Δοκίμιο αρ. 244
![]() |
Η τραγωδία φαίνεται πως είναι, όσον αφορά την ουσία της, μια ατόφια αθηναϊκή δημιουργία, στην οποία ο θεός πρέπει να παραχώρησε, λόγω της απλής γειτνίασης, το θέατρό του και την προστασία του.
Roland Barthes (1965)
Η τραγωδία ανήκει στον Διόνυσο. Η πρόταση μοιάζει αυτονόητη, όσο σκεφτόμαστε το αρχαίο ελληνικό θέατρο ως θεσμό, τις εορτές μέσα στις οποίες τελούνταν οι παραστάσεις και τη θρησκευτική κοινότητα που συγκεντρωνόταν για να τις παρακολουθήσει. Γίνεται όμως λιγότερο αυτονόητη όταν στρέφουμε το βλέμμα μας στα ίδια τα έργα. Ο Διόνυσος απουσιάζει(;) από τις περισσότερες σωζόμενες τραγωδίες. Οι ήρωες ανήκουν σε άλλους μυθολογικούς κύκλους, οι συγκρούσεις τους αφορούν την εξουσία, τη συγγένεια, την εκδίκηση, τον νόμο και τη δικαιοσύνη, ενώ ο θεός που προστατεύει το θέατρο σπάνια εμφανίζεται ως πρόσωπο της δράσης. Πώς πρέπει λοιπόν να νοηθεί αυτή η παράδοξη σχέση; Είναι η τραγωδία ένα είδος που γεννήθηκε υπό την προστασία του Διονύσου και κατόπιν απομακρύνθηκε από αυτόν; Ή μήπως η απουσία του από τη σκηνή αποτελεί ανεπαρκές κριτήριο για να κρίνουμε τη σχέση του με το διονυσιακό;
Ο Roland Barthes διατυπώνει με οξύτητα αυτή την αντίφαση: «Παραδόξως, αυτό το είδος (η τραγωδία), το πλέον εκλεκτό από τα είδη που τελούσαν υπό την προστασία του Διονύσου, δεν πρέπει να όφειλε τίποτα, τουλάχιστον άμεσα, σε αυτόν τον θεό...» (Histoire des spectacles, 1965). Η διατύπωση έχει τη σημασία της ακριβώς επειδή δεν αρνείται τη διονυσιακή θεσμική συνθήκη της τραγωδίας. Αμφισβητεί ότι η συνθήκη αυτή προσδιορίζει αναγκαστικά την ουσία της. Η τραγωδία μπορεί να γεννήθηκε μέσα σε μια θρησκευτική εορτή, χωρίς το νόημά της να εξαντλείται στη θρησκεία· μπορεί να ανήκει σε έναν θεό ως θεσμός, χωρίς να ανήκει σε αυτόν ως ποιητική μορφή. Η θέση αυτή προϋποθέτει μια συγκεκριμένη αντίληψη της αυτονομίας. Ένα έργο δεν είναι υποχρεωμένο να φέρει μέσα του, ως προφανές περιεχόμενο, την ιστορική συνθήκη της γένεσής του. Η καταγωγή δεν αποτελεί αιώνια ουσία, ούτε η αρχική λειτουργία δεσμεύει αναγκαστικά όλες τις μεταγενέστερες δυνατότητες μιας μορφής. Αν η τραγωδία απέκτησε δικούς της τρόπους σύνθεσης, δική της σχέση με τον μύθο και δική της δραματική λογική, τότε δεν είναι ανάγκη να αναζητούμε πίσω από κάθε σύγκρουση μια διονυσιακή τελετή. Μια τέτοια αναζήτηση θα κινδύνευε να μετατρέψει την τραγωδία σε κώδικα που πρέπει να αποκρυπτογραφηθεί, σαν η πραγματική σημασία της να βρίσκεται πάντοτε έξω από το έργο, σε ένα προγενέστερο θρησκευτικό σύστημα.
Ωστόσο, η αυτονομία δεν είναι το ίδιο πράγμα με την αποκοπή. Το ότι ένα είδος δεν ανάγεται πλέον στις συνθήκες της γένεσής του σημαίνει ότι μπορεί να μετασχηματίσει όσα το κατέστησαν δυνατό, να τα απομακρύνει από την αρχική τους χρήση και να τους δώσει νέα σημασία. Επομένως, το ερώτημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο το διονυσιακό θα μπορούσε να επιβιώνει μέσα σε μια τέχνη που έχει αποκτήσει τη δική της μορφή. Για να απαντήσουμε, χρειάζεται να εξετάσουμε όχι μόνο την παρουσία του θεού στους μύθους, αλλά και τις σχέσεις ανάμεσα στην τελετουργία, στην κοινωνική οργάνωση και στη δραματική αναπαράσταση.
