Δοκίμιο αρ. 211
 |
Η αρχική φωτογραφία του δερμάτινου προσωπείου του Αμλέτο Σαρτόρι χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση καρτ ποστάλ (αριστερά). Η καρτ ποστάλ αποτελεί, επομένως, ήδη μια αναπαράσταση της αρχικής φωτογραφικής αναπαράστασης του αντικειμένου. Μετά την ψηφιοποίησή της μέσω σάρωσης, αποτέλεσε τη βάση για τη δημιουργία μιας νέας ψηφιακής αναπαράστασης του προσωπείου (δεξιά). Η τελική εικόνα είναι, συνεπώς, μια αναπαράσταση μιας αναπαράστασης μιας αναπαράστασης: το αρχικό αντικείμενο απομακρύνεται διαδοχικά από την υλική του παρουσία και επανεμφανίζεται μέσα από μια ολοένα πιο σύνθετη αλυσίδα οπτικών μετασχηματισμών. Το αντικείμενο δεν εμφανίζεται πλέον άμεσα στην εικόνα, αλλά μέσα από την ιστορία των αναπαραστάσεών του.
|
Η θεωρητική προσέγγιση της φωτογραφίας κατά τον 20ό αιώνα θεμελιώθηκε, σε μεγάλο βαθμό, στην ιδιαίτερη σχέση της φωτογραφικής εικόνας με την εμπειρική πραγματικότητα. Η φωτογραφία θεωρήθηκε προνομιακός δείκτης του πραγματικού: ίχνος ενός γεγονότος, μαρτυρία μιας παρουσίας, καταγραφή μιας στιγμής που προηγήθηκε χρονικά της ίδιας της εικόνας. Ακόμη και όταν επρόκειτο για σκηνοθετημένη ή μεθοδευμένη λήψη, παρέμενε σε ισχύ μια βασική οντολογική προϋπόθεση: κάτι είχε πράγματι υπάρξει ενώπιον του φωτογραφικού φακού. Η προϋπόθεση αυτή δεν σήμαινε ότι η φωτογραφία θεωρήθηκε ποτέ απολύτως αθώα ή αντικειμενική. Το κάδρο, η γωνία λήψης, η επιλογή της στιγμής, η εστίαση και η ίδια η πρόθεση του φωτογράφου συνιστούσαν εξαρχής μορφές διαμεσολάβησης. Ωστόσο, ακόμη και μέσα σε αυτή τη διαμεσολάβηση, η φωτογραφία διατηρούσε μια ιδιαίτερη σχέση με το γεγονός ότι κάτι είχε υπάρξει μπροστά στον φακό.
Στη σύγχρονη οπτική συνθήκη, η παραπάνω υπόθεση δεν υφίσταται απλώς σταδιακή αποδυνάμωση, αλλά μεταβάλλεται η ίδια η συνθήκη παραγωγής, επεξεργασίας, κυκλοφορίας και πρόσληψης της εικόνας. Η σύγχρονη εποχή δεν χαρακτηρίζεται μόνο από τον πρωτοφανή ποσοτικό πολλαπλασιασμό των εικόνων, αλλά και από την εγκαθίδρυση της εικόνας ως περιβάλλοντος. Η καθημερινή εμπειρία διαμεσολαβείται από μια αδιάκοπη ροή φωτογραφικών και κινηματογραφικών εικόνων, ψηφιακών αναπαραστάσεων, οπτικών συνθέσεων και, πλέον, εικόνων που παράγονται εξ ολοκλήρου υπολογιστικά. Η εικόνα δεν λειτουργεί πια αποκλειστικά ως αναπαράσταση ενός προϋπάρχοντος κόσμου. Συμμετέχει ενεργά στον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος γίνεται αντιληπτός, αποθηκεύεται, ανακαλείται, ερμηνεύεται και ανακατασκευάζεται. Η μετατόπιση αυτή είναι αποφασιστικής σημασίας, διότι η εικόνα δεν αποτελεί κατ' ανάγκην το τέλος μιας διαδικασίας καταγραφής, αλλά την αφετηρία μιας αλυσίδας επεμβάσεων.
