04 Σεπτεμβρίου 2026

Γουίλσον και Μπέκετ: Όταν η φόρμα γίνεται περιεχόμενο/Wilson and Beckett: When Form Becomes Content

 Δοκίμιο αρ. 217



Η Αντριάνα Άστι ως Γουίνι στις Giorni felici που σκηνοθέτησε ο Μπομπ Γουίλσον για το 52ο Φεστιβάλ των Δύο Κόσμων στο Σπολέτο. Οι κριτικοί την αποθέωσαν για τη φωνητική της δεξιοτεχνία και την εκφραστικότητα των "πελώριων ματιών" της, τα οποία, κάτω από το έντονο μακιγιάζ-μάσκα, λειτουργούσαν σαν "φάροι μέσα στο σκοτάδι".


Η θεατρική "συνάντηση" του Μπομπ Γουίλσον με τον Σάμιουελ Μπέκετ αποτελεί μία από τις πλέον γόνιμες συγκλίσεις στη σύγχρονη παραστασιολογία. Όταν το 2009, στο πλαίσιο του προγράμματος του 52ου Φεστιβάλ των Δύο Κόσμων στο Σπολέτο, ο αμερικανός σκηνοθέτης παρουσίασε τις Giorni felici (Ευτυχισμένες Μέρες) στο ιστορικό Teatro Caio Melisso, δεν επρόκειτο για αισθητική "μετάφραση" ενός μπεκετικού έργου σε μια διαφορετική σκηνική γλώσσα. Η παράσταση ανέδειξε μια βαθύτερη συγγένεια ανάμεσα στη δραματουργική αρχιτεκτονική του Μπέκετ και στις αρχές του γουιλσονικού θεάτρου: την απομάκρυνση από τον ψυχολογικό ρεαλισμό, την αυτονομία της σκηνικής εικόνας, την αυστηρή οργάνωση του χρόνου, την επανάληψη, τη σιωπή και, κυρίως, τη μετατροπή του ηθοποιού σε σώμα που υπακούει σε μια λεπτομερώς οργανωμένη σκηνική παρτιτούρα.

Η πρεμιέρα δόθηκε στις 27 Ιουνίου του 2009, και ακολούθησαν παραστάσεις έως τις 5 Ιουλίου. Ο Γουίλσον, ο οποίος κλασικά ανέλαβε τη σκηνοθεσία, το σκηνικό και τον σχεδιασμό των φωτισμών, διαμόρφωσε ένα απολύτως ελεγχόμενο οπτικό και χρονικό περιβάλλον. Τον απαιτητικό ρόλο της Γουίνι ερμήνευσε η σπουδαία Αντριάνα Άστι, ενώ τον Γουίλι ο Γιαν ντε Γκραβάλ. Τα κοστούμια σχεδίασε ο Ζακ Ρεϊνό και το ηχητικό περιβάλλον ο Εμρέ Σεβιντίκ.

Η βασική, ουσιώδης σύγκλιση Μπέκετ και Γουίλσον βρίσκεται στην ίδια τη δομή των Ευτυχισμένων Ημερών. Η Γουίνι είναι κυριολεκτικά ακινητοποιημένη, αρχικά θαμμένη μέχρι τη μέση και στη συνέχεια μέχρι τον λαιμό. Η δράση περιορίζεται σχεδόν στο μηδέν και η δραματική εξέλιξη αντικαθίσταται από την επανάληψη, τη ρουτίνα, την αναμονή και τη διαχείριση του χρόνου. Έτσι τα αντικείμενα της τσάντας, οι μικρές χειρονομίες, οι παύσεις και οι επαναλαμβανόμενες φράσεις έχουν μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε ψυχολογική ανάπτυξη του χαρακτήρα.

Ακριβώς αυτή είναι μία από τις βασικές αρχές του θεάτρου του Γουίλσον. Η σκηνή δεν αποτελεί πρωτίστως χώρο αναπαράστασης μιας εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά ένα αυτόνομο πεδίο εικόνας, φωτός, ήχου, σώματος και χρόνου. Ο σκηνοθέτης δεν χρειάζεται να "δραματοποιήσει" περισσότερο τον Μπέκετ, εφόσον αναγνωρίζει ότι η δραματουργία του περιέχει ήδη μια εξαιρετικά αυστηρή σκηνική παρτιτούρα και την επεκτείνει σε ολόκληρη την παραστασιακή σύνθεση.

Η έννοια του μεταδραματικού θεάτρου είναι χρήσιμη σε αυτή την περίπτωση, όχι όμως για να χαρακτηριστεί ο Μπέκετ απλά "μεταδραματικός", αλλά για να κατανοήσουμε τη θέση του ως μία από τις σημαντικές προϋποθέσεις της μεταδραματικής σκηνής. Στον Μπέκετ η κυριαρχία του μύθου, της ψυχολογικής αιτιότητας και της δράσης έχει ήδη αποδυναμωθεί. Η γλώσσα δεν υπηρετεί πλέον αποκλειστικά την προώθηση της πλοκής, αλλά γίνεται υλικό με ρυθμό, επανάληψη, παύση και μουσικότητα. Το σώμα δεν λειτουργεί μόνο ως φορέας ψυχολογικής έκφρασης, αλλά ως σκηνικό αντικείμενο που υπόκειται σε χωρικούς και χρονικούς περιορισμούς.

Ο Γουίλσον ανέδειξε με ακρίβεια αυτή την αντικειμενική διάσταση. Δεσπόζουσα σημασία αποκτούσε η γεωμετρική διαμόρφωση του σκηνικού. Ο λόφος στον οποίο ήταν εγκλωβισμένο το σώμα της Γουίνι είχε διαμορφωθεί ως μια ενιαία, οργανική μάζα, παρουσίαζε όμως αιχμηρές, τριγωνικές απολήξεις που διέκοπταν τη φαινομενική του ακινησία. Αυτές οι αιχμηρές μορφές λειτουργούσαν ως κατεξοχήν θεατρικά και εικαστικά στοιχεία, οργανώνοντας το βλέμμα του θεατή και προσδίδοντας στον χώρο μια υποβόσκουσα ένταση. Η αντίθεση ανάμεσα στην ακινητοποιημένη ανθρώπινη μορφή και τη γεωμετρική οξύτητα του σκηνικού μετέτρεπε τη σκηνή από έναν απλό τόπο δράσης σε έναν ενεργό δραματουργικό παράγοντα. Στη θεατρική γλώσσα του Γουίλσον, επομένως, η γεωμετρία δεν αποτελούσε διακοσμητική επιλογή, αλλά φορέα νοήματος: η γωνία, η αιχμή και η ακινησία συνδυάζονταν για να δημιουργήσουν μια οπτική δραματουργία, στην οποία η ίδια η φόρμα παρήγαγε το περιεχόμενο. Επίσης, οι αιχμηρές, τριγωνικές απολήξεις μπορεί να ερμηνευθούν ως υπαινιγμός ότι η ίδια η γη δεν αποτελεί πλέον ένα ασφαλές ή φιλόξενο περιβάλλον. Αντί να λειτουργεί ως ένα σταθερό έδαφος που στηρίζει το ανθρώπινο σώμα, διέθετε μια εγγενώς απειλητική ποιότητα, σαν η ίδια η υλικότητα της γης να έχει καταστεί εχθρική προς την ανθρώπινη κατοίκηση. Το ακινητοποιημένο σώμα της Γουίνι βρισκόταν έτσι απέναντι σε ένα τοπίο του οποίου οι γεωμετρικές μορφές κόμιζαν μια αίσθηση κινδύνου.

