Η επιμονή ορισμένων ότι οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα «δεν έχουν σχέση με το πετρέλαιο» δεν αποτελεί απλώς αφέλεια αλλά συνιστά άρνηση ενός ρητά διατυπωμένου γεγονότος. Σπάνια στην ιστορία της διεθνούς πολιτικής η υλική βάση της επέμβασης διατυπώνεται τόσο απροκάλυπτα από τον ίδιο τον φορέα της ισχύος. Κι όμως, στην περίπτωση της Βενεζουέλας, η παραδοχή αυτή έγινε δημόσια, χωρίς ανάγκη ερμηνευτικών ακροβασιών. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρίες θα εισέλθουν στη χώρα και θα τη «βοηθήσουν» να γίνει πλούσια. Προχώρησε μάλιστα ακόμη περισσότερο, λέγοντας:
Όσον αφορά άλλες χώρες που θέλουν πετρέλαιο, εμείς είμαστε στον χώρο του πετρελαίου. Θα το πουλάμε. Δεν θα πούμε ότι δεν θα το κάνουμε. Με άλλα λόγια, θα πουλάμε πετρέλαιο. Πιθανότατα σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες, γιατί πριν δεν μπορούσαν να παράγουν πολύ λόγω της κακής τους υποδομής. Οπότε, θα πουλάμε μεγάλες ποσότητες πετρελαίου σε άλλες χώρες, πολλές από τις οποίες το χρησιμοποιούν ήδη. Αλλά θα έλεγα ότι πολλές ακόμα θα έρθουν.
Η διατύπωση είναι απολύτως σαφής: το πετρέλαιο δεν εμφανίζεται ως παράπλευρο ζήτημα, αλλά ως κεντρικός στόχος και προσδοκώμενο αποτέλεσμα της πολιτικής «μετάβασης». Όταν ο ίδιος ο πολιτικός πρωταγωνιστής ομολογεί ότι η αναδιάρθρωση μιας χώρας συνδέεται άμεσα με την εκμετάλλευση και εμπορία των ενεργειακών της πόρων, κάθε ισχυρισμός περί «ανιδιοτελούς δημοκρατικής μέριμνας» καταρρέει. Δεν πρόκειται εδώ για εικασία ούτε για θεωρία συνωμοσίας αλλά για ρητορική αυτοαποκάλυψη της λογικής της ισχύος. Η πολιτική επιστρέφει στη γυμνή της μορφή: διαχείριση πόρων, αγορών και ροών πλούτου.
Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας βασίζεται συχνά σε έναν τεχνητό διαχωρισμό μεταξύ αξιών και συμφερόντων. Όμως η Ιστορία δείχνει ότι οι αξίες λειτουργούν συχνά ως σκηνικό. Το έργο παίζεται αλλού. Το πετρέλαιο της Βενεζουέλας δεν είναι απλώς ένα εθνικό αγαθό όσο γεωπολιτικός κόμβος. Ο έλεγχός του επηρεάζει όχι μόνο την ίδια τη χώρα, αλλά και τις παγκόσμιες ενεργειακές ισορροπίες, τις τιμές, τους ανταγωνισμούς με άλλες υπερδυνάμεις. Η είσοδος αμερικανικών εταιριών δεν αφορά τη «βοήθεια», αλλά την επανατοποθέτηση της χώρας στο διεθνές σύστημα υπό νέο χειριστή.
Αναλύοντας προσεκτικά τον δημόσιο αυτόν μονόλογο, γίνεται επίσης φανερό ότι δεν απευθύνεται μόνο στη Βενεζουέλα ή στο εσωτερικό ακροατήριο των ΗΠΑ. Λειτουργεί ταυτόχρονα ως σήμα προς τρίτους. Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος δηλώνει ότι «θα πουλάμε μεγάλες ποσότητες πετρελαίου σε άλλες χώρες» και ότι «πολλές ακόμα θα έρθουν», δεν περιγράφει απλώς ένα μελλοντικό οικονομικό σχέδιο αλλά εκτελεί μια πολιτική πράξη πρόσκλησης. Κλείνει το μάτι σε άλλα κράτη, προεξοφλώντας τη συναίνεσή τους μέσω του οφέλους. Η νομιμοποίηση δεν ζητείται πλέον μέσω θεσμών ή διεθνούς δικαίου, αλλά μέσω συμμετοχής στη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται. Όσοι αποδεχθούν τον ρόλο του αγοραστή ή του συνεργάτη, καθίστανται σιωπηρά συμμέτοχοι στο θέατρο ισχύος που εκτυλίσσεται. Η ισχύς, έτσι, δεν επιβάλλεται μόνο δια της βίας, αλλά και δια της υπόσχεσης κέρδους, μετατρέποντας τη συναίνεση σε προέκταση της κυριαρχίας.
