12 Ιανουαρίου 2026

Άνθρωπος και μηχανή: συναρμογές και μετασχηματισμοί/Man and machine: combinations and transformations

 


Στη σκηνή της παράστασης Robot, η Blanca Li και η ομάδα της, Blanca Li Dance Company, παρουσίαζαν μια εντυπωσιακή σύνθεση ανθρώπινου σώματος και τεχνολογίας, όπου χορευτές και ρομπότ NAO συνυπήρχαν σε συνεχή αλληλεπίδραση. Τα ρομπότ κινούνταν με παιγνιώδη αβεβαιότητα, μιμούμενα τις κινήσεις των ανθρώπων. Έπεφταν και σηκώνονταν με... αμήχανη αποφασιστικότητα, ενώ οι χορευτές προσπαθούσαν να συντονιστούν με τις αυτοματοποιημένες ροές. Η παράσταση διερευνούσε την αλληλεπίδραση βούλησης και προγραμματισμού, επιθυμίας και εντολής, δημιουργώντας ένα πολυμεσικό σκηνικό όπου προβολές, αυτοματοποιημένα μουσικά όργανα και φωτισμοί συνδέονταν με τις κινήσεις των σωμάτων και των μηχανών. Το έργο ανέδειξε την ανθρώπινη αδυναμία και τη διαρκή προσπάθεια να ισορροπήσει κανείς με τις μηχανές, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την έννοια της δημιουργικότητας και της υποκειμενικότητας. Η πρεμιέρα της παράστασης πραγματοποιήθηκε στο Festival Montpellier Danse το 2013. Έκτοτε, παρουσιάστηκε σε θέατρα πολλών χωρών, συμπεριλαμβανομένου του Barbican Centre στο Λονδίνο τον Φεβρουάριο του 2017, αφήνοντας στους θεατές την αίσθηση μιας συνεχούς αναδιάταξης των σχέσεων ανάμεσα σε σώματα, τεχνολογία και χώρο, όπου ο ρυθμός και η δημιουργία καθορίζονταν από την αλληλεπίδραση και όχι αποκλειστικά από τον άνθρωπο.

Η σύγχρονη συζήτηση γύρω από τη χρήση ρομποτικών και αυτοματοποιημένων συστημάτων σε δημόσιες και παραγωγικές λειτουργίες συχνά εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας άνευ προηγουμένου τεχνολογικής τομής. Ωστόσο, μια τέτοια οπτική αποσπά το φαινόμενο από τη μακρά ιστορική και φιλοσοφική του διάρκεια. Η μηχανή δεν αποτελεί νεωτερική εφεύρεση, ούτε η υποκατάσταση ανθρώπινης εργασίας από τεχνικά μέσα συνιστά ιστορική ανωμαλία. Από τα πρώτα εργαλεία έως τις μηχανές της βιομηχανικής εποχής, η ανθρώπινη ιστορία συγκροτείται μέσα από μια διαρκή προσπάθεια μεταβίβασης έργου από το ανθρώπινο σώμα σε τεχνητές διατάξεις. Υπό αυτή την έννοια, η διαπίστωση ότι η μηχανή ανέκαθεν έκανε κάτι «αντί του ανθρώπου» δεν είναι απλώς αληθής, αλλά θεμελιώδης.

Ήδη στην αριστοτελική σκέψη, η σχέση ανθρώπου και εργαλείου τίθεται σε πολιτικό και ανθρωπολογικό πλαίσιο. Η διάκριση ανάμεσα στο ἄψυχον και το ἔμψυχον ὄργανον δεν αφορά απλώς τη λειτουργικότητα, αλλά τον ίδιο τον τρόπο συγκρότησης της κοινότητας. Το εργαλείο υπηρετεί την πράξη του ανθρώπου, ενώ ο άνθρωπος, ακόμη και όταν λειτουργεί ως «ζωντανό όργανο», παραμένει φορέας σκοπού και ευθύνης. Η υποθετική δυνατότητα αυτοκινούμενων εργαλείων που θα καθιστούσαν περιττή την υποτελή εργασία εγγράφεται ήδη εδώ ως φιλοσοφικό όριο: η τεχνική αυτονομία συνεπάγεται αναδιάταξη της πολιτικής τάξης.

