Δοκίμιο αρ. 242
Το θέατρο είναι μια άμεση πράξη: μια γλώσσα επαρκής, εντελώς πλήρης, ούτως ώστε να μην παραχωρεί καμία θέση στην αλληγορική ερμηνεία.
Ρολάν Μπαρτ
Το 1954, ο Ρολάν Μπαρτ δημοσιεύει στο γαλλικό περιοδικό France-Observateur το δοκίμιο Ο Γκοντό ενήλικος (Godot adulte), ένα κείμενο που προσεγγίζει το Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμιουελ Μπέκετ από την πλευρά της θεατρικής του λειτουργίας και της σχέσης του με το κοινό. Ο χαρακτηρισμός ενήλικος αφορά την ίδια την παράσταση και την καλλιτεχνική της ωρίμανση: το έργο έχει πλέον αποκτήσει τη σκηνική αυτονομία του, καθώς η δραματουργική του αποτελεσματικότητα δεν εξαρτάται από την αποκάλυψη ενός κρυμμένου νοήματος ούτε από την αναγωγή των προσώπων και των καταστάσεων σε σύμβολα που περιμένουν την ερμηνεία τους. Η αποδοχή του από το μεγάλο κοινό δεν χρειάζεται να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα μιας βαθύτερης κατανόησης της φιλοσοφικής του σύλληψης. Η παράσταση διαθέτει ήδη τα μέσα για να προκαλέσει το γέλιο, να διατηρήσει την προσοχή και να καταστήσει τη διάρκειά της θεατρικά γόνιμη.
Η θέση αυτή συνδέεται με μια γενικότερη κατεύθυνση της σκέψης του Μπαρτ, ο οποίος αναζητά την ιδιαιτερότητα του θεάτρου στους σκηνικούς του όρους, αντί να το αντιμετωπίζει ως λογοτεχνικό κείμενο που απλώς μεταφέρεται στη σκηνή. Η θεατρικότητα δεν εξαντλείται στους διαλόγους ούτε στην ανάλυση των ιδεών που αυτοί εκφέρουν. Περιλαμβάνει τα σώματα, τις χειρονομίες, τις φωνές, τον ρυθμό, τις παύσεις, τα αντικείμενα και τις μεταξύ τους σχέσεις, δηλαδή ένα σύνολο αισθητών στοιχείων που συγκροτούν την παράσταση ως ιδιαίτερη μορφή τέχνης. Το κείμενο δεν εξαφανίζεται. Παύει όμως να κατέχει το αποκλειστικό προνόμιο της σημασίας. Η σκηνή δεν αποτελεί απλώς τον χώρο όπου πραγματώνεται μια ήδη ολοκληρωμένη λογοτεχνική σύλληψη αλλά το πεδίο όπου η θεατρική λειτουργία του έργου υλοποιείται με τα δικά της μέσα.
Στο Ο Γκοντό ενήλικος, ο Μπαρτ διατυπώνει αυτή την αντίληψη με ιδιαίτερη οξύτητα. Περιγράφει τη γλώσσα του Μπέκετ ως "μια γλώσσα κυριολεξίας, χωρίς υποδηλώσεις και χωρίς συνειρμούς" και υποστηρίζει ότι "όλα όσα πρέπει να ειπωθούν λέγονται, τελεία και παύλα". Αντιπαραθέτει μάλιστα τον Μπέκετ στον Μέτερλινκ, του οποίου το θέατρο παραπέμπει σε μια περιοχή νοημάτων που υπερβαίνει όσα δηλώνονται άμεσα. Στον Μπέκετ, αναγνωρίζει μία και μόνη γλώσσα, συμπαγή και απτή, την οποία παρομοιάζει με τη γλώσσα του κινηματογράφου. Το ευρύ κοινό, κατά την εκτίμησή του, μπορεί να παρακολουθήσει την επιφανειακή κινητικότητα αυτής της γλώσσας και να αντλήσει από αυτήν μια άμεση και επαρκή πληρότητα.
