![]() |
Σάμιουελ Μπέκετ (φωτο: Dmitri Kasterine/ Camera Press.) |
Ο Σάμιουελ Μπέκετ είναι μια από τις πιο ριζοσπαστικές μορφές της νεωτερικής δραματουργίας, όχι επειδή εγκαταλείπει το θέατρο, αλλά επειδή το οδηγεί στα εσωτερικά του όρια. Η συμβολή του δεν συνίσταται απλώς στη θεματική της αναμονής, της αποτυχίας ή της υπαρξιακής ερήμωσης, αλλά κυρίως στη συστηματική απογύμνωση των μηχανισμών του δράματος. Στα έργα του, το θέατρο δεν καταρρέει· εξαντλείται και, σταδιακά, μετατρέπεται σε αντικείμενο: ένα σύνολο στοιχείων και δυνατοτήτων που παραμένουν προς παρατήρηση.
Στο εμβληματικό Περιμένοντας τον Γκοντό, η δραματική δομή παραμένει τυπικά παρούσα: πρόσωπα, διάλογος, σκηνική δράση, χρονική διάρκεια. Ωστόσο, η πλοκή δεν εξελίσσεται, η αναμονή δεν εκπληρώνεται, η κίνηση δεν οδηγεί σε μεταβολή. Το έργο δεν είναι απλώς αντι-δράμα. Είναι δράμα που έχει εξαντλήσει την τελολογία του. Τα πρόσωπα και οι κινήσεις γίνονται παρατηρήσιμα αντικείμενα που αποκαλύπτουν το πεδίο του δυνατού.
Ο Ζιλ Ντελέζ στο κείμενο Ο Εξαντλημένος προσφέρει ένα καθοριστικό ερμηνευτικό κλειδί. Διακρίνει τον κουρασμένο από τον εξαντλημένο. Ο κουρασμένος δεν μπορεί να πραγματώσει το δυνατό. Ο εξαντλημένος, αντίθετα, έχει εξαντλήσει το ίδιο το πεδίο του δυνατού. Στον Μπέκετ, τα πρόσωπα δεν σταματούν επειδή αδυνατούν, αλλά επειδή όλες οι πιθανές παραλλαγές της πράξης έχουν ήδη διανυθεί. Το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς ακινησία, αλλά στασιμότητα και ένταση ως οντολογική συνθήκη.
Στο Τέλος του Παιχνιδιού, η λογική αυτή γίνεται ακόμη πιο αυστηρή. Οι χαρακτήρες εγκλωβίζονται σε έναν κλειστό χώρο, σε μια σκηνή που λειτουργεί ως σύστημα χωρίς έξοδο. Κάθε κίνηση μοιάζει ανακυκλούμενη, κάθε λόγος επαναλαμβανόμενος, κάθε χειρονομία ήδη ειπωμένη. Το τέλος δεν έρχεται· είναι ήδη παρόν. Η θεατρική πράξη μετατρέπεται σε διαδικασία διαχείρισης ενός ήδη συντελεσμένου τέλους, όπου τα στοιχεία της σκηνής, η φωνή και η κίνηση αποκαλύπτουν την εσωτερική τους λειτουργία.
Η στρατηγική απογύμνωσης δεν είναι μόνο αισθητική, αλλά πολιτική και φιλοσοφική. Ο Μπέκετ γράφει σε μια εποχή όπου οι μεγάλες αφηγήσεις προόδου και ιστορικής αισιοδοξίας έχουν κλονιστεί. Η εξάντληση της δράσης αντανακλά την εξάντληση της βεβαιότητας. Ωστόσο, δεν πρόκειται για μηδενισμό. Όταν το σύστημα εξαντλεί τις δυνατότητές του, καθίσταται διαφανές. Η σκηνή γίνεται τόπος αποκάλυψης της ίδιας της δομής της, των δυνατοτήτων και των ορίων της.
Η γλώσσα στον Μπέκετ υπόκειται σε παρόμοια διαδικασία. Δεν εγκαταλείπεται, αλλά αποδομείται από μέσα. Οι φράσεις επαναλαμβάνονται, οι λέξεις χάνουν το βάρος τους, η σημασία διαρρηγνύεται. Η γλώσσα μετατρέπεται από φορέα νοήματος σε ηχητικό και ρυθμικό υλικό. Στο Όχι Εγώ, το σώμα σχεδόν εξαφανίζεται, απομένει μόνο ένα στόμα που εκφέρει αποσπασματικό λόγο. Το δράμα συρρικνώνεται σε μια εστία φωνής. Εδώ η παρουσία δεν ταυτίζεται με πλήρη υποκειμενικότητα· είναι αποσπασματική, διακεκομμένη, ασταθής.