Στη νεότερη εποχή, ο Μαρξ μετατοπίζει το πρόβλημα από το εργαλείο στη μηχανή ως δομικό στοιχείο της παραγωγής. Η μηχανή δεν ενσωματώνεται απλώς στην εργασία, αλλά την αναδιοργανώνει ριζικά, υπάγοντας τον άνθρωπο σε μια διαδικασία που τον υπερβαίνει. Η διάκριση ανάμεσα στην τυπική και την πραγματική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο επιτρέπει να κατανοηθεί πώς ο εργάτης μετατρέπεται σε εξάρτημα ενός μηχανικού συστήματος. Στη σύγχρονη αυτοματοποίηση, το διακύβευμα δεν είναι μόνο η αλλοτρίωση της εργασίας, αλλά η ίδια η περιθωριοποίησή της: ο άνθρωπος παύει να είναι αναγκαίος φορέας της παραγωγής.

Η κοινωνιολογική και φιλοσοφική ανάλυση του Ζίμμελ φωτίζει μια συμπληρωματική διάσταση. Τα μέσα, όταν αυτονομούνται, τείνουν να μετατρέπονται σε αυτοσκοπούς. Η τεχνολογία, ως κατ' εξοχήν σύστημα μέσων, επιβάλλει τη δική της λογική αποτελεσματικότητας, καθιστώντας τη σκοπιμότητα της ανθρώπινης παρουσίας δευτερεύουσα. Το ερώτημα του κόστους —αν μια μηχανή είναι φθηνότερη από τα ανθρώπινα εργατικά χέρια— δεν είναι ουδέτερη οικονομική σύγκριση, αλλά έκφραση μιας βαθύτερης μετατόπισης αξιών.

Στον Μπένγιαμιν, η τεχνική μεσολάβηση αναλύεται ως απώλεια εμπειρίας. Η πράξη, αποσπασμένη από το βιωματικό της πλαίσιο, μετατρέπεται σε επαναλήψιμη διαδικασία, στερημένη από αφήγηση και μνήμη. Στον αυτοματοποιημένο δημόσιο χώρο, η ανθρώπινη δράση χάνει τον χαρακτήρα του συμβάντος και μετατρέπεται σε διαχειρίσιμη ροή.

Η ριζικότερη κριτική της τεχνολογίας αρθρώνεται από τον Χάιντεγκερ: η τεχνική δεν νοείται ως σύνολο εργαλείων, αλλά ως τρόπος αποκάλυψης του κόσμου. Στο πλαίσιο του Gestell, ο κόσμος και ο άνθρωπος καθίστανται απόθεμα, διαθέσιμο προς διαχείριση. Η μηχανή δεν αντικαθιστά απλώς τον άνθρωπο, αλλά καθορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ο άνθρωπος νοείται ως μετρήσιμη ποσότητα.

Στους Ντελέζ–Γκουατταρί η έννοια της μηχανής αποσπάται εξαρχής από κάθε τεχνικό ή εργαλειακό προσδιορισμό. Η μηχανή δεν είναι αντικείμενο, ούτε μέσο, ούτε κατασκευή που έρχεται εκ των υστέρων να εξυπηρετήσει έναν προϋπάρχοντα άνθρωπο. Είναι τρόπος ύπαρξης, τρόπος σύνδεσης, τρόπος παραγωγής πραγματικότητας. Η βασική τους θέση είναι ότι δεν υπάρχει μια προ-μηχανική φύση ή ένα ακέραιο ανθρώπινο υποκείμενο που στη συνέχεια «μηχανοποιείται». Αντίθετα, ο κόσμος συγκροτείται εξ αρχής από μηχανικές συναρμογές: ροές και διακοπές ροών, συνδέσεις και αποσυνδέσεις, περάσματα ενέργειας, επιθυμίας, λόγου, ύλης.

