![]() |
Keir Elam (1950-) Hans-Thies Lehmann (1944-2022) |
Η έννοια του μεταδραματικού θεάτρου, όπως διατυπώθηκε συστηματικά από τον Hans-Thies Lehmann το 1999, έχει αποτελέσει σημείο καμπής για την κατανόηση της σκηνικής πρακτικής του 20ού και του 21ου αιώνα. Ωστόσο, η γενεαλογία της μεταδραματικής σκέψης δεν ξεκινά από τον Λέμαν, αλλά προετοιμάζεται μέσα από θεωρητικές τάσεις και αναλύσεις ήδη από τη δεκαετία του 1980. Κεντρική μορφή αυτής της προϊστορίας είναι ο Keir Elam, ο οποίος, αν και δεν χρησιμοποιεί με τον ίδιο θεωρητικό όγκο τον όρο «μεταδραματικός», θεμελιώνει ένα πλαίσιο που καθιστά αναπόφευκτη την ανάδυση μιας μεταδραματικής λογικής. Ενώ ο Λέμαν επιγράφει και κωδικοποιεί μια ιστορική μετατόπιση προς την απο-ιεράρχηση του λόγου και του δράματος, ο Έλαμ εντοπίζει ήδη τις εντάσεις ανάμεσα στο δραματικό κείμενο και την παράσταση, ανοίγοντας ρωγμές που θα αποβούν καθοριστικές για τη μεταγενέστερη θεωρητική εξέλιξη.
Στο "The Semiotics of Theatre and Drama" (1980), ο Έλαμ διατυπώνει μια από τις πιο επιδραστικές ταξινομήσεις της θεατρικής σημειωτικής: τη διάκριση ανάμεσα στη σημειωτική του δράματος και τη σημειωτική της παράστασης. Η διάκριση αυτή δεν αποτελεί απλώς ένα εργαλείο ταξινόμησης αλλά την αναγνώριση δύο διαφορετικών λογικών που συνυπάρχουν στο θέατρο, συχνά σε ανταγωνισμό. Η σημειωτική του δράματος αφορά το κείμενο ως αφηγηματική και δομική οντότητα, ενώ η σημειωτική της παράστασης αναφέρεται στη σκηνική πραγμάτωση, στο σώμα, στον χώρο, στο βλέμμα, στον ρυθμό και στη συνθήκη. Ο Έλαμ κατανοεί το θέατρο ως πλέγμα σημείων όπου η πρωτοκαθεδρία του κειμένου είναι ιστορική, όχι φυσική· άρα μπορεί να μεταβληθεί. Εδώ ακριβώς φυτεύεται ο «σπόρος» μιας μεταδραματικής λογικής: το θέατρο δεν είναι υποχρεωμένο να υποτάσσεται στο δραματικό κείμενο, ούτε να οργανώνει τη σημειωτική του οικονομία γύρω από έναν αφηγηματικό πυρήνα. Η αναγνώριση δύο σημειωτικών συστημάτων λειτουργεί, στον Έλαμ, ως θεωρητική αποσυμπίεση που επιτρέπει στις παραστασιακές δυνάμεις να χειραφετηθούν από το δραματικό πρότυπο.
Ο Λέμαν, σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, δεν αναιρεί τον Έλαμ· τον υπερβαίνει προς την κατεύθυνση μιας ιστορικο-καλλιτεχνικής θεώρησης. Η συμβολή του δεν έγκειται στο ότι επινόησε τη μεταδραματικότητα ως έννοια, αλλά στο ότι την προσδιόρισε ως ήδη συντελεσμένο γεγονός στη διεθνή σκηνική πρακτική. Ενώ ο Έλαμ εξετάζει το θέατρο ως σημειωτικό σύστημα με πολλαπλές λειτουργίες, ο Λέμαν το βλέπει ως πεδίο όπου ο λόγος έχει απολέσει την κεντρική του θέση και όπου η παράσταση λειτουργεί ως αυτόνομη, όχι πλέον συμπληρωματική, δομή παραγωγής νοήματος. Η μεταδραματικότητα, στη σύλληψη του Λέμαν, είναι η μετάβαση από το θέατρο της αναπαράστασης στο θέατρο της παρουσίας· από το δράμα ως κείμενο στο θέαμα ως συμβάν. Με αυτή τη διατύπωση, ο Λέμαν δίνει όνομα σε μια σκηνική πραγματικότητα για την οποία ο Έλαμ είχε ήδη προϊδεάσει με τη θεωρητική του οπτική.
Η πιο κρίσιμη συνάντηση των δύο θεωρητικών βρίσκεται τελικά σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «σημειωτική αποσυγκρότηση του δραματικού». Ο Έλαμ δείχνει ότι η σχέση ανάμεσα σε δραματικό κείμενο και παράσταση δεν είναι ιεραρχική αλλά διαπραγματεύσιμη. Ο Λέμαν δείχνει ότι στη σύγχρονη πρακτική αυτή η διαπραγμάτευση έχει κριθεί υπέρ της παράστασης. Η σημειωτική του Έλαμ έχει ακόμη την τάση να περιγράφει και να κωδικοποιεί. Η θεωρία του Λέμαν περιγράφει αλλά και επιτελεί, διότι αναγνωρίζει στον μεταδραματικό προσανατολισμό μια ιστορική πραγματικότητα που διαμορφώνει τις αισθητικές πρακτικές. Ο Έλαμ λειτουργεί ως αναλυτής της δυαδικότητας· ο Λέμαν ως θεωρητικός της ρήξης.