Η ακραία συνέπεια αυτής της πορείας αποκαλύπτεται στην Αναπνοή. Εκεί ο άνθρωπος εξαφανίζεται ολοκληρωτικά από τη σκηνή. Δεν υπάρχουν πρόσωπα, δεν υπάρχει διάλογος, δεν υπάρχει δράση με την παραδοσιακή έννοια, μόνο ένας σωρός απορριμμάτων, ένα στιγμιαίο φως και οι ήχοι μιας εισπνοής και μιας εκπνοής. Το δράμα συμπυκνώνεται στη στοιχειώδη βιολογική λειτουργία της αναπνοής. Αν στο Όχι Εγώ είχε απομείνει ένα στόμα, εδώ δεν απομένει ούτε καν το σώμα που το φέρει. Απομένει μόνο το ίχνος της ζωής. Σε αυτό το σημείο, η εξάντληση δεν αφορά πλέον την πλοκή ή τον χαρακτήρα, αλλά την ίδια την ανθρωποκεντρική προϋπόθεση του θεάτρου. Ο Μπέκετ δεν αποδομεί απλώς τη δραματική μορφή· την ελαχιστοποιεί μέχρι εξαφάνισης. Το θέατρο μετατρέπεται σε καθαρό συμβάν, σε χρονικό ελάχιστο, σε οριακή ένταση χωρίς υποκείμενο. Αν το δράμα ορίζεται ως αναπαράσταση πράξεων ανθρώπων επί σκηνής, τότε στην Αναπνοή το δράμα έχει εξαντληθεί. Από εκεί και πέρα, ό,τι ακολουθεί δεν μπορεί παρά να λειτουργεί ως παραλλαγή, αναστοχασμός ή επανάληψη αυτής της ριζικής εσωτερικής εξάντλησης.
Η ντελεζιανή ανάγνωση τονίζει ότι το έργο του Μπέκετ είναι σπινοζικό: η επαναληπτική μονοτονία, η ελαχιστοποίηση των δυνατοτήτων και η στασιμότητα των σωμάτων αποκαλύπτουν το πεδίο του δυνατού. Με άλλα λόγια, ο Μπέκετ δεν φτάνει απλώς στα όρια του δράματος – το εξαντλεί, αφήνοντας μόνο την καθαρή παρουσία. Το αποτέλεσμα είναι ένα ...δραματικά μεταδραματικό θέατρο, όπου η αναπαράσταση δεν καταργείται αλλά αδειάζει, η δράση δεν παύει αλλά ανακυκλώνεται, η παρουσία δεν θριαμβεύει αλλά αποκαλύπτεται ως εύθραυστη.
Η πολιτική διάσταση του έργου του Μπέκετ δεν έγκειται σε ρητές αναφορές ή θεματική καταγγελία, δεν πρόκειται για παραδοσιακή πολιτική δράση ή για στρατευμένο λόγο. Αντίθετα, έγκειται στην απογύμνωση των συνθηκών της πολιτικής δυνατότητας. Το εγώ στους μπεκετικούς κόσμους δεν είναι ουσία, αλλά ταλάντωση, φωνή, υπόλειμμα. Η ταυτότητα δεν συγκροτείται· διαλύεται και επανασυντίθεται μέσα από επαναλήψεις. Μέσα από αυτή την αποδόμηση των βεβαιοτήτων και των υποκειμενικοτήτων, ο Μπέκετ δημιουργεί ένα θέατρο της «πολιτικής μετά την κατάρρευση της πολιτικής», ένα θέατρο που αποκαλύπτει τις δομές της δυνατότητας δράσης, χωρίς να προσφέρει λύσεις, προτάσεις ή ιδεολογική κατεύθυνση.
Ο Μπέκετ, συνεπώς, δεν είναι συγγραφέας της σιωπής αλλά της οριακής έντασης. Το θέατρό του δεν μιμείται τον κόσμο. Τον απογυμνώνει από την ψευδαίσθηση συνοχής. Η σκηνή γίνεται εργαστήριο εξάντλησης, όπου το δυνατό παίζεται μέχρι τέλους. Και, όταν δεν υπάρχει τίποτε άλλο να παιχτεί, απομένει η γυμνή παρουσία – όχι ως μεταφυσική ουσία, αλλά ως εκτεθειμένη ύπαρξη μέσα στον χρόνο. Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η διαχρονική ριζοσπαστικότητα του Μπέκετ: δεν προτείνει λύσεις ούτε υποκαθιστά τις χαμένες βεβαιότητες. Δημιουργεί έναν χώρο όπου η εξάντληση γίνεται συνθήκη σκέψης. Εκεί όπου το δράμα τελειώνει χωρίς να τελειώνει, αρχίζει η φιλοσοφία του.