Η ψηφιακή τεχνολογία μετέβαλε ριζικά την οντολογία της φωτογραφικής εικόνας. Η αναλογική φωτογραφία συνδεόταν με ένα υλικό ίχνος, με το αρνητικό, με μια συγκεκριμένη διαδικασία εγγραφής του φωτός. Η ψηφιακή εικόνα είναι εξ αρχής κωδικοποιημένη ως δεδομένο και, συνεπώς, διαθέσιμη σε αέναη τροποποίηση. Το φωτογραφικό αρχείο μετατρέπεται έτσι σε ένα ανοιχτό αντικείμενο, του οποίου η μορφή δεν είναι πλέον οριστικά δεδομένη. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην περίπτωση των ιστορικών φωτογραφικών τεκμηρίων. Η ψηφιακή αποκατάσταση ενός παλαιού φωτογραφικού τεκμηρίου δεν περιορίζεται στην τεχνική αντιμετώπιση της φθοράς. Η αύξηση της ανάλυσης, η αποκατάσταση της τονικότητας, η μείωση του θορύβου και η ανάδειξη δυσδιάκριτων λεπτομερειών μπορούν να καταστήσουν εκ νέου ορατή μια εικόνα η οποία, στην αρχική της αναπαραγωγή, είχε καταστεί σχεδόν απρόσιτη. Υπό αυτή την έννοια, η ψηφιακή αποκατάσταση συνιστά όχι μόνο διάσωση του αντικειμένου, αλλά και διάσωση της δυνατότητας πρόσληψής του.
Παρ' όλα αυτά, προκύπτει μια θεμελιώδης αντίφαση. Η ψηφιακή αποκατάσταση δεν ανασυστήνει πάντοτε την πρωτογενή μορφή της εικόνας. Συχνά παράγει μια νέα εκδοχή της, η οποία επιχειρεί να αναπληρώσει ή να καταστήσει ορατή πληροφορία που έχει χαθεί. Η νέα εικόνα δεν ταυτίζεται, λοιπόν, με το αρχικό τεκμήριο. Είναι η σύγχρονη επανεμφάνισή του. Το παρελθόν, αντί να αποκαθίσταται αυτούσιο, επανέρχεται υπό νέες τεχνολογικές και αισθητικές συνθήκες. Έτσι, το αρχείο παύει να είναι αποκλειστικά ένα στατικό αποθετήριο και μετατρέπεται σε δυναμικό πεδίο επανενεργοποίησης. Η παλιά εικόνα μπορεί να επανεισέλθει στη δημόσια κυκλοφορία όχι απλώς ως ιστορική μαρτυρία, αλλά ως αντικείμενο νέας θέασης, νέας ερμηνείας και, ενίοτε, νέας δημιουργίας.
Η διάκριση ανάμεσα στη συντηρητική αποκατάσταση και στη δημιουργική επέμβαση είναι περισσότερο από αναγκαία. Η αποκατάσταση επιδιώκει, κατ' αρχήν, να περιορίσει την απόσταση ανάμεσα στη σημερινή κατάσταση της εικόνας και στην κατάσταση στην οποία υποτίθεται ότι βρισκόταν κατά τη δημιουργία της. Η δημιουργική επέμβαση, αντιθέτως, δεν ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το τι υπήρχε, αλλά και για το πώς μπορεί σήμερα να ιδωθεί. Η αφαίρεση ενός στοιχείου από το κάδρο, η αναδιάταξη της οπτικής έμφασης, η διόρθωση μιας μορφής ή ακόμη και η προσθήκη ενός νέου στοιχείου δεν αποτελούν πλέον ουδέτερες πράξεις αποκατάστασης. Συνιστούν μια εκ νέου σκηνοθεσία του βλέμματος.
Η φωτογραφία, βεβαίως, είναι ήδη, κατά μία έννοια, μια πρώτη σκηνοθεσία. Ο φωτογράφος επιλέγει θέση, απόσταση, γωνία, κάδρο και χρονική στιγμή. Αποφασίζει τι θα καταστεί ορατό και τι θα αποκλειστεί. Η ψηφιακή επεξεργασία εισάγει μια δεύτερη βαθμίδα σκηνοθεσίας: ένα μεταγενέστερο βλέμμα επιστρέφει στο αρχικό βλέμμα και επαναπροσδιορίζει την ιεράρχηση των στοιχείων της εικόνας. Δεν μεταβάλλεται μόνο η εικόνα, δηλαδή, αλλά και η διαδρομή του βλέμματος μέσα στην εικόνα. Η διάσταση αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική όταν η επεξεργασία αφορά ιστορικές εικόνες του θεάτρου. Η σκηνική φωτογραφία δεν καταγράφει απλώς μια παράσταση όσο μια ήδη σκηνοθετημένη πραγματικότητα. Η μεταγενέστερη επεξεργασία παρεμβαίνει, κατά συνέπεια, σε ένα ήδη πολλαπλά σκηνοθετημένο οπτικό γεγονός. Ο σκηνοθέτης οργανώνει τη σκηνή, ο φωτογράφος οργανώνει το κάδρο και ο μεταγενέστερος επεξεργαστής οργανώνει εκ νέου την πρόσληψη του κάδρου. Η εικόνα αποκτά έτσι μια στρωματική σκηνοθεσία του βλέμματος.
