Το «φυσικό», το «φυσιολογικό», το «κατά φύσιν» εμφανίζονται συχνά ως λέξεις αυτονόητες, σχεδόν αδιαμφισβήτητες. Επιστρατεύονται ως τελικές εξηγήσεις, ως ρητορικά καταφύγια που δεν απαιτούν περαιτέρω αιτιολόγηση. Όταν κάτι χαρακτηρίζεται «φυσικό», η συζήτηση μοιάζει να λήγει: ό,τι βρίσκεται απέναντί του μετατίθεται αυτομάτως στη σφαίρα του υπερβολικού, του τεχνητού ή του προβληματικού. Κι όμως, αυτή η επίφαση ουδετερότητας είναι ακριβώς το σημείο όπου το «φυσικό» αποκαλύπτει τον κατασκευασμένο χαρακτήρα του.
Η φύση δεν είναι κατηγορία με σαφή όρια ούτε σύστημα κανόνων. Δεν αποφαίνεται, δεν ιεραρχεί, δεν διακρίνει το κανονικό από το μη κανονικό. Αυτές οι διακρίσεις ανήκουν αποκλειστικά στον ανθρώπινο λόγο και στις ανάγκες του. Όταν μιλάμε για «φυσιολογικό», στην πραγματικότητα δεν περιγράφουμε το σύνολο των φαινομένων που συμβαίνουν, αλλά εκείνο το τμήμα τους που έχει κριθεί ανεκτό, λειτουργικό ή επιθυμητό σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο. Το «φυσικό» λειτουργεί έτσι λιγότερο ως περιγραφή και περισσότερο ως αξιολογική σφραγίδα.
Ιδιαίτερα στη νεωτερικότητα, η επίκληση της φύσης μετατρέπεται σε εργαλείο κανονιστικό. Η βιολογία, η ιατρική, η ψυχολογία, ακόμη και οι κοινωνικές επιστήμες συνδιαμορφώνουν ένα πλέγμα λόγων που ορίζουν τι θεωρείται σώμα «υγιές», συμπεριφορά «φυσιολογική», επιθυμία «ορθή». Πρόκειται για έναν λόγο που συχνά εμφανίζεται ως αντικειμενικός, ενώ στην πράξη ενσωματώνει αξίες, φόβους και ιεραρχήσεις. Το στατιστικά συχνό βαφτίζεται «φυσικό», το αποκλίνον μεταφράζεται σε πρόβλημα που χρήζει διόρθωσης.
Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο γίνεται λόγος για τη φύση, τόσο περισσότερο αυτή εξιδανικεύεται και αποστειρώνεται. Η πραγματική ποικιλία, η ασυνέχεια και η απροσδιοριστία των φαινομένων υποχωρούν μπροστά σε ένα σχήμα τάξης και συμμετρίας. Το «φυσιολογικό» δεν προκύπτει από τη φύση, αλλά από την ανάγκη για σταθερότητα και έλεγχο. Λειτουργεί ως φίλτρο που απορρίπτει ό,τι δεν εντάσσεται εύκολα σε προκαθορισμένα πρότυπα.
Γι’ αυτό και η χρήση των όρων «φυσικό» και «αφύσικο» αποδεικνύεται εξαιρετικά ευέλικτη. Μεταβάλλονται από εποχή σε εποχή, από πεδίο σε πεδίο, από λόγο σε λόγο. Ό,τι κάποτε θεωρούνταν αυτονόητα «παρά φύσιν», αργότερα ενσωματώνεται πλήρως στο φάσμα του φυσιολογικού· και το αντίστροφο. Η επίκληση της φύσης δεν εγγυάται διαχρονική αλήθεια, αλλά αποτυπώνει τις εκάστοτε ισορροπίες ισχύος και κανονικότητας.