Εδώ το «θέατρο ισχύος» λειτουργεί χωρίς προσωπείο. Η μαριονέτα και ο χειριστής δεν συγχέονται. Ο χειριστής μιλά ανοιχτά. Όπως θα έλεγε ο Θουκυδίδης, οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους, και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλει η ανάγκη. Η διαφορά της εποχής μας είναι ότι αυτή η αρχή δεν κρύβεται πια πίσω από τη διπλωματία, αλλά δηλώνεται σχεδόν αυτάρεσκα.
Η επιμονή ότι «δεν είναι για το πετρέλαιο» μοιάζει έτσι με άρνηση του θεατή να αποδεχθεί όσα εκφέρονται επί σκηνής. Το κείμενο έχει εκφωνηθεί, ο ρόλος έχει δηλωθεί, το σκηνικό είναι ορατό. Κι όμως, κάποιοι συνεχίζουν να μιλούν για αγαθές προθέσεις, αγνοώντας ότι η ίδια η ισχύς αυτοπροσδιορίζεται ως οικονομική κυριαρχία. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μονοδιάστατη ερμηνεία, αλλά για στοιχειώδη αναλυτική συνέπεια. Η Βενεζουέλα δεν αποτελεί εξαίρεση. Το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, όχι από ...κακία, αλλά από δομική ανάγκη του συστήματος. Αυτό μπορεί να είναι «φυσικό», με την έννοια της ισχύος, αλλά δεν είναι πολιτισμένο, δεν είναι δίκαιο. Και ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να λέγεται χωρίς αυταπάτες.
Όποιος αρνείται τον ρόλο του πετρελαίου, δεν υπερασπίζεται τη δημοκρατία αλλά το σκηνικό της. Και στο θέατρο της ισχύος, το σκηνικό υπάρχει μόνο για να μη φαίνονται καθαρά τα νήματα.
January 04, 2026
The Monologue of the Strong
The insistence of some that developments in Venezuela “have nothing to do with oil” is not simply naive but a denial of an explicitly stated fact. Rarely in the history of international politics has the material basis for intervention been so openly stated by the power holder himself. And yet, in the case of Venezuela, this admission was made publicly, without the need for interpretive overtures. Donald Trump himself said that American oil companies would come into the country and “help” it become rich. He even went further, saying:
As for other countries that want oil, we are in the oil business. We will sell it. We will not say we will not. In other words, we will sell oil. Probably in much larger quantities, because before they could not produce much because of their poor infrastructure. So, we will sell large quantities of oil to other countries, many of which are already using it. But I would say many more will come.
The wording is absolutely clear: oil does not appear as a side issue, but as a central objective and expected result of the "transition" policy.
When the political protagonist himself confesses that the restructuring of a country is directly linked to the exploitation and marketing of its energy resources, any claim to “selfless democratic concern” collapses. This is not speculation or conspiracy theory but a rhetorical self-revelation of the logic of power. Politics returns to its bare form: management of resources, markets and flows of wealth.
The denial of this reality is often based on an artificial separation between values and interests. But history shows that values often function as a backdrop. The play is being played out elsewhere. Venezuelan oil is not just a national asset as much as a geopolitical hub. Its control affects not only the country itself, but also global energy balances, prices, and competition with other superpowers. The entry of American companies is not about “aid,” but about repositioning the country in the international system under a new operator.
By carefully analyzing this public monologue, it also becomes clear that it is not addressed only to Venezuela or to the domestic audience of the United States. It simultaneously functions as a signal to third parties. When the American president declares that “we will sell large quantities of oil to other countries” and that “many more will come”, he is not simply describing a future economic plan but is performing a political act of invitation. He turns a blind eye to other states, anticipating their consent through benefit. Legitimization is no longer sought through institutions or international law, but through participation in the new reality that is taking shape. Those who accept the role of buyer or collaborator become tacit participants in the theater of power that is unfolding. Power, thus, is not imposed only through violence, but also through the promise of profit, transforming consent into an extension of sovereignty.
Here the “theater of power” operates without a mask. The puppet and the operator are not confused. The operator speaks openly. As Thucydides would say, the strong do what their power allows them, and the weak suffer what necessity imposes on them. The difference in our time is that this principle is no longer hidden behind diplomacy, but is declared almost smugly.
The insistence that "it's not about oil" thus resembles the viewer's refusal to accept what is being said on stage. The text has been spoken, the role has been declared, the setting is visible. And yet, some continue to speak of good intentions, ignoring that power itself defines itself as economic domination. This is not, therefore, a one-dimensional interpretation, but an elementary analytical consequence. Venezuela is no exception. The big fish eats the small, not out of ... malice, but out of a structural necessity of the system. This may be "natural", in the sense of power, but it is not civilized, it is not fair. And that is precisely why it needs to be said without illusions.
Anyone who denies the role of oil is not defending democracy but its setting. And in the theater of power, the setting exists only so that the threads are not clearly visible.
