16 Φεβρουαρίου 2026

Μοντερνισμός, μεταμοντερνισμός και μετα-μοντερνισμός/Modernism, postmodernism and metamodernism

 


Η ιστορία των αισθητικών και φιλοσοφικών «-ισμών» του 20ού και του 21ου αιώνα μπορεί να θεωρηθεί ως μια διαδοχική μετατόπιση στη στάση του ανθρώπου απέναντι στην αλήθεια, το νόημα και την εμπειρία. Ο μοντερνισμός θεμελιώθηκε πάνω στην πίστη ότι η λογική, η επιστήμη και η καλλιτεχνική ρήξη μπορούν να οδηγήσουν σε αυθεντική κατανόηση του κόσμου. Ο μεταμοντερνισμός (postmodernism) αποδόμησε αυτή τη βεβαιότητα, εκθέτοντας τις «μεγάλες αφηγήσεις» ως κατασκευές εξουσίας. Ο μετα-μοντερνισμός (metamodernism) -από το 2000 κι εντεύθεν- δεν επιδιώκει επιστροφή ούτε οριστική ρήξη, αλλά προτείνει μια στάση ταλάντωσης ανάμεσα στη σοβαρότητα και την ειρωνεία, ανάμεσα στη δέσμευση και την αποστασιοποίηση.

Ο μοντερνισμός γεννιέται από την κρίση της νεωτερικότητας, αλλά διατηρεί ακέραιη την πίστη στην πρόοδο και τη δυνατότητα θεμελίωσης της αλήθειας. Η καλλιτεχνική πρωτοπορία, η αφαίρεση, η ρήξη με την παράδοση, όλα υπηρετούν την αναζήτηση μιας βαθύτερης ουσίας: μιας καθολικής μορφής ή ενός αυθεντικού βιώματος. Παρά τις μορφολογικές του καινοτομίες, ο μοντερνισμός διατηρεί μια ηθική σοβαρότητα: η τέχνη οφείλει να αποκαλύψει, να φωτίσει, να μεταμορφώσει. Ωστόσο, η ίδια αυτή βεβαιότητα εμπεριέχει έναν κίνδυνο: η αξίωση καθολικότητας μπορεί να οδηγήσει σε μονοφωνία. Οι ιστορικές εμπειρίες του 20ού αιώνα κλόνισαν την εμπιστοσύνη στη γραμμική πρόοδο και στις απόλυτες αλήθειες.

Ο μεταμοντερνισμός (postmodernism) εμφανίζεται ως ριζική κριτική αυτής της βεβαιότητας. Οι «μεγάλες αφηγήσεις» τίθενται υπό αμφισβήτηση, η έννοια της αντικειμενικής αλήθειας αποδομείται, και η ειρωνεία γίνεται κυρίαρχη αισθητική στάση. Αν ο μοντερνισμός επιδίωξε την αυθεντικότητα, ο μεταμοντερνισμός αποκαλύπτει τη θεατρικότητά της. Η παρωδία, η διακειμενικότητα, η υβριδικότητα και η αυτοαναφορικότητα λειτουργούν ως εργαλεία απογύμνωσης των ιδεολογικών μηχανισμών. Όμως η αδιάκοπη ειρωνεία έχει ένα τίμημα: η διαρκής αποστασιοποίηση καθιστά δύσκολη τη συγκρότηση θετικού νοήματος. Η αποδόμηση μπορεί να αποβεί παραγωγική, αλλά, όταν γίνεται καθολική στάση, δημιουργεί υπαρξιακό και πολιτισμικό κενό.

Ο μετα-μοντερνισμός (metamodernism) αναδύεται στις αρχές της νέας χιλιετίας ως απάντηση σε αυτό το κενό. Δεν αρνείται τις κριτικές κατακτήσεις του μεταμοντερνισμού ούτε επαναφέρει αφελώς τη βεβαιότητα του μοντερνισμού. Αντίθετα, υιοθετεί μια δυναμική ταλάντωση ανάμεσα στις δύο στάσεις. Η βασική του χειρονομία είναι παράδοξη: επιτρέπει στον εαυτό του να πιστεύει, ενώ γνωρίζει ότι η πίστη είναι επισφαλής. Αναζητά νόημα, χωρίς να αγνοεί τη σχετικότητα. Εκφράζει ειλικρίνεια, αλλά με πλήρη επίγνωση του ότι κάθε έκφραση είναι κατασκευή. Πρόκειται για «ενημερωμένη αφέλεια» ή «συνειδητή ελπίδα». Σε αντίθεση με τον μοντερνισμό, δεν διεκδικεί τελική σύνθεση. Σε αντίθεση με τον μεταμοντερνισμό, δεν επαναπαύεται στην αποδόμηση. Η ταλάντωση δεν είναι αδυναμία, αλλά μέθοδος. Η αλήθεια δεν παρουσιάζεται ως σταθερό σημείο, αλλά ως ορίζοντας προς τον οποίο κινούμαστε γνωρίζοντας ότι δεν θα τον κατακτήσουμε πλήρως.