Η περίφημη έννοια των επιθυμητικών μηχανών στον Αντι-Οιδίποδα είναι κεντρική εδώ. Η επιθυμία δεν νοείται ως έλλειμμα, ούτε ως εσωτερική ψυχική κατάσταση, αλλά ως παραγωγική δύναμη που λειτουργεί μηχανικά. Κάθε μηχανή συνδέεται με μια άλλη: στόμα–τροφή–έντερο, μάτι–εικόνα–λόγος, σώμα–εργασία–κοινωνικός θεσμός. Η μηχανή δεν αναπαριστά κάτι, παράγει πραγματικά αποτελέσματα. Με αυτή την έννοια, το ανθρώπινο σώμα είναι ήδη μηχανικό, όχι μεταφορικά αλλά κυριολεκτικά: ένα πλέγμα λειτουργιών που συνδέονται με άλλες λειτουργίες, ανθρώπινες και μη ανθρώπινες.

Αυτό σημαίνει ότι για τους Ντελέζ–Γκουατταρί το πρόβλημα της «αντικατάστασης» του ανθρώπου από τη μηχανή είναι, σε μεγάλο βαθμό, ψευδοπρόβλημα. Δεν υπάρχει ένα σταθερό ανθρώπινο υποκείμενο που έρχεται να εκτοπιστεί από κάτι εξωτερικό. Υπάρχουν συναρμογές που μετασχηματίζονται. Όταν ένα ρομπότ ρυθμίζει την οδική κυκλοφορία, δεν αντικαθιστά απλώς έναν τροχονόμο, ανασυντάσσει μια ολόκληρη μηχανική διάταξη που περιλαμβάνει σώματα, κανόνες, αστικό χώρο, τεχνολογική επιτήρηση, κρατική εξουσία, ρυθμούς ζωής. Το ερώτημα μετατοπίζεται από το «ποιος αντικαθίσταται» στο «τι παράγεται».

Σε αυτό το σημείο οι Ντελέζ–Γκουατταρί απομακρύνονται τόσο από τον Μαρξ όσο και από τον Χάιντεγκερ. Ο Μαρξ εξακολουθεί να σκέφτεται τη μηχανή σε σχέση με την αλλοτρίωση της ανθρώπινης εργασίας και τη θέση του εργάτη μέσα στην παραγωγική διαδικασία. Παρ' ότι αναγνωρίζει τη δομική δύναμη της μηχανής, διατηρεί έναν ανθρωπολογικό άξονα: η εργασία είναι ανθρώπινη, και η μηχανή την υποτάσσει. Οι Ντελέζ–Γκουατταρί, αντίθετα, δεν ξεκινούν από την εργασία αλλά από την παραγωγή επιθυμίας. Ο καπιταλισμός δεν εκμεταλλεύεται απλώς την εργασία, είναι μια τεράστια μηχανή που παράγει τρόπους ζωής, επιθυμίες, υποκειμενικότητες.

Απέναντι στον Χάιντεγκερ η ρήξη είναι ακόμη πιο ριζική. Εκεί όπου ο Χάιντεγκερ βλέπει στην τεχνολογία μια απειλή, ένα Gestell που εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε μια μονοδιάστατη αποκάλυψη του κόσμου ως αποθέματος, οι Ντελέζ–Γκουατταρί αρνούνται να αποδώσουν στη μηχανή έναν εγγενώς αρνητικό χαρακτήρα. Η μηχανή δεν «καλύπτει» το Είναι, παράγει πολλαπλότητες. Δεν υπάρχει μια αυθεντική αποκάλυψη που χάνεται, αλλά συνεχείς μετασχηματισμοί των τρόπων ύπαρξης. Το πρόβλημα δεν είναι ότι ο άνθρωπος γίνεται απόθεμα, αλλά ότι οι ροές παγιδεύονται σε άκαμπτες μορφές.

Εδώ εισάγεται η κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στις μηχανές εδαφικοποίησης (molar) και στις επιθυμητικές μηχανές (molecular). Οι επιθυμητικές μηχανές είναι οι μικρές, ρευστές και τοπικές συνδέσεις, εκείνες που επιτρέπουν την παραγωγή νέων δυνατοτήτων, την πειραματική σύνδεση επιθυμιών και πράξεων και τη δημιουργία πολλαπλών εκβάσεων. Αντιθέτως, οι μηχανές εδαφικοποίησης είναι οι μεγάλες, συγκεντρωτικές και άκαμπτες διατάξεις, όπως το κράτος, η γραφειοκρατία, η καπιταλιστική αγορά και οι μηχανισμοί κοινωνικού ελέγχου. Το ίδιο τεχνικό αντικείμενο —ένα ρομπότ, για παράδειγμα— μπορεί να ενταχθεί είτε σε μια επιθυμητική ροή που πολλαπλασιάζει δυνατότητες, είτε σε μια εδαφικοποιητική διάταξη που περιορίζει τις ροές και καθιστά τις λειτουργίες του κυρίως καταπιεστικές. Η σημασία αυτής της διάκρισης είναι ότι η μηχανή από μόνη της δεν είναι ούτε καταπιεστική ούτε απελευθερωτική, γίνεται μέρος ενός συγκεκριμένου πλέγματος σχέσεων που καθορίζει αν οι ροές θα περιοριστούν ή θα πολλαπλασιαστούν.

