Δοκίμιο αρ. 198
Ο Nureyev αποτελεί μια από τις πιο σύνθετες και πολιτικά φορτισμένες παραγωγές του σύγχρονου ευρωπαϊκού χοροθεάτρου, ακριβώς επειδή αρνείται να περιοριστεί στο επίπεδο μιας απλής βιογραφικής αναπαράστασης του Ρούντολφ Νουρέγιεφ. Το έργο, σε χορογραφία του Yuri Possokhov, μουσική του Ilya Demutsky και σκηνική σύλληψη/λιμπρέτο του Kirill Serebrennikov, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο Μπολσόι τον Δεκέμβριο του 2017, έπειτα από μια ήδη επεισοδιακή πορεία: η αρχικά προγραμματισμένη πρεμιέρα του Ιουλίου του 2017 αναβλήθηκε μέσα σε κλίμα πολιτικής πίεσης και δημόσιας αμηχανίας, γεγονός που συνδέθηκε ευρέως με την ανοιχτή αναφορά της παράστασης στην ομοφυλοφιλία του Νουρέγιεφ και, ευρύτερα, με το ασφυκτικό πλαίσιο λογοκρισίας που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στη ρωσική πολιτιστική πολιτική. Έτσι η ίδια η παραγωγή, ήδη από τη γένεσή της, βρέθηκε στο σημείο τομής ανάμεσα στην καλλιτεχνική πρωτοβουλία και τον κρατικό έλεγχο, ανάμεσα στη βιογραφία ενός καλλιτέχνη-συμβόλου της διαφυγής προς τη Δύση και στη σύγχρονη ρωσική αδυναμία να ανεχθεί μια τέτοια φιγούρα ως δημόσιο πολιτισμικό αφήγημα. Η μεταγενέστερη αφαίρεση του έργου από το ρεπερτόριο του Μπολσόι, στο πλαίσιο της όξυνσης της αντι-ΛΟΑΤΚΙ και αντιφιλελεύθερης ρητορικής του ρωσικού κράτους, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την αίσθηση ότι το Nureyev δεν είναι απλώς ένα έργο για τον Νουρέγιεφ, αλλά και ένα έργο για το ποιος έχει το δικαίωμα να αφηγείται, να εκθέτει και να πολιτικοποιεί μια ζωή όπως η δική του.
Η παρουσίαση της παράστασης από το Κρατικό Μπαλέτο του Βερολίνου (Staatsballett Berlin) τον Μάρτιο του 2026, στην Deutsche Oper Berlin, προσέδωσε στο έργο μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη ιστορική ζωή. Η βερολινέζικη παραγωγή αποτέλεσε όχι απλώς αναβίωση ενός επιτυχημένου τίτλου, αλλά την πρώτη παρουσίαση του έργου εκτός Ρωσίας, γεγονός που της προσέδωσε χαρακτήρα πολιτισμικής μετατόπισης και σχεδόν «διάσωσης» ενός έργου που είχε καταστεί προβληματικό για το ρωσικό καθεστώς. Το Κρατικό Μπαλέτο του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του Christian Spuck, αντιμετώπισε τον Νουρέγιεφ όχι μόνο ως μεγάλο υβριδικό θέαμα, αλλά και ως πράξη καλλιτεχνικής επανατοποθέτησης ενός έργου που είχε ήδη εγγραφεί στη δημόσια σφαίρα ως αντικείμενο λογοκρισίας. Η βερολινέζικη εκδοχή διατήρησε τον πυρήνα της αρχικής δημιουργικής ομάδας (Possokhov, Serebrennikov, Demutsky, Elena Zaytseva στα κοστούμια) και ανέδειξε ακριβώς αυτό που ήδη υπήρχε στο έργο από το 2017: ένα Gesamtkunstwerk όπου μπαλέτο, θέατρο, όπερα, μουσικό θέαμα και σκηνική εγκατάσταση συνυπάρχουν σε μια σύνθετη, μη-καθαρή μορφή. Με ένα πολυπρόσωπο σύνολο που συνδυάζει χορευτές, ηθοποιό, φωνητικούς σολίστ, φωνητικό σύνολο, τζαζ μπάντα και οργανικό μουσικό υλικό, ο Νουρέγιεφ δεν διεκδικεί την καθαρότητα του βιογραφικού μπαλέτου αλλά προτείνει μια μορφή υβριδικού χοροθεάτρου, όπου η ζωή της ιστορικής προσωπικότητας γίνεται αφορμή για μια σκηνική μελέτη της εικόνας, της μνήμης, της κατανάλωσης και της πολιτισμικής παραγωγής του μύθου.
