε να λειτουργήσει ως κεντρικός άξονας ολόκληρης της αισθητικής του Μπέικον και του Μπέκετ. Διότι εκείνο που απομένει μετά την πτώση του πέπλου δεν είναι μια νέα πνευματική αλήθεια, αλλά το σώμα: η σάρκα, η ανάγκη, ο φόβος, η φθορά, η αδυναμία ελέγχου.

Ο Κούντερα μεταφέρει αυτή την ιδέα σε μια προσωπική ανάμνηση από την Πράγα. Θυμάται μια κοπέλα η οποία, ύστερα από βίαιη ανάκριση, είχε φτάσει σε τέτοιο βαθμό σωματικού και ψυχικού τρόμου ώστε έτρεχε κάθε λίγα λεπτά στην τουαλέτα. Η εμπειρία αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή καταρρέει μπροστά της κάθε αφηρημένη εικόνα του ανθρώπου ως κυρίαρχου, αυτόνομου και αυτοελεγχόμενου υποκειμένου. Η κοπέλα δεν είναι πλέον η κοινωνική της ταυτότητα, οι πεποιθήσεις της ή η θέση της μέσα στην Ιστορία. Είναι φόβος, έντερο, σπασμός, ήχος νερού. Η ύπαρξη έχει επιστρέψει στη σωματική, υλική της βάση.

Ακριβώς αυτόν τον ήχο, αυτή τη βίαιη επιστροφή στη σάρκα, αναγνωρίζει ο Κούντερα στη ζωγραφική του Μπέικον. Στα έργα του, το ανθρώπινο σώμα δεν παρουσιάζεται ως αρμονική μορφή ούτε ως φορέας μιας εσωτερικής ουσίας που περιμένει να αποκαλυφθεί. Απεναντίας, φαίνεται πως υφίσταται μια διαρκή παραμόρφωση, σαν να αποσυντίθεται μπροστά στα μάτια μας. Στο Πρόσωπο πλάι σε λεκάνη του 1976, όπως και στο Τρίπτυχο του 1973, η ανθρώπινη μορφή δεν μετατρέπεται απλώς σε «τέρας». Το τερατώδες βρίσκεται ακριβώς στην αποκάλυψη ότι πίσω από το κοινωνικό πρόσωπο υπάρχει μια ευάλωτη, εκτεθειμένη και αναπόδραστα υλική σάρκα. Κατά συνέπεια, η βία της ζωγραφικής του Μπέικον δεν συνιστά μια αισθητική της φρίκης για τη φρίκη. Είναι μια τεχνική αφαίρεσης. Η παραμόρφωση δεν προσθέτει κάτι στο σώμα, αλλά αφαιρεί. Απομακρύνει από την ανθρώπινη μορφή την ψευδαίσθηση της σταθερότητας, της ομορφιάς και της αυτοκυριαρχίας.

Ανάλογη είναι η πορεία του Μπέκετ, αλλά εντός του θεάτρου και της δραματικής γραφής. Ο Μπέκετ δεν εγκαταλείπει απλώς το δράμα. Το απογυμνώνει από το εσωτερικό του. Περιορίζει τη δράση, συμπιέζει τον χρόνο, επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις και λέξεις, αφαιρεί από τους χαρακτήρες την ψυχολογική πληρότητα και σταδιακά περιορίζει την ίδια τη σκηνική παρουσία. Το σώμα καθηλώνεται, απομονώνεται, συρρικνώνεται. Στο Όχι Εγώ, η σκηνική ύπαρξη μπορεί να περιοριστεί σχεδόν αποκλειστικά σε ένα φωτισμένο στόμα που μιλά μέσα στο σκοτάδι. Δεν πρόκειται τόσο για έναν χαρακτήρα που μιλά όσο για τη φωνή ως εναπομείνασα σωματική λειτουργία. Με αυτή την έννοια, ο Μπέκετ παράγει από το εσωτερικό του δραματικού θεάτρου τις συνθήκες της υπέρβασής του. Δεν καταργεί τη θεατρικότητα, αλλά την οδηγεί στο σημείο όπου τα ίδια τα θεμέλια της δραματικής αναπαράστασης αρχίζουν να αποκαλύπτονται ως ανεπαρκή. Η δράση γίνεται σχεδόν ακινησία, ο χαρακτήρας γίνεται φωνή, η σκηνή γίνεται χώρος αναμονής και το σώμα, αντί να αποτελεί αυτονόητο φορέα δράσης, γίνεται το ίδιο το αντικείμενο της φθοράς και του περιορισμού.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο ίδιος ο Κούντερα κάνει με το μυθιστόρημα κάτι ανάλογο με αυτό που αναγνωρίζει στον Μπέικον και στον Μπέκετ. Η αρχή της απογύμνωσης, εκτός από αντικείμενο της σκέψης του, αποτελεί και αρχή της δικής του μυθιστορηματικής πρακτικής. Ο συγγραφέας απογυμνώνει τον άνθρωπο όχι μόνο από το σώμα του, αλλά και από τις αφηγήσεις μέσω των οποίων προσπαθεί να καταστήσει τη ζωή του συνεκτική. Στα μυθιστορήματά του, ο έρωτας, η Ιστορία, η πολιτική, η ιδεολογία, η μνήμη, η ταυτότητα, η πίστη και η προδοσία παύουν να λειτουργούν ως σταθερές κατηγορίες. Στο Αστείο, μια ασήμαντη χειρονομία μετατρέπεται σε ιδεολογικό τεκμήριο και η ατομική ζωή συνθλίβεται από τη συλλογική ερμηνεία. Στην Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, οι ίδιες οι έννοιες του βάρους, της ελαφρότητας, της αιωνιότητας και της ελευθερίας τίθενται υπό διαρκή αμφισβήτηση. Στην Αθανασία, ακόμη και η εικόνα που διαθέτει ο άνθρωπος για τον εαυτό του αποκαλύπτεται ως κατασκευή της μνήμης, του βλέμματος και των άλλων. Γι’ αυτό ο Κούντερα δεν περιορίζεται στην παραδοσιακή μυθιστορηματική αφήγηση. Παρεμβάλλει δοκίμιο, σχόλιο, φιλοσοφική παρέκβαση, αλλαγές οπτικής και μεταμυθοπλαστικές ρήξεις. Δεν θέλει να μας αφήσει να ξεχάσουμε ότι το μυθιστόρημα είναι κατασκευή. Σε αυτό ακριβώς το κομβικό σημείο βρίσκεται η βαθύτερη συγγένεια των τριών δημιουργών: ο Μπέικον ξεσκαρτάρει τη μορφή, ο Μπέκετ τη δράση και ο Κούντερα τη μυθοπλασία. Ο καθένας χρησιμοποιεί μέχρι τα όριά του το ίδιο το μέσο που ταυτόχρονα αποδομεί. Ο Μπέικον παραμένει ζωγράφος ενώ διαλύει την ανθρώπινη μορφή. Ο Μπέκετ παραμένει δραματουργός ενώ διαλύει τη δραματική δράση. Ο Κούντερα παραμένει μυθιστοριογράφος ενώ διαλύει την ψευδαίσθηση της συνεκτικής αφήγησης, αποδομεί τις συμβάσεις του μυθιστορήματος.

Έτσι, το «ξεσκαρτάρισμα» γίνεται κάτι περισσότερο από μια ερμηνευτική έννοια του Κούντερα. Γίνεται μια κοινή αισθητική αρχή. Όσο αφαιρούνται οι κοινωνικές, ιδεολογικές, ψυχολογικές και αφηγηματικές επενδύσεις, τόσο πλησιάζουμε σε εκείνο που δεν μπορεί πλέον να αφαιρεθεί. Στον Μπέικον είναι η σάρκα. Στον Μπέκετ το ελάχιστο σώμα, η φωνή, η ακινησία. Στον Κούντερα ο άνθρωπος απογυμνωμένος από τις ιστορίες που λέει για τον εαυτό του. Και ίσως αυτή είναι η πραγματική συνάντηση των τριών: αντί να παρουσιάζουν έναν κόσμο απαισιόδοξο, αρνούνται να τον εξωραΐσουν. Ο Μπέικον, ο Μπέκετ και ο Κούντερα δημιουργούν μια τέχνη μετά την πτώση του πέπλου. Μια τέχνη που δεν προσφέρει παρηγοριά μέσω νέων ψευδαισθήσεων, αλλά μας αφήνει εκτεθειμένους μπροστά σε αυτό που παραμένει όταν όλα τα υπόλοιπα έχουν αφαιρεθεί: το σώμα, η φωνή, η συνείδηση και η γυμνή, αβέβαιη παρουσία του ανθρώπου μέσα στον κόσμο.







August 10, 2026

The Body After the Veil Has Fallen

Essay No. 207


In his essayistic work Encounter, Milan Kundera stages an unexpected yet profoundly significant encounter between the painter Francis Bacon and the writer and dramatist Samuel Beckett. This is not a conventional affinity that can be explained merely by their chronological proximity or by a broad classification within the aesthetics of post-war modernism. What Kundera recognises in the two artists is a shared artistic gesture: subtraction, a stripping away of the layers that shield human beings from the immediate and uncompromising experience of existence.

This affinity assumes particular significance because, in Kundera’s account, both Bacon and Beckett work at the terminal stage of the traditional forms of their respective arts. Bacon continues to paint with oil and brush, remaining within the classical material conditions of painting even as his work appears to undermine the very premises of representation. Beckett, likewise, continues to work through dramatic writing, theatre and theatrical composition even as he dismantles, from within, time, action, character and the very foundations of dramatic representation. Both therefore occupy a peculiar threshold: they push the instruments of an inherited tradition to their furthest limits while simultaneously exposing the impossibility of their continuing to function as they once did.

Their shared artistic method may be described through the term Kundera himself employs: stripping away. It is a process of subtraction that leaves untouched neither the image we construct of ourselves nor the certainties through which we organise our existence. Human beings do not ordinarily experience themselves as naked bodily presences. Rather, they are surrounded by a dense web of identities, ideologies, historical narratives, collective dreams, religions, political struggles, passions and expectations. These operate as a protective veil which not only confers meaning upon existence but also shields us from an awareness of our own vulnerability.

