Δοκίμιο αρ. 215
![]() |
Ο Γιόνας Κάουφμαν στον ρόλο του Καβαραντόσι, σκηνοθετεί τολμηρά σαν άλλος Παζολίνι, στην πρώτη πράξη της Τόσκα του Πουτσίνι και του Μουντρούτσο. |
Το 2024, η Κρατική Όπερα της Βαυαρίας παρουσίασε μια από τις πιο συζητημένες και ριζοσπαστικές παραγωγές της σύγχρονης λυρικής σκηνής: ανέθεσε στον διεθνώς αναγνωρισμένο σκηνοθέτη του θεάτρου και του κινηματογράφου Κορνέλ Μουντρούτσο την αναμέτρηση με την Τόσκα του Τζάκομο Πουτσίνι. Η παραγωγή, που έκανε πρεμιέρα τον Μάιο και παρουσιάστηκε εκ νέου το καλοκαίρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Όπερας του Μονάχου, επεδίωξε να προσφέρει μια φρέσκια, σύγχρονη ματιά σε ένα από τα πιο δημοφιλή έργα του παγκόσμιου ρεπερτορίου, απορρίπτοντας τα παραδοσιακά ιστορικά κοστούμια και το σκηνικό της Ρώμης του 1800. Η μουσική διεύθυνση ανατέθηκε στον Αντρέα Μπατιστόνι, ο οποίος καθοδήγησε την Κρατική Ορχήστρα της Βαυαρίας με έντονο δραματικό παλμό και διατήρησε τη λυρική ένταση της παρτιτούρας απέναντι σε μια εξαιρετικά απαιτητική σκηνική δράση. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους χρησιμοποιήθηκε ένα καστ παγκόσμιας εμβέλειας, με την Ελεονόρα Μπουράτο στο ντεμπούτο της ως Τόσκα, τον Τσαρλς Καστρονόβο ως Καβαραντόσι στην πρεμιέρα και τον Γιόνας Κάουφμαν στις μεταγενέστερες παραστάσεις του καλοκαιριού, και τον βαρύτονο Λουντοβίκ Τεζιέ να ενσαρκώνει τον Βαρόνο Σκάρπια. Το οπτικό και χωρικό περιβάλλον διαμορφώθηκε από τα πολυεπίπεδα σκηνικά-κοστούμια της Μόνικα Πορμάλε και τους φωτισμούς του Φελίτσε Ρος, ενώ κομβικό ρόλο στην αφήγηση διαδραμάτισε η χρήση προβολών βίντεο του Ρούντολφς Μπαλτίνς.
Η σκηνοθετική άποψη του Μουντρούτσο στηρίχθηκε σε μια ριζική πολιτική επανερμηνεία, καθώς ο σκηνοθέτης μετέθεσε το βασικό χρονικό πλαίσιο της δράσης από τις απαρχές του 19ου αιώνα στο 1975, το έτος κατά το οποίο ο Πιερ Πάολο Παζολίνι ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του Σαλό και δολοφονήθηκε, δηλαδή σε μια περίοδο σημαδεμένη από πολιτική τρομοκρατία, κοινωνική αναταραχή και τη διάχυτη αίσθηση του κρατικού αυταρχισμού. Το κεντρικό concept της παράστασης βασίστηκε σε μια ευφυή αλληγορική σύζευξη της όπερας του Πουτσίνι με το κινηματογραφικό σύμπαν του Παζολίνι και, ειδικότερα, με την εν λόγω ταινία. Μέσα από αυτή τη μεταφορά, ο Μάριο Καβαραντόσι έπαψε να είναι ένας παραδοσιακός εκκλησιαστικός ζωγράφος και μετατράπηκε σε έναν αριστερό, αντισυμβατικό διανοούμενο καλλιτέχνη της εικόνας -ένα σαφές alter ego του Παζολίνι- ο οποίος χρησιμοποιεί τον ιερό χώρο ως πλατό για το γύρισμα μιας τολμηρής ταινίας. Τα γυμνά μοντέλα του, νεαροί άνδρες και γυναίκες σε προκλητικές στάσεις, αναπαριστούν την υποδούλωση του σώματος στην εξουσία, κάτι που προσδίδει στη ζήλια της Τόσκα μια νέα διάσταση, καθώς εκείνη έρχεται αντιμέτωπη όχι με μια θρησκευτική εικόνα αλλά με το ανατρεπτικό καλλιτεχνικό όραμα του εραστή της. Η τέχνη ορίζεται εδώ ως πράξη πολιτικής αντίστασης, γεγονός που καθιστά τον δημιουργό της άμεσο στόχο του καθεστώτος.
