![]() |
| Το έργο γκράφιτι του Κλεομένη Κωστόπουλου (KLE) στην Καλαμάτα εν εξελίξει. Ποπ νατουραλισμός με ...Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης! Ένα πολύχρωμο σχόλιο της Κάλλας ως «καρπού» της μεσσηνιακής γης! |
Η νέα τοιχογραφία του Κλεομένη Κωστόπουλου (KLE), στο βόρειο τμήμα της κεντρικής πλατείας της Καλαμάτας, προβάλλει τη Μαρία Κάλλας μέσα σε ένα περιβάλλον έντονα συμβολικό, πολυεπίπεδο και ανοιχτό σε πολλαπλές ερμηνείες.
Η επιβλητική μορφή της Κάλλας δεσπόζει, ενώ το φόρεμά της είναι στολισμένο με καρπούς — ελιές, σύκα, σταφύλια και μήλα — που παραπέμπουν στη μεσσηνιακή γη και τη γονιμότητα, αλλά και με ένα μεγάλο λευκό πουλί με ροζ απολήξεις στα φτερά. Η επιλογή αυτών των στοιχείων δεν είναι εντελώς φυσική, «αθώα» χειρονομία: δημιουργεί μια υπονοούμενη, ειρωνική διάσταση που ανακαλεί τη σεξουαλικότητα, τη χαρά της ζωής και το παιχνίδι με τη σημασία, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως χιουμοριστικό κλείσιμο του ματιού σε όσους προσλαμβάνουν τη συμβολική γλώσσα του έργου.
Η αισθητική γλώσσα του KLE οφείλεται σε έναν ποπ νατουραλισμό, με έντονα χρώματα, καθαρές φόρμες και μια μεθοδολογία υβριδισμού που συνδέει το φυσικό με το μυθολογικό στοιχείο. Η Κάλλας δεν προσεγγίζεται ως ιστορική προσωπικότητα, αλλά ως πολιτισμικό σύμβολο — μια icon (και fashion) που ανήκει στη συλλογική φαντασία. Η τοιχογραφία δεν την απεικονίζει αναπαραστατικά, αλλά επιτελεστικά: η μορφή της δρα, μεταμορφώνεται, επανεγγράφεται πάνω στον τοίχο της πόλης, καθιστώντας τη θεατρική της υπόσταση ζώσα και ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες. Το σώμα, το βλέμμα και η στάση της γίνονται στοιχεία μιας δρώσας εικόνας, όπου η θεατρικότητα λειτουργεί ως εργαλείο αυτο-επινόησης και επιβεβαίωσης της δύναμης του ίδιου του συμβόλου.
Στο έργο, η παρουσία του κλήματος πίσω από την πρωταγωνιστική μορφή, που υποβάλλει και τη μεταφορά της ρίζας που κρέμεται στον αέρα, λειτουργεί ως ένα από τα πιο εύγλωττα οπτικά σχήματα. Αφ' ενός, σηματοδοτεί μια υπενθύμιση καταγωγής: μια κρυμμένη επιθυμία του τόπου να επανασυνδέσει την Κάλλας με το μεσσηνιακό έδαφος από το οποίο καταγόταν ο πατέρας της. Είναι η χειρονομία μιας κοινότητας που θέλει να χαράξει την καταγωγή της ντίβας πάνω στο σώμα της εικόνας, σαν ένα σύμβολο επιστροφής. Αφ' ετέρου, η ίδια η ανάρτηση της ρίζας υπονομεύει τη σταθερότητα της γείωσης. Μια ρίζα που δεν αγγίζει το έδαφος δηλώνει μια ύπαρξη που ανήκει αλλά δεν εγκαθίσταται ποτέ οριστικά. Υπαινίσσεται τον διαρκή ξεριζωμό που χαρακτήρισε τη ζωή της Κάλλας: παιδί μεταναστών, πολίτης πολλών τόπων και ταυτοτήτων, ξένη και οικεία ταυτόχρονα σε όλες τις χώρες όπου έζησε και δημιούργησε. Έτσι η ριζική εικόνα γίνεται αμφίσημο σύμβολο: καταγωγή και απόσπαση, προσχώρηση και αιώρηση. Η Κάλλας παρουσιάζεται ως μια μορφή που συνδέεται βαθιά με έναν τόπο, αλλά μόνο για να αποκαλυφθεί τελικά ότι η αληθινή της πατρίδα υπήρξε πάντα κάπου αλλού — ή ίσως παντού. Εξάλλου, το κλήμα και τα πουλιά που κάθονται πάνω του θυμίζουν στοιχεία της ανατολικής ζωγραφικής, όπου κάθε φυσικό αντικείμενο είναι συμβολικό, ισορροπημένο και «αιωρείται» μέσα στον χώρο χωρίς αυστηρούς κανόνες προοπτικής. Η σύνθεση αποκτά έτσι μια αίσθηση λεπτότητας και ρυθμού, όπου η φύση και η μορφή της Κάλλας συνυπάρχουν σε μια ελεύθερη, αλλά προσεκτικά ισορροπημένη, σύνθεση.