Ο Αριστοτέλης, όταν στην Ποιητική του αναζητεί την καταγωγή της τραγωδίας, αναφέρεται στους εξάρχοντες τον διθύραμβο και περιγράφει τη σταδιακή διαμόρφωση του είδους. Δεν επιχειρεί όμως να ανασυνθέσει συνολικά τη διονυσιακή λατρεία ούτε να αποδείξει ότι το ώριμο δράμα διατηρεί αναγκαστικά το νόημα των πρώιμων τελετουργικών μορφών. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται στην ποιητική εξέλιξη: στην εμφάνιση και την ανάπτυξη μιας τέχνης που αποκτά αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά και εσωτερικές αρχές. Η σιωπή του για τις ευρύτερες θρησκευτικές διαστάσεις αυτής της εξέλιξης δείχνει ότι η ερώτηση που θέτει είναι διαφορετική.
Η διάκριση αυτή έχει φιλοσοφική σημασία. Η γένεση ενός πράγματος δεν ταυτίζεται με τον ορισμό του. Αν γνωρίζαμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίστηκε η τραγωδία, δεν θα γνωρίζαμε αυτομάτως τι είναι η τραγωδία. Ανάστροφα, αν μπορούσαμε να περιγράψουμε με ακρίβεια τη μορφή της, δεν θα είχαμε εξηγήσει πλήρως γιατί αυτή η μορφή εμφανίστηκε μέσα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Η ιστορική καταγωγή και η ποιητική αυτονομία αποτελούν διαφορετικές, συμπληρωματικές διαστάσεις. Η δυσκολία αρχίζει όταν η μία χρησιμοποιείται για να ακυρώσει την άλλη: είτε όταν η τραγωδία ανάγεται ολοκληρωτικά σε μια θρησκευτική αφετηρία είτε όταν η αυτονομία της γίνεται λόγος για να θεωρηθεί η αφετηρία αυτή πλέον αδιάφορη.
Ο Nietzsche μεταφέρει το πρόβλημα σε διαφορετικό επίπεδο. Στη Γέννηση της τραγωδίας, αντί να αναζητεί απλώς τα ιστορικά ίχνη μιας λατρείας μέσα σε ένα ποιητικό είδος, επιχειρεί να συλλάβει το διονυσιακό ως δύναμη που αφορά την ίδια τη δυνατότητα της τραγικής τέχνης. Το απολλώνιο και το διονυσιακό δεν είναι τόσο δύο θέματα ή δύο θεοί που εμφανίζονται εναλλάξ σε ένα έργο όσο δύο αρχές της καλλιτεχνικής εμπειρίας: η μια συνδέεται με την εικόνα, το όριο και τη μορφή, η άλλη με την έκσταση και την υπέρβαση της ατομικότητας. Μέσα σε αυτή τη νιτσεϊκή σύλληψη, η απουσία του Διονύσου από την πλοκή κάθε άλλο παρά αποφασιστική είναι. Το διονυσιακό μπορεί να λειτουργεί χωρίς ο θεός να εμφανίζεται ως πρόσωπο, επειδή δεν αφορά μόνο αυτό που αναπαρίσταται, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η τραγωδία εκθέτει τον άνθρωπο στην εμπειρία της απώλειας, της διάλυσης και του πόνου. Η μορφή δεν εξαλείφει αυτή την εμπειρία· της δίνει ένα όριο μέσα στο οποίο μπορεί να γίνει αισθητή. Η τραγωδία δεν μετατρέπει την καταστροφή σε κάτι ανώδυνο, ούτε την εξηγεί τόσο ολοκληρωτικά ώστε να μην απομένει τίποτε ακατανόητο. Η διονυσιακή διάσταση, όπως τη σκέφτεται ο Nietzsche, αντί για ένα κρυμμένο περιεχόμενο που περιμένει να αποκαλυφθεί πίσω από την πλοκή, είναι μια δυνατότητα της ίδιας της τραγικής μορφής: η δυνατότητα να συνυπάρχουν η οδύνη και η αισθητική της παρουσίαση, η καταστροφή και η μορφή, χωρίς η δεύτερη να ακυρώνει την πρώτη. Βέβαια, η προσέγγιση αυτή αποτελεί φιλοσοφική ερμηνεία και όχι ιστορική απόδειξη του ότι οι σωζόμενες τραγωδίες προέρχονται από συγκεκριμένες διονυσιακές τελετές. Για να κατανοήσουμε την ιστορική και κοινωνική διάσταση της σχέσης, χρειάζεται ένα διαφορετικό είδος επιχειρήματος.