Ιδιαίτερη σημασία είχε ο φωτισμός. Στο γουιλσονικό θέατρο το φως δεν αποτελεί αποκλειστικά μέσο ορατότητας, αλλά δραματουργικό υλικό. Οι φωτεινές επιφάνειες, οι σκιές, οι αντιθέσεις και η απομόνωση της μορφής της Γουίνι δημιουργούσαν μια αυστηρή σκηνική γεωμετρία μέσα στην οποία η μοναξιά δεν χρειαζόταν να "ερμηνευθεί" ψυχολογικά. Γινόταν ορατή. Η υπαρξιακή συνθήκη μετατρεπόταν σε χωρική σχέση.

Ακόμη πιο σημαντική ήταν η σκηνική μεταχείριση της Άστι, η οποία δεν αντιμετωπίστηκε ως ηθοποιός που έπρεπε να αποκαλύψει την εσωτερική διάσταση της Γουίνι. Το σώμα της γινόταν μέρος της σύνθεσης. Η κίνηση των χεριών, το άνοιγμα της τσάντας, η χρήση των αντικειμένων, η στροφή του κεφαλιού, το βλέμμα και η παύση αποκτούσαν σχεδόν χορογραφική αυτονομία. Ο Γουίλσον χειρίστηκε την ηθοποιό σαν γλυπτό εν χρόνω: μια μορφή που δεν εκφράζει απλώς, αλλά υπάρχει, επαναλαμβάνεται και μετασχηματίζεται μέσα στη διάρκεια.

Αυτό δεν σημαίνει ότι από την παράσταση απουσίαζε τελείως το συναίσθημα. Το αντίθετο: ό,τι θα μπορούσε να προσληφθεί ως συναισθηματικό "μεταφερόταν" από την ψυχολογική έκφραση στη μορφή. Η τραγικότητα της Γουίνι, αντί να προκύπτει επειδή η ηθοποιός παρουσίαζε έναν εμφανή πανικό ή μια συναισθηματική κατάρρευση, παραγόταν επειδή βλέπαμε ένα ανθρώπινο σώμα να συνεχίζει μηχανικά τις καθημερινές του τελετουργίες ενώ ο ζωτικός του χώρος συρρικνωνόταν. Το τραγικό, δηλαδή, γεννιόταν από την αντίθεση ανάμεσα στην επιμονή της ρουτίνας και στον αναπόφευκτο αφανισμό.

Ως προς αυτό, η παράσταση του Γουίλσον θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί σε ορισμένες κριτικές που θεώρησαν την αισθητική της υπερβολικά ψυχρή, καλλιγραφική ή αποδραματοποιημένη. Η ένσταση, βέβαια, είναι κατανοητή, αν η επιτυχία μιας παράστασης Μπέκετ μετριέται με όρους ψυχολογικής ταύτισης. Όμως, η γουιλσονική προσέγγιση πρότεινε μια διαφορετική αντίληψη της συγκίνησης. Αντί να προσπαθεί να κάνει τη Γουίνι περισσότερο "ανθρώπινη" δια της ρεαλιστικής οδού, την άφηνε να υπάρχει ως σκηνική μορφή, και ακριβώς μέσα σε αυτή την απογύμνωση αποκαλυπτόταν η ευάλωτη ανθρώπινη κατάσταση.

Σε αυτό έγκειται και η ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους δύο δημιουργούς. Ο Μπέκετ οδηγείται προς την αφαίρεση μέσω της εξάντλησης: της δράσης, της γλώσσας, της κίνησης και, τελικά, της ίδιας της δυνατότητας του ανθρώπου να υπερβεί την κατάστασή του. Ο Γουίλσον οδηγείται προς την αφαίρεση μέσω της αισθητικής σύνθεσης. Δημιουργεί έναν κόσμο εξαιρετικά ελεγχόμενο, όπου κάθε στοιχείο - φως, σώμα, ήχος, χρώμα, χρόνος - αποκτά αυτόνομη θέση μέσα σε μια συνολική σκηνική παρτιτούρα. Οι δύο δρόμοι δεν ταυτίζονται απόλυτα, αλλά συναντώνται.

Οι Ευτυχισμένες Μέρες του Γουίλσον στο Σπολέτο, λοιπόν, δεν πρέπει να θεωρηθούν ούτε "προδοσία" του Μπέκετ ούτε απλή αισθητική εικονογράφηση του έργου. Αποτελούν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση δημιουργικής σύγκλισης. Ο σκηνοθέτης αναγνώρισε στη μπεκετική δραματουργία κάτι που βρισκόταν ήδη στον πυρήνα της: τη δυνατότητα του θεάτρου να μετατρέπει τη δράση σε διάρκεια, τον χαρακτήρα σε σώμα, τον λόγο σε ήχο, τη σιωπή σε γεγονός και τη σκηνή σε αυτόνομη εικόνα.

Εν τέλει, η "συγγένεια" του Γουίλσον με τον Μπέκετ εντοπίζεται στην κοινή τους άρνηση να χρησιμοποιήσουν τη σκηνή ως απλό καθρέφτη της πραγματικότητας. Και οι δύο ενδιαφέρονται για ένα θέατρο στο οποίο η μορφή παύει πλέον να αποτελεί περίβλημα του περιεχομένου και γίνεται η ίδια περιεχόμενο. Η Γουίνι της Αντριάνα Άστι, ακινητοποιημένη μέσα στο αφαιρετικό και φωτιστικό σύμπαν του Μπέκετ και του Γουίλσον, δεν χρειάζεται να φωνάξει την τραγωδία της. Αρκεί που παραμένει εκεί. Η ακινησία της γίνεται δράση, η επανάληψη χρόνος και η σκηνική ακρίβεια ένας διαφορετικός τρόπος φανέρωσης της ανθρώπινης ύπαρξης.





September 4, 2026

Wilson and Beckett: When Form Becomes Content

Essay No. 217



Of paramount significance was the geometric configuration of the stage set. The mound in which Winnie’s body was entrapped was conceived as a unified, organic mass, yet it featured sharp, triangular projections that disrupted its apparent stillness. These pointed forms functioned as distinctly theatrical and visual elements, organising the spectator’s gaze while imparting an underlying tension to the space. The contrast between the immobilised human figure and the geometric sharpness of the set transformed the stage from a mere site of action into an active dramaturgical agent. Within Wilson’s theatrical language, geometry was therefore not a decorative choice but a bearer of meaning: angle, point, curve and stillness combined to produce a visual dramaturgy in which form itself generated content.