Στο πλαίσιο αυτού του ολοκληρωτικού μηχανισμού, ο Βαρόνος Σκάρπια μεταφέρεται σε ένα αυταρχικό αστυνομικό σύστημα εξουσίας, το οποίο παραπέμπει στο πολιτικό κλίμα της Ιταλίας της δεκαετίας του 1970 και στη βία που διατρέχει το σύμπαν του Σαλό. Στη δεύτερη πράξη, η βία αποτυπώνεται με νατουραλιστική ωμότητα, καθώς τα βασανιστήρια του Καβαραντόσι δεν λαμβάνουν χώρα σε κάποιο μακρινό, αόρατο μπουντρούμι, αλλά σε έναν υπόγειο χώρο κάτω από το γραφείο του Σκάρπια, ο οποίος παραμένει ορατός στο κοινό. Έτσι ο εκβιασμός προς την Τόσκα προσλαμβάνει μια αποτρόπαιη υπόσταση, ευθυγραμμισμένη τρόπον τινά με τη σκληρότητα των σκηνών του Σαλό.
Η σκηνοθεσία ενσωματώνει τη χρήση κινηματογραφικών συνεργείων και καμερών πάνω στη σκηνή, τα οποία όμως λειτουργούν κυρίως ως δομικά σκηνικά στοιχεία παρά ως μέσα ζωντανής καταγραφής. Αντίθετα με την εντύπωση μιας συνεχούς ροής κλειστού κυκλώματος, οι κάμερες εξυπηρετούν την ψευδαίσθηση της κινηματογραφικής διαδικασίας κατά την πρώτη πράξη. Στη μεγάλη οθόνη προβάλλεται ένα αυτόνομο, προβιντεοσκοπημένο υλικό από ταινίες του Παζολίνι (Mamma Roma, Teorema, Medea).
Η κορύφωση της αποδόμησης της θεατρικής ψευδαίσθησης συντελείται στην τρίτη πράξη, όπου ο Μουντρούτσο απομακρύνεται από τη συμβατική, λυτρωτική εκδοχή του φινάλε και μετατρέπει την τελική σκηνή σε μια εικόνα ακραίας εσωτερικής συντριβής. Η εκτέλεση του Καβαραντόσι παρουσιάζεται με ψυχρότητα, μέσα σε ένα γκρίζο και απογυμνωμένο σκηνικό περιβάλλον, στερημένο από κάθε ίχνος ρομαντικής εξιδανίκευσης. Όταν η Τόσκα συνειδητοποιεί τον θάνατο του αγαπημένου της, η σκηνοθεσία ανατρέπει την αναμενόμενη θεατρική εικόνα του άλματος από τα τείχη του Καστέλ Σαντ'Άντζελο: το άλμα δεν αναπαρίσταται κυριολεκτικά, αλλά μεταφράζεται σε μια ακραία σκηνική εικόνα, μέσα από μια εκρηκτική οπτικοποίηση του αίματος και της βίας. Έτσι, το φινάλε δεν λειτουργεί πλέον ως μια πράξη λυτρωτικής διαφυγής από τη βία, αλλά ως η δραματική αποτύπωση μιας συντριβής που είναι ταυτόχρονα ψυχική, υπαρξιακή και πολιτική. Η Τόσκα βρίσκεται αντιμέτωπη με το απόλυτο κενό, ενώ η τέχνη -που στην παράσταση έχει προηγουμένως παρουσιαστεί ως πράξη αντίστασης- αποδεικνύεται ανήμπορη να αναχαιτίσει τη βία του μηχανισμού της εξουσίας.