Kundera insists that the revelation of this condition constitutes neither pessimism nor despair. It is simply reality once the collective illusions that ordinarily conceal it cease to function. “One day, the veil falls, leaving us alone with the body, at the mercy of the body.” This sentence might serve as a concealed axis of Bacon’s and Beckett’s aesthetics. For what remains after the veil has fallen is not a new spiritual truth, but the body itself: flesh, need, fear, decay, the loss of mastery.

Kundera gives this idea an extraordinary concreteness through a personal recollection from Prague. He recalls a young woman who, following a violent interrogation, had been driven into such a state of physical and psychological terror that she was compelled to run to the lavatory every few minutes. The significance of the episode lies precisely in the collapse of every abstract conception of the human being as autonomous, sovereign and self-controlled. The woman is no longer reducible to her social identity, her convictions or her position within History. She has become fear, intestine, spasm, the sound of running water. Existence has returned to its bodily and material ground.

It is precisely this sound, this violent return to the flesh, that Kundera hears in Bacon’s painting. In Bacon’s work, the human body is not presented as a harmonious form, nor as the bearer of an inner essence awaiting revelation. On the contrary, it appears to undergo continual deformation, as though decomposing before our eyes. In Figure at a Washbasin (1976), as in the Triptych (1973), the human figure is not simply transformed into a “monster”. The monstrous lies precisely in the revelation that behind the social face there exists a vulnerable, exposed and irreducibly material flesh. The violence of Bacon’s painting is therefore not an aesthetic of horror for horror’s sake. It is a technique of subtraction. Deformation does not add something to the body; it takes something away. It strips the human figure of the illusion of stability, beauty and self-mastery.

Beckett pursues a comparable trajectory, but within theatre and dramatic writing. He does not simply abandon drama; he strips it from within. He restricts action, compresses time, repeats movements and words, removes psychological fullness from his characters and progressively reduces the very conditions of stage presence. The body becomes immobilised, isolated and diminished. In Not I, stage existence can be reduced almost entirely to an illuminated mouth speaking within darkness. It is less a character who speaks than voice reduced to a residual bodily function.

In this sense, Beckett generates, from within dramatic theatre itself, the conditions for its transgression. He does not abolish theatricality; rather, he drives it to the point at which the foundations of dramatic representation begin to reveal their insufficiency. Action approaches stillness, character becomes voice, the stage becomes a space of waiting, and the body, rather than functioning as the self-evident vehicle of action, becomes the very object of decay and restriction.

More striking still is the fact that Kundera himself does something analogous with the novel to what he recognises in Bacon and Beckett. The principle of stripping away is not merely an object of his thought; it is also a principle of his own novelistic practice. Kundera strips the human being not only of the body but also of the narratives through which existence attempts to make itself coherent. In his novels, love, History, politics, ideology, memory, identity, faith and betrayal cease to function as stable categories. In The Joke, an apparently trivial gesture is transformed into ideological evidence, and individual life is crushed beneath collective interpretation. In The Unbearable Lightness of Being, the very notions of weight, lightness, eternity and freedom are subjected to continual interrogation. In Immortality, even the image one possesses of oneself is revealed as a construction produced through memory, the gaze of others and the desire to persist beyond one’s own existence.

For this reason, Kundera refuses to confine himself to conventional novelistic narration. He incorporates essay, commentary, philosophical digression, shifts of perspective and metafictional ruptures. He does not allow us to forget that the novel is a construction. Here lies the deeper affinity among the three artists: Bacon strips away form; Beckett strips away action; Kundera strips away the conventions through which fiction presents itself as a coherent world. Each pushes his medium to its limits while simultaneously dismantling the assumptions upon which that medium traditionally rests. Bacon remains a painter while disintegrating the human figure. Beckett remains a dramatist while disintegrating dramatic action. Kundera remains a novelist while dismantling the illusion of narrative coherence.

Thus, “stripping away” becomes more than an interpretative notion employed by Kundera. It becomes a shared aesthetic principle. As social, ideological, psychological and narrative constructions are progressively removed, we approach that which can no longer be removed. In Bacon, it is flesh. In Beckett, it is the minimal body, the voice, stillness. In Kundera, it is the human being stripped of the stories through which he or she attempts to construct a coherent self.

Perhaps this is the true encounter among the three artists. They do not simply present a pessimistic world; rather, they refuse to beautify it. Bacon, Beckett and Kundera create an art that begins after the veil has fallen. An art that offers no consolation through the invention of new illusions, but leaves us exposed before what remains when everything else has been stripped away: the body, the voice, consciousness, and the naked, uncertain presence of the human being in the world.

08 Αυγούστου 2026

Η μάσκα ως αποκάλυψη: ένα θεατρικό παραμύθι του Πιραντέλο στο Piccolo/The Mask as Revelation: A Theatrical Fairy Tale by Pirandello at Piccolo

Δοκίμιο αρ. 206





Η μάσκα του δραματικού προσώπου Vanna Scoma (ψηφιακή αναπαράσταση), κατασκευή του Amleto Sartori για την παράσταση τυυ έργου La Favola del figlio cambiato του Λουΐτζι Πιραντέλο (Piccolo Teatro di Milano, 1957), αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα της αναγέννησης της θεατρικής μάσκας στον 20ό αιώνα. Με την κυβιστική της άρθρωση και τη γλυπτική της παρουσία, αποκαλύπτει την πολλαπλότητα και την αβεβαιότητα της ανθρώπινης ταυτότητας. Museo Amleto e Donato Sartori.




Υπάρχουν έργα του θεάτρου στα οποία η σκηνή δεν καλείται απλώς να αναπαραστήσει έναν κόσμο αλλά να αποκαλύψει τη θεατρικότητα που βρίσκεται ήδη κρυμμένη μέσα στη δραματουργική τους ύλη. Το Παραμύθι του αλλαγμένου γιου (La Favola del figlio cambiato) του Λουΐτζι Πιραντέλο ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Γράφεται κατά την περίοδο 1930-1932 και παρουσιάζεται πρώτη φορά το 1934 με μουσική του Τζιαν Φραντσέσκο Μαλιπιέρο. Αντί να συνιστά απλή επεξεργασία ενός λαϊκού παραμυθιού, εγγράφεται στη στροφή του ύστερου Πιραντέλο προς τον μύθο, την τελετουργία και έναν κόσμο όπου τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, το ανθρώπινο και το υπερφυσικό, το πρόσωπο και το προσωπείο καθίστανται ασαφή.

Εκ πρώτης όψεως, η υπόθεση προέρχεται από τον χώρο της λαϊκής αφήγησης. Ένα παιδί απομακρύνεται από τη μητέρα του και στη θέση του αφήνεται ένα άλλο, ασθενικό και παραμορφωμένο. Η μητέρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να εξηγήσει υπό τους όρους της καθημερινής εμπειρίας. Η Βάνα Σκόμα, η γριά fattucchiera, γίνεται ο κρίκος ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και στις αόρατες δυνάμεις που κυβερνούν τη μοίρα. Το σημαντικό όμως δεν είναι τόσο η υπερφυσική εξήγηση του γεγονότος όσο η κατάρρευση της βεβαιότητας ότι η ταυτότητα του ανθρώπου είναι κάτι σταθερό και αναγνωρίσιμο. Έτσι, η Favola εντάσσεται σε εκείνη την περιοχή της πιραντελικής δραματουργίας όπου η ταυτότητα δεν αποτελεί ουσία αλλά σχέση, εικόνα και μεταμόρφωση. Το παιδί μπορεί να είναι ταυτόχρονα το χαμένο παιδί της μητέρας και ένας άλλος άνθρωπος σε έναν άλλο κόσμο. Το πρόσωπο παύει να εγγυάται την ταυτότητα και αποκτά τη δυνατότητα να την αποκρύπτει. Η ανθρώπινη μορφή γίνεται ένα είδος προσωρινού περιβλήματος, μέσα στο οποίο συνυπάρχουν διαφορετικές δυνατότητες ύπαρξης.

Αυτή η ιδιότητα του έργου προσλαμβάνει ιδιαίτερη σκηνική υπόσταση στη μορφή της Σκόμα. Ο Πιραντέλο δεν την αντιμετωπίζει ως μια ρεαλιστική γριά μάγισσα του χωριού. Σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες, η μορφή της έχει εξαρχής κάτι το αφύσικο: η ακινησία της πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση ενός fantoccio, μιας κούκλας ή μαριονέτας. Η επιλογή αυτή είναι καθοριστική, διότι το θέατρο του συγγραφέα υπονομεύει εδώ την ίδια τη διάκριση ανάμεσα στον ηθοποιό και στο αντικείμενο. Η ανθρώπινη μορφή μπορεί να γίνει κούκλα, ενώ η κούκλα μπορεί να αποκτήσει, μέσα από τη σκηνική παρουσία, μια παράδοξη ζωή.

Όταν ο Οράτσιο Κόστα σκηνοθέτησε το έργο στο Piccolo Teatro του Μιλάνου (πρεμιέρα στις 24 Μαΐου 1957), βρήκε μέσα στο ίδιο το κείμενο τις προϋποθέσεις για μια αντιρεαλιστική σκηνική γλώσσα. Η σκηνοθετική του πρόταση δεν χρειάστηκε να "εκμοντερνίσει" αυθαίρετα το παραμύθι. Μπορούσε να αναδείξει τις μορφές ακινησίας, τελετουργίας και μεταμόρφωσης που ο Πιραντέλο είχε ήδη τοποθετήσει στο εσωτερικό της δραματουργίας του. Σε συνάφεια με τη γενικότερη αναζήτηση του Κόστα γύρω από τη σωματική έκφραση και το metodo mimico, το σώμα του ηθοποιού έπαψε να αποτελεί αποκλειστικά φορέα ψυχολογικής αναπαράστασης και κατέστη πλαστικό, σκηνικό υλικό.

Η μεταμόρφωση αυτή πήρε την πιο εντυπωσιακή της μορφή μέσα από τη συνεργασία με την εικαστική παράδοση της μάσκας που είχε αναπτύξει ο Αμλέτο Σαρτόρι. Η συμβολή του δεν μπορεί να απομονωθεί από τη συνολική εικαστική/σχεδιαστική εργασία της Βαλέρια Κόστα, η οποία συνδέεται με τα σκηνικά και τα κοστούμια της παραγωγής, όμως η παρουσία του σηματοδότησε ένα κρίσιμο σημείο στην ιστορία της σύγχρονης μάσκας. Αντί να έχουμε ένα αναγνωρίσιμο θεατρικό προσωπείο, αντικρύζαμε πλέον μια γλυπτική κατασκευή, ικανή να μετασχηματίζει την ίδια την αντίληψή μας για το πρόσωπο.