Επίμετρο
Μια σημαίνουσα παράσταση μπεκετικού θεάτρου που έχω δει πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο της φοίτησής μου στο πανεπιστήμιο. Ήταν το Περιμένοντας τον Γκοντό από θίασο φοιτητών. Την ανακαλώ περιοδικά στη μνήμη μου για έναν και μοναδικό λόγο, για μία στιγμή απόλυτης επιτελεστικής ειλικρίνειας. Μία στιγμή κατά την οποία η παραστατικότητα ακύρωσε (ή μήπως ταυτίστηκε πλήρως;) με τη θεατρικότητα, προσφέροντας στο κοινό μια αίσθηση αυθεντικής λαχτάρας.
Ο φοιτητής που ερμήνευσε τον έναν από τους δύο πρωταγωνιστές, εκφώνησε τη φράση «δεν μπορώ να συνεχίσω» και εγκατέλειψε τη σκηνή δημιουργώντας την αληθινή αίσθηση ότι κάθε δυνατότητα συνέχισης της παράστασης είχε εξαντληθεί. Η στιγμή αυτή ήταν κομβική: σημειωνόταν πλήρης ταύτιση της μπεκετικής αισθητικής με το αντικειμενικό παρόν της παράστασης και την προσωπική, υπαρξιακή αλήθεια του ηθοποιού-περφόρμερ. Διανοίχθηκε έτσι μια ρωγμή αβεβαιότητας -για να μην πω: χάους- στο θεατρικό πλαίσιο, που, σαν ατύχημα, αποσταθεροποίησε ταυτόχρονα σκηνή και πλατεία.
Για μένα, η εμπειρία αυτής της επιτελεστικής ειλικρίνειας εκ μέρους του περφόρμερ κατέστη ακόμη πιο συνταρακτική, καθώς μου αναβίωσε μια αντίστοιχη υπαρξιακή κρίση που είχα βιώσει πρόσφατα. Εντελώς αιφνίδια, σε μια επιστροφή από το πανεπιστήμιο, είχα σταματήσει στη μέση του δρόμου προσκρούοντας πάνω στον «τοίχο» της σκέψης: «Δεν μπορώ να συνεχίσω άλλο»! Ήταν ένας στιγμιαίος υπαρξιακός τρόμος που με είχε σημαδέψει κυρίως λόγω της απρόοπτης φύσης του. Θα μπορούσε να ξανασυμβεί; Συνέβη: η εμπειρία αυτή, η αίσθηση του να χάνεις το έδαφος κάτω από τα πόδια σου εντελώς ξαφνικά, με οδήγησε στην ταύτιση διπλασιάζοντας την ένταση της στιγμής στην παράσταση. Όταν αποκαταστάθηκε η συμβατική θεατρική ροή, το συμβάν με βοήθησε παράλληλα να κατανοήσω βαθύτερα τη δύναμη της στιγμής που είχα ξαναβιώσει στο θέατρο, δηλαδή να κατανοήσω πώς η αυθεντικότητα μιας ενέργειας, ακόμη και φαινομενικά μικρής, μπορεί να δημιουργήσει μια αίσθηση ριζικής αποσταθεροποίησης τόσο στον θεατή όσο και στο ίδιο το θεατρικό πλαίσιο.
Η στιγμή ήταν υβριδική: η περφόρμανς διεμβόλισε τη θεατρική διαδικασία, το πραγματικό υπερέβη το προδιαγεγραμμένο και το σκηνοθετημένο. Η αίσθηση αυθεντικότητας κατέστησε αδιαμφισβήτητο το γεγονός πως ο περφόρμερ εννοούσε τόσο τη δήλωση όσο και την πράξη του.
Σε κάθε αναδρομή στην αιώνια στιγμή παραμονεύει η σκέψη ότι ίσως επρόκειτο απλώς για μια αποτελεσματική υποκριτική στρατηγική. Ωστόσο, η αμφιβολία αυτή συγκρούεται με το επιχείρημα ότι, αν υπήρχε δυνατότητα τέτοιας ταύτισης και ρεαλισμού, γιατί δεν αξιοποιήθηκε σε ολόκληρη την παράσταση; Γιατί, έστω, δεν παρήχθησαν και άλλες ανάλογες στιγμές; Η πλέον ικανοποιητική εξήγηση μοιάζει πως είναι ότι επρόκειτο για μια τυχαία εισβολή του πραγματικού στη σκηνή. Σαν εκείνη την απρόσμενη πρόσκρουσή μου στον τοίχο μιας σκέψης.