Αυτή η ιστορική και παραγωγική συνθήκη είναι ουσιώδης για την ερμηνεία της παράστασης, διότι εξηγεί γιατί ο Νουρέγιεφ δεν οργανώνεται ως γραμμική βιογραφία, αλλά ως μηχανή σκηνικού σχολιασμού. Η παράσταση εκκινεί από τη δημοπρασία των προσωπικών αντικειμένων του Νουρέγιεφ —δραματουργικό εύρημα εξαιρετικά εύγλωττο— και από εκεί ανασυνθέτει τη ζωή του μέσα από αποσπάσματα, σκηνικές εικόνες, θραύσματα μνήμης, αρχειακές χειρονομίες και αναπαραστατικά tableaux. Η δημοπρασία δεν είναι απλώς αφηγηματικό πλαίσιο αλλά το κεντρικό ερμηνευτικό κλειδί του έργου. Το βιογραφικό υποκείμενο εμφανίζεται εξαρχής ως σώμα διαμελισμένο σε αντικείμενα, σε ίχνη, σε εμπορεύσιμα κατάλοιπα, δηλαδή ως μια ζωή ήδη μεταφρασμένη στη γλώσσα της ανταλλακτικής αξίας. Έτσι, η παράσταση από την πρώτη στιγμή δηλώνει ότι δεν θα αφηγηθεί απλώς την ιστορία ενός μεγάλου χορευτή, αλλά θα εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο ένα σώμα, μια καριέρα, μια επιθυμία και μια καλλιτεχνική ιδιοφυΐα μετατρέπονται σε πολιτισμικό κεφάλαιο, σε θέαμα και σε εμπόρευμα μνήμης.
Εδώ ακριβώς αποκτά κεντρική σημασία η κατασκευαστικότητα της παράστασης — στοιχείο που προβάλλεται μέσα από τις φανερές σκηνικές αλλαγές, την έκθεση της θεατρικής μηχανής, αλλά και τις ορατές αλλαγές κοστουμιών του πρωταγωνιστή μπροστά στο κοινό. Η παράσταση δεν επιδιώκει να κρύψει τους αρμούς της. Δεν προσφέρει τη βιογραφία του Νουρέγιεφ ως αδιάσπαστη ροή, ούτε ως αόρατα σκηνοθετημένη αυταπάτη. Αντίθετα, επιμένει να εκθέτει το γεγονός ότι αυτό που βλέπουμε είναι κατασκευή: ένα σύνολο από σκηνικές αποφάσεις, τεχνικές μεταμορφώσεις, μετακινήσεις αντικειμένων, αλλαγές ρόλων, εναλλαγές εικόνων. Το υβριδικό της θέαμα δεν κρύβει την υβριδικότητά του αλλά τη θεματοποιεί. Με αυτή την έννοια, ο Νουρέγιεφ ενεργοποιεί σαφώς μια μπρεχτική μνήμη: όχι επειδή μετατρέπεται σε επικό θέατρο με αυστηρή έννοια, αλλά επειδή αρνείται να αφήσει τον θεατή να βυθιστεί αφελώς στην ψευδαίσθηση. Του υπενθυμίζει διαρκώς ότι ο μύθος του Νουρέγιεφ είναι προϊόν σκηνοθεσίας, ότι η ίδια η βιογραφία είναι μια μορφή μοντάζ, και ότι η σκηνή δεν «αναπαριστά» απλώς τον Νουρέγιεφ, αλλά κατασκευάζει ενώπιόν μας τον τρόπο με τον οποίο ο Νουρέγιεφ καθίσταται ορατός.
Επομένως, ο σκηνικός σχολιασμός λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα. Πρώτον, στο επίπεδο της αφήγησης: η ζωή του Νουρέγιεφ δεν εμφανίζεται ως φυσική συνέχεια γεγονότων, αλλά ως αλληλουχία από επιλεγμένες εικόνες, φροντισμένες σκηνές, ανασυνθέσεις ενός μύθου που δεν μπορεί πλέον να ανακτηθεί αθώα. Δεύτερον, στο επίπεδο του περφόρμερ: όταν ο πρωταγωνιστής αλλάζει κοστούμια μπροστά στα μάτια μας, δεν παρακολουθούμε απλώς τον «Νουρέγιεφ», αλλά τη διαδικασία μέσω της οποίας ένας συντελεστής παράγει τον Νουρέγιεφ. Το σώμα, έτσι, δεν λειτουργεί μόνο αναπαραστατικά αλλά και αναστοχαστικά: γίνεται το σημείο όπου η ενσάρκωση σχολιάζει τον εαυτό της. Τρίτον, στο επίπεδο της ίδιας της θεατρικής μηχανής: όταν οι αλλαγές σκηνικών εκτίθενται, όταν το παρασκήνιο ενσωματώνεται στο θεατό πεδίο της παράστασης, το έργο σχολιάζει ανοιχτά τον τρόπο με τον οποίο παράγεται το θέαμα. Η παράσταση δεν λέει μόνο «να ο Νουρέγιεφ», αλλά και «να πώς κατασκευάζεται ένας Νουρέγιεφ».