Η Κάλλας φέρει στο δεξί χέρι της (καλαματιανό) μαντήλι, χειρονομία βαθύτατα φορτισμένη. Το μαντήλι, σήμα κατατεθέν της τοπικής παράδοσης, λειτουργεί ως άμεσο σύμβολο ένταξης: ένα αντικείμενο που προσδίδει στη μορφή μια «τοπικότητα» σχεδόν τελετουργική, σαν να συμμετέχει σε ένα συλλογικό χορευτικό ή λαϊκό δρώμενο. Η εικόνα αυτή δημιουργεί έναν διάλογο ανάμεσα στη diva και την κοινότητα που την ανακαλεί. Ταυτόχρονα, όμως, η σχέση της Κάλλας με το μαντήλι δεν είναι απλώς εθνογραφική ή διακοσμητική. Εντάσσεται στην ίδια λογική της «ρίζας στον αέρα»: είναι μια συμβολική προσθήκη που δηλώνει την επιθυμία του τόπου να την οικειοποιηθεί, ακόμη κι αν η ίδια υπήρξε πάντοτε σε ένα είδος μετέωρης ταυτότητας, ανάμεσα σε ΗΠΑ, Ελλάδα, Ιταλία, Γαλλία, διεθνή σκηνή. Το μαντήλι εδώ δεν είναι «λαογραφικό αξεσουάρ», αλλά σημαίνον που ενώνει το τοπικό με το διεθνές, το εθνικό με το ποπ, το τελετουργικό με το επιτελεστικό. Είναι η στιγμή όπου η εικόνα της Κάλλας γίνεται «καλαματιανή» όχι επειδή επιστρέφει, αλλά επειδή η πόλη επιθυμεί να την επιστρέψει — έστω και μέσα από την αισθητική μιας γιγαντιαίας τοιχογραφίας. Άλλωστε το μαντήλι δεν είναι μόνο σύμβολο τοπικής ταυτότητας ή λαϊκού χορού· στη νεοελληνική κουλτούρα το μαντήλι έχει και μια σαφή τελετουργική σχέση με τον αποχαιρετισμό: το κούνημα του μαντηλιού για να αποχαιρετήσεις το καράβι, το τραίνο, τον άνθρωπο που φεύγει. Είναι χειρονομία μετάβασης, απώλειας, νοσταλγίας. Αυτό, σε συνδυασμό με τη «ρίζα στον αέρα», ενισχύει μια βαθύτερη, συγκινησιακή ανάγνωση. Η Κάλλας παρουσιάζεται ως αιώνια ξενιτεμένη, μια φιγούρα που ανήκει παντού και πουθενά. Το μαντήλι γίνεται σύμβολο εξόδου και επανεισόδου — λες και η πόλη την αποχαιρετά και την καλωσορίζει ταυτόχρονα.