Η μετάβαση λοιπόν από τον μοντερνισμό στον μεταμοντερνισμό και έπειτα στον μετα-μοντερνισμό δεν αποτελεί απλή χρονολογική διαδοχή, αλλά μετατόπιση ευαισθησίας. Ο μοντερνισμός αντιπροσωπεύει την τραγική πίστη στη δυνατότητα νοήματος, ο μεταμοντερνισμός την ειρωνική καχυποψία απέναντι σε κάθε αξίωση νοήματος και ο μετα-μοντερνισμός την επιθυμία για νόημα παρά τη γνώση της επισφάλειάς του.

Εάν ο μοντερνισμός έθεσε το ερώτημα «ποια είναι η αλήθεια;» και ο μεταμοντερνισμός απάντησε «δεν υπάρχει μία αλήθεια», ο μετα-μοντερνισμός μοιάζει να ρωτά: πώς μπορούμε να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε σαν να υπάρχει νόημα, γνωρίζοντας ταυτόχρονα τα όρια αυτής της υπόθεσης; Σε αυτή τη διπλή συνείδηση -μεταξύ πίστης και αμφιβολίας- εντοπίζεται η ιδιαιτερότητα της σύγχρονης πολιτισμικής κατάστασης.


Μετα-μοντερνισμός και θέατρο

Η μετάβαση από τον μοντερνισμό στον μεταμοντερνισμό και από εκεί στον μετα-μοντερνισμό μπορεί να εντοπιστεί στο θέατρο ως μετατόπιση της σχέσης μεταξύ σκηνικής πράξης, αλήθειας και θεατή.

Στον μοντερνισμό η σκηνή γίνεται χώρος αποκάλυψης. Παρά τις ριζικές μορφολογικές ρήξεις, παραμένει ενεργή η πίστη ότι η θεατρική πράξη μπορεί να προσεγγίσει μια υπαρξιακή ή ψυχολογική αλήθεια. Η δραματουργία οργανώνεται γύρω από το εσωτερικό βάθος, την τραγική σοβαρότητα, την αισθητική ενότητα, και τη συστηματική μορφολογική έρευνα. Ακόμη και όταν η αναπαράσταση διαρρηγνύεται, το ζητούμενο είναι η αυθεντική αποκάλυψη μιας βαθύτερης ουσίας.

Στον μεταμοντερνισμό η σκηνή παύει να διεκδικεί «αλήθεια». Η αναπαράσταση εκτίθεται ως κατασκευή. Η ειρωνεία, η διακειμενικότητα, η παρωδία και η υβριδικότητα γίνονται βασικές στρατηγικές. Χαρακτηριστικά αυτής της κατάστασης είναι η διάλυση της ενότητας, το pastiche, το ειρωνικό παιχνίδι με τα είδη, η μεταθεατρικότητα, και η αποδόμηση της έννοιας του χαρακτήρα. Η απόσταση μεταξύ θεατή και σκηνής είναι συνειδητή και διαρκής. Το νόημα δεν προσφέρεται. Διαλύεται ή παραμένει ρευστό.

Ο μετα-μοντερνισμός δεν εγκαταλείπει τη μεταθεατρική επίγνωση, αλλά επανεισάγει την επιθυμία για συγκίνηση και νόημα. Η κεντρική του λογική είναι η ταλάντωση: η συνεχής κίνηση μεταξύ ειρωνείας και ειλικρίνειας. Στο θέατρο αυτό εκδηλώνεται ως επιτελεστική ειλικρίνεια. Η ειλικρίνεια αυτή δεν είναι αφελής, αλλά συνειδητά επιτελεστική. Ο ηθοποιός γνωρίζει την κατασκευαστικότητα, αλλά επιλέγει να πιστέψει στη στιγμή. Επίσης, εκδηλώνεται ως επιστροφή στη συγκίνηση χωρίς απώλεια θεωρητικής αυτογνωσίας, ως επαναφορά της κοινότητας ως εμπειρίας, ως αισθητική της ευαλωτότητας. Η σκηνή δεν αποδομεί απλώς την αλήθεια ούτε τη θεμελιώνει απόλυτα, αλλά τη διαπραγματεύεται διαρκώς. Το αποτέλεσμα είναι μια θεατρικότητα που κινείται ανάμεσα στη ρήξη και τη δέσμευση.