Η ένταση ανάμεσα στην αποκατάσταση και τη δημιουργική επανερμηνεία γίνεται ακόμη εμφανέστερη στη μετατροπή των ασπρόμαυρων φωτογραφιών σε έγχρωμες. Η συζήτηση δεν μπορεί να περιοριστεί στην απάντηση του ερωτήματος αν επιτρέπεται να προστεθεί χρώμα. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι τι σημαίνει η προσθήκη του χρώματος. Το ασπρόμαυρο δεν αποτελεί πάντοτε απουσία χρώματος. Μπορεί να αποτελεί συνειδητή αισθητική επιλογή του φωτογράφου και, συνεπώς, μέρος της ίδιας της καλλιτεχνικής ταυτότητας του έργου. Η χρωματική μετατροπή μιας τέτοιας εικόνας δεν συνιστά αποκατάσταση, αλλά μετασχηματισμό. Εντούτοις, υπάρχουν περιπτώσεις όπου το χρώμα μπορεί να προσεγγιστεί τεκμηριωμένα: μέσα από αρχειακές μαρτυρίες, χρωματικές φωτογραφίες του ίδιου χώρου ή προσώπου, πληροφορίες για τα ενδύματα και τα σκηνικά, υλικά της ίδιας παραγωγής ή άλλες ιστορικές πηγές. Όταν ο στόχος είναι η πιστότητα, ο χρωματισμός μπορεί να αποτελέσει μορφή εικονογραφικής έρευνας. Εξάλλου υπάρχει και μια τρίτη δυνατότητα: το χρώμα ως αισθητικό πείραμα. Εδώ το ζήτημα μετατοπίζεται από το πώς ήταν στο πώς θα λειτουργούσε εάν ήταν έγχρωμη. Ο χρωματισμός μπορεί να αποκαλύψει νέες σχέσεις ανάμεσα στις μορφές, να μεταβάλει την ατμόσφαιρα και να ανακατευθύνει το βλέμμα. Τότε δεν πρόκειται πλέον για αποκατάσταση αλλά για επανερμηνεία. Η διάκριση είναι ουσιώδης: χρώμα ως αποκατάσταση, χρώμα ως πείραμα, χρώμα ως δημιουργία. Το ίδιο τεχνικό αποτέλεσμα μπορεί να υπηρετεί εντελώς διαφορετικές θεωρητικές και αισθητικές προθέσεις.
Αναπόφευκτα, το ζήτημα οδηγεί στη σχέση με το έργο του Άλλου. Πόσο νομιμοποιείται μια μεταγενέστερη παρέμβαση σε ένα έργο που δημιουργήθηκε από άλλον; Η ιστορία της σύγχρονης τέχνης έχει ήδη καταστήσει το ερώτημα εξαιρετικά γόνιμο. Η χειρονομία του Μαρσέλ Ντυσάν στο L.H.O.O.Q., όπου η αναπαραγωγή της Mona Lisa αποκτά μουστάκι και γενειάδα, δεν αποτελεί απόπειρα αποκατάστασης του Ντα Βίντσι. Συνιστά χειρονομία οικειοποίησης και μετατόπισης: η προϋπάρχουσα εικόνα γίνεται το υλικό ενός νέου έργου. Αυτό επιτρέπει μια σημαντική διάκριση. Η αποκατάσταση διεκδικεί την πιστότητα προς το πρωτότυπο. Η οικειοποίηση διεκδικεί την απόσταση από αυτό. Η επανερμηνεία επιδιώκει έναν διάλογο μαζί του. Η σύγχρονη ψηφιακή εικόνα μπορεί να κινηθεί και στις τρεις περιοχές. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στην ίδια την επέμβαση, αλλά στη σύγχυση των διαφορετικών καθεστώτων της. Μια δημιουργική επεξεργασία καθίσταται προβληματική όχι όταν είναι δημιουργική, αλλά όταν παρουσιάζεται ως ουδέτερη αποκατάσταση.