Η επιλογή των μωβ μαλλιών και του αλληγορικού πουλιού που δεσπόζει στο φόρεμα και η έντονα επιτελεστική παρουσία της Κάλλας εντάσσουν διακριτικά τη σύνθεση και στη σφαίρα της queer αισθητικής. Το μωβ χρώμα, παραδοσιακά συνδεδεμένο με drag, υπερβαίνει τα όρια του φύλου και αναδεικνύει τη ρευστότητα της ταυτότητας. Η Κάλλας εδώ δεν είναι μόνο diva της όπερας, αλλά drag θεότητα, επιτελεστική μορφή που ενσαρκώνει το πάθος της μεταμόρφωσης και την ελευθερία του να αναδημιουργεί κανείς τον εαυτό του μέσα από την τέχνη. Η σχέση της με τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα είναι βαθιά και διαχρονική: η απόλυτη κυριαρχία της φωνής και του σώματος, η θεατρικότητα και η ένταση του πάθους της την καθιστούν σύμβολο queer ταυτότητας, αντικείμενο λατρείας και έμπνευσης για όσους αναγνωρίζουν την επιτελεστική διάσταση της ύπαρξης.
Αν και η σύνθεση διαθέτει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά ενός χαρούμενου ποπ θεάματος -πληθωρική χρωματικότητα, καρπούς, πουλιά και μια σχεδόν εορταστική οπτική ενέργεια- εντούτοις το έργο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί πραγματικά «χαρούμενο». Η σοβαρή, σχεδόν απροσπέλαστη έκφραση της Κάλλας εισάγει μια υποδόρια μελαγχολία, δημιουργώντας ένα διττό αποτέλεσμα: μια οπτική γιορτή που περιέχει ταυτόχρονα έναν πυρήνα εσωτερικής έντασης. Έτσι, η τοιχογραφία λειτουργεί ως επιφάνεια χαράς και ως βάθος στοχασμού, μια μορφή ποπ exuberance με σοβαρό υπόστρωμα.
Παράλληλα, η τοιχογραφία λειτουργεί και ως τουριστικό magnet για την Καλαμάτα. Το κλήμα στο φόντο αποδίδεται ως ένα σκόπιμα υβριδικό φυτό: παρ' ότι αναγνωρίζεται ως αμπέλι, φέρει επάνω του σύκα, σταφύλια και ελιές, συμπυκνώνοντας σε μία και μόνο μορφή τους κύριους καρπούς της μεσσηνιακής γης. Ο KLE δεν επιδιώκει φυσιοκρατική ακρίβεια, αλλά μια ποιητική σύνθεση συμβόλων, όπου η τοπική παραγωγή μετατρέπεται σε υπερ-εικόνα. Αυτό το «φυτό-σύμβολο» λειτουργεί ως αλληγορία γονιμότητας και ταυτότητας: είναι εξωπραγματικό, υπερβολικό, κιτς, μα ακριβώς γι’ αυτό αποτελεσματικό, καθώς προσφέρει ένα ευθύ, άμεσο και εύληπτο οπτικό μήνυμα που ενώνει την παράδοση με την τουριστική προβολή. Ο Ταΰγετος πιο πίσω προσδίδει επίσης αίσθηση τόπου, ενώ η έντονη ποπ αισθητική και η διεθνής φήμη της Κάλλας καθιστούν το έργο ελκυστικό για φωτογραφίες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η ειρωνική διάσταση των «σύκων» που κρέμονται εκατέρωθεν του προσώπου της Κάλλας και των τριών πουλιών που κάθονται στο κλήμα προσθέτει ένα παιχνιδιάρικο επίπεδο ανάγνωσης, προκαλώντας το ενδιαφέρον -κυρίως των εγχώριων- επισκεπτών και δημιουργώντας ένα έργο που συνδυάζει την πολιτιστική αναφορά με την ψυχαγωγία.