Η παρατήρηση έχει σημαντική ερμηνευτική αξία, εφόσον στρέφει την προσοχή από την αναζήτηση ενός κρυφού κώδικα προς τη συγκεκριμένη λειτουργία της παράστασης. Ο Βλαντιμίρ και ο Εστραγκόν δεν χρειάζεται να αναγνωριστούν ως προσωποποιήσεις κάποιας φιλοσοφικής αρχής για να λειτουργήσουν θεατρικά. Η αναμονή τους, οι ατελέσφορες συνομιλίες, οι αμφιβολίες, οι επαναλήψεις και οι μικρές σωματικές δοκιμασίες συγκροτούν μια σκηνική εμπειρία της οποίας η δύναμη προηγείται κάθε συνολικής ερμηνείας. Το γέλιο δεν αποτελεί απλώς ένα ευχάριστο διάλειμμα από τη φιλοσοφική βαρύτητα του έργου. Είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους η παράσταση οργανώνει τον χρόνο, αποκαλύπτει την αμηχανία των προσώπων και καθιστά αισθητή την αδυναμία τους να υπερβούν την κατάστασή τους.
Η κυριολεξία όμως χρειάζεται να διακριθεί από την απουσία συνδηλώσεων. Το γεγονός ότι μια φράση εκφέρεται χωρίς να συνοδεύεται από σαφή αλληγορική οδηγία δεν συνεπάγεται ότι στερείται ιστορικών, πολιτικών ή θεολογικών απηχήσεων. Η σκηνική πράξη μπορεί να παράγει σημασίες χωρίς να τις οργανώνει σε ένα σύστημα αντιστοιχιών. Μια χειρονομία, μια επανάληψη ή μια σχέση εξάρτησης δεν χρειάζεται να παραπέμπει σε ένα μοναδικό εξωσκηνικό αντικείμενο για να ενεργοποιήσει τη μνήμη και τη σκέψη του θεατή. Η διάκριση ανάμεσα στην κυριολεξία και στην αλληγορία δεν καλύπτει ολόκληρο το φάσμα των θεατρικών σημασιών.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πότζο και του Λάκυ. Η εξουσία του πρώτου πάνω στον δεύτερο δεν αποκτά θεατρική υπόσταση επειδή ο Πότζο μπορεί να αντιστοιχιστεί με τον καπιταλισμό ή ο Λάκυ με το προλεταριάτο. Μια τέτοια αποκωδικοποίηση θα περιόριζε την πολυπλοκότητα της σκηνής μετατρέποντας τα πρόσωπα σε παραδείγματα μιας θεωρίας. Η εξουσιαστική σχέση όμως είναι ήδη ορατή στη μεταχείριση του σώματος, στην επιβολή των εντολών, στην εξάρτηση της κίνησης και του λόγου, στην εναλλαγή ανάμεσα στην ταπείνωση και στην επιδεικτική κυριαρχία. Η πολιτική διάσταση δεν αναδύεται από τη σκηνική οργάνωση. Το γεγονός ότι δεν εξαντλείται σε μία συγκεκριμένη πολιτική αναλογία δεν την καθιστά ανύπαρκτη.
Αυτή η διαφορά είναι ουσιώδης για την αποτίμηση της θέσης του Μπαρτ. Η αντίστασή του στην υποταγή του θεάτρου σε λογοτεχνικές ερμηνείες και εξωτερικούς κώδικες δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την άρνηση κάθε εξωθεατρικής σημασίας. Η αυτονομία των σκηνικών όρων μπορεί να σημαίνει ότι οι κοινωνικές και ιστορικές εμπειρίες δεν εισέρχονται στην παράσταση ως έτοιμα μηνύματα, αλλά μετασχηματίζονται από τις σχέσεις που αυτή δημιουργεί. Η θεατρική μορφή δεν είναι ένα ουδέτερο περίβλημα του νοήματος· συμμετέχει στην παραγωγή του. Η δυσκολία αρχίζει όταν η προτεραιότητα της σκηνικής λειτουργίας μετατρέπεται σε απόλυτο αποκλεισμό κάθε σημασίας που υπερβαίνει την άμεση αισθητή εμπειρία.