The theatrical “encounter” between Bob Wilson and Samuel Beckett constitutes one of the most fertile convergences in contemporary performance studies. When, in 2009, as part of the programme of the 52nd Festival dei Due Mondi in Spoleto, the American director presented Giorni felici (Happy Days) at the historic Teatro Caio Melisso, this was not simply an aesthetic “translation” of a Beckettian work into a different stage language. Rather, the production revealed a profound affinity between Beckett’s dramaturgical architecture and the principles of Wilsonian theatre: the withdrawal from psychological realism, the autonomy of the stage image, the rigorous organisation of time, repetition, silence and, above all, the transformation of the performer’s body into a body governed by a meticulously organised stage score.

The production premiered on 27 June 2009, with performances continuing until 5 July. Wilson, characteristically assuming responsibility for direction, set design and lighting, created an entirely controlled visual and temporal environment. The demanding role of Winnie was performed by the distinguished Adriana Asti, while Willie was played by Yann de Graval. The costumes were designed by Jacques Reynaud, and the sound environment by Emre Sevindik.

The fundamental convergence between Beckett and Wilson lies in the very structure of Happy Days. Winnie is literally immobilised, initially buried up to her waist and subsequently up to her neck. Action is reduced almost to zero, while dramatic progression is replaced by repetition, routine, waiting and the management of time. Consequently, the objects in Winnie’s handbag, her minute gestures, the pauses and the recurrent phrases acquire a significance greater than any conventional psychological development of character.

This is precisely one of the fundamental principles of Wilson’s theatre. The stage does not primarily function as a space for representing an external reality, but as an autonomous field of image, light, sound, body and time. The director does not need to “dramatise” Beckett further, since he recognises that Beckett’s dramaturgy already contains an exceptionally rigorous stage score and extends this score across the entire performance composition.

The concept of postdramatic theatre is useful in this context, not in order to label Beckett simply as “postdramatic”, but rather to understand his position as one of the significant precursors of the postdramatic stage. In Beckett, the dominance of plot, psychological causality and action has already been substantially weakened. Language no longer serves exclusively to advance the plot; it becomes material characterised by rhythm, repetition, pause and musicality. The body, likewise, does not function solely as a vehicle of psychological expression, but as a stage object subjected to spatial and temporal constraints.

Wilson foregrounded precisely this objective dimension. His stage design moved away from the familiar naturalistic representation of a mound and transformed it into an abstract, almost hyperreal environment. The stage ceased to refer to a specific geographical location and acquired the character of an autonomous visual universe. Winnie did not simply appear within a setting; rather, she was integrated into a total composition in which body, light, colour and space were organised as a single image.

Lighting was of particular significance. In Wilsonian theatre, light is not merely a means of visibility but a dramaturgical material in its own right. Luminous surfaces, shadows, contrasts and the isolation of Winnie’s figure created a rigorous stage geometry within which solitude did not need to be psychologically “interpreted”. It became visible. The existential condition was translated into a spatial relationship.

Even more significant was the stage treatment of Asti, who was not approached simply as an actress required to reveal Winnie’s inner psychological dimension. Her body became part of the composition. The movement of her hands, the opening of the handbag, the handling of objects, the turning of the head, the direction of the gaze and the pauses acquired an almost choreographic autonomy. Wilson treated the actress as a sculpture in time: a figure that does not merely express, but exists, repeats itself and transforms itself through duration.

This does not mean that emotion was entirely absent from the production. On the contrary, what might ordinarily be perceived as emotional content was displaced from psychological expression into form. Winnie’s tragedy did not arise because the actress displayed overt panic or emotional collapse; it emerged because we witnessed a human body mechanically continuing its everyday rituals while its vital space progressively contracted. The tragic, therefore, was generated through the tension between the persistence of routine and inevitable extinction.

In this respect, Wilson’s production could be set against those critical responses that regarded its aesthetic as excessively cold, calligraphic or de-dramatised. Such an objection is understandable if the success of a Beckett production is measured in terms of psychological identification. Yet Wilson’s approach proposed a different conception of theatrical emotion. Rather than attempting to make Winnie more “human” through the procedures of realism, it allowed her to exist as a stage figure; and it was precisely through this stripping away of psychological and representational excess that the vulnerability of the human condition became perceptible.

Herein lies the essential difference between the two artists. Beckett moves towards abstraction through exhaustion: the exhaustion of action, language, movement and, ultimately, of the human subject’s capacity to transcend its condition. Wilson, by contrast, moves towards abstraction through aesthetic composition. He constructs an intensely controlled world in which every element - light, body, sound, colour and time - acquires an autonomous position within an overall stage score. The two paths do not coincide absolutely, but they converge.

Wilson’s Happy Days in Spoleto should therefore be understood neither as a “betrayal” of Beckett nor as a merely aesthetic illustration of his work. It constitutes a particularly revealing instance of creative convergence. Wilson recognised within Beckett’s dramaturgy something that was already present at its core: the capacity of theatre to transform action into duration, character into body, speech into sound, silence into an event and the stage into an autonomous image.

Ultimately, the affinity between Wilson and Beckett lies in their shared refusal to use the stage as a simple mirror of reality. Both are concerned with a theatre in which form ceases to function as the outer covering of content and becomes content itself. Adriana Asti’s Winnie, immobilised within the abstract and luminous universe created by Wilson, does not need to articulate her tragedy through overt emotional expression. Her continued presence is sufficient. Her immobility becomes action, repetition becomes time, and stage precision becomes another means of revealing the human condition.

02 Σεπτεμβρίου 2026

Δάσκαλοι που γερνούν/Ageing Masters

 Δοκίμιο αρ. 216



Περφόρμερ των Έρσαν Μόνταγκ και Ναντίμ Σάμαν μπροστά στον πίνακα του Λούκας Κράναχ Η Κρήνη της Νεότητας (1546).


Στις 11 Σεπτεμβρίου, η Gemäldegalerie του Βερολίνου υποδέχεται την περφόρμανς Alternde Meister (Δάσκαλοι που γερνούν), μια ιδιαίτερη συμπαραγωγή του Μπερλίνερ Ανσάμπλ και του μουσείου, καλλιτεχνική σύλληψη του Έρσαν Μόνταγκ και του Ναντίμ Σάμαν.

Είκοσι πέντε περφόρμερ χωροθετούνται στις αίθουσες του μουσείου και συνομιλούν άμεσα με τη μόνιμη συλλογή του. Η ομάδα περιλαμβάνει ηθοποιούς, εικαστικούς καλλιτέχνες, τραγουδιστές και χορευτές διαφορετικών γενεών. Μεταξύ των συμμετεχόντων οι Φρανκ Μπίτνερ, Εύα-Μαρία Κέλερ, Σέμα Ποϊράζ, ΓουέστΜπαμ, και Λούις Χόφμαν. Το αποτέλεσμα βρίσκεται στα όρια του θεάτρου, της περφόρμανς και της μουσειακής εμπειρίας. Οι περφόρμερ δεν εμφανίζονται σε μια ξεχωριστή σκηνή αλλά ανάμεσα στους πίνακες, ενταγμένοι στην ίδια την αρχιτεκτονική του ιδρύματος. Τα σώματά τους συνυπάρχουν με τα ζωγραφισμένα σώματα των Παλαιών Δασκάλων, δηλαδή των σημαντικών ζωγράφων που δημιούργησαν από την Αναγέννηση έως περίπου τις αρχές του 19ου αιώνα, και φτιάχνουν ένα ζωντανό tableau vivant, στο οποίο η ζωγραφική και η ανθρώπινη παρουσία αποκτούν νέα σχέση.