Η σύνθεση λοιπόν κατορθώνει να ενώσει παράλληλες λειτουργίες: την επιτελεστική διάσταση, την ειρωνία, το queer μήνυμα και την τουριστική ελκυστικότητα. Ο Ταΰγετος λειτουργεί ως μυθικό ανάγλυφο που γειώνει την υπερβατική μορφή στη Μεσσηνία, η φύση γίνεται αλληγορία της επιθυμίας, ενώ η πόλη αποκτά ένα έργο που είναι ταυτόχρονα καλλιτεχνικό, πολιτισμικό και βιωματικό.
Το έργο του KLE αποτελεί μια πολυεπίπεδη αισθητική πρόταση: ποπ, μυθολογική, queer, ειρωνική και τουριστική. Η Μαρία Κάλλας εμφανίζεται όχι ως αναπαράσταση του παρελθόντος, αλλά ως νατουραλιστική, ζώσα επιτέλεση του παρόντος — μια θεότητα των σωμάτων, της φωνής και της ελευθερίας, που αναδύεται μέσα από τη μεσογειακή ύλη και την ποπ φαντασμαγορία, με φόντο τον αιώνιο Ταΰγετο. Έτσι, η τοιχογραφία δεν είναι απλώς έργο τέχνης, αλλά μια σύνθεση νοημάτων, επιθυμιών και προθέσεων που συνδέει την ιστορία με την καθημερινή ζωή της πόλης.
November 13, 2025
Pop, mythology and drag: KLE's Callas in Kalamata
The new mural by Kleomenis Kostopoulos (KLE), in the northern part of the central square of Kalamata, projects Maria Callas within an environment that is intensely symbolic, multi-layered and open to multiple interpretations.
Her figure, imposing and frontal, dominates the background of Mount Taygetos and a vineyard, while her dress is adorned with fruits — olives, figs, apples and grapes — that refer to the Messinian land and fertility, but also with a large white bird with pink tips on its wings. The choice of these elements is not a completely natural, “innocent” gesture: it creates an implied, ironic dimension that recalls sexuality, the joy of life and the play with meaning, while simultaneously functioning as a humorous wink to those who recognize the symbolic language of the work.
The aesthetic language of KLE is due to a pop naturalism, with intense colors, pure forms and a methodology of hybridism that connects the natural with the mythological element. Callas is not approached as a historical figure, but as a cultural symbol — an icon belonging to the collective imagination. The mural does not depict her representationally, but performatively: her form acts, transforms, is rewritten on the city wall, making her theatrical existence alive and open to multiple interpretations. Her body, gaze and posture become elements of an active image, where theatricality functions as a tool for self-invention and confirmation of the power of the symbol itself.
In the work, the presence of the vine, which suggests and the metaphor of the root hanging in the air, functions as one of the most eloquent visual shapes. On the one hand, it signals a reminder of origin: a hidden desire of the place to reconnect Callas with the Messinian soil from which her father came. It is the gesture of a community that wants to inscribe the diva's origins on the body of the image, as a symbol of return. On the other hand, the very suspension of the root undermines the stability of grounding. A root that does not touch the ground indicates an existence that belongs but is never definitively settled. It hints at the constant uprooting that characterized Callas' life: a child of immigrants, a citizen of many places and identities, foreign and familiar at the same time in all the countries where she lived and created. Thus the radical image becomes an ambiguous symbol: origin and detachment, attachment and suspension. Callas is presented as a figure deeply connected to a place, only to be revealed in the end that her true homeland has always been somewhere else—or perhaps everywhere. Moreover, the vine and the birds perched on it recall elements of Eastern painting, where every natural object is symbolic, balanced, and “suspended” in space without strict rules of perspective. The composition thus acquires a sense of delicacy and rhythm, where nature and the form of Callas coexist in a free, but carefully balanced, composition.