Από αυτή την άποψη, η πλέον γόνιμη δραματουργική χειρονομία του έργου είναι ότι ο ίδιος ο Νουρέγιεφ δεν σκηνοθετείται απλώς ως αντικείμενο της αναπαράστασης, αλλά και ως ενορχηστρωτής του κόσμου που τον περιβάλλει. Η σκηνική του παρουσία δεν περιορίζεται στη θέση του βιογραφούμενου προσώπου. Εμφανίζεται σαν αρχή οργάνωσης του σκηνικού σύμπαντος: σαν δύναμη που μοιάζει να ρυθμίζει τις μεταμορφώσεις, να επιβλέπει τις μεταβάσεις, να κατευθύνει τα βλέμματα, να οργανώνει την ίδια τη σκηνική οικονομία του μύθου του. Έτσι, ο Νουρέγιεφ δεν είναι απλώς ο ήρωας του έργου, αλλά μια μορφή maître de cérémonie του ίδιου του θεάματος που φέρει το όνομά του. Η επιλογή αυτή έχει τεράστια σημασία, διότι αποδίδει σκηνικά κάτι ουσιώδες για την ιστορική περσόνα: ότι δεν υπήρξε μόνο παθητικό αντικείμενο λατρείας, αλλά και ενεργός δημιουργός της δημόσιας εικόνας του, καλλιτέχνης που σκηνοθέτησε την ίδια του τη διασημότητα, το ίδιο του το σώμα, την ίδια του την ιδιοφυΐα ως δημόσιο συμβάν.
Γι’ αυτό και ο Νουρέγιεφ της παράστασης συγκροτείται ταυτόχρονα ως αντικείμενο και ως υποκείμενο. Ως αντικείμενο, είναι το σώμα που εκτίθεται στο βλέμμα, η βιογραφία που οργανώνεται σκηνικά, το είδωλο που ανασυντίθεται από κοστούμια, μνήμες, χειρονομίες, σκηνικά ευρήματα και ιστορικά θραύσματα. Ως υποκείμενο, όμως, είναι η βούληση που ενορχηστρώνει αυτό το πεδίο, η συνείδηση που μοιάζει να κατευθύνει τη σκηνική του κατασκευή, η αρχή που αρνείται να περιοριστεί στη θέση του παθητικού εκθέματος. Το κρίσιμο είναι ότι η παράσταση δεν επιλέγει ανάμεσα στις δύο θέσεις, δεν μας λέει ούτε ότι ο Νουρέγιεφ είναι απλώς θύμα της μυθοποίησής του ούτε ότι είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του μύθου του. Απεναντίας, τον εγκαθιστά σε μια διπλή θέση: είναι ταυτόχρονα αυτός που παρουσιάζεται και αυτός που παρουσιάζει τον εαυτό του, αυτός που υφίσταται το βλέμμα και αυτός που οργανώνει τους όρους της θέασής του.
Αυτή η διπλή θέση μετασχηματίζεται περαιτέρω, αν τη διαβάσει κάποιος μέσα από το σχήμα που επίσης αναδείχθηκε στη συζήτησή μας: ο Νουρέγιεφ ως σώμα που καταναλώνει και καταναλώνεται. Η διατύπωση αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, το αποφασιστικό πέρασμα από τη δραματουργική στην ιδεολογική ανάλυση του έργου. Ο Νουρέγιεφ καταναλώνει: σώματα, βλέμματα, σκηνική λάμψη, πολυτέλεια, φήμη, αντικείμενα, εμπειρίες, τη σκηνή την ίδια ως πεδίο αυτοεπιβεβαίωσης. Εμφανίζεται ως μια αδηφάγα σκηνική συνείδηση που οικειοποιείται τον κόσμο και τον μετατρέπει σε ύλη της περσόνας της. Την ίδια στιγμή, όμως, ο Νουρέγιεφ καταναλώνεται: από το κοινό, από την αγορά της φήμης, από τον μηχανισμό της βιογραφικής αναπαράστασης, από το ίδιο το πολιτισμικό κύκλωμα που μετατρέπει τη ζωή του σε διαδοχή αναγνωρίσιμων εικόνων, σε brand, σε πολύτιμο αντικείμενο μνήμης. Η δημοπρασία των αντικειμένων του αποτελεί εδώ το ιδανικό δραματουργικό σχήμα: το σώμα, η ζωή, η αισθητική ιδιοφυΐα και η ιστορική παρουσία διαμελίζονται σε αντικείμενα, τεκμήρια, κατάλοιπα προς απόκτηση. Η καλλιτεχνική ζωή αποδίδεται τελικά ως σύνολο εμπορεύσιμων υπολειμμάτων.