Στον Φωτεινό Θάλαμο, ο Ρολάν Μπαρτ συνδέει τη φωτογραφία με το ça-a-été: την ιδιαίτερη βεβαιότητα ότι αυτό υπήρξε. Η φωτογραφία, ακόμη και όταν δεν μας επιτρέπει να γνωρίζουμε με ακρίβεια τι συνέβη, διατηρεί μια σχέση με το γεγονός ότι κάτι βρέθηκε κάποτε ενώπιον του φακού. Η σύγχρονη ψηφιακή εικόνα διαταράσσει αυτή τη σχέση. Δεν είναι πλέον απαραίτητο να έχει προηγηθεί ένα φωτογραφικό γεγονός για να υπάρξει φωτογραφική αληθοφάνεια. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να δημιουργήσει πρόσωπα, χώρους, αντικείμενα και συμβάντα που δεν υπήρξαν ποτέ, αλλά παρουσιάζονται με την οπτική πειστικότητα μιας φωτογραφίας. Έτσι, το ça-a-été δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να αποτελεί εγγενή εγγύηση της εικόνας. Η σύγχρονη εικόνα μπορεί να δηλώνει αυτό υπήρξε, αλλά και αυτό θα μπορούσε να υπάρξει, και, ακόμη πιο ριζικά, αυτό υπάρχει ως εικόνα. Η τελευταία διατύπωση είναι καθοριστική. Μια εικόνα μπορεί να μην αντιστοιχεί σε κανένα εξωτερικό γεγονός και παρ' όλα αυτά να διαθέτει πραγματική υπόσταση ως ψηφιακό αντικείμενο, ως αρχείο, ως οπτική εμπειρία και ως στοιχείο κοινωνικής κυκλοφορίας. Η οντολογία της εικόνας μετατοπίζεται, συνεπώς, από την αναγκαστική αναφορά σε ένα εξωτερικό γεγονός προς την αυτοτελή παρουσία της ως ψηφιακής οντότητας.
Σε αυτό το σημείο, η προβληματική του Μπαρτ συναντά εκείνη του Μποντριγιάρ. Το simulacrum δεν είναι απλώς ένα ψευδές αντίγραφο ενός πραγματικού πρωτοτύπου, αλλά η κατάσταση στην οποία η αναπαράσταση παύει να εξαρτάται από ένα σταθερό πρωτότυπο και αποκτά τη δική της πραγματικότητα, καθιστώντας ολοένα δυσχερέστερη τη διάκριση ανάμεσα στο πραγματικό και την αναπαράστασή του. Είναι η κατάσταση στην οποία η εικόνα μπορεί να αποκτήσει λειτουργική αυτονομία από την ανάγκη ενός πρωτοτύπου. Η σύγχρονη εικόνα δεν παραπέμπει πλέον μόνο στον κόσμο, αλλά και σε άλλες εικόνες. Μια παλιά φωτογραφία μπορεί να ψηφιοποιηθεί, να αποκατασταθεί, να χρωματιστεί, να υποστεί νέα επεξεργασία και να επανακυκλοφορήσει. Η νέα εκδοχή μπορεί, στη συνέχεια, να αποτελέσει πηγή για ακόμη μία εικόνα. Δημιουργείται έτσι μια αλυσίδα στην οποία το αρχικό τεκμήριο και οι μεταγενέστερες εκδοχές του συνυπάρχουν, αλλά δεν είναι πάντοτε εύκολο να διακριθούν. Η εικόνα μπορεί να παραποιηθεί, αλλά και να γίνει πειστική χωρίς να χρειάζεται πλέον να αποδεικνύει την προέλευσή της. Η οπτική πειστικότητα και η ιστορική αλήθεια παύουν έτσι να συμπίπτουν. Μια εικόνα μπορεί να είναι εξαιρετικά πειστική και εξαιρετικά αμφίβολη ως τεκμήριο.
Η ψηφιακή εποχή έχει καταργήσει σε μεγάλο βαθμό την υλική οικονομία της αναλογικής εικόνας. Το φιλμ, ο αριθμός των λήψεων, το κόστος εμφάνισης και εκτύπωσης επέβαλλαν περιορισμούς στην παραγωγή. Η ψηφιακή εικόνα, όμως, μπορεί να πολλαπλασιάζεται σχεδόν χωρίς όριο. Το θέμα είναι πλέον η έλλειψη προσοχής. Η εικόνα πολλαπλασιάζεται με ρυθμό πολύ μεγαλύτερο από τη δυνατότητα ουσιαστικής πρόσληψής της. Σε αυτό το πλαίσιο, η επανεπεξεργασία μιας παλιάς εικόνας μπορεί να αποκτήσει μια διαφορετική σημασία: δεν αποτελεί απλώς παραγωγή μιας ακόμη εικόνας, αλλά προσπάθεια να επαναφερθεί μια ήδη υπάρχουσα εικόνα στην περιοχή της προσοχής. Πόσες εικόνες μπορούμε να παράγουμε; Δεν πρόκειται περί αυτού πια. Το θέμα είναι ποιες εικόνες αξίζει να ξαναδούμε.