Η υποδοχή της παραγωγής από τον διεθνή τύπο, που υπήρξε έντονα διχασμένη, αποτύπωσε τη διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στις παραδοσιακές αξίες της όπερας και το σύγχρονο θέατρο του σκηνοθέτη (Regietheater). Οι αρνητικές κριτικές εστιάστηκαν στην αίσθηση ότι η έντονη πολιτική πραγματολογία και η παρουσία των βιντεοπροβολών αποσπούσαν την προσοχή από τη μουσική δραματουργία του Πουτσίνι. Ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια εμβληματικών σημείων, όπως η άρια "E lucevan le stelle", οι προβολές θεωρήθηκαν από ορισμένους κριτικούς παράγοντας οπτικής υπερφόρτωσης, που αποσπούσε την προσοχή από τη ζωντανή ερμηνεία. Παράλληλα, επισημάνθηκαν οι εγγενείς αναχρονιστικές αντιφάσεις του εγχειρήματος, κατά τις οποίες το λιμπρέτο αναφέρεται ρητά στη μάχη του Μαρένγκο του 1800, ενώ η σκηνική πραγματικότητα χρησιμοποιεί "Polaroid" και αναφορές στις Ερυθρές Ταξιαρχίες. Στον αντίποδα, οι υποστηρικτές της παράστασης εξήραν την τόλμη του Μουντρούτσο να αφαιρέσει τα ρομαντικά κλισέ και να αναδείξει τον αυθεντικό, σκοτεινό πυρήνα της εξουσίας, μετατρέποντας το έργο σε ένα σύγχρονο υπαρξιακό δοκίμιο.
Παρά τις αντιδράσεις για τη σκηνοθεσία, οι βασικοί ερμηνευτές απέσπασαν κατά κανόνα πολύ θετικές κριτικές, ενώ και η διεύθυνση του Μπατιστόνι αναγνωρίστηκε για τον δραματικό της παλμό, αν και δεν έλειψαν οι ενστάσεις για την ένταση της ορχήστρας. Ο Κάουφμαν, παρότι κλήθηκε να κινηθεί σε ένα υποκριτικά άβολο πλαίσιο που περιόριζε την παραδοσιακή ηρωική φύση του ρόλου του, επαινέθηκε για τη φωνητική του γκάμα και τη δραματική του ακρίβεια. Η Μπουράτο κέρδισε τις εντυπώσεις με το ψυχολογικό βάθος της ερμηνείας της, ενώ ο Τεζιέ αποθεώθηκε ως ο απόλυτος θριαμβευτής της παράστασης επειδή κατόρθωσε να συνδυάσει τη φωνητική κυριαρχία με την απόδοση ενός τρομακτικού και σαδιστικού χαρακτήρα.
Η παραγωγή της Τόσκα από την Κρατική Όπερα της Βαυαρίας μάς απέδειξε ότι η όπερα παραμένει ζωντανός οργανισμός, ικανός να αναδεικνύει τη διαχρονική σύγκρουση ανάμεσα στην ελεύθερη καλλιτεχνική έκφραση και τη βία της εξουσίας.
A subversive "Tosca"
![]() |
Jonas Kaufmann, as Cavaradossi, boldly takes on the role of a director in the manner of Pasolini, in the first act of Puccini’s and Mundruczó’s Tosca. |
In 2024, the Bavarian State Opera presented one of the most discussed and radical productions of the contemporary operatic stage, entrusting the internationally acclaimed theatre and film director Kornél Mundruczó with a new confrontation with Giacomo Puccini’s Tosca. The production, which premiered in May and was subsequently presented again during the summer as part of the Munich Opera Festival, sought to offer a fresh, contemporary perspective on one of the most popular works in the international repertoire, rejecting the conventional historical costumes and the Rome of 1800 as its scenic setting. The musical direction was entrusted to Andrea Battistoni, who led the Bavarian State Orchestra with considerable dramatic impetus while preserving the lyrical intensity of Puccini’s score in the face of an exceptionally demanding stage action. The principal cast brought together performers of international stature: Eleonora Buratto made her debut as Tosca; Charles Castronovo sang Cavaradossi at the premiere, with Jonas Kaufmann taking over the role in subsequent summer performances; and the French baritone Ludovic Tézier portrayed Baron Scarpia. The visual and spatial environment was shaped by Monika Pormale’s multilayered sets and costumes and Felice Ross’s lighting, while video projections by Rūdolfs Baltiņš played a crucial role in the dramaturgy.
