10 Ιουνίου 2026

Μποστ: ο μέγας σατιρικός του νεοελληνικού παραλόγου

Δοκίμιο αρ. 191



Ψηφιακή επικαιροποίηση γελοιογραφίας του Μποστ...
Η μελέτη των πορτρέτων της Μαμάς Ελλάδας, του Πειναλέοντα και της Ανεργίτσας μάς οδηγεί σε ένα αναπόφευκτο και μάλλον μελαγχολικό συμπέρασμα: ο Μποστ δεν δημιούργησε χαρακτήρες μιας εποχής, αλλά χαρακτήρες-αρχέτυπα με τρομακτική διάρκεια στον χρόνο. Αν δηλαδή οι φιγούρες αυτές σχεδιάστηκαν για να σχολιάσουν την επικαιρότητα του 1950 και του 1960, η ουσία τους αποδείχθηκε απολύτως διαχρονική. Σε κάθε μεταγενέστερη κρίση που πέρασε η ελληνική κοινωνία, οι φιγούρες του Μποστ επέστρεφαν αυτούσιες στη συλλογική μνήμη. Η ανάγκη να κρύβουμε τα προβλήματα κάτω από το χαλί της εθνικής υπερηφάνειας, η τάση να επιδεικνύουμε έναν πλούτο ή μια ανάπτυξη που βασίζεται σε δανεικά και μπαλώματα, και η εξοικείωση με την ανεργία και την οικονομική στενότητα είναι φαινόμενα που η ελληνική κοινωνία ξαναβρήκε μπροστά της πολλές δεκαετίες αργότερα. Αυτή ακριβώς είναι η σφραγίδα του μεγάλου δημιουργού. Ο Μποστ πέτυχε, χρησιμοποιώντας το χιούμορ ως νυστέρι, να κάνει μια βαθιά τομή στο σώμα της νεοελληνικής πραγματικότητας. Μας ανάγκασε να κοιτάξουμε στον καθρέφτη και να γελάσουμε με τα χάλια μας, προσφέροντάς μας όμως ταυτόχρονα μια λυτρωτική και τρυφερή κατανόηση της ανθρώπινης και εθνικής μας αδυναμίας. Η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα θα παραμένουν πάντα εκεί, ζωντανοί, για να μας θυμίζουν ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε και ποιες είναι οι μόνιμες, ένδοξες αλλά και ρακένδυτες αντιφάσεις μας.


Το έργο του Χρύσανθου Μέντη Μποσταντζόγλου, του γνωστού σε όλους ως Μποστ, κατέχει μοναδική θέση στην ιστορία της νεοελληνικής τέχνης. Γελοιογράφος, ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας και οξυδερκής παρατηρητής της ελληνικής πραγματικότητας, δημιούργησε ένα προσωπικό καλλιτεχνικό σύμπαν στο οποίο το γέλιο συνυπάρχει με την πίκρα, η σάτιρα με την κοινωνική κριτική και η λαϊκή παράδοση με μια σχεδόν υπαρξιακή αίσθηση του παραλόγου. Γεννημένος το 1918 στην Κωνσταντινούπολη και εγκατεστημένος από νεαρή ηλικία στην Αθήνα, ο Μποστ διαμόρφωσε την καλλιτεχνική του ταυτότητα έξω από τις συμβάσεις της επίσημης αισθητικής και της ακαδημαϊκής τέχνης. Επηρεασμένος από τη λαϊκή ζωγραφική, τον Θεόφιλο, τον Καραγκιόζη και τη δημοτική παράδοση, ανέπτυξε ένα ύφος αμέσως αναγνωρίσιμο, με το οποίο η σκόπιμη αδεξιότητα του σχεδίου και η ανορθόγραφη γραφή μετατρέπονται σε εργαλεία αποδόμησης της κοινωνικής και πολιτικής πραγματικότητας.

Η Ελλάδα των δεκαετιών του 1950 και του 1960, κατά τις οποίες γεννήθηκαν οι πιο εμβληματικές δημιουργίες του, ήταν μια χώρα βαθιά τραυματισμένη. Η Κατοχή και ο Εμφύλιος είχαν αφήσει πίσω τους οικονομική εξαθλίωση, πολιτικό διχασμό και κοινωνική ανασφάλεια. Η φτώχεια και η ανεργία αποτελούσαν καθημερινή εμπειρία για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, ενώ η μετανάστευση παρουσιαζόταν συχνά ως η μοναδική διέξοδος. Την ίδια στιγμή, ο επίσημος δημόσιος λόγος καλλιεργούσε μια εικόνα εθνικής υπερηφάνειας και ιστορικού μεγαλείου, προβάλλοντας διαρκώς το ένδοξο παρελθόν ως υποκατάστατο ενός προβληματικού παρόντος. Ο Μποστ αντιλήφθηκε με εξαιρετική οξύτητα αυτό το χάσμα ανάμεσα στη ρητορική και την πραγματικότητα. Για να το αναδείξει, δημιούργησε μια από τις πιο ευφυείς αλληγορίες της νεοελληνικής σάτιρας: τη μικρή οικογένεια της Μαμάς Ελλάδος, του Πειναλέοντα και της Ανεργίτσας.

Η Μαμά Ελλάς βρίσκεται στο κέντρο αυτού του σύμπαντος. Πρόκειται για την προσωποποίηση του ελληνικού κράτους αλλά και της ίδιας της εθνικής ιδεολογίας. Η μορφή της είναι χτισμένη πάνω σε μια θεμελιώδη αντίφαση. Φορά περικεφαλαία, κρατά σημαίες και σύμβολα που παραπέμπουν στην αρχαιότητα και στην εθνική δόξα, όμως ταυτόχρονα εμφανίζεται ρακένδυτη, με σκισμένα ρούχα, μπαλώματα και σημάδια φτώχειας. Είναι η Ελλάδα που καυχιέται για τους προγόνους της ενώ αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή ζωή στα παιδιά της. Είναι μια μητέρα που δεν παύει να αγαπά, αλλά δεν μπορεί να προστατεύσει. Η ειρωνεία του Μποστ δεν στρέφεται εναντίον της ίδιας της πατρίδας αλλά εναντίον της ψευδαίσθησης που την περιβάλλει. Η Μαμά Ελλάς ζει μέσα σε έναν κόσμο συμβόλων, επετείων και εθνικών θριάμβων, την ίδια στιγμή που βρίσκεται αντιμέτωπη με τη φτώχεια και την κοινωνική δυσπραγία. Η τραγικωμική της υπόσταση αποτυπώνει την αδυναμία του μεταπολεμικού ελληνικού κράτους να συμφιλιώσει το ένδοξο παρελθόν με τις ανάγκες του παρόντος.

Δίπλα της στέκεται ο Πειναλέων, ίσως η πιο συγκινητική μορφή του μποστικού κόσμου. Το όνομά του συμπυκνώνει ολόκληρη την ειρωνική στρατηγική του δημιουργού του. Η λέξη «πείνα» συνδυάζεται με το όνομα του Ναπολέοντα, δημιουργώντας μια φιγούρα που ενώνει τη μεγαλομανία με την εξαθλίωση. Ο Πειναλέων είναι ένα καχεκτικό παιδί, συχνά ξυπόλυτο, ντυμένο με κουρέλια, το οποίο όμως φορά ένα χάρτινο στέμμα σαν να πρόκειται για πρίγκιπα. Η εικόνα αυτή αποτελεί μια από τις πιο εύστοχες αλληγορίες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Ο Πειναλέων υποφέρει από υλική στέρηση αλλά εξακολουθεί να πιστεύει στο μεγαλείο του. Τρέφεται με εθνικούς μύθους αντί για ψωμί και με υποσχέσεις αντί για πραγματικές προοπτικές. Μέσα από τη μορφή του ο Μποστ σατιρίζει μια κοινωνία που εκπαιδεύτηκε να αντλεί αυτοπεποίθηση από το παρελθόν, ενώ παρέμενε ανήμπορη να αντιμετωπίσει τις πιεστικές ανάγκες του παρόντος. Ωστόσο ο Πειναλέων δεν είναι μια αρνητική φιγούρα. Η αφέλεια, η καλοσύνη και η παιδική του πίστη τον καθιστούν ταυτόχρονα αντικείμενο συμπάθειας και φορέα μιας βαθιάς κοινωνικής αλήθειας.

Η τρίτη μορφή της οικογένειας, η Ανεργίτσα, συμπληρώνει την αλληγορία. Όπως και ο αδελφός της, φέρει ήδη στο όνομά της τη μοίρα της. Αντιπροσωπεύει την ανεργία, την έλλειψη προοπτικής και την κοινωνική αβεβαιότητα που χαρακτήριζαν την καθημερινότητα χιλιάδων ανθρώπων στη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Η παρουσία της αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή μεταφέρει τη σάτιρα από το επίπεδο της οικονομικής δυσπραγίας στο επίπεδο της κοινωνικής ματαίωσης. Η Ανεργίτσα είναι νέα, αλλά δεν διαθέτει μέλλον. Βρίσκεται στο κατώφλι της ζωής χωρίς να μπορεί να προχωρήσει. Μέσα από αυτή τη μορφή ο Μποστ σχολιάζει όχι μόνο την ανεργία ως οικονομικό φαινόμενο αλλά και την αίσθηση ακινησίας που χαρακτήριζε μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων. Όπως και ο Πειναλέων, παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν κόσμο υποσχέσεων που δεν πραγματοποιούνται ποτέ.

