Η λέξη «παράλογο», όπως κυκλοφορεί σήμερα στην καθημερινή γλώσσα, λειτουργεί σχεδόν αντανακλαστικά: δηλώνει ό,τι προσβάλλει την κοινή λογική, ό,τι φαίνεται ακατανόητο, αντιφατικό ή αδικαιολόγητο. Μπροστά σε θεσμικά αδιέξοδα, σε πολιτικές αποφάσεις που αναιρούν τον ίδιο τους τον σκοπό, σε λόγους που διαλύονται από τις ίδιες τους τις αντιφάσεις, το παράλογο εμφανίζεται ως στίγμα δυσλειτουργίας. Ωστόσο, αυτή η χρήση προϋποθέτει σιωπηρά μια κανονικότητα: την πεποίθηση ότι ο κόσμος θα έπρεπε να υπακούει σε μια αναγνωρίσιμη λογική τάξη. Το παράλογο, έτσι, δεν είναι απλώς μια περιγραφή, αλλά η εμπειρία της διάψευσης μιας προσδοκίας.
Η φιλοσοφική βαρύτητα του όρου αναδύεται ακριβώς σε αυτή τη διάψευση. Από τον Κίρκεγκωρ έως τον υπαρξισμό του 20ού αιώνα, το παράλογο παύει να είναι το αντίθετο του λογικού και μετατρέπεται σε υπαρξιακή συνθήκη. Στον Καμύ, η έννοια αποκτά τη ριζική της μορφή: το παράλογο γεννιέται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανθρώπινη ανάγκη για νόημα και στη σιωπή του κόσμου. Δεν είναι ιδιότητα της πραγματικότητας ούτε ψυχική παθολογία, είναι σχέση. Ο άνθρωπος ζητά απαντήσεις, συνοχή, τελικό σκοπό — και ο κόσμος δεν απαντά! Η τραγικότητα δεν βρίσκεται στην απουσία νοήματος, αλλά στην αδυναμία του ανθρώπου να παραιτηθεί από την αναζήτησή του.
Το ιστορικό Θέατρο του Παραλόγου, όπως το προσδιόρισε ο Μάρτιν Έσλιν, δεν αποτελεί εικονογράφηση αυτής της φιλοσοφίας, αλλά σκηνική σκέψη ισότιμη με τη φιλοσοφική. Εκεί όπου η φιλοσοφία ορίζει εννοιολογικά το παράλογο, το θέατρο το μετατρέπει σε εμπειρία χρόνου, σώματος, λόγου και σιωπής. Η αποδόμηση της πλοκής, η κατάρρευση της αιτιακής ακολουθίας, η επανάληψη, η ακινησία, η αποσύνθεση της γλώσσας δεν είναι αισθητικές υπερβολές, αλλά αναγκαστικές μορφές ενός κόσμου όπου η αφήγηση έχει χάσει τη μεταφυσική της βάση.
Στον Μπέκετ, η αναμονή δεν είναι δραματουργικό τέχνασμα αλλά οντολογική κατάσταση. Οι ήρωες του Περιμένοντας τον Γκοντό δεν περιμένουν απλώς κάποιον, αλλά περιμένουν το ίδιο το νόημα να εμφανιστεί, να δικαιώσει τον χρόνο που περνά. Ο χρόνος, όμως, δεν προχωρά, απλώς επαναλαμβάνεται. Στον Ιονέσκο, η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως σύστημα σημαινόντων που παραπέμπουν σε σημαινόμενα. Οι λέξεις συνεχίζουν να κυκλοφορούν, αλλά δεν σημαίνουν. Η επικοινωνία μετατρέπεται σε τελετουργία χωρίς περιεχόμενο, σε καθαρή σημειακή κυκλοφορία.
Από σημειολογική σκοπιά, το Θέατρο του Παραλόγου αποκαλύπτει τη ρήξη ανάμεσα στο σημείο και στο νόημα. Το σημαίνον επιβιώνει, αλλά το σημαινόμενο αποσύρεται. Οι σκηνικές πράξεις, οι διάλογοι, οι χειρονομίες δεν οδηγούν σε ερμηνευτική πληρότητα. Περισσότερο λειτουργούν ως αυτοαναφορικά συστήματα. Το θέατρο παύει να αναπαριστά έναν κόσμο και αρχίζει να εκθέτει τη διαδικασία της αναπαράστασης ως κενή. Το σημείο δεν δείχνει πια κάτι έξω από τον εαυτό του. Εκθέτει τη δική του ανεπάρκεια.
