24 Φεβρουαρίου 2026

Ψυχαναλυτές και ψυχανάλυση στο «Νόημα» της Μαρίας Λαϊνά

 


Στον μονόλογο της Μαρίας Λαϊνά που φέρει τον τίτλο «Το Νόημα - Κωμωδία Πράξη Πρώτη» (2007), η ψυχανάλυση και οι ψυχαναλυτές γίνονται το θεματικό επίκεντρο ενός αδυσώπητου, βιτριολικού σχολιασμού. Η συγγραφέας δεν περιορίζεται σε μια γενικόλογη αμφισβήτηση των ψυχοθεραπευτικών μεθόδων, αλλά αποκαλύπτει με ωμή σαφήνεια τη λειτουργία και τις συνέπειες του θεσμού, με το να στρέφει την προσοχή του αναγνώστη ταυτόχρονα στον άνθρωπο και στον φορέα της εξουσίας της γνώσης.

Η ψυχανάλυση παρουσιάζεται ως τελετουργικό, αυστηρά δομημένο και θεατρικό. Ο επιβλητικά ντυμένος ψυχαναλυτής θρονιάζεται στο βασίλειό του και εκτελεί τη διαδικασία σαν ένα είδος ιεροτελεστίας που αντιπροσωπεύει εξουσία και έλεγχο. Το ίδιο το δωμάτιο της ψυχανάλυσης αντιμετωπίζεται σαν ναός ή χώρος λατρείας, όπου ο άνθρωπος, καθιστός ή ημιναρκωμένος, καλείται να εκθέσει τον εαυτό του και να ακολουθήσει αυστηρά τους κανόνες.

Αυτό που κάνει τη Λαϊνά τόσο ισχυρή στην κριτική της είναι ότι δεν επιτίθεται στην τύχη ούτε με εικασίες. Γνωρίζει τη διαδικασία σε βάθος, γνωρίζει πλήρως τα στάδια της ψυχαναλυτικής συνεδρίας, τη δυναμική εξουσίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον αναλυτή και τον ασθενή, την εμμονή στη μέθοδο, και ακόμη και τα οικονομικά στοιχεία της αγοράς της ψυχανάλυσης - πώς πωλείται η υπηρεσία, ποια είναι η κοινωνική και συμβολική αξία που αποδίδεται στους ψυχαναλυτές. Η γνώση αυτή τής επιτρέπει να εκθέσει τα στοιχεία με ακρίβεια και σφοδρότητα, χωρίς ο σχολιασμός της να μοιάζει απλώς με επίδειξη φραστικής υπερβολής. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται άμεσα πως η ψυχανάλυση παρουσιάζεται όχι ως θεραπεία, αλλά ως μηχανισμός που πολλαπλασιάζει τον ναρκισσισμό, τη φαντασίωση και την εξάρτηση, και ότι η συγγραφέας γνωρίζει κάθε λεπτομέρεια που το καθιστά δυνατό.

Από το εκτενές σύνολο της επίθεσης στους ψυχαναλυτές και στην ψυχανάλυση ξεχωρίζω το ακόλουθο καυστικό απόσπασμα που ισοδυναμεί με ψυχρή ανατομία της εμπορευματοποιημένης ψυχαναλυτικής διαδικασίας:


Στοπ.