Η Gemäldegalerie αποτελεί ιδανικό χώρο για αυτή τη συνάντηση. Η συλλογή περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής εικονογραφίας που σχετίζεται με τον θάνατο, τη θνητότητα, τη μεταμόρφωση και την αναγέννηση. Ταυτόχρονα, το ίδιο το μουσείο έχει ως αποστολή τη διατήρηση των έργων και την προστασία τους από τη φθορά του χρόνου. Εδώ έγκειται μία από τις θεμελιακές αντιθέσεις των Δασκάλων που γερνούν. Οι πίνακες παραμένουν. Τα σώματα των ανθρώπων μεταβάλλονται. Η τέχνη των Παλαιών Δασκάλων διατηρείται μέσα στον χρόνο, ενώ οι σύγχρονοι περφόρμερ ζουν μέσα στον χρόνο και υφίστανται τη φυσική του επίδραση. Έτσι η περφόρμανς συνδέει τον μυθικό και αλληγορικό χρόνο των ζωγραφικών έργων με τον πραγματικό χρόνο της ανθρώπινης ζωής και της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας. Η καλλιτεχνική ορατότητα δεν είναι ποτέ μόνιμη. Κάθε καλλιτέχνης εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική και πολιτιστική στιγμή, αποκτά αναγνωρισιμότητα και κάποια στιγμή απομακρύνεται από το επίκεντρο της προσοχής. Μια νέα γενιά παίρνει τη θέση του.

Ο τίτλος Δάσκαλοι που γερνούν (Alternde Meister) έχει διττή σημασία. Αναφέρεται στους μεγάλους δημιουργούς του παρελθόντος, αλλά και στους σύγχρονους καλλιτέχνες που βρίσκονται αντιμέτωποι με τον χρόνο, τη φθορά, την απώλεια της ορατότητας και την ανάγκη της καλλιτεχνικής επανεφεύρεσης.

Παράλληλα, το έργο προσλαμβάνει μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτιστική διάσταση, καθώς λειτουργεί ως ένα συλλογικό πορτρέτο του Βερολίνου. Η γερμανική πρωτεύουσα έχει συνδέσει, εδώ και δεκαετίες, την εικόνα της με τη νεότητα, την ελευθερία, την καλλιτεχνική πρωτοπορία και τη δυνατότητα μιας διαρκούς νέας αρχής. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, υπάρχουν τα χάσματα μιας πολύπλοκης ιστορίας και οι αμέτρητες προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων που έζησαν - και εξακολουθούν να ζουν - στην πόλη. Οι περφόρμερ αντιπροσωπεύουν αυτή την αντίφαση. Η πόλη μοιάζει να σκηνοθετεί διαρκώς τη νεότητά της, αλλά κάτω από την επιφάνειά της υπάρχουν τα ίχνη πολλών διαφορετικών ζωών. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σώματα της περφόρμανς. Οι ρυτίδες, οι ουλές, η κόπωση και η ευαλωτότητα, αντί να παρουσιάζονται ως σημάδια αποτυχίας ή παρακμής, αποτελούν τεκμήρια μιας ζωής που έχει ήδη βιωθεί.

Οι Δάσκαλοι που γερνούν δεν έχουν την παραδοσιακή δομή μιας θεατρικής παράστασης. Η δράση διαρκεί τριάντα λεπτά, και επαναλαμβάνεται σε συνεχή κύκλο κατά τη διάρκεια του ωραρίου λειτουργίας του μουσείου. Στην αρχή κάθε κύκλου, οι περφόρμερ βρίσκονται ήδη στις αίθουσες. Ο καθένας έχει μια συγκεκριμένη θέση. Κάποιοι κοιμούνται. Άλλοι αναπαύονται. Κάποιοι μοιάζουν νεκροί. Τα σώματά τους βρίσκονται ανάμεσα στους πίνακες και μοιάζουν μέρος της συλλογής. Στη συνέχεια, ένας-ένας, ξυπνούν. Ντύνονται και πραγματοποιούν μια προσωπική δράση. Κάθε σώμα ακολουθεί τη δική του μικρή διαδρομή, ενώ, ταυτόχρονα, εξελίσσεται η δράση των υπολοίπων. Στο τέλος, όλοι συγκεντρώνονται σε κοινό χώρο για μια συλλογική τελετουργία. Μετά την τελετουργία, η ομάδα διαλύεται. Οι περφόρμερ επιστρέφουν στις αίθουσες, και ένας νέος κύκλος αρχίζει. Η μορφή αυτή καταργεί την έννοια του μοναδικού θεατρικού χρόνου. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή έναρξης για όλους τους θεατές ούτε ένα συμβατικό τέλος. Ο επισκέπτης μπορεί να εισέλθει στην περφόρμανς οποιαδήποτε στιγμή. Μπορεί να ακολουθήσει έναν συγκεκριμένο περφόρμερ, να σταματήσει μπροστά σε έναν πίνακα, να μετακινηθεί σε άλλη αίθουσα και να επιστρέψει στη δράση. Ο θεατής παύει να παρακολουθεί μια ενιαία αφήγηση και κατασκευάζει τη δική του διαδρομή μέσα στο έργο.

Η δραματουργική αφετηρία της παράστασης βρίσκεται στον περίφημο πίνακα Η Κρήνη της Νεότητας (1546) του Λούκας Κράναχ (του πρεσβύτερου). Ο Κράναχ παρουσιάζει ηλικιωμένες γυναίκες που οδηγούνται σε μια πέτρινη δεξαμενή. Μετά το λουτρό τους, η ηλικία τους εξαφανίζεται και τα σώματά τους αποκτούν ξανά τη νεανική τους μορφή. Ακολουθούν η περιποίηση, η πλούσια ένδυση και η είσοδος σε έναν κήπο γεμάτο μουσική και χορό. Ο πίνακας μπορεί να διαβαστεί ως αλληγορία της ανθρώπινης επιθυμίας για νίκη απέναντι στον χρόνο και τον θάνατο. Μπορεί, όμως, να διαβαστεί και ως σάτιρα της αυλικής ματαιοδοξίας. Η "αναγέννηση" αφορά κυρίως την εξωτερική εμφάνιση και την επιθυμία της νιότης. Οι Δάσκαλοι που γερνούν δανείζονται από τον ζωγράφο τη δραματουργική ακολουθία της μεταμόρφωσης, της ένδυσης και της συλλογικής συγκέντρωσης. Στη συνέχεια, όμως, ανατρέπουν την πορεία της. Ενώ στον Κράναχ η μεταμόρφωση οδηγεί στη γιορτή, στους Μόνταγκ και Σάμαν οδηγεί στην κηδεία.