Το παράδειγμα της ομοφυλοφιλίας
Η ομοφυλοφιλία συχνά παρουσιάζεται στο δημόσιο λόγο ως «παρά φύσιν» ή ως απειλή για τη διαιώνιση του είδους. Αυτά τα επιχειρήματα εμφανίζονται αθώα, σχεδόν αυτονόητα, αλλά στην πραγματικότητα αποκαλύπτουν το πώς η έννοια της «φύσης» χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει προϋπάρχουσες κοινωνικές προσδοκίες και κανόνες. Η χαρακτηριστική αναφορά ότι η ομοφυλοφιλία «δεν μπορεί να αναπαραχθεί» μετατρέπει τη σεξουαλικότητα σε μέσο και όχι σε σχέση ή μορφή ύπαρξης. Το γεγονός ότι η επιθυμία δεν ακολουθεί τον αναπαραγωγικό σκοπό θεωρείται αποδυναμωτικό, ενώ η ίδια η βιολογική φύση δεν έχει κανέναν τέτοιο σκοπό. Το επιχείρημα στηρίζεται στην ψευδαίσθηση ότι η αναπαραγωγή είναι το μοναδικό κριτήριο της φυσικότητας, ενώ στην πράξη αγνοεί πλήθος περιπτώσεων όπου η ανθρώπινη αναπαραγωγή επιτυγχάνεται με πολιτισμικά μέσα: υιοθεσία, παρένθετες μητέρες, τεκνοποίηση από έναν μόνο γονέα ή τεχνολογικά υποβοηθούμενη γονιμοποίηση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η επίκληση στη βιολογία γίνεται όχι μόνο για την απόρριψη αλλά και για την υπεράσπιση της ομοφυλοφιλίας. Οι πολέμιοι χρησιμοποιούν επιχειρήματα τύπου «παρά φύσιν» ή «δεν μπορεί να αναπαραχθεί», ενώ οι υποστηρικτές τονίζουν ότι πρόκειται για έμφυτη, φυσική ποικιλία της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Κατ' ουσίαν, οι υποστηρικτές εξαναγκάζονται να χρησιμοποιήσουν το επιχείρημα της φυσικότητας ως απάντηση στην κατηγορία «παρά φύσιν». Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η βιολογία δεν λειτουργεί ως αυθύπαρκτο κριτήριο, αλλά ερμηνεύεται και επιλέγεται για να στηρίξει κοινωνικές, ηθικές ή πολιτικές θέσεις. Η ίδια επιστημονική παρατήρηση μπορεί να παρουσιαστεί ως απόδειξη καταδίκης ή ως επιχείρημα αποδοχής, ανάλογα με το ποιος και γιατί τη χρησιμοποιεί. Αυτό επιβεβαιώνει ότι το «φυσικό» δεν είναι ουδέτερη κατηγορία, μα ένα εργαλείο αξιολογικό, που λειτουργεί ως άλλοθι ή έρεισμα για την επιβολή ή την αμφισβήτηση των κανόνων και όχι ως απλή περιγραφή της πραγματικότητας.
Τα επιχειρήματα των πολέμιων της ομοφυλοφιλίας αναδεικνύουν κάτι ακόμη πιο βαθύ. Η επικριτική φράση «παρά φύσιν» δεν αφορά μόνο την αναπαραγωγή, αλλά το φύλο ως συμβολική δομή. Η ομοφυλοφιλία φαίνεται να «προδίδει» τον παραδοσιακό ρόλο του άνδρα ή της γυναίκας ή, αντίθετα, να τον υπερβαίνει. Δεν ακυρώνει το φύλο, αλλά αμφισβητεί την κανονικότητα των ρόλων: η επιθυμία δεν ταυτίζεται πλέον με την αναπαραγωγική ή κοινωνικά επιβαλλόμενη λειτουργία του φύλου. Αυτό προκαλεί αντίδραση, γιατί αποκαλύπτει ότι οι υποτιθέμενα «φυσικοί» διαχωρισμοί των φύλων δεν είναι καθόλου δεδομένοι, αλλά κατασκευασμένοι και μεταβλητοί.