Η εμπειρία αυτή δεν αποκαλύπτει μόνο την ιδιοτυπία του μπεκετικού θεάτρου, αλλά και τη γενικότερη δύναμη του θεάτρου ως επιτελεστικού μέσου. Το θέατρο έχει την ικανότητα να διασπά την κανονικότητα της σκηνής, να αποσταθεροποιεί τις προσδοκίες του κοινού και να δημιουργεί άμεσες εμπειρίες συναισθηματικής και νοητικής εμπλοκής. Όταν η αλήθεια ενός σώματος, μιας φωνής ή μιας στιγμής υπερβαίνει το προδιαγεγραμμένο κείμενο και τη σκηνοθετική δομή, η παραστασιακή εμπειρία αναδύεται ως χώρος υπαρξιακής συνάντησης, όπου θεατρικότητα και αυθεντικότητα συμπίπτουν σε τέτοιο βαθμό που είναι αδύνατο να διακριθούν η μία από την άλλη.
Με άλλα λόγια, το θέατρο, εκτός από απλή αναπαράσταση ή ψυχαγωγία, είναι και μέσο άμεσης επικοινωνίας. Η ανθρώπινη παρουσία και η στιγμή της εκτέλεσης μπορούν να μετατρέψουν κάθε παράσταση σε μοναδικό γεγονός που επηρεάζει θεατή και ερμηνευτή. Η εμπειρία της στιγμής περί ης ο λόγος δείχνει πώς ακόμη και η πιο μικρή, τυχαία ή φαινομενικά αυθόρμητη πράξη μπορεί να υπερβεί τη δομή, αποκαλύπτοντας την ουσία της θεατρικής δύναμης: την ικανότητα να γεννά αληθινή αίσθηση, ένταση και σκέψη.
February 22, 2026
After Beckett, what?
Samuel Beckett is one of the most radical figures in modern drama, not because he abandons the theatre, but because he pushes it to its internal limits. His contribution does not lie merely in themes of waiting, failure, or existential emptiness, but primarily in the systematic stripping bare of the mechanisms of drama itself. In his works, the theatre does not collapse; it exhausts itself and, gradually, becomes an object: a collection of elements and possibilities that remain open to observation.
In the emblematic Waiting for Godot, the dramatic structure remains formally present: characters, dialogue, stage action, temporal duration. Yet the plot does not develop, waiting is not fulfilled, movement does not lead to change. The work is not simply anti-drama. It is a drama that has exhausted its teleology. Characters and movements become observable objects that reveal the field of the possible.
Gilles Deleuze, in his text The Exhausted, provides a crucial interpretive key. He distinguishes the tired from the exhausted. The tired cannot realize the possible. The exhausted, by contrast, has exhausted the field of the possible itself. In Beckett, characters do not stop because they are incapable, but because all possible variations of action have already been traversed. The result is not merely stillness, but stasis and tension as an ontological condition.
In Endgame, this logic becomes even stricter. Characters are trapped in a closed space, on a stage functioning as a system without exit. Every movement seems recycled, every line repeated, every gesture already spoken. The ending does not arrive - it is present from the start. The theatrical act becomes a process of managing an already consummated ending, where the elements of the stage, voice, and movement reveal their internal functioning.
This strategy of stripping bare is not only aesthetic but also political and philosophical. Beckett writes in an era when the grand narratives of progress and historical optimism have faltered. The exhaustion of action reflects the exhaustion of certainty. Yet this is not nihilism. When the system exhausts its possibilities, it becomes transparent. The stage becomes a site for revealing the structure itself, its possibilities and limits.
Language in Beckett undergoes a similar process. It is not abandoned, but deconstructed from within. Phrases repeat, words lose their weight, meaning fractures. Language transforms from a carrier of meaning into sound and rhythm. In Not I, the body almost disappears, leaving only a mouth that utters fragmentary speech. Drama contracts into a locus of voice. Here, presence does not coincide with full subjectivity - it is fragmentary, interrupted, unstable.
The extreme consequence of this trajectory is revealed in Breath. There, the human being vanishes completely from the stage. No characters, no dialogue, no action in the traditional sense - only a heap of trash, a fleeting light, and the sounds of an inhalation and exhalation. Drama condenses into the elemental biological function of breathing. If in Not I a mouth remained, here not even the body that carries it remains. Only the trace of life persists. At this point, exhaustion no longer concerns plot or character but the very anthropocentric presupposition of theatre. Beckett does not merely deconstruct dramatic form; he minimizes it to disappearance. Theatre becomes pure event, minimal in time, marginal intensity without a subject. If drama is defined as the representation of human actions on stage, in Breath drama has been exhausted. Beyond this point, anything that follows can only function as variation, reflection, or repetition of this radical internal exhaustion.