Ο Σαρτόρι είχε επαναφέρει στο επίκεντρο της θεατρικής δημιουργίας τη μάσκα από δέρμα, διαμορφωμένη πάνω σε ξύλινη μήτρα. Η διαδικασία αυτή προσέδιδε στο αντικείμενο μια υλική αυτονομία που το διαφοροποιούσε από το απλό σκηνικό αξεσουάρ. Η μάσκα είχε όγκο, επιφάνεια και γλυπτική υπόσταση. Στη Favola αυτή η υλικότητα συναντήθηκε με μια αισθητική που η σχετική έρευνα έχει χαρακτηρίσει έντονα κυβιστική και πικασική. Το πρόσωπο δεν παρουσιαζόταν πια ως ενιαία επιφάνεια, αλλά ως σύνθεση διαφορετικών όψεων.

Η επιλογή αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία στην περίπτωση της Σκόμα. Η μάσκα δεν προσέθετε ένα ξένο αντικείμενο στο ανθρώπινο πρόσωπο, αλλά το μετέτρεπε σε πολλαπλή επιφάνεια. Η μετωπική όψη μπορούσε να συνυπάρχει με υποδηλώσεις προφίλ, οι γραμμές του προσώπου να διασπώνται και να επανασυντίθενται, ενώ στη μορφή αποδιδόταν μια παράδοξη ακινησία. Ο άνθρωπος έγινε γλυπτό και το γλυπτό, μέσα στη σκηνική σύμβαση, πήρε ζωή. Εδώ η κυβιστική μάσκα συνάντησε με εξαιρετική ακρίβεια τον κόσμο του Πιραντέλο. Η πολλαπλότητα της όψης έπαψε να συνιστά μόνο εικαστικό παιχνίδι και μπορούσε να διαβαστεί ως υλική μεταφορά μιας ταυτότητας που δεν είναι ποτέ απολύτως ενιαία. Το πρόσωπο αποκάλυπτε τη συνύπαρξη πολλών πιθανών προσώπων. Η μάσκα πολλαπλασίαζε το υποκείμενο.

Ακόμη πιο σημαντική ήταν η στιγμή κατά την οποία η μάσκα αφαιρέθηκε. Ο Πιραντέλο είχε ήδη ενσωματώσει αυτή την πράξη στη σκηνική δράση: το κόκκινο ύφασμα που τοποθετείται προσωρινά στο κεφάλι της Σκόμα αποσύρει μαζί του και τη μάσκα, αφήνοντας ορατό το ανθρώπινο πρόσωπο. Το smascheramento δεν λειτουργούσε έτσι ως απλή επιστροφή από το ψεύτικο στο αληθινό. Το θέατρο του Πιραντέλο είναι πολύ πιο αμφίσημο. Το γυμνό πρόσωπο δεν είναι κατ’ ανάγκην πιο αληθινό από το προσωπείο. Και τα δύο είναι σκηνικές μορφές μέσα από τις οποίες η ταυτότητα εμφανίζεται και ταυτόχρονα αποκρύπτεται.

Η χρήση μαριονετών από τους Αδελφούς Colla - βασισμένων σε σχέδια της Βαλέρια Κόστα, που αναπαριστούσαν Χορό Γυναικών, Παιδιά, Ναύτες κ.ά. - ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτή την αμφισημία. Άνθρωποι, μάσκες και κούκλες μπορούσαν να συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο σκηνικό κόσμο, με αποτέλεσμα την κατάργηση της αυτονόητης διάκρισης μεταξύ έμψυχου και άψυχου. Η σκηνή μετατρεπόταν σε χώρο όπου η ανθρώπινη μορφή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να παγώσει, να γίνει αντικείμενο, να μεταμορφωθεί ή να επιστρέψει στη ζωή. Η σημασία της επιλογής αυτής διευρυνόταν αν εξεταζόταν ενταγμένη στην ύστερη ποιητική του Πιραντέλο, όπου ο μύθος έπαυε πλέον να είναι αποκλειστικά υλικό για την αφήγηση μιας ιστορίας και γινόταν τρόπος υπέρβασης του ρεαλιστικού θεάτρου. Η σκηνή, αντί να αναπαριστά έναν προϋπάρχοντα κόσμο, κατασκεύαζε έναν άλλο μέσα από σώματα, αντικείμενα, μάσκες, φωνές και τελετουργικές πράξεις.

Η παράσταση του 1957 δεν έγινε αμέσως αποδεκτή ως θρίαμβος. Η υποδοχή της, που υπήρξε δύσκολη, αποκαλύπτει την απόσταση ανάμεσα στις αισθητικές προθέσεις του Κόστα και στις προσδοκίες ενός κοινού εξοικειωμένου με άλλες μορφές του πιραντελικού θεάτρου. Η έντονα κυβιστική σκηνική γραφή, η παρουσία μαριονετών και η απομάκρυνση από μια ψυχολογική και νατουραλιστική ανάγνωση μπορούσαν να φαίνονται περισσότερο ως επιβολή μιας νέας αισθητικής στον Πιραντέλο παρά ως αποκάλυψη μιας λανθάνουσας διάστασής του. Ακριβώς αυτή η δυσκολία πρόσληψης όμως συγκαταλέγεται σήμερα στα στοιχεία που αποδεικνύουν της ιστορική σημασία της παραγωγής.

Έτσι, η συνάντηση Πιραντέλο, Κόστα και Σαρτόρι δεν μπορεί να περιοριστεί στην εικόνα μιας επιτυχημένης συνεργασίας τριών δημιουργών. Είναι περισσότερο συνάντηση τριών διαφορετικών τρόπων να σκεφτεί κανείς την έννοια του προσώπου. Ο Πιραντέλο το αποσταθεροποιεί δραματουργικά, ο Κόστα το μετατρέπει σε σωματική και σκηνική πράξη, ενώ ο Σαρτόρι το επανασχεδιάζει ως γλυπτική επιφάνεια. Ανάμεσά τους η μάσκα προσλαμβάνει μια νέα λειτουργία: δεν είναι το αντικείμενο που κρύβει το πρόσωπο, αλλά το αντικείμενο που αποκαλύπτει ότι το πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ απόλυτα ένα.

Εν κατακλείδι, η Favola μπορεί να ιδωθεί ως ένα παραμύθι που οδηγεί πέρα από το παραμύθι. Από την ιστορία του αλλαγμένου γιου περνά στην αβεβαιότητα της ταυτότητας, από την ανθρώπινη μορφή στη μαριονέτα, από το πρόσωπο στη μάσκα και από τη μάσκα στην αποκάλυψη ενός ακόμη προσώπου. Η σκηνή του Piccolo Teatro, μέσα από την τολμηρή πρόταση του Κόστα και τη γλυπτική γλώσσα του Σαρτόρι, έκανε ορατή αυτή τη μετάβαση. Και ακριβώς εκεί βρίσκεται η βαθύτερη δύναμη της παράστασης: όχι στο ότι απέδωσε ένα παραμύθι με πρωτοποριακά μέσα, αλλά στο ότι μετέτρεψε την ίδια την έννοια του προσώπου σε θεατρικό γεγονός.









August 8, 2026

The Mask as Revelation: A Theatrical Fairy Tale by Pirandello at Piccolo

Essay No. 206




The mask of the dramatic character Vanna Scoma (digital reconstruction), created by Amleto Sartori for the production of Luigi Pirandello’s La Favola del figlio cambiato (Piccolo Teatro di Milano, 1957), represents one of the most significant examples of the revival of the theatrical mask in the 20th century. Through its Cubist articulation and sculptural presence, it reveals the multiplicity and uncertainty of human identity. Museo Amleto e Donato Sartori.



There are works of theatre in which the stage is called upon not merely to represent a world, but to disclose the theatricality already concealed within their dramatic substance. Luigi Pirandello’s The Changed Child (La Favola del figlio cambiato) belongs to this category. Written between 1930 and 1932 and first performed in 1934, with music by Gian Francesco Malipiero, it should not be regarded merely as an adaptation of a folk tale. Rather, it belongs to Pirandello’s late turn towards myth, ritual and a world in which the boundaries between the real and the imaginary, the human and the supernatural, the face and the mask become unstable.

At first sight, the plot appears to emerge from the realm of folk narrative. A child is taken from his mother and another, sickly and deformed, is left in his place. The mother is confronted with a reality that cannot be explained according to the terms of everyday experience. Vanna Scoma, the old fattucchiera, becomes the link between the human world and the invisible forces governing fate. What matters, however, is not so much the supernatural explanation of the event as the collapse of the certainty that human identity is something stable and recognisable. Thus, Favola belongs to that area of Pirandello’s dramaturgy in which identity is not an essence but a relationship, an image and a process of transformation. The child may simultaneously be the mother’s lost child and another human being in another world. The face ceases to guarantee identity and acquires the capacity to conceal it. The human form becomes a kind of provisional vessel within which different possibilities of existence coexist.

This quality of the play acquires a particularly striking stage presence in the figure of Scoma. Pirandello does not present her as a realistic village witch. According to the stage directions, her figure possesses something unnatural from the outset: her immobility is intended to create the impression of a fantoccio, a doll or puppet. This is crucial, for the playwright’s theatre here undermines the very distinction between actor and object. The human figure may become a doll, while the doll may acquire, through stage presence, a strange and paradoxical life.

When Orazio Costa directed the play at Milan’s Piccolo Teatro, with its premiere on 24 May 1957, he found within the work itself the conditions for an anti-realist stage language. His directorial conception did not need to impose an arbitrary modernisation upon the fairy tale. It could instead bring to the fore the forms of stillness, ritual and transformation that Pirandello had already embedded within the dramaturgy. In keeping with Costa’s broader exploration of physical expression and his metodo mimico, the actor’s body ceased to function exclusively as a vehicle for psychological representation and became instead a plastic, theatrical material.

This transformation assumed its most striking form through the collaboration with the visual language of the mask developed by Amleto Sartori. His contribution cannot be detached from the wider visual work of Valeria Costa, associated with the production’s sets and costumes; nevertheless, Sartori’s presence marked a crucial moment in the history of the modern theatrical mask. Rather than a recognisable theatrical persona, the spectator encountered a sculptural construction capable of transforming the very perception of the face.