Σε αυτό το σημείο, η συμβολή του Richard Seaford είναι καθοριστική για τη συζήτηση, καθώς μεταφέρει το ερώτημα από την αισθητική ερμηνεία του διονυσιακού στην ιστορική σχέση της τραγωδίας με την τελετουργία και τη συγκρότηση της πόλης. Η προσέγγισή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για τη μετάβαση από τις κοινωνίες που οργανώνονται κυρίως γύρω από τον οίκο και τις συγγενικές υποχρεώσεις προς την πολιτική κοινότητα της πόλης-κράτους. Κεντρική θέση σε αυτή τη μετάβαση κατέχει η αμοιβαιότητα: η ανταλλαγή δώρων, η ανταπόδοση μιας πράξης, η υποχρέωση προς τον συγγενή και η εκδίκηση που απαιτεί νέα εκδίκηση. Οι σχέσεις αυτές διατηρούν τη συνοχή μιας κοινότητας, αλλά μπορούν επίσης να εγκλωβίσουν τα μέλη της σε έναν ατέρμονο κύκλο ανταποδοτικής βίας. Η τραγωδία αναδεικνύει αυτή την αντίφαση, παρουσιάζοντας οικογένειες στις οποίες οι δεσμοί που θα έπρεπε να προστατεύουν τη ζωή γίνονται τα μέσα της καταστροφής της.
Η καταστροφή του οίκου αποκτά έτσι σημασία που υπερβαίνει την ατομική συμφορά. Ο οίκος είναι ο χώρος της συγγένειας, της συνέχειας και της αναπαραγωγής της ζωής, αλλά στις τραγωδίες μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο αλληλοεξόντωσης: η μητέρα σκοτώνει το παιδί, ο γιος τη μητέρα, η σύζυγος τον σύζυγο. Η βία γεννιέται μέσα στις ίδιες τις σχέσεις που συγκροτούν την οικογενειακή τάξη. Η εκδίκηση επιβάλλεται ως υποχρέωση προς τον νεκρό και την οικογένεια, αλλά κάθε νέα ανταπόδοση δημιουργεί μια καινούργια οφειλή. Έτσι, η αμοιβαιότητα, από αρχή κοινωνικής συνοχής, γίνεται μηχανισμός που απειλεί να διαλύσει την κοινότητα.
Η ιστορική σημασία αυτής της δραματικής δομής βρίσκεται στη σύγκρουση ανάμεσα στις απαιτήσεις της συγγένειας και στις ανάγκες μιας ευρύτερης πολιτικής οργάνωσης. Η πόλη-κράτος περιορίζει σταδιακά την αποκλειστική εξουσία της οικογενειακής ανταπόδοσης και συγκροτεί θεσμούς που επιτρέπουν τη διαχείριση των συγκρούσεων πέρα από τον στενό κύκλο του οίκου. Η τραγωδία μπορεί να δραματοποιεί αυτή τη μετάβαση μέσα από την αυτοκαταστροφή βασιλικών οικογενειών, όταν η κρίση του οίκου συμπίπτει με την ανάδυση μιας νέας συλλογικής τάξης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται η διονυσιακή μανία, η ανατροπή των έμφυλων ρόλων, το μοτίβο του αποδιοπομπαίου τράγου και η διατάραξη των τελετουργικών πρακτικών. Τα μοτίβα αυτά συνδέουν την κρίση της οικογένειας με τις ευρύτερες θρησκευτικές και πολιτικές μεταβολές της κοινότητας.