Deleuze’s reading emphasizes that Beckett’s work is Spinozist: repetitive monotony, minimization of possibilities, and stasis of bodies reveal the field of the possible. In other words, Beckett does not merely reach the limits of drama - he exhausts it, leaving only pure presence. The result is a dramatically post-dramatic theatre, where representation is not abolished but emptied, action does not cease but recycles, presence does not triumph but is revealed as fragile.
The political dimension of Beckett’s work does not lie in explicit references or thematic denunciation; it is not a matter of traditional political action or engaged discourse. Rather, it resides in the stripping bare of the conditions of political possibility. The ego in Beckett’s worlds is not an essence, but a vibration, a voice, a residue. Identity is not formed; it dissolves and recomposes through repetition. Through this deconstruction of certainties and subjectivities, Beckett creates a theatre of “politics after the collapse of politics” - a theatre that reveals the structures of the possibility of action, without offering solutions, proposals, or ideological direction.
Beckett, therefore, is not a writer of silence but of marginal tension. His theatre does not imitate the world. It strips it of the illusion of coherence. The stage becomes a laboratory of exhaustion, where the possible is played to the end. And when nothing else remains to be played, only bare presence persists - not as metaphysical essence, but as exposed existence within time. This is precisely the timeless radicality of Beckett: he proposes no solutions and substitutes no lost certainties. He creates a space where exhaustion becomes a condition of thought. Where drama ends without ending, his philosophy begins.
Epimeter
A significant performance of Beckettian theater that I have seen was performed during my time at university. It was Waiting for Godot by a student troupe. I recall it periodically in my memory for one and only reason, for a moment of absolute performative sincerity. A moment in which the performativity canceled out (or was it completely identified?) with the theatricality, offering the audience a sense of authentic longing.
The student who played one of the two protagonists uttered the phrase “I cannot continue” and left the stage, creating the real feeling that every possibility of continuing the performance had been exhausted. This moment was pivotal: there was a complete identification of the Beckettian aesthetic with the objective present of the performance and the personal, existential truth of the actor-performer. A crack of uncertainty - not to say: chaos - opened up in the theatrical context, which, like an accident, simultaneously destabilized the stage and the square.
For me, the experience of this performative honesty on the part of the performer became even more shocking, as it revived a similar existential crisis that I had recently experienced. Quite suddenly, on a return from university, I had stopped in the middle of the road, hitting the “wall” of thought: “I can’t go on any longer”! It was a momentary existential terror that had marked me mainly due to its unexpected nature. Could it happen again? It did: this experience, the feeling of losing the ground under your feet completely suddenly, led me to identification, doubling the intensity of the moment in the performance. When conventional theatrical flow was restored, the event also helped me to understand more deeply the power of the moment I had relived in the theater, that is, to understand how the authenticity of an action, even a seemingly small one, can create a sense of radical destabilization in both the viewer and the theatrical context itself.
The moment was hybrid: performance permeated the theatrical process, the real transcended the prescribed and the staged. The sense of authenticity made it undeniable that the performer meant both his statement and his action.
In every flashback to the eternal moment, the thought lurks that perhaps it was simply an effective acting strategy. However, this doubt clashes with the argument that, if there was a possibility of such identification and realism, why was it not exploited throughout the performance? Why, at least, were other similar moments not produced? The most satisfactory explanation seems to be that it was an accidental invasion of the real on stage. Like that unexpected collision of mine with the "wall" of a thought.
This experience reveals not only the idiosyncrasy of Beckettian theatre, but also the general power of theatre as a performative medium. Theatre has the ability to disrupt the regularity of the stage, to destabilise the expectations of the audience and to create immediate experiences of emotional and intellectual engagement. When the truth of a body, a voice or a moment transcends the prescribed text and the directorial structure, the performance experience emerges as a space of existential encounter, where theatricality and authenticity coincide to such an extent that it is impossible to distinguish one from the other.
In other words, theatre, apart from being a simple representation or entertainment, is also a means of direct communication. The human presence and the moment of performance can transform each performance into a unique event that affects both the spectator and the performer. The experience of the moment of discourse shows how even the smallest, random or seemingly spontaneous act can transcend structure, revealing the essence of theatrical power: the ability to generate real feeling, tension and thought