Ακόμη και τότε λοιπόν, εκεί που εσύ βρίσκεσαι καθιστός ξαπλωμένος, σε κατάσταση μερικής ή ολικής νάρκωσης και αναισθησίας, και με τα έντερα αραδιασμένα παραδίπλα, αυτός ο αγύρτης, όταν δεν σου λέει «Μαζέψτε τα και αδειάστε μου τη γωνιά και θα σας ξαναδώ την επόμενη εβδομάδα», γυρίζει και σε κοιτάζει στοχαστικά, την επίμαχη στιγμή που εσύ αναμετριέσαι με τα έντερά σου και ανασκαλεύεις με τα χέρια σου τα έντερά σου, αυτός σε κοιτάζει, από πάνω σε κοιτάζει, και εκστομίζει τη φράση, τη σημαίνουσα φράση η οποία ό,τι πρέπει είναι να σου δημιουργήσει άλλο ένα πλήγμα και τραύμα και όλες αυτές τις αηδίες αν λογαριάσουμε, ναι, αν λογαριάσουμε ότι πάντα ταύτα διαδέχεται θάνατος, εκεί που προχωράει λοιπόν το χελωνάκι όπως όπως να βρεθεί στη θάλασσα, εκεί που τα ρυτιδιασμένα πόδια του δέρνουν την άμμο όπως όπως να βρεθεί στη θάλασσα μπας και γλιτώσει, το σταματάει ένα πιο σύνθετο ζώο, το σταματάει για καλό του, σταματάει το χελωνάκι με το καύκαλό του ακόμη νιανιά ένα πιο σύνθετο ζώο, ένα πολύ πιο σύνθετο ζώο, όχι ένας απλός κυβικός κρύσταλλος, όχι ένα φωτοηλεκτρικό κύτταρο, όχι μία μονοκυτταρική δομή, όχι, ένα σύνθετο ζώο που συμβάλλει στην αναπαραγωγή και την ταφή, ναι, και αντί να πιάσει το χελωνάκι και να το ρίξει στο νερό ή να του δώσει μια και να το διαλύσει, του εκστομίζει τη φράση «Τι σημαίνει για σας “μπαίνω στη θάλασσα”» ή «Δεν είστε έτοιμος ακόμη να πέσετε στη θάλασσα» ή «Πείτε μου γι’ αυτό», αυτό του λέει.

Εγώ γιατί να πω κάτι; Γιατί να πω κι αυτό; Δεν του φτάνει του αγύρτη που λέω και ξαναλέω τα δικά μου, μέχρις αηδίας, μέχρις απόλυτης αηδίας και σιχαμάρας, πρέπει να πω και το δικό του; Αλλά αυτός δεν πτοείται, δεν πτοείται όχι, δεν ντρέπεται άμα τον βρίσεις, ποιος ντρέπεται άμα έχει λερωμένη τη φωλιά του και τον βρίσεις, κανείς με λερωμένη τη φωλιά του δεν ντρέπεται εκτός κι αν φοβάται ότι κι εσύ την έχεις λερωμένη, άμα την έχεις κι εσύ λερωμένη την έβαψε, το ξέρουν αυτό απαξάπαντα τα πλάσματα του Θεού και προσέχουν, ναι, το ξέρει ο μαύρος και ο άσπρος ρινόκερος, το ξέρουν ο γορίλας και ο λορίκουλος, το ξέρει ο ψυχαναλυτής και στοιχειωδώς προσέχει, γι’ αυτό και πού και πού κάνει μια μικρή παραχώρηση, πιάνει και σου χωρίζει στοιχειωδώς δύο έντερα που έχουν κολλήσει και έχει κολλήσει και η γλώσσα σου τω λαρυγγί σου κι εσύ αφρίζεις, ειδάλλως, περιμένει απλώς να σου περάσει, περιμένει να ηρεμήσεις, να επανέλθεις από μόνος σου, δεν σε επαναφέρει αυτός όπως κάνει ο χειρουργός άμα του μείνεις ξερός στο χειρουργικό κρεβάτι, όχι, ο ψυχαναλυτής σε κοιτάζει μειλίχιος (σημαίνον) και χαιρέκακος (σημαινόμενο), κουνάει το κεφάλι και λέει, το πολύ λέει, χμ, χμ λέει, κι εδώ πρέπει να του αναγνωρίσουμε ότι υπάρχουν φορές που του έρχεται κι αυτουνού να μιλήσει, άνθρωπος είναι κι αυτός, υπάρχουν φορές που καίγεται να μιλήσει και να συμβάλει κι αυτός στην παραγωγή ασυνείδητου αλλά του το απαγορεύει η επιστήμη του, η επιστήμη του τού φυλακίζει το στόμα, η επιστήμη του τού απαγορεύει να πεταχτεί πάνω, αν δεν είναι ντιπ τέρας, και να σε πιάσει κι αυτός, πληρώνεται δεν πληρώνεται, από το λαιμό, του απαγορεύει η επιστήμη που τη σπούδασε ή δεν τη σπούδασε να φερθεί σαν άνθρωπος μη συμφιλιωμένος εις τον αιώνα με αυτόν και αλλήλους, του απαγορεύει να πει ή να κάνει καμιά μαλακία, και σηκωθείς κι εσύ πάνω και ξεπεράσεις την ελεγχόμενη παράνοια και την αναχαιτισμένη επιθετικότητά σου, και γίνει το έλα να δεις, δεν μιλάει λοιπόν, δεν μιλάει ακόμη κι όταν εσύ κοντεύεις να πέσεις στα γόνατα για μια του λέξη, ο χειρουργός εδώ σου λέει «Πάρτε το αναισθητικό και το νυστέρι και κάντε καλά», γιατί η λίμπιντο εδώ είναι σε όλη της τη δόξα, το οιδιπόδειο επίσης, η θετική ή η αρνητική μεταβίβαση επίσης, το σύνδρομο Κάιν επίσης, πάει ξέφυγα τώρα.