Sartori had brought the leather mask, shaped over a wooden mould, back to the centre of theatrical creation. This process endowed the object with a material autonomy that distinguished it from a mere stage accessory. The mask possessed volume, surface and sculptural presence. In Favola, this materiality encountered an aesthetic that scholarship has characterised as distinctly Cubist and Picasso-inspired. The face was no longer presented as a unified surface, but as a composition of different aspects.

This choice acquired particular significance in the case of Scoma. The mask did not simply add a foreign object to the human face; it transformed the face into a multiple surface. The frontal aspect could coexist with suggestions of profile, the lines of the face could be broken apart and reassembled, while the figure itself acquired a paradoxical stillness. The human being became sculpture, and sculpture, within the theatrical convention, came to life. Here the Cubist mask encountered Pirandello’s world with remarkable precision. The multiplicity of the face ceased to be merely a visual game and could be read as a material metaphor for an identity that is never entirely unified. The face revealed the coexistence of several possible faces. The mask multiplied the subject.

Even more significant was the moment when the mask was removed. Pirandello had already incorporated this action into the stage event: the red cloth temporarily placed over Scoma’s head withdraws the mask with it, leaving the human face visible. Smascheramento, therefore, does not function as a simple return from falsehood to truth. Pirandello’s theatre is far more ambiguous than that. The uncovered face is not necessarily more truthful than the mask. Both are theatrical forms through which identity is simultaneously revealed and concealed.

The use of puppets by the Colla Brothers - based on designs by Valeria Costa, which represented Women, Children, Sailors, etc. - further reinforced this ambiguity. Human beings, masks and dolls could coexist within the same stage world, eroding the apparently self-evident distinction between the animate and the inanimate. The stage became a space in which the human form could, at any moment, become still, turn into an object, undergo transformation or return to life. The significance of this choice becomes even more apparent when situated within Pirandello’s late poetics, in which myth ceased to be merely material for the narration of a story and became instead a means of transcending realist theatre. Rather than representing a pre-existing world, the stage constructed another world through bodies, objects, masks, voices and ritual actions.

The 1957 production was not immediately received as a triumph. Its difficult reception reveals the distance between Costa’s aesthetic intentions and the expectations of an audience accustomed to other forms of Pirandellian theatre. Its strongly Cubist stage language, the presence of puppets, and its departure from psychological and naturalistic interpretation could appear less as the revelation of a latent dimension of Pirandello’s work than as the imposition of a new aesthetic upon it. Yet precisely this difficulty of reception may now be regarded as one of the elements that attest to the production’s historical significance.

The encounter between Pirandello, Costa and Sartori cannot therefore be reduced to the image of a successful collaboration between three creators. It is, rather, an encounter between three different ways of thinking about the face. Pirandello destabilises it dramaturgically; Costa transforms it into bodily and theatrical action; Sartori redesigns it as a sculptural surface. Between them, the mask acquires a new function: it is no longer the object that conceals the face, but the object that reveals that the face was never entirely one.

Ultimately, Favola may be understood as a fairy tale that leads beyond the fairy tale. From the story of the changed child, it moves towards the uncertainty of identity; from the human form towards the puppet; from the face towards the mask; and from the mask towards the revelation of yet another face. The stage of the Piccolo Teatro, through Costa’s bold directorial conception and Sartori’s sculptural language, made this transition visible. And this is precisely where the production’s deepest force resides: not in the fact that it rendered a fairy tale through avant-garde means, but in the fact that it transformed the very idea of the face into a theatrical event.

05 Ιουλίου 2026

Δ. Λιαντίνης: ένας σύγχρονος Οιδίπους/D. Liantinis: A Modern Oedipus

 Δοκίμιο αρ. 205



Διοτίμα μου,

Φεύγω αυτοθέλητα. Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος. Ετοίμασα τούτη την ώρα βήμα- βήμα ολόκληρη τη ζωή μου, που υπήρξε πολλά πράγματα, αλλά πάνω από όλα εστάθηκε μια προσεκτική μελέτη θανάτου. Τώρα που ανοίγω τα χέρια μου και μέσα τους συντρίβω τον κόσμο, είμαι κατάφορτος με αισθήματα επιδοκιμασίας και κατάφασης. Πεθαίνω υγιής στο σώμα και στο μυαλό, όσο καθαρό είναι το νωπό χιόνι στα όρη και το επεξεργασμένο γαλάζιο διαμάντι.

Να ζήσεις απλά, σεμνόπρεπα, και τίμια, όπως σε δίδαξα. Να θυμάσαι ότι έρχονται χαλεποί καιροί για τις νέες γενεές. Και είναι άδικο και μεγάλο παράξενο να χαρίζεται τέτοιο το δώρο της ζωής στους ανθρώπους, και οι πλείστοι να ζούνε μέσα στη ζάλη αυτού του αστείου παραλογισμού.

Η τελευταία μου πράξη έχει το νόημα της διαμαρτύρησης για το κακό που ετοιμάζουμε εμείς οι ενήλικοι στις αθώες νέες γενεές που έρχονται. Ζούμε τη ζωή μας τρώγοντας τις σάρκες τους. Ένα κακό αβυσσαλέο στη φρίκη του. Η λύπη μου γι’ αυτό το έγκλημα με σκοτώνει.

Να αγαπάς τη μανούλα ως την τελευταία της ώρα. Υπήρξε ένας υπέροχος άνθρωπος για μένα, για σένα, και για τους άλλους. Όμως γεννήθηκε με μοίρα. Γιατί της ορίστηκε το σπάνιο, να λάβει σύντροφο στη ζωή της όχι απλά έναν άντρα, αλλά τον ποταμό και τον άνεμο. Το γράμμα του αποχαιρετισμού που της έγραψα το παίρνω μαζί μου.

Σας αφήνω εσένα, τη μανούλα και το Διγενή, το σπίτι μου δηλαδή, που του στάθηκα στύλος και στέμμα, Γκέμμα πες, σε υψηλούς βαθμούς ποιότητας και τάξης. Στην μεγαλύτερη δυνατή αρνητική εντροπία. Να σώζετε αυτή τη σωφροσύνη και αυτή την τιμή. Θα δοκιμάσω να πορευτώ τον ακριβό θάνατο του Οιδίποδα...

Έζησα έρημος και ισχυρός.

Λιαντίνης



Ο θάνατος του Δημήτρη Λιαντίνη στον Ταΰγετο το 1998 παραμένει ένα από τα πιο αινιγματικά και φορτισμένα γεγονότα της σύγχρονης πνευματικής μας ιστορίας. Η αποχώρηση από τον κόσμο δεν ήταν για τον στοχαστή πράξη απόγνωσης, αλλά προσεκτικά σχεδιασμένη κατάληξη μιας ολόκληρης ζωής αφιερωμένης στη γνώση. Μέσα από την περίφημη επιστολή προς την κόρη του, Διοτίμα,  αποκαλύπτεται ένας άνθρωπος που επέλεξε να συνδέσει τον βίο του με το τέλος του, να μετατρέψει τον θάνατο σε ένα τελευταίο φιλοσοφικό μάθημα. Αντί να εμφανίζεται ως ένας διανοούμενος που αποσύρεται, ταυτίζεται με τραγικό ήρωα ως σύγχρονος Οιδίπους που, έχοντας φτάσει στην ανακάλυψη της αλήθειας, αδυνατεί πλέον να συνυπάρξει με τον κόσμο.

Η εναρκτήρια φράση «Φεύγω αυτοθέλητα» καθορίζει το ύφος της πράξης. Η αυτονομία της βούλησης αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της απόφασης. Ο Λιαντίνης αρνείται στη μοίρα ή την τύχη να καθορίσουν το πέρας του χρόνου του και αναλαμβάνει τον ρόλο του δημιουργού της δικής του κατακλείδας. Η ζωή του, από την αρχή μέχρι την ολοκλήρωσή της, μοιάζει με μια πορεία που στοχεύει με ακρίβεια προς εκείνη τη στιγμή της κορύφωσης. Η περιγραφή «Αφανίζομαι όρθιος, στιβαρός και περήφανος» αποκαλύπτει την αγωνία του για να κρατήσει την αξιοπρέπειά του ανέπαφη. Παρ' όλο που το σώμα του επρόκειτο να χαθεί στα βουνά, εκείνος επιδίωξε να διατηρήσει μια ισχυρή πνευματική παρουσία μέσω της μετατροπής της απουσίας του σε θριαμβευτική δήλωση.

Η ουσία του οιδιπόδειου δράματος του Λιαντίνη βρίσκεται στην αποκάλυψη μιας φρικτής αλήθειας. Ο σύγχρονος αυτός Οιδίπους ανακαλύπτει πως οι παλαιότεροι τρέφονται από τις σάρκες των νέων. Η ανθρωποφαγία δεν αποτελεί για εκείνον ακόμα μία μεταφορά, αλλά κυριολεκτική καταγγελία της ηθικής κατάπτωσης του «πολιτισμού» μας. Οι παλαιότεροι, αντί να αποτελούν στήριγμα στην ανάπτυξη των νέων, καταναλώνουν τη ζωντάνια, τα όνειρα και τις δυνατότητές τους για να συντηρήσουν το δικό τους παρωχημένο οικοδόμημα. Αυτός ο κανιβαλισμός μετατρέπεται σε κυρίαρχη λειτουργία μιας κοινωνίας που υποκρίνεται τον ανθρωπισμό ενώ ουσιαστικά υπονομεύει το μέλλον της.

Με την πράξη του, ο Λιαντίνης εκστομίζει μια φοβερή κατηγορία. Μας υποδεικνύει ότι η διατήρηση αυτού του ανθρωποφαγικού συστήματος ισοδυναμεί με ηθική αυτοκτονία. Αν η συνέχιση της ύπαρξης των παλαιών απαιτεί τη θυσία των νέων, τότε το σύστημα αυτό έχει χάσει κάθε δικαίωμα στη ζωή. Η αποχώρησή του λοιπόν δεν είναι παραίτηση, αλλά ριζοσπαστική πρόκληση: αφού οι κοινωνίες μας επιλέγουν να τρώνε τα παιδιά τους, η μόνη ειλικρινής στάση είναι η διακοπή της συμμετοχής στο μεγάλο αυτό συμπόσιο φθοράς. Με την πράξη του μας καλεί να αναμετρηθούμε με το τέλος μας, καθώς το δικό μας «σήμερα» έχει χάσει την αξία του εξαιτίας της συνενοχής μας σε αυτή την καταστροφή.