Η διονυσιακή λατρεία κατέχει ιδιαίτερη θέση σε αυτή τη διαδικασία, επειδή η δύναμη του θεού υπερβαίνει τα όρια του οίκου και μπορεί να συγκεντρώνει γύρω της ανθρώπους που δεν συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς. Ο Διόνυσος εμφανίζεται συχνά ως θεός που έρχεται απ' έξω, απαιτεί να αναγνωριστεί και αμφισβητεί τις καθιερωμένες ιεραρχίες. Η λατρεία του, η οποία αφορά ολόκληρη την πόλη, συνδέει το κέντρο με την περιφέρεια και επιτρέπει τη συμμετοχή σε μια συλλογική εμπειρία πέρα από την ιδιωτική οικογένεια. Η διονυσιακή μανία και η υπέρβαση των συνηθισμένων κοινωνικών ρόλων μπορούν να αποσταθεροποιήσουν τον οίκο, αλλά η αποσταθεροποίηση αυτή δεν οδηγεί αναγκαστικά σε μόνιμη αταξία. Μπορεί να συμβάλει στη συγκρότηση μιας ευρύτερης κοινότητας, οργανωμένης γύρω από κοινές λατρείες και θεσμούς.
Η σχέση του διονυσιακού με την πόλη είναι λοιπόν πιο σύνθετη από μια απλή αντίθεση ανάμεσα στην έκσταση και στην κοινωνική τάξη. Η ίδια δύναμη που διαρρηγνύει τα όρια του οίκου μπορεί να συμμετέχει στη δημιουργία δεσμών ανάμεσα σε ανθρώπους έξω από τη συγγένεια. Η τραγωδία, ως δημόσια δραματική αναπαράσταση μπροστά σε ένα ευρύ σώμα πολιτών, προσφέρει ένα πεδίο όπου η κοινότητα παρακολουθεί τις συνέπειες της οικογενειακής βίας και αναγνωρίζει τα όρια των παραδοσιακών μηχανισμών ανταπόδοσης. Η διονυσιακή συνθήκη της αποκτά έτσι κοινωνική σημασία: συνδέει τη δημόσια συμμετοχή με την αναπαράσταση της διάλυσης και του μετασχηματισμού των κοινωνικών δεσμών.
Η τελετουργία αποτελεί ακόμη έναν κρίσιμο άξονα αυτής της συζήτησης. Η θυσία, η ταφή, ο γάμος, η μύηση και οι άλλες τελετουργίες μετάβασης οργανώνουν τη μετάβαση από μια κοινωνική κατάσταση σε μια άλλη. Στην τραγωδία, τέτοιες διαδικασίες συχνά ανατρέπονται ή αποτυγχάνουν: ο γάμος μετατρέπεται σε θάνατο, η θυσία στρέφεται εναντίον εκείνου που υποτίθεται ότι θα προστατεύσει, η ταφή γίνεται πεδίο πολιτικής σύγκρουσης. Η ανατροπή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία επειδή οι τελετουργίες αποκαθιστούν ή επιβεβαιώνουν δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους, στους θεούς και στους νεκρούς. Όταν η τελετουργική τάξη διαταράσσεται, αποκαλύπτεται μια κρίση που αφορά ολόκληρη την κοινότητα.
Η θυσία, ειδικότερα, βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της βίας και της κοινωνικής συνοχής. Η τελετουργικά οργανωμένη θανάτωση μπορεί να εντάξει τη βία σε ένα κοινά αποδεκτό πλαίσιο· η τραγική δράση, αντίθετα, συχνά εκθέτει τη στιγμή κατά την οποία η θυσιαστική πράξη γίνεται αμφίσημη, ανατρέπεται ή αποκαλύπτει τη βία που κρύβεται πίσω από την επίκληση της αναγκαιότητας. Παρομοίως, η ταφή συνδέει τους ζωντανούς με τους νεκρούς, αλλά μπορεί να γίνει αιτία σύγκρουσης όταν η πολιτική εξουσία επιχειρεί να καθορίσει ποιος δικαιούται τις νεκρικές τιμές. Η τραγωδία αντλεί δύναμη από αυτές τις αντιφάσεις: παρουσιάζει τελετουργίες απαραίτητες για τη συνέχεια της κοινότητας και συγχρόνως αποκαλύπτει πόσο εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε πεδίο αντιπαράθεσης.