Η σύγχρονη οπτική συνθήκη, λοιπόν, καθιστά αναγκαία μια νέα θεωρητική και μεθοδολογική ηθική της εικόνας. Δεν αρκεί να γνωρίζουμε τι απεικονίζει μια εικόνα. Πρέπει να γνωρίζουμε και τι είδους εικόνα είναι. Πρόκειται για πρωτογενές τεκμήριο; Για ψηφιακή αποκατάσταση; Για χρωματική ανακατασκευή; Για δημιουργική επεξεργασία; Για καλλιτεχνική οικειοποίηση; Για υπολογιστικά παραγόμενη εικόνα; Η διάκριση, εκτός από την αρχειακή δεοντολογία, αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η γνώση μέσω των εικόνων. Η διαφάνεια ως προς τη γενεαλογία της εικόνας προβάλλει ουσιώδης. Το αρχικό τεκμήριο και η επεξεργασμένη εκδοχή του μπορούν και πρέπει να συνυπάρχουν, χωρίς να συγχέονται. Η δημιουργικότητα δεν ακυρώνει την τεκμηρίωση. Η τεκμηρίωση, από την άλλη, δεν απαγορεύει τη δημιουργικότητα. Απαιτείται μόνο η αναγνώριση της μεταξύ τους απόστασης.
Η φωτογραφία δεν ήταν ποτέ απόλυτα αθώα. Η ψηφιακή εποχή, ωστόσο, καθιστά αυτή την έλλειψη αθωότητας εγγενές χαρακτηριστικό της εικόνας. Η φωτογραφία έχει χάσει το μονοπώλιό της ως εγγυήτριας της πραγματικότητας. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη μεταβολή. Η εικόνα μπορεί να διασώσει το παρελθόν, αλλά μπορεί επίσης να το ανακατασκευάσει. Μπορεί να αποκαλύψει, αλλά μπορεί και να αποκρύψει. Μπορεί να λειτουργήσει ως τεκμήριο, ως ερμηνεία ή ως επινόηση. Μπορεί να διατηρεί το ίχνος ενός γεγονότος ή να δημιουργεί την εντύπωση ενός γεγονότος που δεν συνέβη ποτέ. Είναι πάντα κρίσιμο τι δείχνει η εικόνα, αλλά περισσότερο η γενεαλογία της. Ποια η σχέση της με το απεικονιζόμενο. Ποιος επενέβη πάνω της. Με ποια πρόθεση. Και σε ποιο καθεστώς αλήθειας διεκδικεί να γίνει αποδεκτή. Στην εποχή της εικόνας, η θέαση δεν μπορεί να είναι μια παθητική πράξη αναγνώρισης. Μετατρέπεται σε κριτική πράξη.
Αυτό πρέπει να είναι και το σημαντικότερο παράδοξο της σύγχρονης οπτικής κουλτούρας. Όσο περισσότερο η τεχνολογία μάς επιτρέπει να κάνουμε την εικόνα πειστική, τόσο περισσότερο καλούμαστε να μάθουμε να μην εμπιστευόμαστε την πειστικότητά της. Η εικόνα του παρελθόντος μπορεί να σωθεί χωρίς να μείνει αμετάβλητη. Μπορεί να ανανεωθεί χωρίς να χάσει την ιστορικότητά της. Μπορεί να χρωματιστεί, να αποκατασταθεί ή ακόμη και να μετασχηματιστεί δημιουργικά, υπό την προϋπόθεση ότι η επέμβαση δεν αποκρύπτει τη φύση της. Το ζητούμενο δεν είναι, σαφώς, να επιστρέψουμε σε μια υποτιθέμενη καθαρότητα της φωτογραφικής εικόνας, αλλά να μάθουμε να διακρίνουμε το ίχνος από την ανακατασκευή, την αποκατάσταση από την επανερμηνεία, το τεκμήριο από το simulacrum. Στην εποχή μας, οι εικόνες έχουν αρχίσει να συμμετέχουν ενεργά στην κατασκευή αυτού που αναγνωρίζουμε ως πραγματικότητα και, ως εκ τούτου, το βλέμμα είναι πλέον η λειτουργία μέσω της οποίας αποφασίζουμε τι, μέσα στις εικόνες, θα θεωρήσουμε πραγματικό.