Η σύγκριση με τα «άγρια ένστικτα» είναι επίσης αποκαλυπτική. Η φύση περιλαμβάνει βία, επιθετικότητα, κυριαρχία: όλα «φυσικά», και όμως ο πολιτισμός τα απωθεί ή τα ρυθμίζει. Η ομοφυλοφιλία δεν παράγει βία, δεν περιορίζει την αυτονομία κανενός και δεν απειλεί την κοινωνική συνύπαρξη. Άρα, η επίκληση της φυσικότητας για την απόρριψη είναι λογικά ανεπαρκής: το κριτήριο δεν μπορεί να είναι η βιολογία, αλλά η κοινωνική λειτουργικότητα -κι εδώ η ομοφυλοφιλία δεν συγκρούεται με κανέναν νόμο του πολιτισμού, αντίθετα υπογραμμίζει την ικανότητά του να δημιουργεί νέες μορφές ζωής και σχέσεων.
Το παράδειγμα της ομοφυλοφιλίας τελικά δείχνει ότι το «φυσικό» χρησιμοποιείται συχνά «κατά το δοκούν». Δεν πρόκειται για επιστημονική ή ουδέτερη έννοια, αλλά για κοινωνικό εργαλείο: για να εξασφαλίσει ότι οι κυρίαρχες νόρμες αναπαράγονται και ότι οι σχέσεις που τις αμφισβητούν χαρακτηρίζονται επικίνδυνες ή αφύσικες. Η φύση δεν καθορίζει τι επιτρέπεται ή τι απαγορεύεται. Αυτό το καθορίζει ο πολιτισμός. Η ομοφυλοφιλία δεν παραβιάζει τη φύση, αλλά αμφισβητεί την πίστη ότι η φύση από μόνη της μπορεί να νομιμοποιήσει κοινωνικές επιβολές.
Ακόμη και όταν παρατηρούμε ομοφυλοφιλία στα ζώα, όπου συχνά υποστηρίζεται η αναπαραγωγή ή η φροντίδα απογόνων, η αναφορά στη φύση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ηθικό επιχείρημα. Τα παραδείγματα αυτά δεν νομιμοποιούν κάτι «φυσικά σωστό». Αντίθετα, δείχνουν ότι η ίδια η φύση παρέχει ποικιλία και ευελιξία, και ότι η χρήση της φύσης για να αποκλειστεί ή να στιγματιστεί οποιαδήποτε ανθρώπινη επιθυμία είναι αυθαίρετη. Το ουσιώδες δεν είναι η «φυσικότητα» ή η αναπαραγωγική λειτουργία, αλλά η αυτονομία της επιθυμίας (Ντελέζ-Γκουατταρί) και η ελευθερία να οργανώνεται η ζωή πέρα από προκαθορισμένες κανονικότητες. Η ομοφυλοφιλία δεν απειλεί το είδος ούτε την κοινωνία. Απειλεί μόνο την ψευδαίσθηση ότι η φύση αρκεί για να καθορίσει τι είναι επιτρεπτό ή φυσιολογικό.
January 05, 2026
Nature, desire and culture: the paradigm of homosexuality
“Natural”, “normal” often appear as self-evident, almost indisputable words. They are deployed as final explanations, as rhetorical refuges that require no further justification. When something is labeled “natural”, the discussion seems to end: whatever stands in its way is automatically relegated to the realm of the exaggerated, the artificial, or the problematic. And yet, this appearance of neutrality is precisely where “natural” reveals its constructed character.
Nature is not a category with clear boundaries or a system of rules. It does not decide, it does not establish a hierarchy, it does not distinguish between normal and abnormal. These distinctions belong exclusively to human reason and its needs. When we speak of “normal”, we are not actually describing the totality of phenomena that occur, but that part of them that has been deemed tolerable, functional or desirable in a specific social and historical context. “Natural” thus functions less as a description and more as an evaluative stamp.
Particularly in modernity, the invocation of nature is transformed into a normative tool. Biology, medicine, psychology, and even the social sciences co-form a network of discourses that define what is considered a “healthy” body, “normal” behavior, and “correct” desire. This is a discourse that often appears objective, while in practice it embodies values, fears, and hierarchies. What is statistically frequent is baptized “natural,” what is deviant is translated into a problem that needs correction.