Η ιδιοφυΐα του Μποστ φυσικά δεν βρίσκεται μόνο στη δημιουργία αυτών των τριών χαρακτήρων αλλά και στον τρόπο με τον οποίο τους εντάσσει σε μια ενιαία δραματουργία της ελληνικής κοινωνίας. Η Μαμά Ελλάς, ο Πειναλέων και η Ανεργίτσα λειτουργούν ως μικρογραφία του ελληνικού κράτους και των πολιτών του. Η μητέρα αδυνατεί να εξασφαλίσει τα στοιχειώδη στα παιδιά της, ενώ τα παιδιά εξακολουθούν να την ακολουθούν με πίστη και αφοσίωση. Η σχέση τους συγκροτεί ένα διαρκές θέατρο του παραλόγου, όπου η εθνική υπερηφάνεια συνυπάρχει με την οικονομική ανέχεια, οι μεγάλες ιδέες με τα καθημερινά αδιέξοδα και οι ηρωικές αφηγήσεις με τη σκληρή πραγματικότητα.

Η διαχρονική δύναμη αυτών των μορφών οφείλεται ακριβώς στο γεγονός ότι υπερβαίνουν τη συγκυρία μέσα στην οποία γεννήθηκαν. Παρότι προέρχονται από τη μετεμφυλιακή Ελλάδα, εξακολουθούν να μοιάζουν οικείες και στις μεταγενέστερες γενιές. Η Μαμά Ελλάς παραμένει το σύμβολο μιας χώρας που συχνά καταφεύγει στους μύθους της για να αποφύγει τις αντιφάσεις της, ο Πειναλέων εξακολουθεί να θυμίζει τον πολίτη που συντηρείται με υποσχέσεις μεγαλείου, η Ανεργίτσα ενσαρκώνει τη διαρκή ανασφάλεια και την αίσθηση ενός μέλλοντος που συνεχώς αναβάλλεται. Μέσα από αυτές τις τρεις φιγούρες ο Μποστ πέτυχε κάτι εξαιρετικά σπάνιο: να μετατρέψει την επικαιρική γελοιογραφία σε διαχρονική κοινωνική αλληγορία. Το έργο του δεν αποτελεί απλώς ένα μνημείο πολιτικής σάτιρας, αλλά μια βαθιά τομή στην ελληνική αυτογνωσία, με το γέλιο να γίνεται τρόπος κατανόησης μιας συλλογικής μοίρας γεμάτης αντιφάσεις, ψευδαισθήσεις και ανεκπλήρωτες υποσχέσεις.

09 Ιουνίου 2026

Ένα μνημείο για την ανθρώπινη επαφή/Marina and Ulay: The Silent Reunion

 Δοκίμιο αρ. 190




Στην ιστορία της σύγχρονης τέχνης, ελάχιστες στιγμές έχουν καταφέρει να γεφυρώσουν το χάσμα ανάμεσα στην καλλιτεχνική περφόρμανς και την ωμή, αφιλτράριστη ανθρώπινη αλήθεια με τον τρόπο που το πέτυχε η συνάντηση της Μαρίνας Αμπράμοβιτς και του Ulay το 2010, στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης (MoMA). Στο πλαίσιο του έργου The Artist is Present, η Αμπράμοβιτς επέβαλε στον εαυτό της μια ακραία δοκιμασία πνευματικής και σωματικής αντοχής: 736 ώρες απόλυτης ακινησίας και σιωπής, προσφέροντας το βλέμμα της ως καθρέφτη στις ψυχές των αγνώστων που κάθονταν απέναντί της. Ωστόσο, η είσοδος του Ulay στον χώρο μεταμόρφωσε την περφόρμανς από έργο εννοιολογικής τέχνης σε συγκλονιστικό μνημείο αληθινής ανθρώπινης επαφής.

Για να κατανοήσουμε καλύτερα το βάρος εκείνων των λεπτών, πρέπει να ανατρέξουμε στο κοινό παρελθόν των δύο καλλιτεχνών. Κατά τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, η Αμπράμοβιτς και ο Ulay δεν υπήρξαν απλώς σύντροφοι, αλλά ένα ενιαίο καλλιτεχνικό σώμα. Εξερεύνησαν τα όρια του πόνου, της εμπιστοσύνης και της ταυτότητας, φτάνοντας σε σημεία όπου η αναπνοή του ενός αποτελούσε την επιβίωση του άλλου. Ο χωρισμός τους, το 1988, στο Σινικό Τείχος —ένα οδοιπορικό χιλιομέτρων από αντίθετες κατευθύνσεις που κατέληξε σε έναν οριστικό αποχαιρετισμό— είχε αφήσει μια εκκρεμότητα δύο δεκαετιών.

Όταν ο Ulay κάθισε στην ξύλινη καρέκλα απέναντί της στο MoMA, η Αμπράμοβιτς άνοιξε τα μάτια της και βρέθηκε αντιμέτωπη με την ίδια της την ιστορία. Σε εκείνα τα πρώτα δευτερόλεπτα, η αυστηρή, ζεν εσωτερικότητα της καλλιτέχνιδας κλονίστηκε συθέμελα. Η σωματική μνήμη, αυτή που κουβαλά τις καταγραφές του έρωτα, της κοινής δημιουργίας και του τραύματος, λειτούργησε αυτόνομα. Το στήθος της ανασηκώθηκε, το σαγόνι της άρχισε να τρέμει και τα μάτια της πλημμύρισαν. Ήταν η στιγμή που η «Θεά της Περφόρμανς» υποχώρησε, για να αφήσει χώρο στη γυναίκα Μαρίνα.

Το μεγαλείο αυτής της συνάντησης έγκειται στην απόλυτη απουσία του λόγου. Ζούμε σε έναν πολιτισμό που πάσχει από υπερπληθώρα επικοινωνίας αλλά στερείται ουσιαστικής σύνδεσης. Χρησιμοποιούμε τις λέξεις ως ασπίδες, ως μέσα χειραγώγησης, ως φίλτρα για να κρύψουμε τις ευάλωτες πτυχές μας. Στο MoMA, ωστόσο, δεν υπήρχε χώρος για τον θόρυβο των λέξεων. Οι πύλες των ματιών άνοιξαν διάπλατα κι έγιναν δρόμοι. Μέσα από το βλέμμα, οι δύο καλλιτέχνες διέσχισαν μια απόσταση είκοσι ετών σε δευτερόλεπτα. Ειπώθηκαν τόσα πολλά χωρίς να ανοίξουν τα στόματα. Το βλέμμα τους έγινε αγωγός απόλυτης ειλικρίνειας, όπου δεν χωρούσαν εγωισμοί, δικαιολογίες ή αναλύσεις για το παρελθόν. Ήταν μια διαδικασία βουβής αναγνώρισης: «Σε βλέπω, με βλέπεις, ξέρουμε ποιοι είμαστε και τι ζήσαμε». Αυτή η αφαίρεση κάθε περιττού στοιχείου άφησε να φανεί η γυμνή αλήθεια της σχέσης τους. Όταν το συναίσθημα είναι τόσο πυκνό, οι λέξεις είναι περιττές και ανεπαρκείς.

Η κορύφωση της στιγμής ήρθε με μια κίνηση που παραβίασε τους ίδιους τους κανόνες της συγκεκριμένης περφόρμανς. Η Αμπράμοβιτς, η οποία είχε παραμείνει ανέγγιχτη από χιλιάδες επισκέπτες, άπλωσε τα χέρια της πάνω στο τραπέζι. Ο Ulay ανταποκρίθηκε, και τα χέρια τους ενώθηκαν. Με αυτή τη χειρονομία, το «κύκλωμα» που είχε ανοίξει στο Σινικό Τείχος το 1988 επιτέλους έκλεισε. Η ενέργεια που παρέμενε εγκλωβισμένη για χρόνια διοχετεύθηκε μέσα από αυτό το άγγιγμα, προκαλώντας μια ηλεκτρική δόνηση που έγινε αισθητή σε ολόκληρη την αίθουσα του μουσείου. Δεν επρόκειτο για μια θεατρική κίνηση, αλλά για μια πράξη απόλυτης ανάγκης για ένωση, μια αυθόρμητη εκτόνωση της εσωτερικής πίεσης που είχε συσσωρευτεί. Μέσα από αυτό το κλείσιμο του κυκλώματος, συντελέστηκε μια τριπλή διαδικασία. Πρώτον, η παραδοχή ότι ο χρόνος πέρασε, τα σώματα άλλαξαν, αλλά η ουσία του δεσμού παρέμεινε αναλλοίωτη. Δεύτερον, το σβήσιμο των παλιών πληγών και της πικρίας του χωρισμού, χωρίς την ανάγκη για απολογίες. Και τρίτον, η συμφιλίωση με το παρελθόν και η αναγνώριση του άλλου ως αναπόσπαστου μέρους του εαυτού.