Η σχέση ανάμεσα στη διονυσιακή λατρεία και στην τραγωδία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στις Βάκχες του Ευριπίδη, όπου ο Διόνυσος βρίσκεται στο κέντρο της δράσης. Ο θεός επιστρέφει στη Θήβα για να επιβάλει την αναγνώριση της θεότητάς του και η αντίσταση του Πενθέα καταλήγει στην καταστροφή του βασιλικού οίκου. Η πόλη επιχειρεί να αποκλείσει μια δύναμη που θεωρεί ξένη προς την τάξη της, αλλά η άρνηση αυτή αποδεικνύεται καταστροφική. Ο Διόνυσος γίνεται η δύναμη μέσω της οποίας αποκαλύπτεται ότι η εξουσία δεν μπορεί να καθορίζει από μόνη της τα όρια του πραγματικού και του επιτρεπτού. Η αναγνώριση του θεού περνά μέσα από τη μανία, τη βία και την καταστροφή της οικογένειας. Η πόλη εκτίθεται στην καταστροφικότητα που γεννά η άρνηση να αναγνωρίσει όσα υπερβαίνουν την εξουσία της. Η διονυσιακή δύναμη είναι ταυτόχρονα απειλητική και αναγκαία, επειδή φανερώνει τα όρια μιας τάξης που θεωρεί τον εαυτό της αυτάρκη.
Βεβαίως, το συγκεκριμένο έργο δεν αρκεί για να αποδείξει ότι όλες οι τραγωδίες έχουν την ίδια σχέση με τον Διόνυσο. Η ομοιότητα ανάμεσα σε μια δραματική πράξη και σε μια τελετουργική πρακτική αποτελεί αφετηρία ερμηνείας, όχι αυτομάτως απόδειξη ιστορικής καταγωγής. Χρειάζεται να διακρίνουμε το τεκμήριο από την αναλογία και την ιστορική σχέση από τη φιλοσοφική ερμηνεία. Η αξία της κοινωνικοϊστορικής προσέγγισης έγκειται στη σύνδεση συγκεκριμένων δραματικών μοτίβων με τις μεταβολές των θεσμών, των λατρευτικών πρακτικών και της πολιτικής κοινότητας, χωρίς να μετατρέπεται το διονυσιακό σε καθολικό κλειδί που εξηγεί κάθε έργο με τον ίδιο τρόπο.
Ανάλογη πολυπλοκότητα εμφανίζεται και στην Αντιγόνη του Σοφοκλή. Η σύγκρουση γύρω από την ταφή του Πολυνείκη αντιπαραθέτει την πολιτική εξουσία στις υποχρεώσεις προς τον νεκρό και στους άγραφους νόμους των θεών. Ο Κρέων υπερασπίζεται την πόλη απαγορεύοντας την ταφή του εχθρού της, ενώ η Αντιγόνη θεωρεί ότι η συγγενική και θρησκευτική υποχρέωση υπερέχει του βασιλικού διατάγματος. Η πράξη της αποκαλύπτει τη σύγκρουση ανάμεσα σε διαφορετικές τάξεις υποχρέωσης, ενώ η καταστροφή που ακολουθεί πλήττει την ίδια τη βασιλική οικογένεια και εκθέτει τα όρια της εξουσίας του Κρέοντα.
Στο πλαίσιο αυτής της προβληματικής, αποκτά ενδιαφέρον και ο αυτοχαρακτηρισμός της Αντιγόνης στις Φοίνισσες του Ευριπίδη: αἰδομένα φέρομαι βάκχα νεκύων (Στίχος 1489: ντροπιασμένη σέρνομαι, μια μαινάδα των νεκρών). Η διονυσιακή ονομασία της βάκχης μεταφέρεται εδώ στη σφαίρα των νεκρών, συνδέοντας τη βακχική γλώσσα με την ταφή και το πένθος. Η φράση αποτελεί εύγλωττο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο διονυσιακές εικόνες μπορούν να ενεργοποιούνται μέσα σε έργα που έχουν ως άμεσο αντικείμενο τη συγγένεια, την πολιτική σύγκρουση και την υποχρέωση προς τους νεκρούς. Η σημασία της δεν βρίσκεται στην απόδειξη ότι η τραγωδία αναπαριστά μια διονυσιακή τελετή, αλλά στο ότι το διονυσιακό λεξιλόγιο μπορεί να προσδώσει ιδιαίτερη ένταση σε μια κατάσταση στην οποία ο οίκος έχει καταρρεύσει και η ηρωίδα βρίσκεται ανάμεσα στους νεκρούς.