Ο ίδιος ο στοχαστής επιδίωξε μια συγκεκριμένη ανάγνωση της πράξης του. Ήθελε το τέλος του να αναγνωριστεί ως άσκηση φιλοσοφικής συνέπειας. Μέσα από την οιδιπόδεια αναφορά και την επίκληση της ανώτερης γνώσης, επιχείρησε να υποδείξει ένα ερμηνευτικό μονοπάτι στους αποδέκτες του. Κάλεσε το κοινό να δει τον θάνατό του ως πράξη καθαρής συνείδησης και όχι ως κατάρρευση. Στο μυαλό του, η «προσεκτική μελέτη θανάτου» αποτελούσε την απόδειξη ενός ανώτερου ανθρώπινου τύπου, ο οποίος γνωρίζει πότε ο κύκλος του κλείνει.

Η δημόσια πρόσληψη του γεγονότος ακολούθησε δικούς της δρόμους. Η κοινωνία και οι αναγνώστες του έργου του συγκρότησαν έναν μύθο που συχνά ξεφεύγει από τις προθέσεις του δημιουργού. Για πολλούς, ο θάνατος στον Ταΰγετο παραμένει αμφιλεγόμενο σημείο που προκαλεί πόλωση. Υπάρχουν εκείνοι που βλέπουν ηρωική υπέρβαση, έναν σύγχρονο μάρτυρα της πνευματικότητας, αλλά και εκείνοι που διακρίνουν ναρκισσισμό. Ο μύθος του Λιαντίνη διαμορφώνεται στον δημόσιο χώρο, όπου καθένας προβάλλει τις δικές του αγωνίες και ανασφάλειες για το τέλος, τις δικές του αντιλήψεις για το τι σημαίνει αυθεντικός βίος. Η τραγικότητα της κατάστασης έγκειται σε αυτή την απόκλιση: ο Λιαντίνης επιχείρησε να ορίσει το νόημα της αποχώρησής του, αλλά η ιστορία και οι ερμηνευτές του πήραν τη σκυτάλη για να μετατρέψουν την «ιερή» του πράξη σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Ενώ ο ίδιος επιθυμούσε να μείνει στην ιστορία ως ο άνθρωπος που νίκησε τον θάνατο με την αυτοκυριαρχία του, η πρόσληψη της πράξης του τον μετατρέπει συχνά σε τραγικό ήρωα ενός δράματος που εκείνος σκηνοθέτησε, αλλά που πλέον δεν του ανήκει. Πολλοί αποφεύγουν να αντικρίσουν την καταγγελία του για την ανθρωποφαγία και προτιμούν να εγκλωβιστούν στην εικόνα του μοναχικού στοχαστή που δίνει μάθημα αυταπάρνησης. Είναι πιο εύκολο να θαυμάσουμε τον μύθο του Οιδίποδα παρά να αναγνωρίσουμε πως εμείς οι ίδιοι είμαστε εκείνοι που «τρώνε τις σάρκες των νέων». Ο θαυμασμός για τη συνέπειά του λειτουργεί ως ασπίδα που μας προστατεύει από την ανάγκη να παραδεχτούμε τη δική μας ηθική αποτυχία.

Παρ' όλα αυτά, το κείμενο του Λιαντίνη παραμένει μια κλειστή κι ωστόσο ακτινοβόλα αφήγηση. Η επιτυχία του έγκειται στην ικανότητά του να υποβάλλει στον αναγνώστη την ιδέα ότι ο θάνατος συνιστά την τελική υπογραφή ενός ολοκληρωμένου πνευματικού έργου. Ο Λιαντίνης παραδόθηκε στην αιωνιότητα με τη βεβαιότητα ότι η τελευταία του πράξη αποτελούσε την πιο ακριβή υπογραφή στη διαδρομή του. Η δική μας ευθύνη, ως κοινωνία, παραμένει η αντοχή μας να αντικρίζουμε αυτή την υπογραφή και να αναρωτιόμαστε αν η αναζήτηση της αλήθειας είναι πράγματι μια περιπέτεια που μπορεί να δικαιώσει κάθε κόστος.

Ο Λιαντίνης, ως σύγχρονος Οιδίπους, μας αφήνει ένα κενό γεμάτο ερωτήματα. Η αποκάλυψη της ανθρωποφαγίας δεν αποτελεί κριτική μόνο του παρελθόντος, αλλά και επείγον κάλεσμα για μια νέα ηθική. Η πράξη του στον Ταΰγετο δεν είναι πρόσκληση σε ομαδική αυτοκτονία, αλλά κραυγή για την ανάκτηση της αξιοπρέπειας σε έναν κόσμο που έχει καταπιεί την ουσία της ζωής. Αν αρνηθούμε να ακούσουμε αυτή την κραυγή, αν συνεχίσουμε να τρεφόμαστε από τη σάρκα των νέων, τότε το τέλος που ο στοχαστής επέλεξε για τον εαυτό του θα αποτελεί τον καθρέφτη του δικού μας, αναπόφευκτου τέλους. Ο μύθος του Λιαντίνη παραμένει ενεργός, όχι επειδή πέθανε με αυτόν τον τρόπο, αλλά επειδή η αλήθεια που ξεστόμισε παραμένει αθεράπευτα επίκαιρη και περιμένει να τη συνειδητοποιήσουμε πριν ο δικός μας κύκλος κλείσει οριστικά.






July 5, 2026

D. Liantinis: A Modern Oedipus

Essay No. 205


The death of Dimitris Liantinis on Mount Taygetos in 1998 remains one of the most enigmatic and charged events in our contemporary intellectual history. For the thinker, this departure from the world was not an act of despair, but the meticulously designed culmination of an entire life dedicated to knowledge. Through his renowned farewell letter to his daughter, Diotima, emerges a man who chose to bind his existence to his end, transforming death into a final philosophical lesson. Rather than appearing as a retiring intellectual, he identifies with a tragic hero, a modern Oedipus who, having reached the discovery of the truth, can no longer coexist with the world.

The opening phrase, "I depart by my own will," defines the tenor of the act. The autonomy of his volition constitutes the core of his decision. Liantinis refuses to let fate or chance determine the expiration of his time, assuming the role of the creator of his own conclusion. His life, from inception to completion, resembles a trajectory aimed with precision toward that moment of culmination. The description, "I vanish upright, robust, and proud," reveals his anguish to preserve his dignity intact. Although his body was destined to perish in the mountains, he sought to maintain a powerful spiritual presence by converting his absence into a triumphant declaration.

The essence of Liantinis’s Oedipal drama lies in the unveiling of a horrific truth. This modern Oedipus discovers that the old feed upon the flesh of the young. For him, anthropophagy is not merely a metaphor, but a literal indictment of the moral decay of our "civilization." The older generation, instead of serving as a pillar for the development of the youth, consumes their vitality, dreams, and potential to sustain its own obsolete edifice. This cannibalism becomes the dominant function of a society that feigns humanism while fundamentally undermining its own future.

With this act, Liantinis utters a harrowing accusation. He indicates that the preservation of this anthropophagous system is equivalent to moral suicide. If the continued existence of the old necessitates the sacrifice of the young, then this system has forfeited every right to life. Thus, his departure is not a resignation, but a radical challenge: since our societies choose to devour their children, the only honest stance is the cessation of participation in this grand banquet of decay. Through his deed, he summons us to confront our own end, as our "today" has lost its value due to our complicity in this catastrophe.

The thinker himself sought a specific reading of his act. He wished for his end to be recognized as an exercise in philosophical consistency. Through his Oedipal reference and the invocation of higher knowledge, he attempted to point out an interpretive path to his recipients. He invited the public to view his death as an act of pure consciousness rather than collapse. In his mind, the "careful study of death" he completed constituted proof of a superior human type, one who knows precisely when their cycle closes.

The public reception of the event followed its own course. Society and the readers of his work constructed a myth that often diverges from the creator’s intentions. For many, his death on Taygetos remains a controversial point that provokes polarization. There are those who see a heroic transcendence, a modern martyr of spirituality, but also those who discern narcissism. The myth of Liantinis is shaped in the public sphere, where each individual projects their own anxieties and insecurities regarding the end, along with their own perceptions of what constitutes an authentic life. The tragedy of the situation lies in this discrepancy: Liantinis attempted to define the meaning of his departure, but history and his interpreters took up the baton to transform his "sacred" act into an object of negotiation.

While he desired to remain in history as the man who conquered death through self-mastery, the reception of his act often converts him into a tragic hero of a drama he directed, but which no longer belongs to him. Many avoid confronting his denunciation of anthropophagy and prefer to remain trapped in the image of the solitary thinker who imparts a lesson of self-abnegation. It is easier to admire the myth of Oedipus than to acknowledge that we ourselves are the ones who "eat the flesh of the young." Admiration for his consistency acts as a shield, protecting us from the necessity of admitting our own moral failure.

Nevertheless, Liantinis’s text remains a closed, yet radiant narrative. Its success lies in its ability to impose upon the reader the idea that death constitutes the final signature of a completed intellectual work. Liantinis surrendered to eternity with the certainty that his last act was the most precise signature on his path. Our responsibility, as a society, remains the endurance to look upon this signature and ask ourselves if the search for truth is indeed an adventure capable of justifying any cost.

Liantinis, as a modern Oedipus, leaves us with a void filled with questions. The revelation of anthropophagy constitutes not only a critique of the past, but an urgent summons for a new ethics. His act on Taygetos is not an invitation to collective suicide, but a cry for the reclamation of dignity in a world that has swallowed the essence of life. If we refuse to hear this cry, if we continue to feed upon the flesh of the young, then the end the thinker chose for himself will serve as the mirror of our own inevitable end. The myth of Liantinis remains active, not because he died in this manner, but because the truth he uttered remains incurably timely, waiting for us to realize it before our own cycle closes definitively.