Όταν ο Ulay σηκώθηκε από την καρέκλα και απομακρύνθηκε, η Αμπράμοβιτς χρειάστηκε να μαζέψει τα κομμάτια της, να σκουπίσει τα δάκρυά της και, με μια βαθιά ανάσα, να επιστρέψει στην ακινησία της. Όμως ο κόσμος γύρω της είχε αλλάξει. Η στιγμή εκείνη δεν ανήκε πλέον μόνο στη Μαρίνα και τον Ulay. Μετατράπηκε σε ένα παγκόσμιο μνημείο της ανθρώπινης κατάστασης. Μας υπενθύμισε τι σημαίνει να είσαι παρών, τι σημαίνει να έχεις το θάρρος να εκτεθείς πλήρως απέναντι σε κάποιον, χωρίς προστατευτικά δίχτυα. Στην εποχή της ψηφιακής αποξένωσης, η «βουβή» συνάντησή τους στο MoMA παραμένει ένας φάρος που μας δείχνει ότι η πιο βαθιά επικοινωνία, η πιο αγνή μορφή αγάπης και η πιο λυτρωτική συγχώρεση δεν χρειάζονται τίποτα περισσότερο από δύο ζευγάρια μάτια που τολμούν να κοιτάξουν το ένα το άλλο και δύο ζευγάρια χέρια που ζητούν να ενωθούν.





June 9, 2026

Marina and Ulay: The Silent Reunion

Essay No. 190


In the history of contemporary art, few moments have bridged the distance between performance and raw human truth as profoundly as the encounter between Marina Abramović and Ulay in 2010, within the sacred stillness of the Museum of Modern Art.

As part of The Artist Is Present, Abramović subjected herself to an ordeal of extraordinary spiritual and physical endurance: seven hundred and thirty-six hours of silence and immobility, offering nothing but her gaze to those who sat before her. Yet when Ulay entered the space and took the chair opposite her, the work ceased to be merely conceptual art. It became a living monument to memory, love, loss, and recognition.

To understand the gravity of that moment, one must return to the shared history of these two artists. Throughout the 1970s and 1980s, they were not simply lovers but a single artistic organism. Together they explored the thresholds of pain, trust, vulnerability, and identity, venturing into territories where one breath seemed dependent upon the other. Their separation in 1988 unfolded upon the vast expanse of the Great Wall of China — a pilgrimage from opposite ends of the wall that culminated not in reunion but in farewell. An unfinished sentence lingered between them for more than twenty years.

Then came the day at MoMA.

When Ulay sat before her, Abramović opened her eyes and found herself face to face with her own history.

In those first few seconds, the disciplined stillness she had cultivated dissolved. The body remembered what the mind had long attempted to archive. Memory rose not as thought but as sensation. Her chest trembled with breath. Her jaw quivered. Tears gathered in her eyes like rain clouds breaking after a prolonged drought.

For a fleeting instant, the legendary performance artist disappeared, and only Marina remained.

The greatness of this encounter resided in its complete absence of language.

We inhabit a world saturated with communication and starved of connection. Words often become shields, explanations, negotiations, disguises. Yet in that room there was no refuge in speech. No narrative. No defense. Only the open road of two gazes meeting after decades apart.

Through their eyes they traversed twenty years in a matter of seconds.

Everything was spoken.

Nothing was said.

Their gaze became a vessel of absolute honesty, a place where ego, justification, resentment, and analysis could no longer survive. It was a silent act of recognition:


I see you.

You see me.

We know who we were.

We know what we lived.


And when feeling reaches such density, language becomes inadequate.

The moment reached its summit with a gesture that quietly broke the rules of the performance itself.

Abramović, who had remained physically untouched by thousands of visitors, slowly extended her hands across the table.

Ulay answered.

Their hands met.

And in that simple touch, a circle left open upon the Great Wall in 1988 was finally completed.

Something long suspended in time seemed to find its passage home.

It was not theatrical.

It was not symbolic.

It was necessary.

A release. A surrender. A current moving between two souls who had once built an entire universe together.

Within that brief contact, three acts unfolded simultaneously.

First came the acknowledgment that time had passed, bodies had changed, lives had diverged — yet something essential had endured.

Then came the quiet dissolving of old wounds, without explanations, without apologies, without verdicts.

And finally came reconciliation: not merely with one another, but with the past itself, and with the understanding that some people remain woven into the fabric of our being long after they have left our lives.

Eventually Ulay rose from the chair.

He turned.

He walked away.

Marina remained behind, gathering herself from the flood that had overtaken her. She wiped away her tears, drew a slow breath, and returned to stillness.

Yet nothing was the same.

The moment no longer belonged solely to Marina and Ulay.

It became a universal testament to what it means to be human.

It reminded us what presence truly is.

What it means to stand defenseless before another person.

What it means to risk being fully seen.

In an age of digital distance and perpetual distraction, their silent meeting at MoMA continues to shine like a lighthouse across troubled waters.

It reminds us that the deepest communication requires no words.

That the purest form of love may exist in a single gaze.

That forgiveness can pass from one heart to another without a sentence being spoken.

And that sometimes all it takes to heal a lifetime of separation is two pairs of eyes brave enough to meet, and two pairs of hands willing, at last, to touch.

06 Ιουνίου 2026

Ο Άττις στην Έπαυλη του Αδριανού/Attis in Hadrian’s Villa

 Δοκίμιο αρ. 189



Θα ανέμενε κανείς να κυριαρχεί η μορφή του Διονύσου στο Ωδείο του Αδριανού. Η απουσία του από το συγκεκριμένο εικονογραφικό πρόγραμμα δεν πρέπει, ωστόσο, να θεωρηθεί ως ένδειξη υποβάθμισης της διονυσιακής παράδοσης. Φαίνεται πως ο Άττις επιλέχθηκε ακριβώς επειδή μπορούσε να εκφράσει μια διαφορετική αλλά συμπληρωματική διάσταση της θεατρικής εμπειρίας. Ενώ ο Διόνυσος ενσάρκωνε τη δημιουργική δύναμη της τέχνης, τη μέθη, τη μεταμόρφωση και τη συλλογική γιορτή, ο Άττις αντιπροσώπευε τον πόνο, την απώλεια, τον θάνατο και την αναγέννηση: έννοιες που βρίσκονται επίσης στον πυρήνα της δραματικής τέχνης. Ο μύθος του νεαρού φρυγικού θεού, ο οποίος πεθαίνει και επιστρέφει συμβολικά στη ζωή, παρουσιάζει αξιοσημείωτες αναλογίες με τα θεμελιώδη μοτίβα της τραγωδίας και των μυστηριακών λατρειών της ύστερης αρχαιότητας. Τοποθετημένος ανάμεσα στις προσωποποιήσεις της Τραγωδίας και της Κωμωδίας και κάτω από την προστασία των Μουσών, ο Άττις αποκτούσε έτσι έναν ρόλο που υπερέβαινε τα όρια της θρησκευτικής εικονογραφίας. Μετατρεπόταν σε σύμβολο της ίδιας της δραματικής συνθήκης: της διαρκούς εναλλαγής μεταξύ οδύνης και χαράς, απώλειας και αποκατάστασης, θανάτου και αναγέννησης. Για έναν αυτοκράτορα όπως ο Αδριανός, ο οποίος αναζητούσε τρόπους να συνθέσει την ελληνική παιδεία, τις ανατολικές θρησκευτικές παραδόσεις και τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδεολογία σε ένα ενιαίο πολιτισμικό όραμα, ο Άττις αποτελούσε μια μορφή εξαιρετικά πρόσφορη. Η παρουσία του στο Ωδείο δεν λειτουργούσε απλώς ως αναφορά σε μια συγκεκριμένη λατρεία, αλλά ως υπαινιγμός ενός ευρύτερου κοσμολογικού και θεατρικού συμβολισμού, όπου η ανθρώπινη μοίρα, η φύση και η τέχνη υπάκουαν στον ίδιο αέναο κύκλο φθοράς και αναγέννησης.



Η παρούσα ψηφιακή ανασύνθεση ανασύρει από τη λευκότητα του μαρμάρου την αυθεντική, πολύχρωμη φύση της ελληνορωμαϊκής γλυπτικής, ζωντανεύοντας το μνημειώδες προσωπείο (ανάγλυφη προτομή) του Άττιδος. Το έργο αυτό, που χρονολογείται στην περίοδο της μεγάλης οικοδομικής ακμής της Έπαυλης του Αδριανού στο Τίβολι, μεταξύ του 118 και του 134 μ.Χ., αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου αρχιτεκτονικού και καλλιτεχνικού προγράμματος, μέσω του οποίου ο αυτοκράτορας επιχείρησε να μεταφέρει στην ιταλική ύπαιθρο τις πολιτισμικές εμπειρίες, τις θρησκευτικές αναζητήσεις και τις αισθητικές αξίες που είχε γνωρίσει κατά τα πολυάριθμα ταξίδια του στον ελληνικό κόσμο.

Το πρωτότυπο γλυπτό εντοπίστηκε στο νότιο τμήμα της έπαυλης, ενσωματωμένο στη διακόσμηση του Ωδείου, ενός στεγασμένου θεάτρου περίπου 1.200 θέσεων, που κατασκευάστηκε γύρω στο 125-130 μ.Χ. για να φιλοξενεί μουσικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, ρητορικούς αγώνες και τελετές της αυτοκρατορικής αυλής. Το προσωπείο κοσμούσε την πρόσοψη της σκηνής, τη λεγόμενη scaenae frons, δίπλα σε μνημειώδεις μάσκες της τραγωδίας και της κωμωδίας, καθώς και σε οκτώ μαρμάρινα αγάλματα καθήμενων Μουσών. Η σύνθεση αυτή δημιουργούσε ένα εικονογραφικό πρόγραμμα αφιερωμένο στις τέχνες του λόγου, της μουσικής και του θεάτρου, μετατρέποντας το Ωδείο σε ένα είδος μνημειακού ιερού των Μουσών.