Η ίδια προβληματική επιτρέπει να εξεταστούν οι γυναικείες μορφές της τραγωδίας που παρουσιάζουν αναλογίες με τις Μαινάδες. Η Κλυταιμνήστρα, η Δηιάνειρα και η Φαίδρα, σε διαφορετικά έργα και με διαφορετικούς τρόπους, συνδέονται με πάθη που διαταράσσουν την οικογενειακή τάξη και οδηγούν σε καταστροφικές πράξεις. Όπου οι αναλογίες με τις Μαινάδες τεκμηριώνονται, επιτρέπουν να εξεταστεί η γυναικεία δράση ως δύναμη που υπερβαίνει τις προσδοκίες για τη συζυγική και μητρική συμπεριφορά και αποσταθεροποιεί τις ιεραρχίες του οίκου. Η ερμηνεία αυτή χρειάζεται προσοχή, επειδή οι συγκεκριμένες συγκρίσεις έχουν διαφορετικές αφετηρίες και δεν αποτελούν όλες μέρος μιας ενιαίας θεωρίας. Το ευρύτερο ερώτημα όμως παραμένει κοινό: πώς η τραγωδία παρουσιάζει δυνάμεις που υπερβαίνουν τον έλεγχο του οίκου και τι σημαίνει αυτή η υπέρβαση για την κοινωνική τάξη;
Η Ορέστεια του Αισχύλου παρουσιάζει μια διαφορετική εκδοχή της ίδιας κρίσης. Η δολοφονία του Αγαμέμνονα από την Κλυταιμνήστρα και η εκδίκηση του Ορέστη εντάσσονται σε μια αλυσίδα ανταποδοτικής βίας, όπου κάθε έγκλημα γεννά την υποχρέωση για ένα νέο έγκλημα. Η οικογένεια των Ατρειδών παραμένει παγιδευμένη σε μια κληρονομιά αιματηρών ανταποδόσεων, ενώ η θεϊκή εντολή, η συγγενική υποχρέωση και η προσωπική δικαιοσύνη οδηγούν σε ασυμβίβαστες απαιτήσεις. Η ίδρυση του δικαστηρίου στις Ευμενίδες μεταφέρει τη σύγκρουση σε ένα νέο θεσμικό πεδίο: η υπόθεση του Ορέστη κρίνεται από την πολιτική κοινότητα και η ατέρμονη εκδίκηση αντικαθίσταται από μια διαδικασία συλλογικής απόφασης. Η εξέλιξη αυτή μπορεί να ιδωθεί ως δραματική επεξεργασία της μετάβασης από την προσωπική ανταπόδοση στη θεσμική διαχείριση της σύγκρουσης. Η νέα τάξη δεν προκύπτει έξω από τη βία, αλλά μέσα από την κρίση των μηχανισμών που την αναπαράγουν. Η πόλη δεν εμφανίζεται ως ένας κόσμος απαλλαγμένος από τις παλαιές δυνάμεις· επιχειρεί να τις εντάξει σε θεσμούς, λατρείες και συλλογικές διαδικασίες. Η τραγωδία παρουσιάζει έτσι την πολιτική συγκρότηση ως δύσκολη διαδικασία μετασχηματισμού των παλαιών υποχρεώσεων, χωρίς να εγγυάται ότι οι αντιφάσεις τους εξαφανίζονται πλήρως.
Στην ίδια ευρύτερη ιστορική συζήτηση εντάσσεται η σημασία του χρήματος και της νέας κοινωνικής ατομικότητας που συνδέεται με τη νομισματοποίηση. Η ανταλλαγή, η προσωπική υποχρέωση και η συλλογική τελετουργία οργανώνουν τις κοινωνικές σχέσεις με διαφορετικό τρόπο από την απρόσωπη συναλλαγή. Η τραγωδία μπορεί να παρουσιάζει την ένταση ανάμεσα σε αυτές τις μορφές οργάνωσης, ιδίως όταν ο πλούτος και η εξουσία απομονώνουν το άτομο από την κοινότητα ή όταν η πολιτική τάξη επιχειρεί να απορροφήσει συγκρούσεις που προηγουμένως ρυθμίζονταν μέσα στον οίκο. Η διάσταση αυτή διευρύνει το ερώτημα για τη σχέση τραγωδίας και πόλης: η δραματική μορφή αναδύεται σε μια κοινωνία που μετασχηματίζει ταυτόχρονα τις οικονομικές ανταλλαγές, τις πολιτικές δομές και τις θρησκευτικές της πρακτικές.