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκαλύπτεται ο βαθύτερος ιδεολογικός ορίζοντας της παράστασης. Ο Νουρέγιεφ λειτουργεί, τελικά, ως σχόλιο πάνω στην καπιταλιστική Δύση. Όχι βέβαια με τη σχηματική έννοια μιας αντιδυτικής αλληγορίας, αλλά με την πολύ πιο σύνθετη έννοια μιας σκηνικής μελέτης των μηχανισμών μέσω των οποίων η δυτική νεωτερικότητα παράγει ελευθερία, επιθυμία, ατομικότητα και ταυτόχρονα εμπορευματοποίηση, φετιχοποίηση και κατανάλωση. Ο Νουρέγιεφ είναι η ιδανική φιγούρα γι’ αυτή τη διερεύνηση, επειδή η ιστορική του διαδρομή συμπυκνώνει ακριβώς τη μετάβαση από τη σοβιετική πειθαρχία στη δυτική οικονομία του θεάματος. Η Δύση, στην παράσταση, δεν παρουσιάζεται απλώς ως χώρος απελευθέρωσης από το σοβιετικό πλαίσιο αλλά και ως μηχανή που απορροφά το υποκείμενο μέσα στην κυκλοφορία της εικόνας, του πλούτου, της επιθυμίας και της διασημότητας.
Η φανερή θεατρική μηχανή γίνεται φανερή μηχανή παραγωγής εμπορεύματος. Οι ορατές αλλαγές, οι μεταμορφώσεις, η έκθεση της τεχνικής υποδομής του θεάματος σχολιάζουν όχι μόνο την κατασκευαστικότητα της σκηνής αλλά και το τεχνητόν της δυτικής πολιτισμικής βιομηχανίας: τον τρόπο με τον οποίο παράγονται και διακινούνται εικόνες προς κατανάλωση, τον τρόπο με τον οποίο ένας καλλιτέχνης μετατρέπεται σε μάρκα, τον τρόπο με τον οποίο η ατομική ελευθερία συγχέεται με την ικανότητα αυτοσκηνοθέτησης μέσα σε ένα καθεστώς εμπορευματοποιημένης ορατότητας. Ο Νουρέγιεφ, δηλαδή, εκτός από υποκείμενο που επιθυμεί, επιλέγει, διαφεύγει, οργανώνει τον μύθο του, είναι και προϊόν αυτής ακριβώς της δυτικής υπόσχεσης, το σώμα που γίνεται υπεραξία, εικόνα, μνήμη προς πώληση.
Εν κατακλείδι, η παράσταση δεν αρκείται σε μια ανθρωποκεντρική εξύμνηση του μεγάλου καλλιτέχνη. Ούτε ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τον Νουρέγιεφ ως τραγική ή ηρωική βιογραφία. Το πραγματικό της αντικείμενο είναι η συνάρθρωση σώματος, μύθου, αγοράς και εξουσίας μέσα στο δυτικό θέαμα. Στη φιγούρα του Νουρέγιεφ συναντώνται η αισθητική ιδιοφυΐα, η σεξουαλική και πολιτική ετερότητα, η αυτοκατασκευή του σταρ και η καπιταλιστική λογική της εμπορευματοποίησης. Έτσι, το θέαμα κατορθώνει κάτι σπάνιο: να μετατρέψει μια βιογραφία σε κριτική ανατομία της σκηνικής και κοινωνικής παραγωγής του μύθου. Και ακριβώς γι’ αυτό η παράσταση υπερβαίνει το πλαίσιο ενός μεγάλου χορευτικού αφιερώματος. Αναδεικνύεται σε στοχασμό πάνω στον τρόπο με τον οποίο ο ύστερος καπιταλισμός μετατρέπει ακόμη και την εξέγερση, την ιδιοφυΐα, τη σάρκα και τη μνήμη σε αντικείμενα θέασης, σε επιθυμητές εικόνες, σε εμπορεύσιμη αξία. Ο Νουρέγιεφ αναδύεται, τελικά, ως η ιδανική φιγούρα αυτού του παραδόξου: υποκείμενο που μοιάζει να κυριαρχεί στον μύθο του, ενώ ταυτόχρονα ενσωματώνεται ολοκληρωτικά στη μηχανή που τον παράγει, τον εκθέτει και τον καταναλώνει.
