Mundruczó’s directorial conception was founded upon a radical political reinterpretation. He shifted the principal temporal framework of the action from the beginning of the nineteenth century to 1975, the year in which Pier Paolo Pasolini completed the filming of Salò, or the 120 Days of Sodom and was murdered - a period marked by political terrorism, social unrest, and a pervasive sense of authoritarian state power. The production’s central concept rested upon an ingenious allegorical fusion of Puccini’s opera with Pasolini’s cinematic universe, and more specifically with that particular film. Through this transposition, Mario Cavaradossi ceases to be a conventional church painter and becomes instead a left-wing, unconventional intellectual and image-maker -an unmistakable alter ego of Pasolini- who uses the sacred space as a film set for the production of a daring film. His nude models, young men and women arranged in provocative poses, evoke the subjugation of the body to power, thereby giving Tosca’s jealousy a new dimension: she confronts not a religious image, but the radical artistic vision of her lover. Art is thus defined as an act of political resistance, making its creator an immediate target of the regime.
Within this totalitarian mechanism, Baron Scarpia is relocated into an authoritarian system of police power that evokes the political climate of Italy in the 1970s and the violence permeating the universe of Salò. In the second act, violence is rendered with almost naturalistic brutality: Cavaradossi’s torture does not take place in some distant, invisible dungeon, but in an underground space beneath Scarpia’s office, which remains visible to the audience. Tosca’s coercion therefore acquires an appalling physical immediacy, aligning, in a sense, with the brutality of Pasolini’s film.
The production incorporates a film crew and cameras directly into the stage action, transforming the first act into a cinematic environment. Rather than functioning merely as technological accessories, the cameras and filming equipment become part of the scenographic apparatus and contribute to the illusion of an ongoing film production. On the large screen, meanwhile, pre-recorded material from Pasolini’s films 'including Mamma Roma, Teorema, and Medea- is projected. The cinematic images do not simply illustrate the action; they establish a parallel visual and ideological discourse, bringing the world of Puccini into dialogue with Pasolini’s exploration of the body, desire, violence, and power.
The culmination of the production’s dismantling of theatrical illusion occurs in the third act, where Mundruczó departs from the conventional, ostensibly cathartic resolution and transforms the final scene into an image of extreme inner devastation. Cavaradossi’s execution is presented with chilling restraint, within a grey and stripped-down scenic environment deprived of any trace of romantic idealisation. When Tosca realises that her beloved is dead, the production overturns the expected theatrical image of her leap from the walls of Castel Sant’Angelo: the leap is not represented literally, but translated into an extreme stage image through an explosive visualisation of blood and violence. The ending therefore ceases to function as an act of cathartic escape from violence and instead becomes the dramatic embodiment of a collapse that is simultaneously psychological, existential, and political. Tosca is confronted with absolute emptiness, while art -which the production has previously presented as an act of resistance- is ultimately revealed as powerless to halt the violence of the machinery of power.
The production’s reception in the international press was markedly divided, reflecting the persistent conflict between opera’s traditional aesthetic values and the contemporary director-driven approach associated with Regietheater. Negative responses focused on the perception that the production’s emphatic political framing and extensive use of video projections distracted from Puccini’s musical dramaturgy. Particularly during iconic moments such as the aria “E lucevan le stelle”, the projections were regarded by some critics as a source of visual overload that diverted attention from the live performance. At the same time, critics pointed to the production’s inherent anachronistic tensions: while the libretto explicitly refers to the Battle of Marengo in 1800, the stage world incorporates Polaroid cameras and references to the Red Brigades. Conversely, supporters praised Mundruczó’s courage in stripping away the romantic clichés surrounding Tosca and exposing what they regarded as the work’s darker core: the mechanisms of domination, coercion, and political violence. In this reading, Puccini’s opera becomes something approaching a contemporary existential essay.
Despite the controversy surrounding the direction, the principal singers received predominantly positive reviews, while Battistoni’s conducting was recognised for its dramatic momentum, even though some critics objected to the intensity of the orchestral sound. Jonas Kaufmann, although required to operate within a deliberately uncomfortable theatrical framework that constrained the conventional heroic dimension of Cavaradossi, was praised for the breadth of his vocal resources and his dramatic precision. Eleonora Buratto impressed with the psychological depth of her portrayal, while Ludovic Tézier emerged as the production’s most celebrated performer, combining vocal authority with a terrifyingly controlled embodiment of Scarpia’s sadistic character.
Mundruczó’s Tosca ultimately demonstrates that opera remains a living artistic organism, capable of exposing, through the collision of music, theatre, cinema, and political memory, the enduring conflict between artistic freedom and the violence of power.