The paradox is that the more we talk about nature, the more it becomes idealized and sterilized. The real variety, discontinuity, and indeterminacy of phenomena give way to a pattern of order and symmetry. The “normal” does not arise from nature, but from the need for stability and control. It functions as a filter that rejects anything that does not easily fit into predetermined patterns.
This is why the use of the terms "natural" and "unnatural" proves to be extremely flexible. They change from era to era, from field to field, from discourse to discourse. What was once considered self-evidently "unnatural" is later fully incorporated into the spectrum of the normal; and vice versa. The invocation of nature does not guarantee timeless truth, but rather reflects the balances of power and regularity at any given time.
The paradigm of homosexuality
Homosexuality is often presented in public discourse as “unnatural” or as a threat to the perpetuation of the species. These arguments appear innocent, almost self-evident, but in reality they reveal how the concept of “nature” is used to legitimize pre-existing social expectations and norms. The characteristic statement that homosexuality “cannot be reproduced” transforms sexuality into a means rather than a relationship or form of existence. The fact that desire does not follow a reproductive purpose is considered disempowering, while biological nature itself has no such purpose. The argument is based on the illusion that reproduction is the only criterion of naturalness, while in practice it ignores numerous cases where human reproduction is achieved by cultural means: adoption, surrogacy, single-parent childbearing, or technologically assisted fertilization.
It is worth noting that the appeal to biology is made not only to reject but also to defend homosexuality. Opponents use arguments such as “unnatural” or “unreproducible”, while supporters emphasize that it is an innate, natural variety of human sexuality. In essence, supporters are forced to use the argument of naturalness as a response to the category of "unnatural". In both cases, however, biology does not function as an independent criterion, but is interpreted and selected to support social, moral or political positions. The same scientific observation can be presented as evidence of condemnation or as an argument for acceptance, depending on who uses it and why. This confirms that “natural” is not a neutral category, but an evaluative tool, which functions as an alibi or basis for imposing or challenging rules and not as a simple description of reality.
The arguments of opponents of homosexuality reveal something even deeper. The critical phrase “against nature” does not only concern reproduction, but also gender as a symbolic structure. Homosexuality seems to “betray” the traditional role of man or woman or, on the contrary, to transcend it. It does not annul gender, but questions the normality of roles: desire is no longer identified with the reproductive or socially imposed function of gender. This provokes a reaction, because it reveals that the supposedly “natural” divisions of the sexes are not at all given, but constructed and changeable.
The comparison with “wild instincts” is also revealing. Nature includes violence, aggression, dominance: all “natural,” and yet culture repels or regulates them. Homosexuality does not produce violence, does not limit anyone’s autonomy, and does not threaten social coexistence. Therefore, the invocation of naturalness for rejection is logically insufficient: the criterion cannot be biology, but social functionality -and here homosexuality does not conflict with any law of culture, on the contrary it underlines its capacity to create new forms of life and relationships.
The example of homosexuality ultimately shows that “natural” is often used “as they please”. It is not a scientific or neutral concept, but a social tool: to ensure that dominant norms are reproduced and that relationships that challenge them are labeled dangerous or unnatural. Nature does not determine what is permitted or prohibited. Culture does. Homosexuality does not violate nature, but it challenges the belief that nature alone can legitimize social impositions.
Even when we observe homosexuality in animals, where reproduction or care for offspring is often supported, the reference to nature should not be interpreted as a moral argument. These examples do not legitimize something “naturally right.” On the contrary, they show that nature itself provides variety and flexibility, and that using nature to exclude or stigmatize any human desire is arbitrary. What is essential is not “naturalness” or the reproductive function, but the autonomy of desire and the freedom to organize life beyond predetermined regularities. Homosexuality does not threaten the species or society. It only threatens the illusion that nature is sufficient to determine what is permissible or normal.