Αυτό έχει άμεση σημασία για τη συζήτησή μας περί κόστους, αυτοματοποίησης και «ανθρώπινων εργατικών χεριών». Από τη σκοπιά των Ντελέζ–Γκουατταρί, το ζήτημα δεν είναι αν η μηχανή είναι φθηνότερη, αλλά τι είδους υποκείμενα παράγει μια κοινωνία που οργανώνεται γύρω από αυτή τη λογική. Ο αυτοματισμός δεν είναι απλώς οικονομική επιλογή, αλλά μηχανή υποκειμενοποίησης. Παράγει ανθρώπους που κινούνται, εργάζονται, επιθυμούν και υπακούν σύμφωνα με συγκεκριμένες ροές.

Σε αυτό το σημείο, η σκέψη των Ντελέζ και Γκουατταρί εισάγει μια ριζική ανατροπή. Για αυτούς, η μηχανή δεν είναι πρωτίστως τεχνικό αντικείμενο ούτε εξωτερικό σύστημα που απειλεί τον άνθρωπο. Είναι οντολογική αρχή. Ο κόσμος συγκροτείται από μηχανικές συναρμογές, από συνδέσεις και αποσυνδέσεις ροών ύλης, επιθυμίας, λόγου και εξουσίας. Δεν υπάρχει προ-μηχανικός άνθρωπος που έρχεται αργότερα να αντικατασταθεί. Ο άνθρωπος είναι εξαρχής μέρος μηχανικών διατάξεων. Υπό αυτό το πρίσμα, το ερώτημα της αντικατάστασης χάνει τον παραδοσιακό του χαρακτήρα. Το κρίσιμο δεν είναι ποιος εκτοπίζεται, αλλά τι παράγεται.

Η επιθυμία, ως παραγωγική δύναμη, λειτουργεί μηχανικά. Ο καπιταλισμός δεν καταστέλλει απλώς την επιθυμία, αλλά την οργανώνει, την αποκωδικοποιεί και την επανακωδικοποιεί. Η τεχνολογική μηχανή δεν είναι παρά κόμβος σε ένα ευρύτερο πλέγμα μηχανών που παράγουν υποκειμενικότητες. Ένα ρομπότ που ρυθμίζει την κυκλοφορία δεν αντικαθιστά απλώς έναν άνθρωπο, ανασυντάσσει μια συναρμογή που περιλαμβάνει κράτος, αστικό χώρο, πειθαρχία σωμάτων και αλγοριθμική λογική. Η μηχανή δεν είναι ούτε καλή ούτε κακή, γίνεται καταπιεστική όταν εντάσσεται σε συγκεντρωτικές, «μοριακές» διατάξεις ελέγχου.

Εδώ αναδύεται η βαθύτερη ένταση με την τραγική παράδοση. Το τραγικό στηρίζεται στο όριο, στο μέτρο που παραβιάζεται και στη μη μεταβιβάσιμη ευθύνη της πράξης. Οι Ντελέζ–Γκουατταρί, αντίθετα, προτείνουν μια σκέψη της διαρκούς ροής, όπου το ζητούμενο δεν είναι η επιστροφή στο όριο, αλλά η διαφυγή από τις παγιωμένες μορφές. Η μηχανή, σε αυτή τη σκέψη, δεν γνωρίζει τραγικό μέτρο αλλά μόνο μετασχηματισμούς.