Μετά την παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και τις διαδοχικές λεηλασίες που υπέστη η έπαυλη κατά τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, τα μεγάλα αυτά προσωπεία θάφτηκαν κάτω από τα ερείπια του κτηρίου. Ανακαλύφθηκαν εκ νέου κατά τις ανασκαφές του 18ου αιώνα και μεταφέρθηκαν στα Μουσεία του Βατικανού, όπου εκτίθενται μέχρι σήμερα στην αυλή Cortile del Belvedere, αποτελώντας ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σύνολα θεατρικής γλυπτικής της ρωμαϊκής αρχαιότητας.

Η συγκεκριμένη ανασύνθεση αποδίδει με ιστορική ακρίβεια τα αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά του Άττιδος, της φρυγικής θεότητας που συνδεόταν με τον κύκλο του θανάτου και της αναγέννησης της φύσης. Ξεχωρίζει ο χαρακτηριστικός μαλακός κωνικός σκούφος σε βαθύ κόκκινο χρώμα, σύμβολο της ανατολικής του καταγωγής, καθώς και το νεανικό, σχεδόν ανδρόγυνο πρόσωπο με τα μεγάλα εκφραστικά μάτια και την ήρεμη εσωτερικότητα που αποπνέει η μορφή. Οι χρυσές ανταύγειες στους βοστρύχους των μαλλιών αναπαριστούν μια τεχνική χρύσωσης που χρησιμοποιούνταν συχνά στην αρχαιότητα για να υποδηλώσει τη θεϊκή υπόσταση και να δημιουργήσει λαμπρές αντανακλάσεις του φωτός στις υπαίθριες ή ημιυπαίθριες σκηνικές κατασκευές.

Η παρουσία του Άττιδος στο Ωδείο ήταν ουσιώδης. Για την ακρίβεια, δύο μνημειακές προτομές του θεού κοσμούσαν τη σκηνή του κτηρίου, γεγονός που αντανακλά τη θρησκευτική πολιτική και τα προσωπικά ενδιαφέροντα του Αδριανού. Ο Άττις, σύντροφος της Μεγάλης Μητέρας των Θεών, της Κυβέλης, κατείχε εξέχουσα θέση στις λατρείες ανατολικής προέλευσης που είχαν ενσωματωθεί στον ρωμαϊκό κόσμο. Η λατρεία του συνδεόταν με την ιδέα της περιοδικής αναγέννησης της ζωής, της νίκης επί του θανάτου και της ανανέωσης της φύσης.

Η σύνδεση του Άττιδος με το θέατρο αποκτά ιδιαίτερη σημασία εάν εξεταστεί στο πλαίσιο των εορτών της Κυβέλης στη Ρώμη. Κατά τη διάρκεια των Megalensia, της σημαντικότερης γιορτής της θεάς, οι θεατρικοί αγώνες και οι παραστάσεις (ludi scenici) αποτελούσαν αναπόσπαστο τμήμα των εορτασμών. Η τοποθέτηση των προσωπίδων του Άττιδος στο Ωδείο συνέδεε συμβολικά τη θρησκευτική εμπειρία με τις παραστατικές τέχνες, δημιουργώντας έναν χώρο όπου η μουσική, το θέατρο και η λατρεία συνυπήρχαν ως αλληλένδετες εκφάνσεις της πολιτιστικής ζωής.

Η παρουσία του Άττιδος στην Έπαυλη του Αδριανού αποκτά ακόμη μεγαλύτερο νόημα όταν ιδωθεί υπό το πρίσμα της ιδιαίτερης σχέσης του αυτοκράτορα με την Ελλάδα και, ειδικότερα, με την Αθήνα. Η σχέση αυτή δεν υπήρξε απλώς πολιτική ή ιδεολογική αλλά και πολύ προσωπική. Πολύ πριν ανέλθει στον αυτοκρατορικό θρόνο, ο Αδριανός είχε ήδη αναπτύξει έναν έντονο θαυμασμό για τον ελληνικό πολιτισμό, τη φιλοσοφία και το θέατρο. Το 112 μ.Χ., κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Τραϊανού, επισκέφθηκε την Αθήνα, απέκτησε την αθηναϊκή υπηκοότητα και εξελέγη Επώνυμος Άρχοντας. Η τιμή αυτή ήταν εξαιρετικά σπάνια για έναν Ρωμαίο αριστοκράτη και φανερώνει τον βαθμό στον οποίο οι Αθηναίοι τον θεωρούσαν ήδη μέλος της κοινότητάς τους. Προς τιμήν του, στήθηκε χάλκινη προτομή του στο Θέατρο του Διονύσου, τον σημαντικότερο χώρο θεατρικής μνήμης του ελληνικού κόσμου.

Όταν ο Αδριανός ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο το 117 μ.Χ., η Αθήνα μετατράπηκε σταδιακά σε έναν από τους βασικούς άξονες της πολιτιστικής του πολιτικής. Κατά τις μεγάλες περιοδείες του στην Ανατολή, το 124/125, το 128/129 και το 131/132 μ.Χ., παρέμεινε επί μακρόν στην πόλη και χρηματοδότησε ένα εκτεταμένο οικοδομικό πρόγραμμα που αναμόρφωσε το αθηναϊκό τοπίο. Το κορυφαίο επίτευγμα αυτού του προγράμματος υπήρξε η ολοκλήρωση του Ναού του Ολυμπίου Διός, έργου που είχε παραμείνει ημιτελές από την αρχαϊκή εποχή. Τα εγκαίνια του μνημείου το 131/132 μ.Χ. αποτέλεσαν ένα γεγονός με πανελλήνια σημασία. Την ίδια περίπου περίοδο ανεγέρθηκε η περίφημη Πύλη του Αδριανού, ένα θριαμβικό τόξο που συμβόλιζε τη μετάβαση από την αρχαία Αθήνα του Θησέα στη νέα αδριάνεια εποχή της πόλης. Οι γνωστές επιγραφές της, «Αΐδ’ είσ’ Αθήναι Θησέως η πριν πόλις» και «Αΐδ’ είσ’ Αδριανού κ’ ουχί Θησέως πόλις», δεν αποτελούσαν απλώς τοπογραφικές δηλώσεις αλλά ιδεολογικές διακηρύξεις που προέβαλλαν τον αυτοκράτορα ως συνεχιστή και ανανεωτή του ελληνικού παρελθόντος.

Παράλληλα, ο Αδριανός ίδρυσε το Πανελλήνιον, μια ομοσπονδία ελληνικών πόλεων με έδρα την Αθήνα, η οποία φιλοδοξούσε να επανασυνδέσει συμβολικά τις διάσπαρτες ελληνικές κοινότητες της αυτοκρατορίας. Μέσω του θεσμού αυτού η Αθήνα ανακτούσε, έστω και σε συμβολικό επίπεδο, μέρος της παλαιάς πανελλήνιας ακτινοβολίας της.

Ιδιαίτερη θέση στο πολιτιστικό πρόγραμμα του Αδριανού κατείχε το θέατρο. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο παρακολουθούσε θεατρικές παραστάσεις αλλά συμμετείχε ενεργά στη δημόσια προβολή των δραματικών αγώνων ως στοιχείου της ελληνικής πολιτισμικής ταυτότητας. Κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Διονυσίων προήδρευε των εορτασμών φορώντας ελληνική ενδυμασία και καταλάμβανε εξέχουσα θέση στην πρώτη σειρά των καθισμάτων, δίπλα στους αξιωματούχους και τους κριτές των αγώνων.

Στο Θέατρο του Διονύσου προχώρησε σε εκτεταμένες ανακατασκευές και παρεμβάσεις, ιδίως στο σκηνικό οικοδόμημα, το οποίο διακοσμήθηκε με ανάγλυφα που απεικόνιζαν επεισόδια από τη ζωή του Διονύσου, όπως τη γέννησή του, τη θριαμβική του πορεία και τη φιλοξενία του από τον Ικάριο. Μέσα από αυτό το διονυσιακό εικονογραφικό πρόγραμμα προβαλλόταν μια στενή συμβολική σύνδεση του αυτοκράτορα με τον θεό του θεάτρου, της δημιουργίας και της πολιτισμικής αναγέννησης. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αρκετές επιγραφές και τιμητικά κείμενα της εποχής ο Αδριανός παρουσιάζεται ως ένας «Νέος Διόνυσος», φορέας μιας νέας χρυσής εποχής για τον ελληνισμό.

Σε ένδειξη ευγνωμοσύνης, οι Αθηναίοι δημιούργησαν τη νέα φυλή Αδριανίδα και ανήγειραν πολυάριθμα αγάλματα του αυτοκράτορα σε δημόσιους χώρους. Στο ίδιο το Θέατρο του Διονύσου, οι δώδεκα αττικές φυλές αφιέρωσαν δώδεκα μαρμάρινα αγάλματα προς τιμήν του, των οποίων οι βάσεις σώζονται έως σήμερα, σιωπηλή μαρτυρία της ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ της πόλης και του φιλέλληνα αυτοκράτορα.