Φιλοσοφική συστηματοποίηση

Αν μεταφέρουμε τη συζήτηση σε φιλοσοφικό επίπεδο, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις διακριτές παραδειγματικές διαστάσεις.

Οντολογική: Ο μοντερνισμός υπονοεί μια βαθύτερη δομή της πραγματικότητας που μπορεί να αποκαλυφθεί. Ο μεταμοντερνισμός θεωρεί την πραγματικότητα ως γλωσσική/κοινωνική κατασκευή. Ο μετα-μοντερνισμός υιοθετεί μια ρυθμιστική, οριζοντο-κεντρική οντολογία. Δεν αρνείται την κατασκευαστικότητα, αλλά διατηρεί την έννοια του ορίζοντα - μιας πραγματικότητας που προσεγγίζεται ασυμπτωτικά.

Γνωσιολογική: Με τον μοντερνισμό έχουμε έναν γνωσιολογικό ρεαλισμό ή ιδεαλισμό με αξίωση καθολικότητας. Ο μεταμοντερνισμός αντιστοιχεί σε έναν σχετικισμό και αντι-θεμελιωτισμό. Ο μετα-μοντερνισμός ισοδυναμεί με μετα-θεμελιωτισμό: αναγνωρίζει ότι κάθε γνώση είναι μερική, αλλά δεν εξισώνει όλες τις αξιώσεις αλήθειας.

Ηθικο-υπαρξιακή: Ο μοντερνισμός προϋποθέτει τραγική σοβαρότητα και πίστη στην πρόοδο, ενώ ο μεταμοντερνισμός προβλέπει ειρωνική αποστασιοποίηση και καχυποψία. Ο μετα-μοντερνισμός ενημερωμένη ελπίδα, μια επιλογή δέσμευσης παρά τη γνώση της αβεβαιότητας. Η κεντρική φιλοσοφική του χειρονομία είναι η αποδοχή της αβεβαιότητας χωρίς παραίτηση από τη δράση. Πρόκειται για μια υπαρξιακή θέση που θυμίζει «σαν να» (as if): ενεργούμε σαν να υπάρχει νόημα, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούμε να το θεμελιώσουμε απολύτως.

Ο μοντερνισμός αναζητεί θεμέλιο, ενώ ο μεταμοντερνισμός το αποδομεί. Ο μετα-μοντερνισμός κατοικεί στην έλλειψη θεμελίου χωρίς να παραιτείται από την οικοδόμηση. Στο θεατρικό πεδίο αυτό δεν συνεπάγεται επιστροφή στη μεταφυσική της αυθεντικότητας, ούτε παραμονή στην ψυχρή ειρωνεία, αλλά μια σκηνική πράξη που τολμά να συγκινεί ενώ γνωρίζει τη σχετικότητά της.




February 16, 2026

Modernism, postmodernism and metamodernism

The history of aesthetic and philosophical “-isms” of the 20th and 21st centuries can be seen as a successive shift in man’s attitude towards truth, meaning and experience. Modernism was founded on the belief that reason, science and artistic rupture can lead to an authentic understanding of the world. Postmodernism deconstructed this certainty, exposing “grand narratives” as constructions of power. Metamodernism – from 2000 onwards – does not seek a return or a definitive rupture, but proposes an attitude of oscillation between seriousness and irony, between engagement and detachment.

Modernism is born from the crisis of modernity, but it maintains intact the belief in progress and the possibility of establishing truth. Artistic avant-garde, abstraction, the break with tradition, all serve the search for a deeper essence: a universal form or an authentic experience. Despite its morphological innovations, modernism maintains a moral seriousness: art must reveal, illuminate, transform. However, this very certainty contains a danger: the claim to universality can lead to monotony. The historical experiences of the 20th century shook confidence in linear progress and in absolute truths.