30 Ιουνίου 2026

Η επιστροφή του Αρλεκίνου: θέατρο, μνήμη και λαϊκή ανατροπή/The Return of Harlequin: Theater, Memory, and Popular Subversion

 Δοκίμιο αρ. 204



Ο Ντάριο Φο και η Φράνκα Ράμε στα παρασκήνια της Μπιενάλε της Βενετίας του 1985 για την παράστασή τους Hellequin - Harlekin - Arlekin - Arlecchino


Η παράσταση Hellequin - Harlekin - Arlekin - Arlecchino του Ντάριο Φο και της Φράνκα Ράμε, το πρώτο ανέβασμα της οποίας πραγματοποιήθηκε στο Palazzo del Cinema στο Λίντο τον Οκτώβριο του 1985, αποτέλεσε κορυφαία στιγμή για το σύγχρονο θέατρο, καθότι συνέδεσε την ιστορική μνήμη με την ακατάβλητη δύναμη της λαϊκής κωμωδίας. Με αφορμή την επέτειο των τετρακοσίων ετών από τη γέννηση της μάσκας του Αρλεκίνου, το θρυλικό ζευγάρι δεν αρκέστηκε σε κάποια τυποποιημένη επετειακή εκδήλωση, αλλά επιχείρησε τη ριζική επιστροφή στις καταβολές του χαρακτήρα, αναζητώντας την αυθεντική, αναρχική του φύση.

Ο Ντάριο Φο, με μια κίνηση γεμάτη ιστορική συνείδηση, στράφηκε προς τις ιστορικές παρουσιάσεις που υλοποίησε πριν από τέσσερις αιώνες στη γαλλική αυλή ο ιταλός κωμικός Τριστάνο Μαρτινέλι. Εκείνος ο πρώτος Αρλεκίνος δεν υπήρξε το συγκρατημένο δημιούργημα που αργότερα επέβαλαν οι γραφίδες του Μολιέρου και του Γκολντόνι, αλλά μορφή Zanni σε δεύτερο ρόλο: ένας χαρακτήρας αντιφατικός, που ισορροπούσε επιδέξια ανάμεσα στη σοφία και την τρέλα, στο μεγαλείο και τη μιζέρια. Ήταν προβοκάτορας και αντικομφορμιστής, ήρωας λαϊκός που αντλούσε την καταγωγή του από τα μεσαιωνικά fabliaux και το πληθωρικό, αποκαλυπτικό πνεύμα του Ραμπελαί. Στη σκηνή, ο Φο ενσάρκωσε αυτόν τον ρόλο με πνεύμα που θύμιζε το ανεπανάληπτο Mistero Buffo, ενώ η Φράνκα Ράμε, ως Μαρκόλφα και Φραντσεσκάνα, έπαιξε με ειρωνική, ιδιότυπα «εκκεντρική» και αιθέρια διάθεση που απογείωσε την παράσταση.

Στο πρώτο σκετς, Η Κομέντια ντελ' Άρτε, το κοινό παρακολούθησε την απελπισμένη προσπάθεια ενός θιάσου να στήσει παράσταση σε θέατρο όπου ο μηχανισμός της αυλαίας είχε καταστραφεί. Καθώς το πέπλο παρέμενε ανυπότακτα ανοιχτό, εκθέτοντας στο κοινό τα άδυτα των παρασκηνίων, ο Αρλεκίνος παγιδεύτηκε στην αμηχανία αδυνατώντας να αποκρύψει την αναρχική πραγματικότητα της θεατρικής εργασίας. Μέσα σε αυτό το κλίμα πανικού, η Μαρκόλφα της Φράνκα Ράμε ανέλαβε να διηγηθεί την ιστορία της Ιζαμπέλας, μιας συζύγου που, νιώθοντας παραμελημένη από έναν άντρα που αναζητούσε ηδονές αλλού, μυήθηκε στην «τέχνη του έρωτα» από την ίδια την ερωμένη του συζύγου της. Η μεταμόρφωση της Ιζαμπέλας, από απογοητευμένη σύζυγο σε σαγηνευτική γυναίκα που διεκδικούσε την απόλαυση και την προσωπική της ελευθερία, λειτούργησε ως αιχμηρή κριτική στα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής.

Στους Νεκροθάφτες, η παράσταση βυθίστηκε σε ατμόσφαιρα πιο σκοτεινή, όπου το γέλιο συνυπήρξε με τον κυνισμό. Ο Αρλεκίνος και ο Ρατζούλο, σκάβοντας έναν τάφο, φιλοσόφησαν για το τέλος της ζωής με ελαφρότητα που προκαλούσε ρίγη. Η διήγηση για κάποιον μέθυσο που, μη μπορώντας να τιθασεύσει το πάθος του για το κρασί, κατέληξε να πνιγεί μέσα στο ίδιο του το «εργαλείο» ηδονής, οδήγησε σε σουρεαλιστική σκηνική κορύφωση: τα κρανία των προγόνων βγήκαν από το χώμα για να επιπλήξουν τους πρωταγωνιστές και να συνοδεύσουν τη χήρα σε νεκρικό γεύμα, μετατρέποντας τη θνητότητα σε γκροτέσκα γιορτή.

Η Κλειδαρότρυπα εισήγαγε το κοινό σε μια αλληγορία γεμάτη ερωτικά υπονοούμενα, όπου το γλωσσικό και σκηνικό ιδίωμα έφτασε στα όρια της απόλυτης ευκρίνειας. Η Φραντσεσκάνα προστάτευσε με ζήλο την κλειδαρότρυπα που βρισκόταν στο τραπέζι, αντιστεκόμενη στο «κλειδί» που κρατούσε ο Αρλεκίνος, σε μια σκηνή-καθρέφτη των γήινων επιθυμιών. Το παιχνίδι εξουσίας μεταξύ των δύο χαρακτήρων διακόπηκε από την εμφάνιση γοητευτικού άντρα με χρυσό κλειδί, ο οποίος απήγαγε την κλειδαρότρυπα, αφήνοντας τον Αρλεκίνο σε κατάσταση απόλυτης απόγνωσης: μια σκηνική στιγμή που ανέδειξε με γλαφυρότητα τη φύση της απώλειας και του πόθου.

Στο τελευταίο σκετς, Ο γάιδαρος και το λιοντάρι, ο ήρωας βρέθηκε εγκλωβισμένος σε λαβύρινθο από φάρσες και μεταμφιέσεις των συνεργατών του. Η αναμέτρηση με λιοντάρι –που αρχικά εκλήφθηκε ως ακόμα μια μεταμφίεση του Ρατζούλο και του Σκαράκο– φανέρωσε την τρομακτική αλήθεια της άγριας φύσης. Η στιγμή της αποκάλυψης, όπου ο Αρλεκίνος, αντί να παραδοθεί στον τρόμο, επέλεξε τη συντροφικότητα αφαιρώντας μια αγκίδα από το πόδι του θηρίου, σφράγισε την παράσταση με μήνυμα ανθρωπιάς.

Αυτή η παραγωγή, της οποίας η σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια ανήκαν στον ίδιο τον Ντάριο Φο, δεν ήταν ακόμα μία θεατρική στιγμή, αλλά ολοκληρωμένη δραματουργική και ιστορική έρευνα γύρω από την καταγωγή και την εξέλιξη του Αρλεκίνου. Το κειμενικό υλικό της παράστασης, που έχει δημοσιευθεί στο βιβλίο Arlecchino - Dialoghi originali (Guanda), παραμένει πολύτιμη πηγή για όποιον επιθυμεί να μελετήσει την ανατρεπτική δύναμη της μορφής. Η δε βιντεοσκόπηση της παράστασης που πραγματοποιήθηκε το 1998 στο Πανεπιστήμιο "La Sapienza" της Ρώμης διασώζει μία μοναδική ερμηνευτική κατάθεση, όπου ο αυτοσχεδιασμός, η λαϊκή σάτιρα και η βαθιά ιστορική γνώση συνυφαίνονται αδιάσπαστα, επιβεβαιώνοντας ότι ο Αρλεκίνος του Φο και της Ράμε υπήρξε, και παραμένει, ένας αιώνιος επαναστάτης της σκηνής.





June 30, 2026

The Return of Harlequin: Theater, Memory, and Popular Subversion

Essay No. 204



Dario Fo as Harlequin


The performance Hellequin - Harlekin - Arlekin - Arlecchino by Dario Fo and Franca Rame, which premiered at the Palazzo del Cinema at the Lido in October 1985, stands as a seminal moment in contemporary theater, masterfully weaving historical memory with the indomitable power of popular comedy. Marking the quatercentenary of the birth of the Harlequin mask, the legendary duo eschewed a perfunctory commemorative event, choosing instead to embark on a radical reclamation of the character's origins and a quest for his authentic, anarchic essence.

Driven by profound historical consciousness, Dario Fo looked toward the legendary performances delivered four centuries earlier at the French court by the Italian comedian Tristano Martinelli. This original Harlequin was not the restrained, sanitized creation later imposed by the pens of Molière and Goldoni, but rather a "Zanni in second" persona: a contradictory figure who expertly balanced wisdom and madness, grandeur and squalor. He emerged as a provocateur and an iconoclast, a populist hero whose lineage traced back to medieval fabliaux and the exuberant, revelatory spirit of Rabelais. On stage, Fo embodied this role with a fervor reminiscent of his incomparable Mistero Buffo, while Franca Rame as Marcolfa and Franceschina portrayed her roles with an ironic, uniquely "twisted," and ethereal grace that propelled the performance to new heights.

In the opening sketch, La Commedia dell’arte, the audience witnessed the desperate efforts of a troupe attempting to mount a play in a theater where the curtain mechanism had failed. As the veil remained obstinately open, exposing the inner sanctum of the wings, Harlequin was trapped in the resulting awkwardness, unable to conceal the anarchic reality of theatrical labor. Amidst this climate of panic, Franca Rame’s Marcolfa took the stage to narrate the tale of Isabella, a wife who, feeling neglected by a husband seeking pleasure elsewhere, was initiated into the "art of love" by her husband's own mistress. Isabella’s transformation from a despondent spouse into a seductive woman who claimed her own pleasure and personal autonomy served as a trenchant critique of the social stereotypes of her time.

In The Gravediggers (I becchini), the atmosphere deepened into a darker register, where laughter coexisted with cynicism. Harlequin and Razzullo, while digging a grave, philosophized about the end of life with a levity that elicited both shudders and amusement. The story of a drunkard who, unable to master his passion for wine, ended up drowning in his own instrument of pleasure, culminated in a surreal scene: the ancestors' skulls emerged from the earth to rebuke the protagonists and join the widow for a funereal banquet, transforming mortality into a grotesque celebration.