Μέσα σε αυτό το ευρύτερο πολιτισμικό και ιδεολογικό πλαίσιο πρέπει να κατανοηθεί και το προσωπείο του Άττιδος από το Ωδείο της Έπαυλης του Αδριανού. Δεν πρόκειται απλώς για ένα διακοσμητικό γλυπτό ούτε για μια μεμονωμένη αναφορά σε μια ανατολική θεότητα. Ανήκει σε ένα σύνθετο πρόγραμμα εικόνων που συνδύαζε την ελληνική παιδεία, τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική ιδεολογία, τη διονυσιακή θεατρική παράδοση και τις μυστικιστικές λατρείες της Ανατολής.

Το πάθος για το θέατρο, η προσήλωση στις ελληνικές πολιτισμικές αξίες και η αναζήτηση μιας παγκόσμιας θρησκευτικής και αισθητικής σύνθεσης, που ο Αδριανός καλλιέργησε στην Αθήνα και σε ολόκληρη την ελληνική Ανατολή, μεταφέρθηκαν αυτούσια στο Τίβολι. Εκεί, ανάμεσα σε θέατρα, στοές, ναούς και κήπους, τα μνημειακά προσωπεία του Ωδείου λειτουργούσαν ως εικαστική μεταφορά της Αθήνας που ο αυτοκράτορας επιδίωξε να αναδημιουργήσει στην ιδιωτική του κατοικία: μιας πόλης όπου το θέατρο, η θρησκεία, η μνήμη και ο ελληνικός πολιτισμός αποτελούσαν αδιαχώριστες όψεις της ίδιας πνευματικής εμπειρίας.






June 6, 2026

Attis in Hadrian’s Villa

Essay No. 189



One might naturally expect the figure of Dionysus to dominate the decorative programme of Hadrian’s Odeon. His apparent absence, however, should not be interpreted as a diminution of the Dionysian tradition. Rather, Attis seems to have been chosen precisely because he embodied a different yet complementary dimension of the theatrical experience. Whereas Dionysus personified the creative power of art, ecstatic transformation, and the collective spirit of festivity, Attis represented suffering, loss, death, and renewal — concepts that likewise lie at the very heart of dramatic expression. The myth of the youthful Phrygian god, who dies and is symbolically restored to life, displays striking affinities with the fundamental themes of tragedy and with the mystery cults that flourished throughout Late Antiquity. Positioned between the personifications of Tragedy and Comedy and under the symbolic guardianship of the Muses, Attis assumed a role that transcended the boundaries of religious iconography. He became a visual embodiment of the dramatic condition itself: the perpetual oscillation between sorrow and joy, loss and restoration, death and rebirth. For an emperor such as Hadrian, who sought to synthesize Greek paideia, eastern religious traditions, and Roman imperial ideology into a unified cultural vision, Attis offered an exceptionally potent symbol. His presence within the Odeon functioned not merely as a reference to a particular cult, but as an evocation of a broader cosmological and theatrical symbolism in which human destiny, the cycles of nature, and the transformative power of art were all governed by the same eternal cycle of dissolution and renewal.



This digital reconstruction restores to the whiteness of marble the vibrant polychromy that once characterized Greco-Roman sculpture, bringing to life the monumental mask of Attis. Dating to the great period of architectural expansion at Hadrian’s Villa in Tivoli, between AD 118 and 134, the work formed part of a broader artistic and architectural programme through which the emperor sought to transplant into the Italian countryside the cultural experiences, religious sensibilities, and aesthetic ideals he had encountered during his extensive travels throughout the Greek world.

The original sculpture was discovered in the southern sector of the villa, where it formed part of the decorative programme of the Odeon, a roofed theatre with a capacity of approximately 1,200 spectators. Constructed around AD 125-130, the building hosted musical performances, theatrical productions, rhetorical contests, and ceremonial events associated with the imperial court. The mask adorned the scaenae frons, or stage façade, alongside monumental masks of Tragedy and Comedy and a series of eight marble statues representing seated Muses. Together, these elements constituted an iconographic programme dedicated to the arts of speech, music, and drama, transforming the Odeon into a monumental sanctuary of the Muses.

Following the decline of the Roman Empire and the successive waves of spoliation that affected the villa throughout the Middle Ages and the Renaissance, these monumental masks were buried beneath the ruins of the structure. Rediscovered during the excavations of the eighteenth century, they were transferred to the Vatican Museums, where they remain on display today in the Cortile del Belvedere, forming one of the most remarkable surviving ensembles of theatrical sculpture from Roman antiquity.

This reconstruction faithfully restores the distinctive features of Attis, the Phrygian deity associated with the cyclical processes of death and regeneration in nature. Prominent among these features is the characteristic soft conical cap rendered in deep red, an emblem of his eastern origins, as well as the youthful, almost androgynous face with its large expressive eyes and the serene inwardness that defines the figure’s expression. The golden highlights woven into the curls of the hair evoke an ancient gilding technique frequently employed to signify divine status and to create luminous reflections upon outdoor and semi-outdoor architectural settings.

The presence of Attis within the Odeon was neither incidental nor merely decorative. In fact, two monumental busts of the god adorned the stage architecture of the building, reflecting both Hadrian’s religious policy and his personal intellectual interests. As the youthful consort of the Great Mother of the Gods, Cybele, Attis occupied a prominent place among the eastern cults that had become integrated into Roman religious life. His worship was closely associated with concepts of renewal, rebirth, and the triumph of life over death.

The relationship between Attis and the theatre acquires particular significance when viewed within the context of Cybele’s festivals in Rome. During the Megalensia, the principal celebration of the goddess, theatrical performances and dramatic competitions (ludi scaenici) formed an essential component of the festivities. The placement of Attis within the Odeon therefore established a symbolic link between religious devotion and the performing arts, creating a space in which music, theatre, and cult practice coexisted as interconnected expressions of cultural life.

The presence of Attis at Hadrian’s Villa acquires even greater significance when considered in light of the emperor’s extraordinary relationship with Greece and, above all, with Athens. This relationship was not merely political or ideological; it was deeply personal. Long before ascending the imperial throne, Hadrian had developed a profound admiration for Greek culture, philosophy, and theatre. In AD 112, during the reign of Trajan, he visited Athens, obtained Athenian citizenship, and was elected Eponymous Archon. Such an honour was exceptionally rare for a Roman aristocrat and testifies to the extent to which the Athenians had already embraced him as one of their own. In recognition of his status, a bronze portrait of Hadrian was erected in the Theatre of Dionysus, the foremost monument of theatrical memory in the Greek world.

Upon becoming emperor in AD 117, Hadrian gradually transformed Athens into one of the principal centres of his cultural policy. During his major journeys to the eastern provinces in AD 124/125, 128/129, and 131/132, he spent extended periods in the city and sponsored an ambitious building programme that reshaped the Athenian urban landscape.

The crowning achievement of this programme was the completion of the Temple of Olympian Zeus, a project that had remained unfinished since the Archaic period. Its inauguration in AD 131/132 constituted an event of Panhellenic significance. Around the same time, the celebrated Arch of Hadrian was erected, a monumental gateway symbolising the transition from the ancient city of Theseus to a new Hadrianic age. Its famous inscriptions — “This is Athens, the ancient city of Theseus” and “This is the city of Hadrian and not of Theseus” — were far more than topographical statements. They served as ideological proclamations presenting the emperor as both heir to and renewer of the Greek past.

At the same time, Hadrian founded the Panhellenion, a league of Greek cities headquartered in Athens that sought to re-establish symbolic bonds among the dispersed Greek communities of the Empire. Through this institution, Athens regained, at least symbolically, something of its former Panhellenic prestige and authority.

The theatre occupied a privileged position within Hadrian’s cultural vision. The emperor was not merely a spectator of dramatic performances but an active promoter of theatrical festivals as expressions of Greek cultural identity. During the Great Dionysia he presided over the celebrations dressed in Greek attire and occupied a place of honour in the front rows beside magistrates and judges.

At the Theatre of Dionysus he undertook extensive renovations, particularly within the stage building, which was embellished with relief sculptures depicting episodes from the life of Dionysus, including his birth, triumphal progress, and reception by Icarius. Through this Dionysian iconographic programme, a close symbolic association was established between the emperor and the god of theatre, creativity, and cultural renewal. It is therefore no coincidence that contemporary inscriptions and honorific texts occasionally celebrated Hadrian as a “New Dionysus,” the herald of a renewed golden age for Hellenism.

In gratitude, the Athenians created the new tribe Hadrianis and erected numerous statues of the emperor throughout the city. Within the Theatre of Dionysus itself, the twelve Attic tribes dedicated twelve marble statues in his honour, the surviving bases of which continue to bear silent witness to the exceptional bond between the city and its philhellene emperor.

It is within this broader cultural and ideological framework that the mask of Attis from the Odeon of Hadrian’s Villa must be understood. Far from being a purely decorative sculpture or an isolated reference to an eastern deity, it formed part of a sophisticated visual programme that brought together Greek paideia, Roman imperial ideology, Dionysian theatrical traditions, and the mystery cults of the eastern Mediterranean.