Σε κάθε κύκλο ένας περφόρμερ τοποθετείται στο κέντρο. Οι υπόλοιποι συγκεντρώνονται γύρω του και τον πενθούν. Η σκηνή συνοδεύεται από χορωδιακό απόσπασμα από τα Kindertotenlieder του Μάλερ, τον κύκλο τραγουδιών που γράφτηκε μεταξύ 1901 και 1904 πάνω σε ποιήματα του Φρίντριχ Ρίκερτ. Αυτά προέρχονται από την εμπειρία του γονικού πένθους για την απώλεια παιδιών. Η μουσική του Μάλερ προσφέρει στην τελετουργία μια έντονη αίσθηση απώλειας και θρήνου. Ωστόσο, η τελική εικόνα των Kindertotenlieder δεν παραμένει αποκλειστικά μέσα στην απόγνωση. Τα παιδιά επιστρέφουν στο σπίτι και κοιμούνται, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Οι Δάσκαλοι που γερνούν ακολουθούν αυτή την κίνηση και στη συνέχεια την ανατρέπουν. Το πένθος μετατρέπεται σε συλλογικό γέλιο. Το γέλιο σταματά απότομα και η ομάδα παγώνει σε ένα tableau vivant. Για μια στιγμή, το πένθος και η ζωτικότητα συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα. Ύστερα το tableau διαλύεται. Ο περφόρμερ που βρισκόταν στο κέντρο ως "νεκρός" σηκώνεται. Και ο κύκλος αρχίζει ξανά. Ο θάνατος δεν αποτελεί, λοιπόν, το οριστικό τέλος. Η περφόρμανς τον εντάσσει σε έναν κυκλικό μηχανισμό απώλειας, πένθους, ανατροπής και επιστροφής.

Το σώμα συνιστά  εδώ το βασικό πεδίο της καλλιτεχνικής έρευνας. Ο επισκέπτης ενός μουσείου έχει μάθει να παρατηρεί έναν πίνακα με αργό και προσεκτικό βλέμμα. Κοιτάζει τις λεπτομέρειες, την επιφάνεια, το φως, τις μορφές και τα ίχνη του χρόνου πάνω στο έργο. Οι Μόνταγκ και Σάμαν ζητούν από τον θεατή να εφαρμόσει το ίδιο βλέμμα στους περφόρμερ. Οι ρυτίδες, οι ουλές, η κόπωση και η ευαλωτότητα αποκτούν την ίδια αξία με τις λεπτομέρειες ενός πίνακα. Αντί να παρουσιάζεται το σώμα ως αντικείμενο που πρέπει να κρύψει τη φθορά του, η φθορά γίνεται μαρτυρία της ζωής. Σε αυτό συνίσταται και η συνάντηση θεάτρου και μουσείου. Το μουσείο διατηρεί εικόνες ανθρώπων που έζησαν στο παρελθόν. Το θέατρο παρουσιάζει ανθρώπους που ζουν μπροστά μας και μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο. Οι πίνακες προσπαθούν να αντισταθούν στη φθορά μέσω της συντήρησης. Το ανθρώπινο σώμα δεν διαθέτει αυτή την προστασία. Οι Δάσκαλοι που γερνούν μετατρέπουν αυτή τη διαφορά σε θεατρικό γεγονός. Μέσα στις αίθουσες της Gemäldegalerie, τα ζωγραφισμένα σώματα των Παλαιών Δασκάλων συναντούν τα πραγματικά σώματα των σύγχρονων περφόρμερ. Η εικόνα συναντά την παρουσία. Η ακινησία συναντά την κίνηση. Η διατήρηση συναντά τη φθορά. Ο θάνατος συναντά την επιστροφή. Και το μουσείο, ένας χώρος που έχει ως αποστολή να προστατεύει την τέχνη από τον χρόνο, μετατρέπεται σε έναν χώρο όπου ο ίδιος ο χρόνος γίνεται το αντικείμενο της παράστασης.

Στην περφόρμανς των Μόνταγκ και Σάμαν, η γήρανση δεν αντιμετωπίζεται ως απλή βιολογική διαδικασία. Οι δημιουργοί τη συνδέουν με την καλλιτεχνική μνήμη, την πολιτιστική ορατότητα, την απώλεια, την επιθυμία για ανανέωση και την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέφει ξανά και ξανά στη ζωή. Στις 11 Σεπτεμβρίου, οι Παλαιοί Δάσκαλοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με έναν νέο τύπο "έργου τέχνης": το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, με όλη τη φθορά, την ιστορία και τη ζωντανή του παρουσία.





September 2, 2026

Ageing Masters

Essay No. 216



Performers in Ersan Mondtag and Nadim Samman’s Alternde Meister before Lucas Cranach the Elder’s The Fountain of Youth (1546).


On 11 September, Berlin’s Gemäldegalerie will host Alternde Meister (Ageing Masters), a distinctive co-production between the Berliner Ensemble and the museum, conceived by Ersan Mondtag and Nadim Samman.

Twenty-five performers will be positioned throughout the museum’s galleries, entering into direct dialogue with its permanent collection. The group brings together actors, visual artists, singers and dancers from different generations. Among the participants are Frank Büttner, Eva-Maria Keller, Sema Poyraz, WestBam and Louis Hofmann. The result lies at the intersection of theatre, performance and the museum experience. The performers do not appear on a separate stage but among the paintings, integrated into the very architecture of the institution. Their bodies coexist with the painted bodies of the Old Masters - that is, the major European painters who worked from the Renaissance to approximately the beginning of the nineteenth century - and form a living tableau vivant in which painting and human presence acquire a new relationship.

The Gemäldegalerie is an ideal setting for such an encounter. Its collection contains a substantial body of European imagery concerned with death, mortality, transformation and rebirth. At the same time, the museum itself is devoted to preserving works of art and protecting them from the effects of time. Here lies one of the fundamental tensions at the heart of Alternde Meister. The paintings remain. Human bodies change. The art of the Old Masters survives through time, whereas contemporary performers live within time and are subject to its physical effects. The performance thus brings together the mythical and allegorical temporality of painting with the actual time of human life and artistic careers. Artistic visibility is never permanent. Every artist emerges within a particular historical and cultural moment, acquires recognition and eventually recedes from the centre of attention. A new generation takes their place.

The title Alternde Meister (Ageing Masters) carries a double meaning. It refers to the great masters of the past, but also to contemporary artists who confront time, physical decline, the loss of visibility and the need for artistic reinvention.

At the same time, the work acquires a broader social and cultural dimension, functioning as a collective portrait of Berlin. For decades, the German capital has associated its image with youth, freedom, artistic experimentation and the possibility of a perpetual new beginning. Behind this image, however, lie the fractures of a complex history and the countless individual trajectories of those who have lived - and continue to live - in the city. The performers embody this contradiction. The city appears perpetually to stage its own youth, yet beneath its surface remain the traces of many different lives. The same is true of the bodies in the performance. Wrinkles, scars, fatigue and vulnerability are not presented as signs of failure or decline, but as evidence of a life already lived.