The Keyhole (La serratura) introduced the audience to an allegory teeming with erotic nuance, where the linguistic and scenic idiom pushed the boundaries of absolute clarity. Franceschina guarded the keyhole resting on the table with zealous devotion, resisting the "key" wielded by Harlequin in a scene that served as a mirror to earthly desires. This power struggle was interrupted by the appearance of a charming stranger wielding a golden key, who abducted the keyhole, leaving Harlequin in a state of utter despair: a scenic moment that vividly highlighted the nature of loss and longing.

In the final sketch, The Donkey and the Lion (L’asino e il leone), the protagonist found himself trapped in a labyrinth of pranks and disguises orchestrated by his collaborators. The confrontation with a lion, initially mistaken for yet another masquerade by Razzullo and Scaracco, revealed the terrifying truth of the wild. The moment of revelation, where Harlequin, rather than succumbing to terror, chose camaraderie by removing a thorn from the beast's paw, sealed the performance with a poignant message of humanity.

This production, for which Dario Fo handled the direction, stage design, and costumes, was not merely another theatrical performance, but a comprehensive dramaturgical and historical investigation into the origins and evolution of Harlequin. The text of the performance, published in the volume Arlecchino. Dialoghi originali (Guanda), remains an invaluable source for anyone seeking to study the subversion inherent in this archetype. Furthermore, the recording of the performance, captured in 1998 at the "La Sapienza" University of Rome, preserves a unique interpretative legacy wherein improvisation, popular satire, and profound historical erudition are inextricably intertwined, affirming that the Harlequin of Fo and Rame was, and remains, an eternal rebel of the stage.

Η τελευταία τραγωδία της Κάλλας/The Last Tragedy of Callas

 Δοκίμιο αρ. 203



Η αφήγηση του Βασίλη Βασιλικού στη Ντίβα του για το διαμέρισμα της Μαρίας Κάλλας στη λεωφόρο Georges Mandel του Παρισιού αποκαλύπτει μια διάσταση της προσωπικότητάς της η οποία υπερβαίνει την καλλιτεχνική της υπόσταση και εστιάζει στην προσωπική της κατάρρευση. Η αγωνία της ντίβας για τη διατήρηση του οικήματος αποτελεί τον πυρήνα της τραγωδίας της κατά την τελευταία περίοδο της ζωής της. Η κατοικία αυτή ήταν το ύστατο οχυρό, η νομική και συναισθηματική ασφάλεια του οποίου εξαρτιόταν από αδιαφανείς παράγοντες. Σύμφωνα με τη συνταρακτική αφήγηση του Βασιλικού, που βασίζεται στις μαρτυρίες της Βάσως Δεβετζή, το σπίτι ανήκε σε μια «εταιρία-φάντασμα», μια δομή που είχε στηθεί για την αποφυγή φορολογικών υποχρεώσεων, καθιστώντας την ιδιοκτησιακή κατάσταση της Κάλλας εντελώς ασαφή. Δεν προκύπτει με βεβαιότητα αν η ίδια είχε προχωρήσει στην αγορά του ή αν επρόκειτο για επιλογή του Αριστοτέλη Ωνάση ενταγμένη στο ευρύτερο εταιρικό του σύστημα. Αυτή η ασάφεια μετέτρεψε τον χώρο από καταφύγιο σε πεδίο διοικητικών και φορολογικών συγκρούσεων.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά μετά τον θάνατο του Ωνάση. Η διεύθυνση που είχε δηλώσει η Κάλλας στην Υπηρεσία Αλλοδαπών ήταν εκείνη του Μονακό, η οποία ταυτιζόταν με την έδρα τής εν λόγω εταιρίας. Με τον θάνατο του Ωνάση και την κατάρρευση της εταιρικής δομής που συνδεόταν με αυτήν, η διεύθυνση αυτή έπαψε να υφίσταται, αφήνοντας την Κάλλας νομικά έκθετη. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της Δεβετζή, όπως την καταγράφει ο Βασιλικός, η ντίβα βρέθηκε σε μια κατάσταση ανάλογη με εκείνη του ιδιοκτήτη αυθαίρετου κτίσματος που προσπαθεί απεγνωσμένα να νομιμοποιήσει την κατοχή του. Η νομική της θέση ήταν τόσο επισφαλής, ώστε επιχείρησε να μεταφέρει τη φορολογική της έδρα στο Μαϊάμι, σε μια προσπάθεια να αποκτήσει μια νέα διοικητική και φορολογική βάση. Η διαδικασία αυτή, όμως, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Η μαρτυρία της Βάσως Δεβετζή δείχνει τον βαθμό στον οποίο η Κάλλας εξαρτιόταν από πρόσωπα που γνώριζαν τις νομικές και φορολογικές εκκρεμότητες της περιουσίας της. Στερημένη από την άμεση γνώση της ιδιοκτησιακής της κατάστασης, αναγκαζόταν να στηρίζεται στις πληροφορίες του στενού της περιβάλλοντος. Η έλλειψη αυτής της αυτονομίας επέτεινε το αίσθημα ανασφάλειας. Η εστίαση στην τύχη του διαμερίσματος υπήρξε ο καταλύτης για την επιδείνωση της συνολικής της κατάστασης, καθώς η αδυναμία επίλυσης των γραφειοκρατικών εκκρεμοτήτων συνέβαλε στη σταδιακή απομόνωσή της από τη δημόσια ζωή.

Η σχέση της με τον Ωνάση αποδείχθηκε καθοριστική για τη διαμόρφωση αυτού του ασφυκτικού πλαισίου. Η αφήγηση του Βασιλικού συνδέει το διαμέρισμα με ένα εταιρικό σχήμα που φαίνεται να εντάσσεται στις πρακτικές διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων οι οποίες χαρακτήριζαν το οικονομικό περιβάλλον του Ωνάση. Η Κάλλας, παρασυρμένη από την ένταση της σχέσης και την αίσθηση της απόλυτης εμπιστοσύνης, ενσωματώθηκε σε αυτό το σύστημα χωρίς να διασφαλίσει την προσωπική της νομική κατοχύρωση. Η χρήση ενός ακινήτου δεν συνεπαγόταν κατ' ανάγκην και την κυριότητά του, γεγονός που αναδείχθηκε με δραματικό τρόπο μετά τη λύση του δεσμού τους και κυρίως μετά τον θάνατο του μεγιστάνα.

Η ανάλυση της οικονομικής της διαδρομής υποδεικνύει την ύπαρξη μιας αντίφασης μεταξύ της παγκόσμιας δόξας και της πρακτικής ανεπάρκειας στη διαχείριση των υλικών αγαθών. Ενώ κατά την περίοδο της παραμονής της στο Μιλάνο, μαζί με τον νόμιμο σύζυγό της Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, η περιουσιακή της κατάσταση εμφανιζόταν περισσότερο οργανωμένη, η μετακίνηση στο Παρίσι σηματοδότησε την εγκατάλειψη αυτής της δομής. Η ελκυστικότητα του τρόπου ζωής που πρότεινε ο Ωνάσης λειτούργησε ως παράγοντας απομάκρυνσης από την πρότερη νομική ασφάλεια. Η λάμψη του πλούτου επισκίασε την ανάγκη για προστασία μέσω συμβατικών νομικών διαδικασιών, οδηγώντας την σε μια κατάσταση όπου οι ανέσεις ήταν διαθέσιμες αλλά η κυριότητα παρέμενε αβέβαιη.

Οι κληρονόμοι, ερχόμενοι αντιμέτωποι με το διαμέρισμα στην κατάσταση που περιγράφει ο Βασιλικός, διαπίστωσαν την απουσία οποιασδήποτε ασφαλούς νομικής κατοχύρωσης. Η πώληση του ακινήτου πραγματοποιήθηκε υπό συνθήκες πίεσης, καθώς προηγουμένως έπρεπε να τακτοποιηθούν οι φορολογικές εκκρεμότητες προς το γαλλικό δημόσιο ώστε να καταστεί δυνατή η νόμιμη μεταβίβασή του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι η αγωνία της Κάλλας για το σπίτι, «το άγχος της έξωσης, του sfratto, όπως το λένε στη γλώσσα της όπερας», δεν αποτελούσε απλή ψυχολογική εμμονή, αλλά αντανακλούσε μια πραγματική κατάσταση αβεβαιότητας.

Η επιλογή του περιβάλλοντος του Ωνάση υπήρξε αποτέλεσμα της συνδυαστικής επίδρασης του συναισθηματικού δέους και της σωματικής και ψυχικής κόπωσης από τις απαιτήσεις της καριέρας της. Η επιδίωξη μιας ανακωχής από τις πιέσεις της σκηνικής παρουσίας την ώθησε στην αναζήτηση ενός προστάτη. Ο Ωνάσης προσέφερε την εικόνα της ισχύος, η οποία φάνταζε ικανή να καλύψει κάθε ανάγκη. Η αποδοχή αυτής της προστασίας συνεπαγόταν την παράδοση σημαντικών πτυχών της καθημερινής της διαχείρισης, μια επιλογή που αποδείχθηκε μοιραία. Η σταδιακή απώλεια της φωνητικής της ικανότητας ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την ανάγκη της για σταθερότητα, καθιστώντας το διαμέρισμα της λεωφόρου Georges Mandel το τελευταίο σημείο αναφοράς της.

Η αντικειμενική αποτίμηση των γεγονότων καταδεικνύει την ύπαρξη ενός συστήματος στο οποίο η Κάλλας λειτούργησε περισσότερο ως χρήστης παρά ως κάτοχος. Η γραφειοκρατία, τόσο στη Γαλλία όσο και διεθνώς, αντιμετώπισε την περίπτωσή της αποκλειστικά με βάση τα νομικά δεδομένα της κυριότητας. Η έλλειψη διαφανούς ιδιοκτησιακού καθεστώτος οδήγησε σε μια σειρά αδιεξόδων που η ίδια ήταν αδύνατον να διαχειριστεί. Η αγωνία της για το σπίτι είχε ως βάση μια πραγματική νομική ανασφάλεια και όχι μια αόριστη συναισθηματική πίεση.