The passion for theatre, the commitment to Greek cultural values, and the search for a universal religious and aesthetic synthesis that Hadrian cultivated in Athens and throughout the Greek East were ultimately transplanted to Tivoli. There, among theatres, porticoes, temples, and gardens, the monumental masks of the Odeon functioned as a visual evocation of the Athens the emperor sought to recreate within his private residence: a city in which theatre, religion, memory, and Greek culture formed inseparable dimensions of a single spiritual experience.

05 Ιουνίου 2026

Πρόσωπα και προσωπεία στην ιστορική σκηνή του Καβάφη

 Δοκίμιο αρ. 188




Ἀλεξανδρινοί Βασιλεῖς


Μαζεύθηκαν οἱ Ἀλεξανδρινοί

νά δοῦν τῆς Κλεοπάτρας τά παιδιά,

τόν Καισαρίωνα, καί τά μικρά του ἀδέρφια,

Ἀλέξανδρο καί Πτολεμαῖο, πού πρώτη

φορά τά βγάζαν ἔξω στό Γυμνάσιο,

ἐκεῖ νά τά κηρύξουν βασιλεῖς,

μές στή λαμπρή παράταξι τῶν στρατιωτῶν.


Ὁ Ἀλέξανδρος – τόν εἶπαν βασιλέα

τῆς Ἀρμενίας, τῆς Μηδίας, καί τῶν Πάρθων.

Ὁ Πτολεμαῖος – τόν εἶπαν βασιλέα

τῆς Κιλικίας, τῆς Συρίας, καί τῆς Φοινίκης.

Ὁ Καισαρίων στέκονταν πιό ἐμπροστά,

ντυμένος σέ μετάξι τριανταφυλλί,

στό στήθος του ἀνθοδέσμη ἀπό ὑακίνθους,

ἡ ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι ἀμεθύστων,

δεμένα τά ποδήματά του μ’ ἄσπρες

κορδέλλες κεντημένες μέ ροδόχροα μαργαριτάρια.

Αὐτόν τόν εἶπαν πιότερο ἀπό τούς μικρούς,

αὐτόν τόν εἶπαν Βασιλέα των Βασιλέων.


Οἱ Ἀλεξανδρινοί ἔνοιωθαν βέβαια

πού ἦσαν λόγια αὐτά καί θεατρικά.


Ἀλλά ἡ μέρα ἤτανε ζεστή καί ποιητική,

ὁ οὐρανός ἕνα γαλάζιο ἀνοιχτό,

τό Ἀλεξανδρινό Γυμνάσιο ἕνα

θριαμβικό κατόρθωμα τῆς τέχνης,

τῶν αὐλικῶν ἡ πολυτέλεια ἔκτακτη,

ὁ Καισαρίων ὅλο χάρις κ’ ἐμορφιά

(τῆς Κλεοπάτρας υἱός, αἷμα τῶν Λαγιδῶν)∙

κ’ οἱ Ἀλεξανδρινοί ἔτρεχαν πιά στήν ἑορτή,

κ’ ἐνθουσιάζονταν, κ’ ἐπευφημοῦσαν

ἑλληνικά, κ’ αἰγυπτιακά, καί ποιοί ἑβραίικα,

γοητευμένοι μέ τ’ ὡραῖο θέαμα –

μ’ ὅλο πού βέβαια ἤξευραν τί ἄξιζαν αὐτά,

τί κούφια λόγια ἤσανε αὐτές ἡ βασιλεῖες.



Στο πολυσύνθετο έργο του Κ.Π. Καβάφη, η Ιστορία δεν αποτελεί μια απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά μια παγκόσμια σκηνή όπου οι πρωταγωνιστές της –ηγεμόνες, λαοί και πολιτισμοί– υποδύονται ρόλους, φορούν προσωπεία και βιώνουν την τραγική διάσταση της ύπαρξης. Η θεατρικότητα της εξουσίας, η χρήση της μάσκας ως μέσου επιβίωσης ή προπαγάνδας, καθώς και η διάσταση ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι» συνθέτουν τον πυρήνα της καβαφικής ειρωνείας. Η τάση αυτή αποτυπώνεται ανάγλυφα στο ποίημα Αλεξανδρινοί Βασιλείς (1912) και φωτίζεται παράλληλα μέσα από τη σύγκριση με δύο άλλα εμβληματικά ιστορικά ποιήματα: τον Φιλέλληνα και το Απολείπειν ο θεός Αντώνιον.

Το ποίημα Αλεξανδρινοί Βασιλείς αντλεί την έμπνευσή του από τον Βίο Αντωνίου του Πλουτάρχου, μεταφέροντας τον αναγνώστη στο 34 π.Χ., στο Γυμνάσιο της Αλεξάνδρειας. Εκεί, ο Μάρκος Αντώνιος και η Κλεοπάτρα διοργανώνουν μια μεγαλειώδη τελετή για να απονείμουν βαρύγδουπους, βασιλικούς τίτλους στα παιδιά τους. Ωστόσο, η πολιτική αυτή πράξη στερείται ουσιαστικού αντικρύσματος, καθώς οι χώρες που μοιράζονται είτε δεν έχουν κατακτηθεί, είτε βρίσκονται εκτός του πραγματικού τους ελέγχου. Η πολιτική πράξη μετατρέπεται εξαρχής σε θεατρική παράσταση. Ο Καβάφης χρησιμοποιεί με απόλυτη ακρίβεια τη γλώσσα της σκηνοθεσίας και του θεάματος για να αποδομήσει την εξουσία. Ο χώρος του Γυμνασίου λειτουργεί ως μια τεράστια θεατρική σκηνή, όπου το πλήθος των Αλεξανδρινών παίρνει τη θέση των θεατών. Η «ζεστή και ποιητική» μέρα στήνεται ως ένα καλοκουρδισμένο γεγονός, ένα θέαμα της εποχής.

Η ενδυματολογία της τελετής ενισχύει αυτό το υλικό και πνευματικό προσωπείο. Τα παιδιά δεν φορούν απλά ρούχα, αλλά κοστούμια παράστασης. Τα πολύτιμα υλικά –το «μετάξι τριανταφυλλί», οι σάπφειροι, οι αμέθυστοι και τα μαργαριτάρια– αποτελούν τα σκηνικά αντικείμενα που επιστρατεύει η εξουσία. Στόχος είναι να τυφλώσουν το κοινό με τη λάμψη τους, καλύπτοντας την πολιτική και στρατιωτική γύμνια της δυναστείας απέναντι στην επερχόμενη ρωμαϊκή απειλή.

Η καβαφική ειρωνεία κορυφώνεται μέσα από την κατάλληλη επιλογή των ρημάτων. Η επαναλαμβανόμενη χρήση της φράσης «τον είπαν» υπογραμμίζει ότι οι τίτλοι υφίστανται αποκλειστικά στο επίπεδο του σεναρίου και των λόγων. Το απόγειο της θεατρικότητας εντοπίζεται στη φιγούρα του Καισαρίωνα, ο οποίος βγαίνει στο προσκήνιο.

Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές του ποιήματος είναι η στάση των Αλεξανδρινών. Σε αντίθεση με άλλα ιστορικά πλαίσια, το κοινό εδώ δεν παραπλανάται. Ο Καβάφης αναφέρει ρητά: «Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια/που ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά». Οι πολίτες γνωρίζουν τη μάσκα, αναγνωρίζουν το ψέμα. Παρ' όλα αυτά, δεν αντιδρούν πολιτικά ούτε επαναστατούν. Επιλέγουν συνειδητά να γίνουν συνένοχοι στην παράσταση, παραμερίζοντας την αλήθεια χάριν της ομορφιάς. Χαρακτηρίζονται από έναν βαθύ αισθητισμό και πολιτικό κυνισμό: τρέχουν να δουν τη γιορτή και ενθουσιάζονται, «γοητευμένοι με τ’ ωραίο θέαμα». Χειροκροτούν όχι από πολιτική πίστη ή υποταγή, αλλά από καθαρή αισθητική απόλαυση. Το προσωπείο της εξουσίας λειτουργεί για τον λαό ως ένα ναρκωτικό, μια παρηγορητική ψευδαίσθηση μεγαλείου που τους επιτρέπει να ξεχάσουν τη σκληρή πραγματικότητα.

Η λειτουργία του προσωπείου στους Αλεξανδρινούς Βασιλείς αποκτά ακόμα μεγαλύτερο βάρος αν παραβληθεί με το ποίημα «Φιλέλλην». Εκεί, ένας ξένος, ημιβάρβαρος ηγεμόνας ανατολικού κρατιδίου δίνει οδηγίες για την κοπή ενός νομίσματος, απαιτώντας να χαραχθεί πάνω του ο τίτλος «Φιλέλλην». Ενώ στους Αλεξανδρινούς Βασιλείς το προσωπείο φοριέται συλλογικά από την πολιτική ηγεσία της Αλεξάνδρειας ως ένα παρηγορητικό θέαμα, στον Φιλέλληνα το προσωπείο είναι καθαρά αμυντικό και ατομικό. Ο ηγεμόνας αγωνιά για την αποδοχή του από το κοινό και προσπαθεί να κρύψει τη βαρβαρότητα, την πολιτική του ασημαντότητα και την ανασφάλειά του πίσω από τον λαμπρό ελληνικό πολιτισμό. Η διαφορά έγκειται επίσης στη σχέση με τους θεατές. Στον Φιλέλληνα, ο ηγεμόνας πασχίζει να πείσει ότι η μάσκα του είναι αληθινή. Στους Αλεξανδρινούς Βασιλείς, η ανάγκη για πειθώ έχει ξεπεραστεί: ηγεμόνες και λαός έχουν συμφωνήσει σιωπηλά να ζήσουν το ψέμα για μια μέρα.