Callas carries a scarf in her right hand, a deeply charged gesture. The scarf, a trademark of local tradition, functions as a direct symbol of integration: an object that gives the figure an almost ritualistic “locality”, as if she were participating in a collective dance or folk event. This image creates a dialogue between the diva and the community that recalls her. At the same time, however, Callas’s relationship with the scarf is not simply ethnographic or decorative. It is part of the same logic of “roots in the air”: it is a symbolic addition that expresses the desire of the place to appropriate her, even if she herself has always existed in a kind of floating identity, between the USA, Greece, Italy, France, and the international scene. The scarf here is not a “folklore accessory”, but a signifier that unites the local with the international, the national with the pop, the ritual with the performative. It is the moment when the image of Callas becomes “Kalamata” not because she returns, but because the city wishes to return her — even if through the aesthetics of a gigantic mural. After all, the scarf is not only a symbol of local identity or folk dance; in modern Greek culture the scarf also has a clear ritual relationship with farewell: the waving of the scarf to say goodbye to the ship, the train, the person who is leaving. It is a gesture of transition, loss, nostalgia. This, combined with the “root in the air”, reinforces a deeper, emotional reading. Callas is presented as an eternal stranger, a figure who belongs everywhere and nowhere. The scarf becomes a symbol of exit and re-entry — as if the city is saying goodbye and welcoming her at the same time.
The choice of purple hair and the allegorical bird that dominates the dress and Callas's intensely performative presence subtly integrate the composition into the realm of queer aesthetics. The purple color, traditionally associated with drag, transcends gender boundaries and highlights the fluidity of identity. Callas here is not only an opera diva, but a drag deity, a performative figure who embodies the passion of transformation and the freedom to recreate oneself through art. Her relationship with the LGBTQI+ community is deep and timeless: the absolute dominance of her voice and body, the theatricality and the intensity of her passion make her a symbol of queer identity, an object of worship and inspiration for those who recognize the performative dimension of existence.
Although the composition has all the typical features of a cheerful pop spectacle - exuberant color, fruits, birds, and an almost festive visual energy - the work cannot be truly described as "happy". Callas's serious, almost inaccessible expression introduces a subcutaneous melancholy, creating a dual effect: a visual celebration that simultaneously contains a core of inner tension. Thus, the mural functions as a surface of joy and a depth of contemplation, a form of pop exuberance with a serious undertone.
At the same time, the mural also functions as a tourist magnet for Kalamata. The vine in the background functions as a deliberately hybrid plant: although it is recognized as a vine, it bears figs, grapes and olives, condensing into a single form the main fruits of the Messinian land. KLE does not seek naturalistic precision, but a poetic composition of symbols, where local production is transformed into a super-image. This "plant-symbol" functions as a pop allegory of fertility and identity: it is unreal, exaggerated, kitsch, but precisely for that reason effective, as it offers a direct, immediate and understandable visual message that unites tradition with tourist promotion. Mount Taygetos in the background adds again a sense of place, while the strong pop aesthetic and Callas’ international fame make the work attractive for photographs and social media. The ironic dimension of the “figs” hanging on either side of Callas’s face and the three birds sitting on the vine adds a playful level of reading, attracting the interest of – mainly local – visitors and creating a work that combines cultural reference with entertainment.
The composition manages to unite four parallel functions: the performative dimension, the irony, the queer message and the tourist attraction. Taygetos functions as a mythical relief and, together with the vine that suggests the idea of the root, it grounds, repatriates the transcendental figure in Messinia, nature becomes an allegory of desire, while the city acquires a work that is simultaneously artistic, cultural and experiential.
KLE's work is a multi-layered aesthetic proposition: pop, mythological, queer, ironic and touristic. Maria Callas appears not as a representation of the past, but as a naturalistic living performance of the present — a deity of bodies, voice and freedom, emerging from Mediterranean matter and pop phantasmagoria (kitsch), with the eternal Taygetos as a backdrop. Thus, the mural is not simply a work of art, but a synthesis of meanings, desires and intentions that connects history and the daily life of the city.