Alternde Meister does not follow the conventional structure of a theatrical performance. The action lasts thirty minutes and repeats in an uninterrupted cycle throughout the museum’s opening hours. At the beginning of each cycle, the performers are already present in the galleries. Each occupies a specific position. Some are asleep. Others are resting. Some appear to be dead. Their bodies lie among the paintings, seemingly absorbed into the collection. One by one, they awaken. They dress and undertake an individual action. Each body follows its own small trajectory while the actions of the others unfold simultaneously. At the end, they gather in a common space for a collective ritual. After the ritual, the group disperses. The performers return to the galleries and a new cycle begins.

This structure abolishes the notion of a single theatrical time. There is no prescribed moment at which all spectators must enter, nor is there a conventional ending. Visitors may enter the performance at any point. They may follow a particular performer, pause before a painting, move into another gallery and return to the action. The spectator ceases to follow a single, unified narrative and instead constructs an individual trajectory through the work.

The dramaturgical point of departure for the performance is Lucas Cranach the Elder’s celebrated painting The Fountain of Youth (1546). Cranach depicts elderly women being led towards a stone basin. After bathing, their age disappears and their bodies regain their youthful form. Grooming and sumptuous clothing follow, before they enter a garden filled with music and dance. The painting can be read as an allegory of the human desire to overcome time and death. It can also be understood as a satire of courtly vanity. The “rebirth” concerns primarily outward appearance and the desire for youth. Alternde Meister borrows from Cranach the dramaturgical sequence of transformation, dressing and collective assembly, but then reverses its trajectory. Whereas in Cranach transformation leads to celebration, in Mondtag and Samman it leads to a funeral.

In each cycle, one performer is placed at the centre. The others gather around them and mourn. The scene is accompanied by a choral excerpt from Mahler’s Kindertotenlieder, the song cycle composed between 1901 and 1904 to poems by Friedrich Rückert. Rückert’s poems arose from the experience of parental grief following the loss of children. Mahler’s music lends the ritual an intense sense of loss and mourning. Yet the final image of the Kindertotenlieder does not remain exclusively within despair. The children return home and sleep, as if nothing had happened. Alternde Meister follows this movement and then overturns it. Mourning gives way to collective laughter. The laughter suddenly stops and the group freezes into a tableau vivant. For a moment, grief and vitality coexist within the same image. Then the tableau dissolves. The performer who had occupied the centre as the “dead” figure rises. The cycle begins again. Death, therefore, does not constitute an absolute ending. The performance incorporates it into a circular mechanism of loss, mourning, reversal and return.

The body is the central field of artistic enquiry. Museum visitors are accustomed to observing a painting with a slow and attentive gaze. They examine its details, surface, light, figures and traces of time. Mondtag and Samman ask the spectator to apply the same gaze to the performers. Wrinkles, scars, fatigue and vulnerability acquire a value comparable to the details of a painting. Rather than presenting the body as an object that must conceal its deterioration, the performance turns deterioration into testimony to a life.

This is also where theatre and the museum encounter one another. The museum preserves images of people who lived in the past. Theatre presents people who are alive before us and who change through time. Paintings attempt to resist deterioration through conservation. The human body has no such protection. Alternde Meister turns this difference into a theatrical event.

Within the galleries of the Gemäldegalerie, the painted bodies of the Old Masters encounter the actual bodies of contemporary performers. Image meets presence. Stillness meets movement. Preservation meets deterioration. Death meets return. And the museum - a space whose very purpose is to protect art from time - becomes a space in which time itself becomes the subject of the performance.

In Mondtag and Samman’s performance, ageing is not treated merely as a biological process. The artists connect it with artistic memory, cultural visibility, loss, the desire for renewal and the human need to return, again and again, to life. On 11 September, the Old Masters will encounter a new kind of “work of art”: the human body itself, with all its deterioration, history and living presence.

29 Αυγούστου 2026

Μια ανατρεπτική "Τόσκα"/A subversive "Tosca"

 Δοκίμιο αρ. 215



Ο Γιόνας Κάουφμαν στον ρόλο του Καβαραντόσι, σκηνοθετεί τολμηρά σαν άλλος Παζολίνι, στην πρώτη πράξη της Τόσκα του Πουτσίνι και του Μουντρούτσο.


Το 2024, η Κρατική Όπερα της Βαυαρίας παρουσίασε μια από τις πιο συζητημένες και ριζοσπαστικές παραγωγές της σύγχρονης λυρικής σκηνής: ανέθεσε στον διεθνώς αναγνωρισμένο σκηνοθέτη του θεάτρου και του κινηματογράφου Κορνέλ Μουντρούτσο την αναμέτρηση με την Τόσκα του Τζάκομο Πουτσίνι. Η παραγωγή, που έκανε πρεμιέρα τον Μάιο και παρουσιάστηκε εκ νέου το καλοκαίρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Όπερας του Μονάχου, επεδίωξε να προσφέρει μια φρέσκια, σύγχρονη ματιά σε ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, απορρίπτοντας τα παραδοσιακά ιστορικά κοστούμια και το σκηνικό της Ρώμης του 1800. Η μουσική διεύθυνση ανατέθηκε στον Αντρέα Μπατιστόνι, ο οποίος καθοδήγησε την Κρατική Ορχήστρα της Βαυαρίας με έντονο δραματικό παλμό και διατήρησε τη λυρική ένταση της παρτιτούρας απέναντι σε μια εξαιρετικά απαιτητική σκηνική δράση. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους χρησιμοποιήθηκε ένα καστ παγκόσμιας εμβέλειας, με την Ελεονόρα Μπουράτο στο ντεμπούτο της ως Τόσκα, τον Τσαρλς Καστρονόβο ως Καβαραντόσι στην πρεμιέρα και τον Γιόνας Κάουφμαν στις μεταγενέστερες παραστάσεις του καλοκαιριού, και τον βαρύτονο Λουντοβίκ Τεζιέ να ενσαρκώνει τον Βαρόνο Σκάρπια. Το οπτικό και χωρικό περιβάλλον διαμορφώθηκε από τα πολυεπίπεδα σκηνικά-κοστούμια της Μόνικα Πορμάλε και τους φωτισμούς του Φελίτσε Ρος, ενώ κομβικό ρόλο στην αφήγηση διαδραμάτισε η χρήση προβολών βίντεο του Ρούντολφς Μπαλτίνς.