Υπό αυτό το πρίσμα, η σύγχρονη συζήτηση για την αυτοματοποίηση δεν μπορεί να περιοριστεί σε τεχνικούς ή οικονομικούς όρους. Το ουσιώδες ερώτημα δεν είναι αν η μηχανή αντικαθιστά τον άνθρωπο — αυτό αποτελεί ιστορική σταθερά — αλλά αν μια κοινωνία αποδέχεται να ορίσει τον άνθρωπο αποκλειστικά ως διαχειρίσιμο στοιχείο μέσα σε μηχανικές συναρμογές. Εκεί εγγράφεται ο φιλοσοφικός πυρήνας του προβλήματος: στη διαρκή και επισφαλή επαναδιαπραγμάτευση του ορίου ανάμεσα στην τεχνική ως εργαλείο και στη μηχανή ως κανονιστικό πλαίσιο της ανθρώπινης ύπαρξης.




January 12, 2026

Man and machine: combinations and transformations


On stage in the performance Robot, Blanca Li and her group, Blanca Li Dance Company, presented an impressive synthesis of the human body and technology, where dancers and NAO robots coexisted in constant interaction. The robots moved with playful uncertainty, imitating human movements. They fell and rose with... awkward determination, while the dancers tried to coordinate with the automated flows. The performance explored the interaction of will and programming, desire and command, creating a multimedia setting where projections, automated musical instruments and lighting were connected to the movements of bodies and machines. The work highlighted human weakness and the constant effort to balance oneself with machines, questioning the concept of creativity and subjectivity. The show premiered at the Festival Montpellier Danse in 2013. Since then, it has been presented in theaters in many countries, including the Barbican Centre in London in February 2017, leaving viewers with the sense of a continuous rearrangement of the relationships between bodies, technology and space, where rhythm and creation were determined by interaction and not exclusively by humans.


The contemporary debate about the use of robotics and automated systems in public and productive functions often appears as the result of an unprecedented technological breakthrough. However, such a perspective detaches the phenomenon from its long historical and philosophical duration. The machine is not a modern invention, nor is the substitution of human labor by technical means a historical anomaly. From the first tools to the machines of the industrial age, human history is constituted through a continuous effort to transfer work from the human body to artificial devices. In this sense, the observation that the machine has always done something “instead of man” is not only true, but fundamental.

Already in Aristotelian thought, the relationship between man and tool is placed in a political and anthropological context. The distinction between the soulless and the animate organ concerns not only functionality, but also the very way in which the community is constituted. The tool serves the action of man, while man, even when he functions as a “living organ”, remains a bearer of purpose and responsibility. The hypothetical possibility of self-propelled tools that would make servile labor unnecessary is already inscribed here as a philosophical limit: technical autonomy implies a rearrangement of the political order.

In modern times, Marx shifts the problem from the tool to the machine as the structural element of production. The machine is not simply incorporated into work, but radically reorganizes it, subordinating man to a process that transcends him. The distinction between the formal and the real subordination of work to capital allows us to understand how the worker is transformed into a component of a mechanical system. In modern automation, what is at stake is not only the alienation of work, but its very marginalization: man ceases to be a necessary agent of production.

Simmel's sociological and philosophical analysis illuminates a complementary dimension. Means, when made autonomous, tend to become ends in themselves. Technology, as a system of means par excellence, imposes its own logic of efficiency, making the purposefulness of human presence secondary. The question of cost — whether a machine is cheaper than human labor — is not a neutral economic comparison, but the expression of a deeper shift in values.

In Benjamin, technical mediation is analyzed as a loss of experience. The act, detached from its experiential context, is transformed into a repeatable process, devoid of narrative and memory. In the automated public space, human action loses the character of an event and is transformed into a manageable flow.

The most radical critique of technology is articulated by Heidegger: technique is not understood as a set of tools, but as a way of revealing the world. In the context of Gestell, the world and man become a stock, available for management. The machine does not simply replace man, but determines the framework within which man is understood as a measurable quantity.

In Deleuze-Guattari, the concept of the machine is detached from the outset from any technical or instrumental definition. The machine is not an object, nor a means, nor a construction that comes afterwards to serve a pre-existing human being. It is a way of being, a way of connecting, a way of producing reality. Their basic thesis is that there is no pre-mechanical nature or an integral human subject that is subsequently “mechanized”. On the contrary, the world is constituted from the beginning by mechanical assemblies: flows and interruptions of flows, connections and disconnections, passages of energy, desire, discourse, matter.