Αν οι Αλεξανδρινοί Βασιλείς αποτυπώνουν την ψευδαίσθηση της δύναμης το 34 π.Χ., το ποίημα Απολείπειν ο θεός Αντώνιον μάς μεταφέρει στο 30 π.Χ., τη νύχτα ακριβώς πριν την τελική πτώση και την αυτοκτονία του Μάρκου Αντωνίου. Τα δύο ποιήματα αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου ιστορικού νομίσματος. Στο Απολείπειν, η θεατρικότητα επιστρέφει μέσα από τον «μυστηριώδη θίασο» που ακούγεται να περνά μέσα στη νύχτα με μουσικές και αλαλαγμούς. Ο θίασος αυτός, που συμβολίζει τον θεό Διόνυσο που εγκαταλείπει τον Αντώνιο, αποτελεί την τελευταία θεατρική πράξη της ζωής του ηγεμόνα. Η παράσταση έφτασε στο τέλος της και οι ηθοποιοί αποχωρούν από τη σκηνή. Η συμβουλή του Καβάφη προς τον ηττημένο Αντώνιο συνδέεται άμεσα με την έννοια του προσωπείου. Ο ποιητής τού ζητά να μη θρηνήσει, να μην υποτιμήσει τον εαυτό του και να μην ισχυριστεί ότι η τύχη του τον γέλασε. Αντίθετα, τον καλεί να σταθεί στο παράθυρο και να αποχαιρετήσει την Αλεξάνδρεια «σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος». Τον προτρέπει, ουσιαστικά, να διατηρήσει το προσωπείο τού αξιοπρεπούς ηγεμόνα μέχρι την τελευταία στιγμή, μετατρέποντας την αναπόφευκτη αποτυχία του σε μια πράξη υψηλής αισθητικής.

Η εσωτερική σύνδεση της θεατρικής ορολογίας με το νόημα των Αλεξανδρινών Βασιλέων αντανακλάται υποδειγματικά στη δομή του ποιήματος. Ο Καβάφης χτίζει το ποίημα χρησιμοποιώντας μια τεχνική που θυμίζει κινηματογραφική εστίαση (ζουμ), χωρίζοντας το έργο σε τρία διακριτά πλάνα. Το πρώτο πλάνο είναι γενικό και αποτυπώνει τη βουή του πλήθους στο Γυμνάσιο. Το δεύτερο πλάνο στενεύει και εστιάζει στη σκηνή, όπου πραγματοποιείται η παρέλαση των παιδιών με τα εντυπωσιακά τους κοστούμια. Το τρίτο πλάνο απομονώνει τον Καισαρίωνα. Εκεί, η εξωτερική δράση σταματά, ο θόρυβος σβήνει και ο χρόνος παγώνει στη στιγμή της υπόκλισης. Αυτή η σταδιακή μετάβαση από το «πολύ πλήθος» στον «έναν» αποκαλύπτει τη βαθύτερη αλήθεια για το θεατρικό προσωπείο στην καβαφική σκέψη: η παράσταση μπορεί να είναι συλλογική, λαμπερή και διασκεδαστική για το κοινό, όμως η τραγικότητα και η πτώση παραμένουν πάντα ατομικές. Οι Αλεξανδρινοί θα επιστρέψουν στην καθημερινότητά τους έχοντας απολαύσει το θέαμα, αλλά ο Καισαρίων –ο γιος του Ιουλίου Καίσαρα– θα παραμείνει στην Ιστορία ως το όμορφο, ανήλικο και προδιαγεγραμμένο θύμα μιας πολιτικής πλάνης.

Πίσω από τα ιστορικά πρόσωπα και τις πολιτικές τελετουργίες διακρίνεται η καβαφική αντίληψη για το προσωπείο. Στους Αλεξανδρινούς Βασιλείς δεν αποκρύπτει απλώς την πραγματικότητα, αλλά γίνεται η ίδια η πραγματικότητα. Οι τίτλοι, τα ενδύματα, οι τελετουργικές κινήσεις και οι δημόσιες ανακηρύξεις συγκροτούν μια σκηνική ταυτότητα την οποία αποδέχονται προσωρινά τόσο οι ηγεμόνες όσο και το πλήθος. Το πρόσωπο και το προσωπείο παύουν να είναι διακριτές οντότητες. Όπως ο Φιλέλλην επιχειρεί να γίνει Έλληνας μέσω των συμβόλων της ελληνικότητας και όπως ο Αντώνιος καλείται να ενσαρκώσει μέχρι τέλους τον ρόλο του αξιοπρεπούς ηττημένου, έτσι και οι Αλεξανδρινοί Βασιλείς υπάρχουν ιστορικά μόνο μέσα από τη δημόσια παράσταση του εαυτού τους. Η μάσκα δεν είναι πλέον κάλυμμα της αλήθειας αλλά ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο η αλήθεια μπορεί να εμφανιστεί στη σκηνή της Ιστορίας.

Στο σύμπαν του Καβάφη, η πόλη της Αλεξάνδρειας αναδεικνύεται ο απόλυτος πρωταγωνιστής. Είναι ο τόπος που αποθεώνει την ομορφιά και τις τέχνες, απεχθάνεται τη μιζέρια και ξέρει να φορά προσωπεία –είτε δόξας είτε υπερήφανης αποδοχής της ήττας– προκειμένου να αντέξει το βάρος της Ιστορίας. Όπως οι Αλεξανδρινοί χειροκρότησαν έναν κούφιο τίτλο επειδή ενσαρκωνόταν με μοναδική χάρη, έτσι και ο Αντώνιος καλείται να ακούσει με συγκίνηση τη μουσική που τον εγκαταλείπει, αναγνωρίζοντας την αξία της Αλεξάνδρειας που έχασε.

Το θεατρικό προσωπείο στα ιστορικά ποιήματα του Καβάφη δεν αποτελεί μια απλή κατακριτέα υποκρισία, αλλά έναν απαραίτητο μηχανισμό διαχείρισης της ανθρώπινης μοίρας. Μέσα από τη μάσκα, το ένδυμα και το στημένο σκηνικό, οι ήρωες του Καβάφη προσπαθούν να διασώσουν την αξιοπρέπειά τους ή να χαρίσουν μια στιγμή ομορφιάς στο πλήθος, υπενθυμίζοντας στον αναγνώστη ότι πίσω από κάθε λαμπερή αυλαία της εξουσίας καραδοκεί πάντα η αδυσώπητη αλήθεια της φθοράς και του τέλους.

04 Ιουνίου 2026

«Φιλέλλην»: το καβαφικό προσωπείο ως υπαρξιακός και πολιτικός μηχανισμός

 Δοκίμιο αρ. 187



Φιλέλλην


Τὴν χάραξι φρόντισε τεχνικὰ νὰ γίνει.

Ἔκφρασις σοβαρὴ καὶ μεγαλοπρεπής.

Τὸ διάδημα καλλίτερα μᾶλλον στενό·

ἐκεῖνα τὰ φαρδιὰ τῶν Πάρθων δὲν μὲ ἀρέσουν.


Ἡ ἐπιγραφή, ὦς σύνηθες, ἑλληνικά·

ὀχ’ ὑπερβολική, ὄχι πομπώδης –

μὴν τὰ παρεξηγήσει ὁ ἀνθύπατος

ποῦ ὅλο σκαλίζει καὶ μηνᾶ στὴ Ρώμη-

ἀλλ’ ὅμως βέβαια τιμητική.


Κάτι πολὺ ἐκλεκτὸ ἀπ’ τὸ ἄλλο μέρος·

κανένας δισκοβόλος ἔφηβος ὡραῖος.

Πρὸ πάντων σὲ συστείνω νὰ κυττάξεις

(Σιθάσπη, πρὸς θεοῦ, νὰ μὴ λησμονηθεῖ)

μετὰ τὸ Βασιλεὺς καὶ τὸ Σωτήρ,

νὰ χαραχθεῖ μὲ γράμματα κομψά, Φιλέλλην.


Καὶ τώρα μὴ μὲ ἀρχίζεις εὐφυολογίες,

τὰ «Ποῦ οἱ Ἕλληνες;» καὶ «Ποῦ τὰ Ἑλληνικά;

πίσω ἀπ’ τὸν Ζάγρο ἐδῶ, ἀπὸ τὰ Φράατα πέρα».


Τόσοι καὶ τόσοι βαρβαρότεροί μας ἄλλοι

ἀφοῦ τὸ γράφουν, θὰ τὸ γράψουμε κ’ ἐμεῖς.


Καὶ τέλος μὴ ξεχνᾶς ποὺ ἐνίοτε

μᾶς ἒρχοντ’ ἀπὸ τὴν Συρία σοφισταί,

καὶ στιχοπλόκοι, κι ἄλλοι ματαιόσπουδοι.

Ὥστε ἀνελλήνιστοι δὲν εἴμεθα, θαρρῶ.