Η σκηνοθετική άποψη του Μουντρούτσο στηρίχθηκε σε μια ριζική πολιτική επανερμηνεία, καθώς ο σκηνοθέτης μετέθεσε το βασικό χρονικό πλαίσιο της δράσης από τις απαρχές του 19ου αιώνα στο 1975, το έτος κατά το οποίο ο Πιερ Πάολο Παζολίνι ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του Σαλό και δολοφονήθηκε, δηλαδή σε μια περίοδο σημαδεμένη από πολιτική τρομοκρατία, κοινωνική αναταραχή και τη διάχυτη αίσθηση του κρατικού αυταρχισμού. Το κεντρικό concept της παράστασης βασίστηκε σε μια ευφυή αλληγορική σύζευξη της όπερας του Πουτσίνι με το κινηματογραφικό σύμπαν του Παζολίνι και, ειδικότερα, με την εν λόγω ταινία. Μέσα από αυτή τη μεταφορά, ο Μάριο Καβαραντόσι έπαψε να είναι ένας παραδοσιακός εκκλησιαστικός ζωγράφος και μετατράπηκε σε έναν αριστερό, αντισυμβατικό διανοούμενο καλλιτέχνη της εικόνας -ένα σαφές alter ego του Παζολίνι- ο οποίος χρησιμοποιεί τον ιερό χώρο ως πλατό για το γύρισμα μιας τολμηρής ταινίας. Τα γυμνά μοντέλα του, νεαροί άνδρες και γυναίκες σε προκλητικές στάσεις, αναπαριστούν την υποδούλωση του σώματος στην εξουσία, κάτι που προσδίδει στη ζήλια της Τόσκα μια νέα διάσταση, καθώς εκείνη έρχεται αντιμέτωπη όχι με μια θρησκευτική εικόνα αλλά με το ανατρεπτικό καλλιτεχνικό όραμα του εραστή της. Η τέχνη ορίζεται εδώ ως πράξη πολιτικής αντίστασης, γεγονός που καθιστά τον δημιουργό της άμεσο στόχο του καθεστώτος.

Στο πλαίσιο αυτού του ολοκληρωτικού μηχανισμού, ο Βαρόνος Σκάρπια μεταφέρεται σε ένα αυταρχικό αστυνομικό σύστημα εξουσίας, το οποίο παραπέμπει στο πολιτικό κλίμα της Ιταλίας της δεκαετίας του 1970 και στη βία που διατρέχει το σύμπαν του Σαλό. Στη δεύτερη πράξη, η βία αποτυπώνεται με νατουραλιστική ωμότητα, καθώς τα βασανιστήρια του Καβαραντόσι δεν λαμβάνουν χώρα σε κάποιο μακρινό, αόρατο μπουντρούμι, αλλά σε έναν υπόγειο χώρο κάτω από το γραφείο του Σκάρπια, ο οποίος παραμένει ορατός στο κοινό. Έτσι ο εκβιασμός προς την Τόσκα προσλαμβάνει μια αποτρόπαιη υπόσταση, ευθυγραμμισμένη τρόπον τινά με τη σκληρότητα των σκηνών του Σαλό.

Η σκηνοθεσία ενσωματώνει τη χρήση κινηματογραφικών συνεργείων και καμερών πάνω στη σκηνή, τα οποία όμως λειτουργούν κυρίως ως δομικά σκηνικά στοιχεία παρά ως μέσα ζωντανής καταγραφής. Αντίθετα με την εντύπωση μιας συνεχούς ροής κλειστού κυκλώματος, οι κάμερες εξυπηρετούν την ψευδαίσθηση της κινηματογραφικής διαδικασίας κατά την πρώτη πράξη. Στη μεγάλη οθόνη προβάλλεται ένα αυτόνομο, προβιντεοσκοπημένο υλικό από ταινίες του Παζολίνι (Mamma Roma, Teorema, Medea).

Η κορύφωση της αποδόμησης της θεατρικής ψευδαίσθησης συντελείται στην τρίτη πράξη, όπου ο Μουντρούτσο απομακρύνεται από τη συμβατική, λυτρωτική εκδοχή του φινάλε και μετατρέπει την τελική σκηνή σε μια εικόνα ακραίας εσωτερικής συντριβής. Η εκτέλεση του Καβαραντόσι παρουσιάζεται με ψυχρότητα, μέσα σε ένα γκρίζο και απογυμνωμένο σκηνικό περιβάλλον, στερημένο από κάθε ίχνος ρομαντικής εξιδανίκευσης. Όταν η Τόσκα συνειδητοποιεί τον θάνατο του αγαπημένου της, η σκηνοθεσία ανατρέπει την αναμενόμενη θεατρική εικόνα του άλματος από τα τείχη του Καστέλ Σαντ'Άντζελο: το άλμα δεν αναπαρίσταται κυριολεκτικά, αλλά μεταφράζεται σε μια ακραία σκηνική εικόνα, μέσα από μια εκρηκτική οπτικοποίηση του αίματος και της βίας. Έτσι, το φινάλε δεν λειτουργεί πλέον ως μια πράξη λυτρωτικής διαφυγής από τη βία, αλλά ως η δραματική αποτύπωση μιας συντριβής που είναι ταυτόχρονα ψυχική, υπαρξιακή και πολιτική. Η Τόσκα βρίσκεται αντιμέτωπη με το απόλυτο κενό, ενώ η τέχνη -που στην παράσταση έχει προηγουμένως παρουσιαστεί ως πράξη αντίστασης- αποδεικνύεται ανήμπορη να αναχαιτίσει τη βία του μηχανισμού της εξουσίας.

Η υποδοχή της παραγωγής από τον διεθνή τύπο, που υπήρξε έντονα διχασμένη, αποτύπωσε τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στις παραδοσιακές αξίες της όπερας και το σύγχρονο θέατρο του σκηνοθέτη (Regietheater). Οι αρνητικές κριτικές εστιάστηκαν στην αίσθηση ότι η έντονη πολιτική πραγματολογία και η παρουσία των βιντεοπροβολών αποσπούσαν την προσοχή από τη μουσική δραματουργία του Πουτσίνι. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια εμβληματικών σημείων, όπως η άρια "E lucevan le stelle", οι προβολές θεωρήθηκαν από ορισμένους κριτικούς παράγοντας οπτικής υπερφόρτωσης, που αποσπούσε την προσοχή από τη ζωντανή ερμηνεία. Παράλληλα, επισημάνθηκαν οι εγγενείς αναχρονιστικές αντιφάσεις του εγχειρήματος, κατά τις οποίες το λιμπρέτο αναφέρεται ρητά στη μάχη του Μαρένγκο του 1800, ενώ η σκηνική πραγματικότητα χρησιμοποιεί "Polaroid" και αναφορές στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Στον αντίποδα, οι υποστηρικτές της παράστασης εξήραν την τόλμη του Μουντρούτσο να αφαιρέσει τα ρομαντικά κλισέ και να αναδείξει τον αυθεντικό, σκοτεινό πυρήνα της εξουσίας, μετατρέποντας το έργο σε ένα σύγχρονο υπαρξιακό δοκίμιο.