Η συμβολή και των δύο είναι απαραίτητη για την κατανόηση της σύγχρονης θεατρικής σκέψης. Χωρίς τη σημειωτική διάκριση του Έλαμ, η μεταδραματικότητα του Λέμαν θα στερούνταν σημαντικής θεωρητικής υποδομής. Χωρίς τη μεταδραματική θεωρία του Λέμαν, η διάκριση του Έλαμ θα παρέμενε μια εσωτερική τυπολογία χωρίς ιστορικό βάθος. Μαζί, συγκροτούν μια διαδρομή που ξεκινά από τις δομικές αντιφάσεις της θεατρικής σημειωτικής και οδηγεί στη συνειδητοποίηση ότι το θέατρο έχει προ πολλού αρχίσει να ζει πέρα από το δράμα, όχι ακυρώνοντάς το, αλλά μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους προς την επιτελεστικότητα, την παρουσία και την αισθητηριακή εμπλοκή του θεατή. Έτσι, ο Έλαμ λειτουργεί ως ο θεωρητικός πρόλογος, και ο Λέμαν ως ο αναπόφευκτος επίλογος—ή ίσως, καλύτερα, ως η αρχή μιας νέας θεατρικής εποχής.
November 26, 2025
Lehman and Elam: convergences and preludes to postdramaticity
The concept of "postdramatic theatre", as systematically formulated by Hans-Thies Lehmann in 1999, has been a turning point in understanding 20th and 21st century stage practice. However, the genealogy of postdramatic thought does not begin with Lehmann, but is prepared through theoretical trends and analyses as early as the 1980s. A central figure in this prehistory is Keir Elam, who, although he uses the term “postdramatic” with quite different theoretical volume, establishes a framework that makes the emergence of a postdramatic logic inevitable. While Lehmann inscribes and codifies a historical shift towards the de-hierarchy of discourse and drama, Elam already identifies the tensions between dramatic text and performance, opening cracks that will be decisive for subsequent theoretical development.
In "The Semiotics of Theatre and Drama" (1980), Elam formulates one of the most influential classifications of theatrical semiotics: the distinction between the semiotics of drama and the semiotics of performance. This distinction is not simply a classification tool but the recognition of two different logics that coexist in theatre, often in competition. The semiotics of drama concerns the text as a narrative and structural entity, while the semiotics of performance refers to the stage realization, the body, the space, the gaze, the rhythm and the condition. Elam understands theatre as a network of signs where the primacy of the text is historical, not physical; therefore it can change. It is here that the "seed" of a postdramatic logic is planted: theatre is not obliged to be subordinate to the dramatic text, nor to organize its semiotic economy around a narrative core. The recognition of two semiotic systems functions, in Elam, as a theoretical decompression that allows performative forces to emancipate themselves from the dramatic model.
Lehmann, almost two decades later, does not negate Elam; he goes beyond him in the direction of a historical-artistic perspective. His contribution does not lie in inventing postdramaticity as a concept, but in defining it as an already accomplished fact in international stage practice. While Elam examines theater as a semiotic system with multiple functions, Lehmann sees it as a field where discourse has lost its central position and where performance functions as an autonomous, no longer complementary, structure of meaning production. Postdramaticity, in Lehmann’s conception, is the transition from the theater of representation to the theater of presence; from drama as text to spectacle as event. With this formulation, Lehmann gives a name to a stage reality that Elam had already anticipated with his theoretical perspective.
The most crucial meeting of the two theorists is ultimately to be found in what we might call the “semiotic deconstruction of the dramatic.” Elam shows that the relationship between dramatic text and performance is not hierarchical but negotiable. Lehmann shows that in contemporary practice this negotiation has been decided in favor of performance. Elam’s semiotics still tends to describe and codify. Lehmann’s theory describes but also performs, because it recognizes in the postdramatic orientation a historical reality that shapes aesthetic practices. Elam functions as an analyst of duality; Lehmann as a theorist of rupture.
The contribution of both is essential to understanding contemporary theatrical thought. Without Elam’s semiotic distinction, Lehmann’s postdramaticism would lack significant theoretical underpinnings. Without Lehmann’s postdramatic theory, Elam’s distinction would remain an internal typology without historical depth. Together, they constitute a path that begins with the structural contradictions of theatrical semiotics and leads to the realization that theater has long since begun to live beyond drama, not by annulling it, but by shifting its center of gravity toward the performativity, presence, and sensory involvement of the spectator. Thus, Elam functions as the theoretical prologue, and Lehmann as the inevitable epilogue—or perhaps, better, as the beginning of a new theatrical era.