Όλες αυτές οι προσεγγίσεις φωτίζουν διαφορετικές πλευρές της σχέσης ανάμεσα στην τραγωδία και στον Διόνυσο. Η ιστορική και κοινωνική ερμηνεία αναζητεί τις τελετουργικές δομές και τις μεταβολές της κοινότητας που διαμόρφωσαν το είδος. Η ποιητολογική ανάλυση εξετάζει την ιδιαίτερη οργάνωση της δράσης, ενώ η φιλοσοφική προσέγγιση διερευνά τι αποκαλύπτει η τραγική εμπειρία για τον άνθρωπο και τα όρια της ατομικότητας. Καμία από αυτές τις διαστάσεις δεν αρκεί από μόνη της για να εξηγήσει το σύνολο του φαινομένου. Η τελετουργική αναλογία χρειάζεται ιστορική τεκμηρίωση, η κοινωνική λειτουργία δεν εξαντλεί την ποιητική ιδιομορφία και η φιλοσοφική ερμηνεία δεν αποτελεί ιστορική απόδειξη.
Η αντιπαράθεση με τον Barthes παίρνει έτσι διαφορετική διάσταση. Αν η θέση του σημαίνει ότι ο Διόνυσος δεν είναι το άμεσο θέμα των περισσότερων τραγωδιών, περιγράφει εύστοχα ένα βασικό γνώρισμα του είδους. Αν όμως σημαίνει ότι η τραγωδία δεν οφείλει στον Διόνυσο τίποτε πέρα από την ιστορική περίσταση της παράστασης, τότε η θέση είναι πολύ πιο δύσκολο να υποστηριχθεί. Η διονυσιακή σχέση μπορεί να αφορά τις τελετουργικές και κοινωνικές δομές που διαμορφώνουν τη δραματική μορφή και τη λειτουργία της μέσα στην πόλη, ακόμη και όταν ο θεός απουσιάζει από την πλοκή. Η τραγωδία μπορεί να έχει αποκτήσει τη δική της ποιητική λογική, ενώ εξακολουθεί να επεξεργάζεται τις αντιφάσεις του κόσμου που τη γέννησε. Η ιστορική της καταγωγή δεν συνεπάγεται υποταγή στη λατρεία, όπως και η αυτονομία της δεν συνεπάγεται λήθη των θρησκευτικών και κοινωνικών συνθηκών της. Ο Διόνυσος δεν χρειάζεται να εμφανίζεται στη σκηνή για να αποτελεί ουσιαστικό ερώτημα για την τραγωδία. Η σχέση του με το είδος μπορεί να αναζητηθεί στον τρόπο με τον οποίο το δράμα αναπαριστά την καταστροφή του οίκου, την ανεξέλεγκτη ανταπόδοση της βίας, τη διατάραξη των κοινωνικών ρόλων και τη συγκρότηση μιας κοινότητας που υπερβαίνει τους στενούς δεσμούς της συγγένειας. Το διονυσιακό είναι έτσι ταυτόχρονα θρησκευτική αναφορά, ιστορικό πρόβλημα και φιλοσοφική δυνατότητα: ένα πεδίο στο οποίο η τελετουργία, η τραγική μορφή και η πολιτική κοινότητα συναντώνται χωρίς να ταυτίζονται.