Παρά τις αντιδράσεις για τη σκηνοθεσία, οι βασικοί ερμηνευτές απέσπασαν κατά κανόνα πολύ θετικές κριτικές, ενώ και η διεύθυνση του Μπατιστόνι αναγνωρίστηκε για τον δραματικό της παλμό, αν και δεν έλειψαν οι ενστάσεις για την ένταση της ορχήστρας. Ο Κάουφμαν, παρότι κλήθηκε να κινηθεί σε ένα υποκριτικά άβολο πλαίσιο που περιόριζε την παραδοσιακή ηρωική φύση του ρόλου του, επαινέθηκε για τη φωνητική του γκάμα και τη δραματική του ακρίβεια. Η Μπουράτο κέρδισε τις εντυπώσεις με το ψυχολογικό βάθος της ερμηνείας της, ενώ ο Τεζιέ αποθεώθηκε ως ο απόλυτος θριαμβευτής της παράστασης επειδή κατόρθωσε να συνδυάσει τη φωνητική κυριαρχία με την απόδοση ενός τρομακτικού και σαδιστικού χαρακτήρα.

Η παραγωγή της Τόσκα από την Κρατική Όπερα της Βαυαρίας μάς απέδειξε ότι η όπερα παραμένει ζωντανός οργανισμός, ικανός να αναδεικνύει τη διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση και τη βία της εξουσίας.





August 29, 2026

A subversive "Tosca"

Essay No. 215


Jonas Kaufmann, as Cavaradossi, boldly takes on the role of a director in the manner of Pasolini, in the first act of Puccini’s and Mundruczó’s Tosca.


In 2024, the Bavarian State Opera presented one of the most discussed and radical productions of the contemporary operatic stage, entrusting the internationally acclaimed theatre and film director Kornél Mundruczó with a new confrontation with Giacomo Puccini’s Tosca. The production, which premiered in May and was subsequently presented again during the summer as part of the Munich Opera Festival, sought to offer a fresh, contemporary perspective on one of the most popular works in the international repertoire, rejecting the conventional historical costumes and the Rome of 1800 as its scenic setting. The musical direction was entrusted to Andrea Battistoni, who led the Bavarian State Orchestra with considerable dramatic impetus while preserving the lyrical intensity of Puccini’s score in the face of an exceptionally demanding stage action. The principal cast brought together performers of international stature: Eleonora Buratto made her debut as Tosca; Charles Castronovo sang Cavaradossi at the premiere, with Jonas Kaufmann taking over the role in subsequent summer performances; and the French baritone Ludovic Tézier portrayed Baron Scarpia. The visual and spatial environment was shaped by Monika Pormale’s multilayered sets and costumes and Felice Ross’s lighting, while video projections by Rūdolfs Baltiņš played a crucial role in the dramaturgy.

Mundruczó’s directorial conception was founded upon a radical political reinterpretation. He shifted the principal temporal framework of the action from the beginning of the nineteenth century to 1975, the year in which Pier Paolo Pasolini completed the filming of Salò, or the 120 Days of Sodom and was murdered - a period marked by political terrorism, social unrest, and a pervasive sense of authoritarian state power. The production’s central concept rested upon an ingenious allegorical fusion of Puccini’s opera with Pasolini’s cinematic universe, and more specifically with that particular film. Through this transposition, Mario Cavaradossi ceases to be a conventional church painter and becomes instead a left-wing, unconventional intellectual and image-maker -an unmistakable alter ego of Pasolini- who uses the sacred space as a film set for the production of a daring film. His nude models, young men and women arranged in provocative poses, evoke the subjugation of the body to power, thereby giving Tosca’s jealousy a new dimension: she confronts not a religious image, but the radical artistic vision of her lover. Art is thus defined as an act of political resistance, making its creator an immediate target of the regime.

Within this totalitarian mechanism, Baron Scarpia is relocated into an authoritarian system of police power that evokes the political climate of Italy in the 1970s and the violence permeating the universe of Salò. In the second act, violence is rendered with almost naturalistic brutality: Cavaradossi’s torture does not take place in some distant, invisible dungeon, but in an underground space beneath Scarpia’s office, which remains visible to the audience. Tosca’s coercion therefore acquires an appalling physical immediacy, aligning, in a sense, with the brutality of Pasolini’s film.

The production incorporates a film crew and cameras directly into the stage action, transforming the first act into a cinematic environment. Rather than functioning merely as technological accessories, the cameras and filming equipment become part of the scenographic apparatus and contribute to the illusion of an ongoing film production. On the large screen, meanwhile, pre-recorded material from Pasolini’s films 'including Mamma Roma, Teorema, and Medea- is projected. The cinematic images do not simply illustrate the action; they establish a parallel visual and ideological discourse, bringing the world of Puccini into dialogue with Pasolini’s exploration of the body, desire, violence, and power.

The culmination of the production’s dismantling of theatrical illusion occurs in the third act, where Mundruczó departs from the conventional, ostensibly cathartic resolution and transforms the final scene into an image of extreme inner devastation. Cavaradossi’s execution is presented with chilling restraint, within a grey and stripped-down scenic environment deprived of any trace of romantic idealisation. When Tosca realises that her beloved is dead, the production overturns the expected theatrical image of her leap from the walls of Castel Sant’Angelo: the leap is not represented literally, but translated into an extreme stage image through an explosive visualisation of blood and violence. The ending therefore ceases to function as an act of cathartic escape from violence and instead becomes the dramatic embodiment of a collapse that is simultaneously psychological, existential, and political. Tosca is confronted with absolute emptiness, while art -which the production has previously presented as an act of resistance- is ultimately revealed as powerless to halt the violence of the machinery of power.

The production’s reception in the international press was markedly divided, reflecting the persistent conflict between opera’s traditional aesthetic values and the contemporary director-driven approach associated with Regietheater. Negative responses focused on the perception that the production’s emphatic political framing and extensive use of video projections distracted from Puccini’s musical dramaturgy. Particularly during iconic moments such as the aria “E lucevan le stelle”, the projections were regarded by some critics as a source of visual overload that diverted attention from the live performance. At the same time, critics pointed to the production’s inherent anachronistic tensions: while the libretto explicitly refers to the Battle of Marengo in 1800, the stage world incorporates Polaroid cameras and references to the Red Brigades. Conversely, supporters praised Mundruczó’s courage in stripping away the romantic clichés surrounding Tosca and exposing what they regarded as the work’s darker core: the mechanisms of domination, coercion, and political violence. In this reading, Puccini’s opera becomes something approaching a contemporary existential essay.

Despite the controversy surrounding the direction, the principal singers received predominantly positive reviews, while Battistoni’s conducting was recognised for its dramatic momentum, even though some critics objected to the intensity of the orchestral sound. Jonas Kaufmann, although required to operate within a deliberately uncomfortable theatrical framework that constrained the conventional heroic dimension of Cavaradossi, was praised for the breadth of his vocal resources and his dramatic precision. Eleonora Buratto impressed with the psychological depth of her portrayal, while Ludovic Tézier emerged as the production’s most celebrated performer, combining vocal authority with a terrifyingly controlled embodiment of Scarpia’s sadistic character.

Mundruczó’s Tosca ultimately demonstrates that opera remains a living artistic organism, capable of exposing, through the collision of music, theatre, cinema, and political memory, the enduring conflict between artistic freedom and the violence of power.