19 Νοεμβρίου 2025

Η αποδόμηση του έθνους υπό το καθεστώς της οικονομικής ηγεμονίας

Από τη φαντασιακή κοινότητα στην εμπορική ταυτότητα



Η έννοια του έθνους, όπως τη γνωρίσαμε στη νεωτερικότητα, υπήρξε για πάνω από δύο αιώνες το θεμέλιο της πολιτικής και πολιτισμικής κοινότητας. Από τον ρομαντισμό και τη Γαλλική Επανάσταση μέχρι τα εθνικά κράτη του 20ού αιώνα, το έθνος αποτέλεσε τον κατεξοχήν τόπο της συλλογικής ταυτότητας και της πολιτικής νομιμοποίησης. Ωστόσο, στον ύστερο καπιταλισμό, όπου η οικονομία έχει καταστεί το κυρίαρχο πεδίο ρύθμισης της κοινωνικής ζωής, η εθνική ιδέα φαίνεται να αποδομείται ή τουλάχιστον να μετασχηματίζεται ριζικά. Το ερώτημα δεν είναι αν «υπάρχει» ακόμη το έθνος, αλλά τι μορφή παίρνει μέσα στην παγκόσμια ηγεμονία του οικονομικού λόγου.

Στη νεωτερική φάση, όπως έδειξε ο Ernest Gellner ("Nations and Nationalism", 1983), το έθνος δεν είναι φυσικό ή αιώνιο γεγονός αλλά προϊόν της βιομηχανικής κοινωνίας. Η ανάγκη για ομοιογενή εκπαίδευση, κοινή γλώσσα και διοικητική συνοχή γέννησε το εθνικό κράτος ως λειτουργικό μηχανισμό. Για τον Γκέλνερ, «δεν είναι τα έθνη που δημιουργούν τον εθνικισμό, αλλά ο εθνικισμός που δημιουργεί τα έθνη» στο πλαίσιο συγκεκριμένων ιστορικών και κοινωνικοοικονομικών συνθηκών. Το έθνος, επομένως, ήταν ιστορική απάντηση σε κοινωνικοοικονομικές ανάγκες: ένας τρόπος να οργανωθεί η μοντέρνα παραγωγή και η πολιτική εξουσία σε ενιαίο πλαίσιο νοήματος.

Ο Benedict Anderson ("Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism", 1983) μετατοπίζει το ζήτημα από το οικονομικό στο πολιτισμικό. Για εκείνον, το έθνος είναι μια «φαντασιακή κοινότητα», δηλαδή μια μορφή συλλογικής φαντασίας που δημιουργείται μέσω της γλώσσας, της τυπογραφίας και των ΜΜΕ. Οι άνθρωποι που ανήκουν στο ίδιο έθνος δεν γνωρίζονται προσωπικά, αλλά φαντάζονται ότι μοιράζονται ένα κοινό πεπρωμένο. Σημαντικό είναι πως το έθνος είναι «φαντασιακό» όχι επειδή είναι ψευδές, αλλά επειδή υπάρχει μόνο μέσα στη φαντασία των μελών του, ως βιωμένη ιδέα κοινότητας. Η δύναμή του έγκειται, λοιπόν, στη δυνατότητά του να παράγει συμβολική εγγύτητα μέσα σε κοινωνίες μαζικής ανωνυμίας.

Αυτή η φαντασιακή διάσταση αναλύεται βαθύτερα από τον Κορνήλιο Καστοριάδη ("L’institution imaginaire de la société", 1975), για τον οποίο κάθε κοινωνία θεσμίζεται μέσω ενός κοινωνικού φαντασιακού – ενός συνόλου νοημάτων που θεμελιώνουν την ύπαρξή της. Το έθνος, μέσα από αυτήν την οπτική, είναι μορφή κοινωνικής αυτοθέσμισης: ένας τρόπος με τον οποίο μια συλλογικότητα δημιουργεί τον εαυτό της, δίνει νόημα στο «εμείς» και ορίζει τα όριά του. Όπως κάθε φαντασιακή θέσμιση, έτσι κι αυτή μπορεί να μετασχηματιστεί, να παρακμάσει ή να αντικατασταθεί από νέες μορφές συλλογικού νοήματος.