Αυτή η σημειολογική απογύμνωση μας οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα στην πολιτική σκηνή. Η σύγχρονη πολιτική λειτουργεί όλο και περισσότερο ως σύστημα σημείων αποσυνδεδεμένων από σταθερά σημαινόμενα. Λέξεις όπως «μεταρρύθμιση», «ανάπτυξη», «σταθερότητα», «κρίση» κυκλοφορούν αδιάκοπα, όχι για να περιγράψουν την πραγματικότητα, αλλά για να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση νοήματος. Όπως στους διαλόγους του Ιονέσκο, η πολιτική γλώσσα δεν στοχεύει στην κατανόηση, αλλά στη συντήρηση της ίδιας της επικοινωνιακής πράξης.
Η πολιτική πράξη, από την άλλη, χαρακτηρίζεται από την ίδια κυκλικότητα που διαπερνά το Θέατρο του Παραλόγου. Κρίσεις επανέρχονται χωρίς ιστορική υπέρβαση, υποσχέσεις επαναλαμβάνονται χωρίς δέσμευση, θεσμοί λειτουργούν ως σκηνικά που υποδύονται τη λειτουργικότητα. Ο πολίτης μετατρέπεται σε θεατή: αναγνωρίζει τα σημεία της εξουσίας, αλλά όχι το νόημά τους. Βιώνει την πολιτική όχι ως πεδίο πράξης, αλλά ως παράσταση χωρίς κάθαρση.
Η καθοριστική διαφορά είναι ότι το Θέατρο του Παραλόγου γνωρίζει πως εκθέτει το κενό. Η πολιτική, αντίθετα, το συγκαλύπτει. Εκεί όπου το θέατρο αποκαλύπτει τη ρήξη ανάμεσα στο σημείο και στο νόημα, η πολιτική επιμένει να παρουσιάζει τη ρήξη ως λογική αναγκαιότητα, ως τεχνικό ζήτημα, ως μονόδρομο. Το αποτέλεσμα είναι ένα παράλογο χωρίς επίγνωση, χωρίς συνείδηση, χωρίς δυνατότητα εξέγερσης.
Εδώ η συνομιλία του Καμύ με τον Ιονέσκο γίνεται καθοριστική. Ο Καμύ επιμένει ότι η αναγνώριση του παραλόγου δεν οδηγεί στην παραίτηση, αλλά σε μια στάση εξέγερσης χωρίς αυταπάτες. Να ζεις χωρίς παρηγοριά, χωρίς μεταφυσικές εγγυήσεις, αλλά με απόλυτη διαύγεια. Η εξέγερση δεν αναιρεί το παράλογο, το κατοικεί. Ο Ιονέσκο, αντίθετα, δείχνει πόσο εύθραυστη είναι αυτή η στάση. Στο θέατρό του, η συνείδηση διαλύεται μέσα στη ρουτίνα, στη γλωσσική μηχανικότητα, στη μαζική συμμόρφωση. Η μεταμόρφωση σε ρινόκερο δεν είναι τόσο αλληγορία όσο σημειολογικό γεγονός: το υποκείμενο παύει να σημαίνει ως άτομο και ενσωματώνεται σε ένα σύστημα καθαρών σημείων.
Η σύγχρονη πολιτική σκηνή μοιάζει να βρίσκεται επικίνδυνα πιο κοντά στον Ιονέσκο παρά στον Καμύ. Το παράλογο δεν προκαλεί πια αγωνία, αλλά διαιωνίζει τη συνήθεια. Η επανάληψη εξουδετερώνει τη σκέψη. Το σημείο κυριαρχεί επί του νοήματος. Και ακριβώς γι’ αυτό, το Θέατρο του Παραλόγου παραμένει επίκαιρο όχι ως ιστορικό ρεύμα, αλλά ως μορφή αντίστασης: ως υπενθύμιση ότι το παράλογο δεν πρέπει ποτέ να γίνεται οικείο, να συνηθίζεται, αλλά να βιώνεται ως ανησυχητικό ή σκανδαλώδες. Όσο παραμένει ορατό, ανυπόφορο, ανοιχτό, διατηρεί τη δυνατότητα της διαύγειας και μαζί της την ελάχιστη αλλά αναντικατάστατη δυνατότητα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
January 14, 2026
Tracing the absurd
The word “absurd,” as it circulates in everyday language today, functions almost reflexively: it denotes what offends common sense, what seems incomprehensible, contradictory, or unjustified. Faced with institutional dead ends, political decisions that defeat their own purpose, and discourses that are torn apart by their own contradictions, the absurd appears as a stigma of dysfunction. However, this use implicitly presupposes a normality: the belief that the world should obey a recognizable logical order. The absurd, then, is not simply a description, but the experience of the denial of an expectation.