[1906, 1912]




Στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη, το προσωπείο δεν αποτελεί ένα απλό εύσχημο λογοτεχνικό τέχνασμα ή μια απλή μεταμφίεση. Είναι μια βαθιά υπαρξιακή, πολιτική και πολιτισμική στρατηγική. Ο Αλεξανδρινός χρησιμοποιεί προσωπεία για να αποστασιοποιηθεί από το παρόν, να μιλήσει για οικουμενικές αλήθειες και να ανατάμει την ανθρώπινη ματαιοδοξία.

Στο ποίημα Φιλέλλην (1906/1912), η λειτουργία του προσωπείου φτάνει σε ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα επίπεδα της καβαφικής ειρωνείας. Εδώ, το προσωπείο δεν το φοράει μόνο ο ίδιος ο ποιητής (επιλέγοντας έναν ιστορικό μονόλογο), αλλά το φοράει συνειδητά και ο ίδιος ο κεντρικός ήρωας, ένας ανώνυμος, ηγεμόνας ενός μικρού, ημιβάρβαρου βασιλείου στην περιφέρεια του παρθικού κράτους, «πίσω απ’ τον Ζάγρο» και «από τα Φράατα πέρα». Η λειτουργία αυτού του προσωπείου αναπτύσσεται αριστοτεχνικά σε τρία αλληλένδετα επίπεδα: το πολιτικό, το πολιτισμικό και το καθαρά δραματικό-ποιητικό.

Το πρώτο επίπεδο λειτουργίας του προσωπείου είναι η ανάγκη για πολιτική επιβίωση και προβολή ισχύος. Ο ηγεμόνας του ποιήματος βρίσκεται σε μια εξαιρετικά μειονεκτική και εύθραυστη θέση. Είναι ένας «βασιλιάς» χωρίς πραγματική, αυτόνομη δύναμη, εγκλωβισμένος ανάμεσα σε δύο υπερδυνάμεις της εποχής: την επεκτατική Ρώμη και την απειλητική Παρθία. Το νόμισμα που παραγγέλνει αποτελεί το κατεξοχήν πολιτικό του προσωπείο. Ζητά η χάραξη να γίνει «τεχνικά», η έκφραση να είναι «σοβαρή και μεγαλοπρεπής» και το διάδημα «μάλλον στενό». Αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι απλές αισθητικές προτιμήσεις, αλλά τα συστατικά στοιχεία μιας κατασκευασμένης εικόνας. Το στενό διάδημα επιλέγεται για να τον διαφοροποιήσει οπτικά από τους Πάρθους («εκείνα τα φαρδιά των Πάρθων δεν με αρέσουν»), τους οποίους θεωρεί βαρβάρους, και να τον βοηθήσει να προσεγγίσει στο εκλεπτυσμένο ελληνιστικό/ρωμαϊκό πρότυπο. Το προσωπείο του ισχυρού ηγεμόνα πρέπει ταυτόχρονα να είναι προσεκτικό, ώστε να μην προκαλέσει τον πραγματικό κυρίαρχο. Η επιγραφή πρέπει να είναι «όχ’ υπερβολική, όχι πομπώδης» για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: «μην τα παρεξηγήσει ο ανθύπατος/που όλο σκαλίζει και μηνά στην Ρώμη». Εδώ αποκαλύπτεται η τραγικότητα του πολιτικού προσωπείου: ο βασιλιάς φοράει τη μάσκα του «Σωτήρος» και του «Βασιλέως» για να κρύψει το γεγονός ότι είναι ένας έντρομος υποτελής, του οποίου η μοίρα εξαρτάται από τις αναφορές ενός Ρωμαίου αξιωματούχου.

Το πιο καίριο χτύπημα της καβαφικής ειρωνείας εντοπίζεται στη χρήση του ελληνικού πολιτισμού ως προσωπείου ανωτερότητας. Για τον συγκεκριμένο ηγεμόνα, ο ελληνικός πολιτισμός, η γλώσσα και η τέχνη δεν αποτελούν εσωτερικευμένη παιδεία ή βίωμα. Είναι ένα εργαλείο, ένα «ένδυμα» που αγοράζει κάποιος για να κρύψει την επαρχιακή ή βαρβαρική του καταγωγή. Η επιγραφή θα γίνει «ως σύνηθες, ελληνικά». Στην πίσω όψη του νομίσματος ζητά «κάτι πολύ εκλεκτό... κανένας δισκοβόλος έφηβος ωραίος». Τα κλασικά ελληνικά ιδεώδη της αρμονίας και της ομορφιάς υποβιβάζονται σε διακοσμητικά στοιχεία ενός νομίσματος που σκοπό έχει να εντυπωσιάσει. Η λειτουργία του προσωπείου γίνεται φανερή όταν ο ηγεμόνας προλαμβάνει την ειρωνεία του τεχνίτη (του Σιθάσπη): «Και τώρα μη με αρχίζεις ευφυολογίες,/τα "Πού οι Έλληνες;" και "Πού τα Ελληνικά/πίσω απ’ τον Ζάγρο εδώ, από τα Φράατα πέρα"». Ο ίδιος ο βασιλιάς παραδέχεται κυνικά ότι η επικράτειά του είναι γεωγραφικά και πολιτισμικά αποκομμένη από τον ελληνικό κόσμο. Δεν υπάρχουν Έλληνες εκεί, ούτε μιλιέται η γλώσσα. Για να στηρίξει το πολιτισμικό του προσωπείο, ο ηγεμόνας καταφεύγει σε μια απελπισμένη αυτοπαρηγορία. Αναφέρει ότι «μας έρχοντ’ από την Συρία σοφισταί,/και στιχοπλόκοι, κι άλλοι ματαιόσπουδοι». Το γεγονός ότι δέχεται πλανόδιους, δεύτερης διαλογής διανοούμενους και τυχοδιώκτες του λόγου, θεωρείται από τον ίδιο επαρκής απόδειξη πολιτισμού. Η συγκλονιστική κατακλείδα «Ώστε ανελλήνιστοι δεν είμεθα, θαρρώ» συμπυκνώνει όλη τη λειτουργία του προσωπείου: είναι η απέλπιδα προσπάθεια ενός ανθρώπου να πείσει τον εαυτό του και τους άλλους ότι ανήκει σε έναν ανώτερο κόσμο, χρησιμοποιώντας τα πιο ευτελή και επιφανειακά υποκατάστατά του.

Σε ένα τρίτο, μετα-ποιητικό επίπεδο, το προσωπείο είναι η ίδια η θεατρική μέθοδος του Καβάφη. Ο ποιητής δεν μιλάει ποτέ σε πρώτο πρόσωπο για να εκφράσει άμεσα τα δικά του συναισθήματα. Αντίθετα, «δανείζει» τη φωνή του σε έναν φανταστικό χαρακτήρα του παρελθόντος. Αυτό το ποιητικό προσωπείο επιτελεί δύο βασικές λειτουργίες. Πρώτον, με το να κρύβεται πίσω από τον ηγεμόνα, ο Καβάφης δημιουργεί μια θεατρική σκηνή, έναν εσωτερικό μονόλογο. Ο αναγνώστης γίνεται μάρτυρας μιας ιδιωτικής στιγμής, όπου ο ήρωας ξεγυμνώνει τις αδυναμίες του, νομίζοντας ότι μιλάει μόνο στον τεχνίτη του. Αυτό κάνει την κριτική και την ειρωνεία του ποιήματος πολύ πιο κοφτερή απ' ό,τι αν ο ποιητής κατηγορούσε ευθέως την ξενομανία της εποχής του. Δεύτερον, μέσα από το προσωπείο του αρχαίου βασιλιά, ο Καβάφης σατιρίζει τη δική του σύγχρονη πραγματικότητα (αρχές του 20ού αιώνα). Το ποίημα φωτογραφίζει την αστική τάξη της εποχής του, τους επαρχιώτες που επιζητούν εναγωνίως τίτλους, την ξενομανία, τη μίμηση των ευρωπαϊκών τρόπων και την επιφανειακή επίδειξη παιδείας. Ο «Φιλέλλην» ηγεμόνας είναι ο διαχρονικός άνθρωπος της «βιτρίνας», που επενδύει στα πλούσια ρούχα και στους βαρύγδουπους τίτλους επειδή το εσωτερικό του είναι κενό.

Στον «Φιλέλληνα», το προσωπείο λειτουργεί ως ένας μηχανισμός άμυνας και ταυτόχρονα ως μια παγίδα αυτο-εγκλωβισμού. Ο ηγεμόνας γνωρίζει ότι η «ελληνικότητά» του είναι ένα ψέμα, μια μάσκα χαραγμένη πάνω σε ένα μέταλλο. Ωστόσο, την έχει ανάγκη. Το προσωπείο είναι ο μόνος τρόπος για να αντέξει την πολιτική του ασημαντότητα και την πολιτισμική του απομόνωση. Ο Καβάφης, με μοναδική ψυχολογική οξύνοια, μας δείχνει ότι οι άνθρωποι συχνά προτιμούν περισσότερο ένα λαμπερό, έστω και ψεύτικο, προσωπείο παρά τη σκληρή και ασήμαντη πραγματικότητα της αληθινής τους ύπαρξης. Το νόμισμα μπορεί να γράφει «Φιλέλλην», αλλά πίσω από το μέταλλο κρύβεται η τραγική φιγούρα ενός ηγεμόνα που παίζει θέατρο για να μην αντικρίσει το κενό της εξουσίας του.