Το ίδιο το δοκίμιο του Μπαρτ προσφέρει ένα ενδιαφέρον σημείο για αυτή τη διερεύνηση. Αναφερόμενος στον λόγο του Πότζο, όταν εκείνος μιλά για τη γέννηση και τον θάνατο, ο Μπαρτ αναγνωρίζει έναν τόνο που θυμίζει το σαιξπηρικό μονόλογο και αποδίδει στην ομιλία έναν τολμηρό φιλοσοφικό προσανατολισμό, ο οποίος εμπλέκει τον θεατή χωρίς να τον εξαπατά ως προς τη γνώση. Η παρατήρηση αυτή δεν αναιρεί αυτομάτως την άποψή του για την κυριολεξία της μπεκετικής γλώσσας. Δείχνει όμως ότι η άμεση σκηνική παρουσία μπορεί να συνυπάρχει με μια στοχαστική διάσταση, χωρίς η δεύτερη να μετατρέπεται σε κρυμμένο μήνυμα που ακυρώνει την πρώτη. Η φιλοσοφική δύναμη του λόγου του Πότζο δεν βρίσκεται κάπου πίσω από τη σκηνή, αλλά εκδηλώνεται μέσα από τη φωνή, τη διάρκεια και τη συγκεκριμένη περίσταση της εκφοράς του.
Το βασικό ζήτημα αφορά λοιπόν τα όρια της θεατρικής αυτονομίας. Αν το θέατρο διαθέτει δικούς του όρους παραγωγής σημασίας, πρέπει άραγε να αποκοπεί από τα συστήματα σκέψης και τις παραδόσεις που έχουν διαμορφώσει την πολιτισμική εμπειρία; Ή μήπως η αυτονομία του συνίσταται ακριβώς στη δυνατότητα να ανασυνθέτει αυτά τα συστήματα με τρόπους που δεν υπακούουν στις αρχικές τους μορφές; Η δεύτερη εκδοχή επιτρέπει να κατανοήσουμε την παράσταση ως πεδίο όπου οι σημασίες δεν μεταφέρονται αυτούσιες αλλά δοκιμάζονται, μεταβάλλονται και ενδέχεται να αποδυναμώνονται ή να αποκτούν νέα ένταση.
Η θεολογική διάσταση του Περιμένοντας τον Γκοντό βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της διαφοράς. Η παρουσία του ονόματος Γκοντό, η αναμονή ενός απόντος προσώπου, οι αναφορές στους δύο ληστές της Σταύρωσης και οι αβέβαιες προσδοκίες των πρωταγωνιστών έχουν επιτρέψει να διαβαστεί το έργο μέσα από τη χριστιανική παράδοση. Ωστόσο, καμία από αυτές τις αναφορές δεν αρκεί για να θεμελιώσει την ταύτιση του Γκοντό με τον Θεό ούτε για να μετατρέψει το έργο σε δραματοποιημένη θεολογική πραγματεία. Η απουσία μιας τέτοιας βεβαιότητας αποτελεί μέρος της δραματουργικής του λειτουργίας. Η αναμονή δεν καταλήγει σε αποκάλυψη, η υπόσχεση δεν επιβεβαιώνεται και η προσδοκία δεν προσφέρει στους ήρωες ένα σταθερό σημείο από το οποίο θα μπορούσαν να ερμηνεύσουν την ύπαρξή τους.
Από αυτό όμως δεν προκύπτει ότι η θεολογική παράδοση έχει εξαφανιστεί. Μπορεί να επιβιώνει ως ίχνος, ως πολιτισμική μνήμη ή ως μορφή προσδοκίας της οποίας η παλαιά εγγύηση έχει καταστεί αβέβαιη. Η σκηνή δεν χρειάζεται να διατυπώσει μια θεολογική θέση για να καταστήσει αισθητή την κρίση μιας τάξης που υποσχόταν ότι η αναμονή θα οδηγήσει στη λύτρωση, ότι ο χρόνος θα αποκτήσει τελικό προορισμό και ότι η ανθρώπινη οδύνη θα ενταχθεί σε ένα νοηματικό σύνολο. Στον Μπέκετ, η προσδοκία εξακολουθεί να οργανώνει τη συμπεριφορά των προσώπων ακόμη και όταν η εκπλήρωσή της παραμένει απροσπέλαστη. Η θεολογική αναφορά, αν υφίσταται, δεν λειτουργεί ως απάντηση στο έργο, αλλά ως ένα από τα ιστορικά στρώματα μέσα από τα οποία γίνεται αντιληπτή η αδυναμία της απάντησης.