The philosophical weight of the term emerges precisely in this refutation. From Kierkegaard to 20th-century existentialism, the absurd ceases to be the opposite of the rational and becomes an existential condition. In Camus, the concept acquires its radical form: the absurd is born from the conflict between the human need for meaning and the silence of the world. It is not a property of reality or a mental pathology, it is a relationship. Man seeks answers, coherence, an ultimate goal — and the world does not answer! The tragedy lies not in the absence of meaning, but in man's inability to give up his search.
The historical Theatre of the Absurd, as defined by Martin Esslin, is not an illustration of this philosophy, but a stage thought equal to the philosophical. Where philosophy conceptually defines the absurd, theatre transforms it into an experience of time, body, speech and silence. The deconstruction of the plot, the collapse of the causal sequence, repetition, immobility, the decomposition of language are not aesthetic excesses, but forced forms of a world where narrative has lost its metaphysical basis.
In Beckett, waiting is not a dramatic device but an ontological state. The heroes of Waiting for Godot do not simply wait for someone, but wait for meaning itself to appear, to justify the passing of time. Time, however, does not advance, it simply repeats itself. In Ionesco, language ceases to function as a system of signifiers that refer to signifieds. Words continue to circulate, but they do not signify. Communication is transformed into a ritual without content, into a pure point circulation.
From a semiotic perspective, the Theatre of the Absurd reveals the rupture between sign and meaning. The signifier survives, but the signified withdraws. Stage actions, dialogues, gestures do not lead to interpretive completeness. They function more as self-referential systems. Theatre ceases to represent a world and begins to expose the process of representation as empty. The sign no longer shows something outside itself. It exposes its own inadequacy.
This semiotic stripping leads us almost inevitably to the political scene. Contemporary politics increasingly functions as a system of signs disconnected from fixed signifiers. Words like “reform,” “development,” “stability,” “crisis” circulate incessantly, not to describe reality, but to maintain the illusion of meaning. As in Ionesco’s dialogues, political language does not aim at understanding, but at the maintenance of the communicative act itself.
Political action, on the other hand, is characterized by the same cyclicality that permeates the Theater of the Absurd. Crises return without historical transcendence, promises are repeated without commitment, institutions function as sets that play out functionality. The citizen is transformed into a spectator: he recognizes the signs of power, but not their meaning. He experiences politics not as a field of action, but as a performance without catharsis.
The decisive difference is that the Theatre of the Absurd knows how to expose the void. Politics, on the contrary, conceals it. Where theatre reveals the rupture between sign and meaning, politics insists on presenting the rupture as a logical necessity, as a technical issue, as a one-way street. The result is an absurdity without awareness, without consciousness, without the possibility of rebellion.
Here Camus' conversation with Ionesco becomes decisive. Camus insists that the recognition of the absurd does not lead to resignation, but to an attitude of rebellion without illusions. To live without consolation, without metaphysical guarantees, but with absolute clarity. Rebellion does not negate the absurd, it inhabits it. Ionesco, on the contrary, shows how fragile this attitude is. In his theater, consciousness dissolves in routine, in linguistic mechanicalness, in mass conformity. The transformation into a rhinoceros is not so much an allegory as a semiotic fact: the subject ceases to mean as an individual and is incorporated into a system of pure signs.
The contemporary political scene seems to be dangerously closer to Ionesco than to Camus. The absurd no longer provokes anxiety, but perpetuates habit. Repetition neutralizes thought. The point dominates meaning. And precisely for this reason, the Theater of the Absurd remains relevant not as a historical trend, but as a form of resistance: as a reminder that the absurd must never become familiar, accustomed, but experienced as disturbing or scandalous. As long as it remains visible, unbearable, open, it retains the possibility of clarity and with it the minimal but irreplaceable possibility of human dignity.