Postmodernism appears as a radical critique of this certainty. “Grand narratives” are questioned, the concept of objective truth is deconstructed, and irony becomes the dominant aesthetic stance. If modernism sought authenticity, postmodernism reveals its theatricality. Parody, intertextuality, hybridity, and self-referentiality function as tools for stripping ideological mechanisms. But incessant irony comes at a price: constant distancing makes it difficult to construct positive meaning. Deconstruction can be productive, but when it becomes a universal stance, it creates an existential and cultural void.

Metamodernism emerged at the beginning of the new millennium as a response to this void. It neither denies the critical achievements of postmodernism nor naively restores the certainty of modernism. On the contrary, it adopts a dynamic oscillation between the two positions. Its basic gesture is paradoxical: it allows itself to believe, while knowing that faith is precarious. It searches for meaning, without ignoring relativity. It expresses sincerity, but with full awareness that every expression is a construction. It is an “informed naivety” or “conscious hope.” Unlike modernism, it does not claim a final synthesis. Unlike postmodernism, it does not rest on deconstruction. Oscillation is not a weakness, but a method. Truth is not presented as a fixed point, but as a horizon towards which we move, knowing that we will not fully conquer it.

The transition from modernism to postmodernism and then to metamodernism is therefore not a simple chronological sequence, but a shift in sensibility. Modernism represents the tragic faith in the possibility of meaning, postmodernism the ironic suspicion of any claim to meaning, and metamodernism the desire for meaning despite the knowledge of its precariousness.

If modernism asked the question “what is truth?” and postmodernism answered “there is no truth ,” metamodernism seems to ask: how can we live and create as if there were meaning, while simultaneously knowing the limits of this assumption? In this double consciousness - faith and doubt together - is located the specificity of the contemporary cultural situation.



Metamodernism and theater

The transition from modernism to postmodernism and from there to metamodernism can be identified in theater as a shift in the relationship between stage act, truth, and spectator.

In modernism, the stage becomes a place of revelation. Despite radical morphological ruptures, the belief that theatrical action can approach an existential or psychological truth remains active. Dramaturgy is organized around inner depth, tragic seriousness, aesthetic unity, and systematic morphological research. Even when representation is disrupted, the goal is the authentic revelation of a deeper essence.

In postmodernism, the stage ceases to claim “truth”. Representation is exposed as a construction. Irony, intertextuality, parody and hybridity become basic strategies. Characteristics of this situation are the dissolution of unity, pastiche, the ironic play with genres, metatheatricality, and the deconstruction of the concept of character. The distance between spectator and stage is conscious and permanent. Meaning is not offered. It dissolves or remains fluid.

Metamodernism does not abandon metatheatrical awareness, but reintroduces the desire for emotion and meaning. Its central logic is oscillation: the constant movement between irony and sincerity. In this theater it manifests itself as performative sincerity. This sincerity is not naive, but consciously performative. The actor is aware of constructivism, but chooses to believe in the moment. It also manifests itself as a return to emotion without loss of theoretical self-awareness, as a restoration of community as experience, as an aesthetic of vulnerability. The stage does not simply deconstruct truth or establish it absolutely, but constantly negotiates it. The result is a theatricality that moves between rupture and commitment.



Philosophical systematization

If we move the discussion to a philosophical level, we can distinguish three distinct paradigmatic dimensions:

Ontological: Modernism implies a deeper structure of reality that can be revealed. Postmodernism views reality as a linguistic/social construction. Metamodernism adopts a regulative, horizon-centric ontology. It does not deny constructivism, but retains the notion of the horizon - a reality that is approached asymptotically.

Epistemological: With modernism we have an epistemological realism or idealism with a claim to universality. Postmodernism corresponds to a relativism and anti-foundationalism. Metamodernism is equivalent to post-foundationalism: it recognizes that all knowledge is partial, but it does not equate all truth claims.

Ethical-existential: Modernism presupposes tragic seriousness and faith in progress, while postmodernism presupposes ironic detachment and suspicion. Metamodernism is informed hope, a choice of commitment despite the knowledge of uncertainty. Its central philosophical gesture is the acceptance of uncertainty without renouncing action. It is an existential position reminiscent of “as if” : we act as if there is meaning, knowing that we cannot absolutely establish it.


Modernism seeks a foundation, while postmodernism deconstructs it. Metamodernism dwells in the lack of a foundation without giving up on construction. In the theatrical field, this does not imply a return to the metaphysics of authenticity, nor a stay in cold irony, but a stage act that dares to move while knowing its relativity.