Εδώ παρεμβαίνει ο Jürgen Habermas ("Der postnationale Zustand. Politische Essays" 1998), ο οποίος, αναγνωρίζοντας τη φθορά του εθνικού κράτους, εισάγει την έννοια του «μεταεθνικού αστερισμού». Η φράση αυτή έχει διπλή λειτουργία: από τη μια περιγράφει μια ήδη υπαρκτή ιστορική συνθήκη – την παγκοσμιοποίηση, τη μετατόπιση της κυριαρχίας σε υπερεθνικούς θεσμούς, την αποδυνάμωση των συνόρων – κι από την άλλη προτείνει έναν νέο τρόπο πολιτικής νομιμοποίησης μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη. Ο Χάμπερμας δεν οραματίζεται απλώς έναν μεταεθνικό κόσμο, αλλά αναλύει την πραγματικότητα στην οποία ήδη ζούμε και προτείνει να τη μετατρέψουμε σε δημοκρατικά βιώσιμη τάξη. Αυτό το κανονιστικό του σκέλος εκφράζεται με την ιδέα της «συνταγματικής πατρίδας» (Verfassungspatriotismus): μιας κοινότητας που δεν συγκροτείται γύρω από κοινή καταγωγή ή πολιτισμική ομοιογένεια, αλλά γύρω από την κοινή δέσμευση σε δημοκρατικές αρχές, ανθρώπινα δικαιώματα και συμμετοχική λογική. Πρόκειται για μια προσπάθεια να σωθεί η δημοκρατία μέσα σε έναν κόσμο που έχει ξεπεράσει τα παραδοσιακά εθνικά πλαίσια.

Ωστόσο, αυτή η μετάβαση σκοντάφτει πάνω στην ηγεμονία του οικονομικού πεδίου. Από τη δεκαετία του 1980 και μετά, ο νεοφιλελευθερισμός κατέστησε την οικονομία τον υπέρτατο ρυθμιστή του κοινωνικού βίου. Οι αγορές, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και οι τεχνολογικές πλατφόρμες λειτουργούν πέρα από κάθε πολιτικό ή εθνικό έλεγχο. Ο εθνικός χώρος έγινε διάτρητος: οι κυβερνήσεις μετατράπηκαν σε διαχειριστές, ενώ οι παραδοσιακοί δεσμοί αλληλεγγύης αντικαταστάθηκαν από την εργαλειακή λογική της ανταγωνιστικότητας, της κατανάλωσης και –όπως επισημαίνει ο Jean-François Lyotard ("L’inhumain: Causeries sur le temps", 1988)– της χωρίς όραμα ανάπτυξης. Αυτή η λογική της απεριόριστης επέκτασης, αποκομμένη από κάθε πολιτικό ή ηθικό νόημα, εκφράζει το πνεύμα μιας μεταμοντέρνας κοινωνίας που «αναπτύσσεται» χωρίς να ξέρει προς τα πού.

Όπως έγραψε ο Pierre Bourdieu ("Les structures sociales de l’économie", 2000), η σύγχρονη κυριαρχία του οικονομικού επηρεάζει σημαντικά τα υπόλοιπα κοινωνικά πεδία... Η τέχνη, η πολιτική, ακόμη και η παιδεία υποτάσσονται σε οικονομικούς δείκτες και «αξιολογήσεις» αγοράς. Το αποτέλεσμα είναι η σε μεγάλο βαθμό απορρόφηση του συμβολικού από το οικονομικό: η ταυτότητα, ακόμη και η εθνική, μετατρέπεται σε εμπόρευμα. Το έθνος παύει να είναι κοινότητα νοήματος και γίνεται brand – ένα σύνολο εικόνων και σημείων για κατανάλωση: τουριστική προβολή, πολιτισμικό προϊόν, στρατηγική μάρκετινγκ. Η εθνική ταυτότητα εμπορευματοποιείται και χάνει τη δημιουργική της δύναμη.

Παράλληλα, αυτή η αποδόμηση γεννά αντιφάσεις. Η αποδυνάμωση του εθνικού αφηγήματος δεν οδηγεί αναγκαστικά σε υπέρβασή του· συχνά προκαλεί αντιδραστική αναβίωσή του. Καθώς οι αγορές καταργούν τα σταθερά νοήματα, πολλοί στρέφονται σε απλοϊκές, «καθαρές» εκδοχές του έθνους για να ανακτήσουν αίσθηση ταυτότητας. Ο εθνικισμός, λοιπόν, επιστρέφει όχι ως πολιτικό όραμα, αλλά ως αντιστάθμισμα υπαρξιακού κενού – ως απελπισμένη αναζήτηση του χαμένου νοήματος.

Έτσι, η κυριαρχία του οικονομικού δεν εξαφανίζει το έθνος· το μεταλλάσσει. Από φαντασιακή κοινότητα που παρήγαγε πολιτική και ηθική συνοχή, το έθνος γίνεται σημείο κυκλοφορίας μέσα στο παγκόσμιο σύστημα αξιών και εμπορευμάτων. Ζει ως πολιτισμικό προϊόν, αλλά πεθαίνει ως θεσμός πολιτικής πράξης. Κι όμως, παραμένει ενεργό υπόλειμμα μιας συλλογικής φαντασίας που δεν έχει βρει ακόμη νέο τρόπο να εκφραστεί.

Ίσως, λοιπόν, η αποδόμηση του έθνους να μην είναι τελειωτική, αλλά πρόσκληση σε μια νέα μορφή κοινωνικής θέσμισης: όπου οι δεσμοί δεν θα ορίζονται από αίμα, αγορά ή άναρχη ανάπτυξη, αλλά από την κοινή δημιουργία νοήματος – το πιο ριζικά πολιτικό έργο που μπορεί να φανταστεί ο άνθρωπος.