Κατά συνέπεια, η διαφορά ανάμεσα στη θεατρική και τη θεολογική τάξη δεν χρειάζεται να νοηθεί ως απόλυτη ασυμβατότητα. Η θεολογική τάξη τείνει να οργανώνει τα συμβάντα μέσα σε έναν ορίζοντα τελικού νοήματος ακόμη και όταν η ανθρώπινη γνώση αδυνατεί να το συλλάβει. Η θεατρική πράξη μπορεί να διατηρεί ανοιχτή την αβεβαιότητα, να παρατείνει την αναμονή και να εκθέτει τα σώματα σε έναν χρόνο που δεν οδηγεί σε οριστική λύση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το θέατρο είναι εξ ορισμού άθεο ή ότι η σκηνική μορφή αποκλείει τη θεολογική σκέψη. Σημαίνει ότι η θεατρική εμπειρία δεν υποχρεούται να αποκαταστήσει την ενότητα που μια θεολογική ερμηνεία ενδέχεται να αναζητά.
Η ένταση ανάμεσα στις δύο τάξεις γίνεται πιο γόνιμη όταν δεν αντιμετωπίζεται ως σύγκρουση ανάμεσα σε ένα κυριολεκτικό θέατρο και σε ένα εξωγενές σύστημα συμβολισμών. Η παράσταση μπορεί να φέρει στη σκηνή τα κατάλοιπα μιας μεταφυσικής προσδοκίας, ενώ συγχρόνως αρνείται να τα μετατρέψει σε εγγύηση. Ο Γκοντό παραμένει αναμενόμενος χωρίς να γίνεται παρών. Η αναμονή διατηρεί τη δύναμή της χωρίς να εξασφαλίζει την εκπλήρωση. Η θεολογική μνήμη δεν προσφέρει το κλειδί του έργου, αλλά ούτε και εξαφανίζεται επειδή η δραματουργία δεν επιβεβαιώνει την προσδοκία που αυτή συντηρεί.
Η συμβολή του Μπαρτ βρίσκεται στην επιμονή του ότι το θέατρο πρέπει να αναγνωρίζεται ως σκηνική τέχνη, με υλικά, ρυθμούς και τρόπους σημασιοδότησης που δεν υποτάσσονται στη λογοτεχνική ανάλυση. Η θέση αυτή επιτρέπει να προσεγγίσουμε τον Μπέκετ χωρίς να μετατρέψουμε κάθε στοιχείο του έργου σε αλληγορικό σύμβολο. Η δυσκολία ανακύπτει μόνο αν η έμφαση στην αισθητή επιφάνεια οδηγεί στην παραδοχή ότι αυτή εξαντλεί όλες τις δυνατότητες σημασίας. Η επιφάνεια της παράστασης δεν είναι ένα αδιαφανές περίβλημα που κρύβει έναν έτοιμο βυθό, αλλά ούτε και ένα επίπεδο απαλλαγμένο από κάθε ιστορική μνήμη. Είναι ο τόπος όπου οι σημασίες αποκτούν σώμα, έρχονται σε σύγκρουση και χάνουν τη βεβαιότητα που θα μπορούσε να τους προσφέρει μια εξωτερική ερμηνευτική τάξη.
Στο Περιμένοντας τον Γκοντό, η θεατρική αυτονομία δεν χρειάζεται να επιτευχθεί με την εξάλειψη κάθε αναφοράς προς το θρησκευτικό, το πολιτικό ή το φιλοσοφικό πεδίο. Μπορεί να συνίσταται στην ελευθερία της παράστασης να τα μετασχηματίζει, χωρίς να αναλαμβάνει την υποχρέωση να τα επιβεβαιώσει ή να τα απορρίψει οριστικά. Η σκηνή διατηρεί τη δική της τάξη, αλλά αυτή η τάξη δεν είναι ερμητικά κλειστή. Το έργο φτάνει στην ωριμότητά του όχι επειδή αποδεσμεύεται από κάθε πιθανή σημασία, αλλά επειδή δεν εξαρτά τη θεατρική του ισχύ από την οριστική κατοχύρωση καμίας από αυτές.