The famous concept of desire machines in Anti-Oedipus is central here. Desire is not understood as a deficit, nor as an internal mental state, but as a productive force that operates mechanically. Each machine is connected to another: mouth–food–intestine, eye–image–speech, body–work–social institution. The machine does not represent something, it produces real results. In this sense, the human body is already mechanical, not metaphorically but literally: a network of functions that are connected to other functions, human and non-human.

This means that for Deleuze-Guattari the problem of the “replacement” of man by the machine is, to a large extent, a pseudo-problem. There is no fixed human subject that comes to be displaced by something external. There are assemblages that are transformed. When a robot regulates traffic, it does not simply replace a traffic policeman, it reassembles an entire mechanical arrangement that includes bodies, rules, urban space, technological surveillance, state power, rhythms of life. The question shifts from “who is replaced” to “what is produced.”

At this point Deleuze-Guattari departs from both Marx and Heidegger. Marx continues to think of the machine in relation to the alienation of human labor and the place of the worker within the production process. Although he recognizes the structural power of the machine, he maintains an anthropological axis: labor is human, and the machine subjugates it. Deleuze-Guattari, on the other hand, does not start from labor but from the production of desire. Capitalism does not simply exploit labor, it is a vast machine that produces ways of life, desires, subjectivities.

In contrast to Heidegger, the rupture is even more radical. Where Heidegger sees technology as a threat, a Gestell that traps man in a one-dimensional revelation of the world as a stock, Deleuze-Guattari refuses to attribute an inherently negative character to the machine. The machine does not “cover” Being, it produces multiplicities. There is no authentic revelation that is lost, but continuous transformations of modes of being. The problem is not that man becomes a stock, but that flows are trapped in rigid forms.

Here the crucial distinction between territorializing (molar) and desiring (molecular) machines is introduced. Desiring machines are the small, fluid, and local connections that allow the production of new possibilities, the experimental linking of desires and actions, and the creation of multiple outcomes. Territorializing machines, by contrast, are the large, centralized, and rigid arrangements, such as the state, bureaucracy, the capitalist market, and mechanisms of social control. The same technical object — a robot, for example — can be inserted either into a desiring flow that multiplies possibilities, or into a territorializing arrangement that restricts flows and makes its functions primarily oppressive. The significance of this distinction is that the machine itself is neither oppressive nor liberating; it becomes part of a specific network of relations that determines whether flows will be restricted or multiplied.

This has immediate relevance for our discussion of cost, automation, and “human labor.” From the Deleuze-Guattari perspective, the question is not whether the machine is cheaper, but what kind of subjects a society organized around this logic produces. Automation is not simply an economic choice, but a subjectivizing machine. It produces people who move, work, desire, and obey according to specific flows.

At this point, the thought of Deleuze and Guattari introduces a radical reversal. For them, the machine is not primarily a technical object nor an external system that threatens man. It is an ontological principle. The world is constituted by mechanical assemblies, by connections and disconnections of flows of matter, desire, discourse and power. There is no pre-mechanical man who comes later to be replaced. Man is from the beginning part of mechanical arrangements. In this light, the question of replacement loses its traditional character. The crucial thing is not who is displaced, but what is produced.

Desire, as a productive force, operates mechanically. Capitalism does not simply repress desire, but organizes it, decodes it, and recodes it. The technological machine is but a node in a wider network of machines that produce subjectivities. A robot that regulates traffic does not simply replace a human being, it reconstitutes an assemblage that includes the state, urban space, the discipline of bodies, and algorithmic logic. The machine is neither good nor bad; it becomes oppressive when it is integrated into centralized, “molecular” control arrangements.

Here the deepest tension with the tragic tradition emerges. The tragic is based on the limit, on the measure that is violated and on the non-transferable responsibility of the act. Deleuze-Guattari, on the contrary, propose a thought of constant flux, where the aim is not the return to the limit, but the escape from established forms. The machine, in this thought, knows no tragic measure but only transformations.

In this light, the contemporary debate on automation cannot be limited to technical or economic terms. The essential question is not whether the machine replaces man — that is a historical constant — but whether a society accepts to define man exclusively as a manageable element within mechanical assemblies. Therein lies the philosophical core of the problem: in the constant and precarious renegotiation of the boundary between technology as a tool and the machine as the normative framework of human existence.