Παράρτημα
Προς μια συνθετική ερμηνεία της σχέσης τραγωδίας και Διονύσου
Η σχέση της αρχαίας τραγωδίας με τον Διόνυσο μπορεί να διερευνηθεί πέρα από το δίλημμα αν το είδος διατηρεί άμεσα τα ίχνη μιας διονυσιακής τελετουργικής καταγωγής ή αν η σύνδεσή του με τον θεό περιορίζεται στη λατρευτική περίσταση της παράστασης. Εξίσου σημαντική είναι η εξέταση του τρόπου με τον οποίο η τραγωδία επεξεργάζεται ποιητικά τις τελετουργικές, κοινωνικές και πολιτικές αντιφάσεις της κοινότητας που τη δημιούργησε. Από αυτή την άποψη, η διονυσιακή διάσταση της τραγωδίας μπορεί να αναζητηθεί όχι μόνο στην παρουσία του ίδιου του θεού ή σε θέματα που συνδέονται με τη λατρεία του, αλλά και στη δραματική αναπαράσταση ενός κόσμου όπου οι οικογενειακοί δεσμοί, οι θρησκευτικές υποχρεώσεις και οι πολιτικοί θεσμοί συγκρούονται. Τελετουργίες όπως η ταφή, ο γάμος και η θυσία, οι οποίες οργανώνουν και νοηματοδοτούν τη συλλογική ζωή, εμφανίζονται συχνά στην τραγωδία διαταραγμένες, ανεστραμμένες ή αδύναμες να εκπληρώσουν τη λειτουργία τους. Παράλληλα, ο οίκος μπορεί να μετατραπεί σε χώρο βίας και αμοιβαίας καταστροφής, ενώ η πόλη επιχειρεί να συγκροτήσει νέες μορφές συλλογικής τάξης και δικαιοσύνης.
Η προσέγγιση του Richard Seaford προσφέρει ένα σημαντικό ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτών των εντάσεων, καθώς συνδέει την τραγωδία με τις ιστορικές μεταβολές που συνοδεύουν την ανάπτυξη της πόλης-κράτους και τη σταδιακή αναδιοργάνωση των κοινωνικών δεσμών. Ωστόσο, η τραγωδία μπορεί να ιδωθεί όχι μόνο ως αναπαράσταση αυτής της μετάβασης, αλλά και ως πεδίο όπου γίνονται εμφανή τα όριά της. Η συγκρότηση νέων θεσμών δεν εξαλείφει αυτομάτως τις συγκρούσεις που κληροδοτούν οι παλαιότερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, όπως και η αποκατάσταση της τάξης δεν εγγυάται πάντοτε μια αδιαμφισβήτητη ηθική δικαίωση.
Η Ορέστεια του Αισχύλου αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: η ίδρυση του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου σηματοδοτεί τη μετάβαση από τον κύκλο της οικογενειακής εκδίκησης σε μια θεσμική μορφή απονομής δικαιοσύνης. Όμως η νέα τάξη προκύπτει μέσα από μια βαθιά σύγκρουση και απαιτεί τη διαχείριση δυνάμεων που εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της συλλογικής και θρησκευτικής ζωής. Αντίστοιχα, στις Βάκχες του Ευριπίδη, η αναγνώριση της διονυσιακής δύναμης συντελείται μέσα από την καταστροφή του οίκου του Πενθέα, κάτι που αφήνει ανοιχτά ερωτήματα για τη σχέση θεϊκής ισχύος, ανθρώπινης ευθύνης και πολιτικής εξουσίας.
Η βασική μας πρόταση είναι ότι η τραγωδία δεν αναπαριστά απλώς τη μετάβαση από μια κοινωνική τάξη σε άλλη, αλλά εκθέτει συγχρόνως το κόστος, τις αντιφάσεις και τα ανεπίλυτα προβλήματα αυτής της μετάβασης. Η διονυσιακή της διάσταση μπορεί να εντοπιστεί ακριβώς στην ικανότητά της να φέρνει στο δημόσιο θέαμα όσα απειλούν τη σταθερότητα της κοινότητας, όσα οι θεσμοί αδυνατούν να συμφιλιώσουν και όσα η αποκατάσταση της τάξης αφήνει αναγκαστικά εκκρεμή.
Η πρόταση αυτή δεν υποκαθιστά τις ιστορικές και φιλολογικές ερμηνείες της τραγωδίας ούτε προϋποθέτει ότι όλα τα σωζόμενα έργα υπακούουν σε ένα ενιαίο διονυσιακό σχήμα. Επιχειρεί να προσφέρει ένα κοινό ερμηνευτικό ερώτημα για την εξέτασή τους: με ποιους τρόπους η τραγωδία μετατρέπει τις κρίσεις της θρησκευτικής, οικογενειακής και πολιτικής ζωής σε δημόσια αναπαράσταση, χωρίς να τις ανάγει αναγκαστικά σε μια οριστική συμφιλίωση; Με αυτή την οπτική, η σχέση της με τον Διόνυσο αφορά όχι μόνο την καταγωγή και τη λατρευτική της περίσταση, αλλά και τη δραματική δυνατότητά της να αποκαλύπτει τις αντιφάσεις που συγκροτούν την ίδια την κοινότητα.