Το οικονομικό υπόβαθρο της σχέσης με τον Ωνάση υπήρξε το κρίσιμο στάδιο της διαδρομής της. Η ένταξη της καθημερινότητάς της σε εταιρικές δομές περιόρισε ουσιαστικά τη δυνατότητα προσωπικής ανεξαρτησίας. Η περίπτωση αυτή συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα της ευαλωτότητας που μπορεί να προκύψει όταν η προσωπική ζωή διαπλέκεται με σύνθετες επιχειρηματικές και φορολογικές πρακτικές. Η αδιαφορία για τη νομική κατοχύρωση των περιουσιακών της υποθέσεων κατά την περίοδο της ακμής δημιούργησε ένα κενό που αργότερα αποδείχθηκε αδύνατο να καλυφθεί. Η εστίαση στο σπίτι ως τελευταίο σημείο ελέγχου της ζωής της αποτελεί την πιο εύγλωττη ένδειξη της σταδιακής απώλειας της αυτονομίας της.

Η μετέπειτα διαχείριση της κληρονομιάς από τον Μενεγκίνι και την οικογένειά της υπήρξε μια διαδικασία διευθέτησης εκκρεμοτήτων με πρωταρχικό στόχο τη νομική και οικονομική εκκαθάριση της περιουσίας. Η ανάγκη για ρευστότητα και η αποφυγή περαιτέρω εμπλοκών καθόρισαν τις επιλογές των κληρονόμων. Η εικόνα της Κάλλας στα τελευταία χρόνια της ζωής της, εγκλωβισμένης στην αγωνία για τη διατήρηση της κατοικίας της, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα της θριαμβεύτριας των μεγαλύτερων λυρικών σκηνών του κόσμου.

Η αφήγηση του Βασιλικού περί της αγωνίας για το διαμέρισμα, πέρα από το λογοτεχνικό της βάρος, αποδίδει το ουσιώδες πρόβλημα της ζωής της θρυλικής υψιφώνου: τη μετάβαση από μια κατάσταση αυτονομίας σε μια κατάσταση εξάρτησης. Η απώλεια της δυνατότητας ελέγχου του ιδιωτικού της χώρου σήμανε την ουσιαστική της αποσύνθεση. Η ενασχόληση με τις λεπτομέρειες των φορολογικών και διοικητικών εκκρεμοτήτων κατέλαβε σταδιακά τον χώρο που προηγουμένως καταλάμβανε η τέχνη της. Η διαπίστωση ότι η αγωνία για το σπίτι υποκατέστησε το δημιουργικό της ενδιαφέρον αποτελεί ίσως το δραματικότερο συμπέρασμα που αναδύεται από την αφήγηση του Βασιλικού. Η σύγκρουση ανάμεσα στον μύθο της μεγάλης ντίβας και στην ψυχρή πραγματικότητα των νομικών εγγράφων κατέληξε σε μια αναπόφευκτη συντριβή.

Η περίπτωση της Μαρίας Κάλλας αναδεικνύει τη σημασία της νομικής ανεξαρτησίας για κάθε πρόσωπο που διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, ανεξαρτήτως της καλλιτεχνικής του προσφοράς. Η παράδοση της διαχείρισης σε πρόσωπα ή μηχανισμούς που υπηρετούσαν διαφορετικές προτεραιότητες αποδείχθηκε καταστροφική. Η ιστορία της δείχνει πώς ο πλούτος, όταν δεν συνοδεύεται από γνώση και έλεγχο των νομικών του θεμελίων, μπορεί να μετατραπεί σε πηγή βαθιάς ανασφάλειας. Η εστίαση στο σπίτι της λεωφόρου Georges Mandel δεν αποτελεί βιογραφική λεπτομέρεια. Είναι το συμβολικό επίκεντρο της τελευταίας τραγωδίας της, όπου η γραφειοκρατία δεν αναγνώρισε τη μεγάλη ντίβα της όπερας αλλά μόνο τη νομική κατάσταση μιας κατοικίας χωρίς σαφή κατοχύρωση.






June 30, 2026

The Last Tragedy of Callas

Essay No. 203



Vassilis Vassilikos's account in Diva of Maria Callas's apartment on Avenue Georges Mandel in Paris reveals a dimension of her personality that transcends her artistic identity and focuses instead on her existential collapse. The diva's anxiety over preserving her home constitutes the very core of her tragedy during the final years of her life. The apartment represented her last bastion, a place whose legal and emotional security depended upon opaque and elusive circumstances. According to Vassilikos's compelling narrative, based on the testimony of Vasso Devetzi, the apartment belonged to a "ghost company", a corporate entity established for the purpose of avoiding taxation, thereby rendering Callas's legal title to the property profoundly ambiguous. It remains uncertain whether she herself had purchased the apartment or whether it had been acquired by Aristotle Onassis as part of his wider corporate network. This uncertainty transformed the apartment from a sanctuary into the arena of administrative and fiscal disputes.

The situation deteriorated dramatically following Onassis's death. The address Callas had declared to the French immigration authorities was that of Monaco, which coincided with the registered address of the company in question. With Onassis's death and the collapse of the corporate structure associated with it, that address effectively ceased to exist, leaving Callas in an acutely precarious legal position. According to Devetzi's testimony, as recorded by Vassilikos, the diva found herself in circumstances comparable to those of the owner of an unauthorised building desperately attempting to legalise its status retrospectively. Her legal position had become so insecure that she sought to transfer her tax residence to Miami in an effort to establish a new administrative and fiscal domicile. The process, however, was never completed.

Devetzi's testimony reveals the extent to which Callas had become dependent upon those who possessed knowledge of the legal and fiscal complexities surrounding her estate. Deprived of direct knowledge of her own proprietary status, she was compelled to rely almost entirely upon information provided by those within her immediate circle. This loss of autonomy intensified her profound sense of insecurity. Her preoccupation with the fate of the apartment became the catalyst for the deterioration of her overall condition, as her inability to resolve mounting bureaucratic complications contributed to her gradual withdrawal from public life.

Her relationship with Onassis proved decisive in shaping this suffocating framework. Vassilikos's narrative connects the apartment to a corporate structure that appears to have formed part of the asset-management practices characteristic of Onassis's financial empire. Carried away by the intensity of their relationship and sustained by complete trust in her companion, Callas entered this system without securing her own legal protection. The use of a residence did not necessarily imply ownership, a fact that became painfully evident following the dissolution of their relationship and, above all, after the death of the shipping magnate.

An examination of Callas's financial trajectory reveals a striking contradiction between worldwide fame and a practical inability to safeguard her material interests. During her years in Milan, together with her lawful husband Giovanni Battista Meneghini, her financial affairs appear to have been considerably more orderly. Her move to Paris, however, marked the abandonment of that framework. The seductive lifestyle offered by Onassis gradually displaced the legal security she had previously enjoyed. The glamour of immense wealth eclipsed the necessity of conventional legal safeguards, leaving her in a situation in which comfort and luxury were readily available while ownership itself remained uncertain.

When Callas's heirs confronted the apartment in the condition described by Vassilikos, they discovered that it lacked any secure legal protection. The property was eventually sold under considerable pressure, since outstanding tax liabilities owed to the French authorities first had to be settled before a lawful transfer of ownership could take place. This confirms that Callas's anxiety over the apartment, "the fear of eviction, the sfratto, as they call it in the language of opera", was not merely a psychological fixation but the reflection of a genuine legal uncertainty.

Her attachment to Onassis's world resulted from the combined effects of emotional fascination and profound physical and psychological exhaustion brought about by the demands of her career. Seeking respite from the relentless pressures of public performance, she came to view Onassis as a protector. He embodied a form of power that appeared capable of shielding her from every practical concern. Accepting that protection, however, meant relinquishing control over significant aspects of her daily affairs, a decision that ultimately proved disastrous. As her vocal powers steadily declined, her need for stability became even more acute, making the apartment on Avenue Georges Mandel the final point of reference in her life.

An objective assessment of the available evidence suggests that Callas functioned within a system in which she was more the user of property than its legal owner. Bureaucratic institutions, in France as elsewhere, approached her case exclusively through the legal criteria of ownership. The absence of a transparent proprietary framework generated a succession of legal impasses that she herself was incapable of resolving. Her anxiety over the apartment was therefore grounded in genuine legal insecurity rather than in vague emotional distress.

The financial framework surrounding her relationship with Onassis constituted the decisive turning point in her life. The incorporation of her everyday existence into complex corporate arrangements substantially limited her capacity for personal independence. Her case illustrates the vulnerability that may arise when private life becomes entangled with sophisticated financial and tax structures. Her failure to secure her legal interests during the height of her career created a void that later proved impossible to remedy. Her fixation upon the apartment as the final element over which she sought to retain control stands as the clearest indication of her progressive loss of autonomy.

The subsequent administration of her estate by Meneghini and her family became primarily an exercise in legal and financial liquidation. The need to generate liquidity and avoid further complications dictated the decisions ultimately taken by her heirs. The image of Maria Callas during the final years of her life, consumed by anxiety over preserving her home, stands in stark contrast to that of the triumphant prima donna who had conquered the world's greatest opera houses.

Beyond its literary power, Vassilikos's account of Callas's anxiety over her apartment captures the essential tragedy of the legendary soprano's final years: the transition from autonomy to dependence. The loss of control over her private space marked the beginning of her profound personal disintegration. Gradually, questions of taxation, administrative formalities, and legal uncertainty occupied the place once reserved for her art. The fact that concern for her home ultimately displaced her creative vocation constitutes perhaps the most tragic conclusion to emerge from Vassilikos's narrative. The collision between the myth of the great diva and the cold reality of legal documentation culminated in an inevitable collapse.

The case of Maria Callas underscores the indispensable importance of legal independence for anyone possessing substantial assets, regardless of artistic achievement. Entrusting the management of one's affairs to individuals or mechanisms serving priorities other than one's own proved catastrophic. Her story demonstrates how wealth, when unaccompanied by knowledge and control of its legal foundations, can itself become a source of profound insecurity. The apartment on Avenue Georges Mandel is therefore far more than a biographical detail. It stands as the symbolic epicentre of Callas's final tragedy, where bureaucracy recognised neither the world's greatest operatic diva nor her artistic immortality, but only the uncertain legal status of a residence whose ownership remained fundamentally unresolved.