Στοπ.


Το απόσπασμα οργανώνεται ως παρατεταμένη αλληγορία: ο αναλυόμενος με τα έντερα αραδιασμένα, το χελωνάκι που πάει να μπει στη θάλασσα, και το πιο σύνθετο ζώο που το σταματά για να το ρωτήσει τι σημαίνει «μπαίνω στη θάλασσα». Η εικόνα είναι σαφής. Η ψυχαναλυτική διαδικασία εμφανίζεται ως αναστολή της άμεσης ζωής υπέρ της ερμηνείας της ζωής. Αντί πράξης, ερώτηση. Αντί διάσωσης, σημασιοδότηση. Η ειρωνεία κορυφώνεται όταν ο ψυχαναλυτής περιγράφεται ως μειλίχιος (σημαίνον) και χαιρέκακος (σημαινόμενο). Η ίδια η γλώσσα της ανάλυσης στρέφεται εναντίον της. Η μεταγλωσσική επίδειξη αποκαλύπτει αυτό που καταγγέλλει: μια μηχανή παραγωγής νοήματος που επιμένει να μιλά για το τραύμα τη στιγμή του τραύματος. Και τότε: πάει ξέφυγα τώρα. Αμέσως μετά: Στοπ. Το οποίο λειτουργεί σαν φρένο σε μια διπλή υπερβολή: της καταγγελίας και της θεωρητικοποίησης (λίμπιντο, οιδιπόδειο, μεταβίβαση). Είναι σαν η συγγραφέας να λέει στον εαυτό της: πρόσεξε, η κριτική της ανάλυσης κινδυνεύει να γίνει η ίδια αναλυτική ρητορεία. Το Στοπ εδώ είναι σχεδόν ηθική χειρονομία. Σταματά την αναπαραγωγή της ίδιας λογικής που καταγγέλλεται: της ατέρμονης ερμηνείας. Και ίσως αυτό είναι το πιο αιχμηρό σημείο του Νοήματος: η μόνη αληθινή πράξη είναι η διακοπή.

Αλλά η Λαϊνά δεν σταματά εκεί. Φτάνει πράγματι στο ακραίο σημείο να στοχοποιήσει συγκεκριμένους ψυχαναλυτές, όπως τον Φρόιντ και τον Γιάλομ. Ο δεύτερος, ειδικότερα, εκτός από ψυχίατρος και υπαρξιακός θεραπευτής, είναι και ένας ιδιαίτερα παραγωγικός συγγραφέας. Η συγγραφική του παρουσία όντως πλημμύρισε τα βιβλιοπωλεία, και μάλιστα με έργα που γεφυρώνουν επιστήμη και λογοτεχνία. Αυτό ακριβώς φαίνεται να ενοχλεί αρκούντως τη φωνή του κειμένου: η ψυχανάλυση δεν αρκείται στην τεχνική της, αλλά επιζητεί και αισθητική νομιμοποίηση. Ο αναλυτής δεν αρκείται να θεραπεύει, θέλει και να αφηγείται, να δραματοποιεί, να μετατρέπει το τραύμα σε αναγνωστικό προϊόν. Η μομφή, λοιπόν, είναι βαθύτερη: η ψυχαναλυτική πράξη επιδιώκει να αυτομυθοποιηθεί, μετατρέπει την κλινική εμπειρία σε πολιτισμικό κεφάλαιο. Εδώ η ειρωνεία του κειμένου γίνεται και πολιτική: η θεραπεία ως αγορά, η εξομολόγηση ως αφήγημα, το σύμπτωμα ως υλικό τέχνης. Δεν πρόκειται όμως για αντι-λογοτεχνική στάση, αλλά για εναντίωση στην οικειοποίηση.

Παρ' όλα αυτά η κριτική της Λαϊνά υπερβαίνει τα συγκεκριμένα πρόσωπα προκειμένου να στραφεί κατά της καταραμένης «επιστημονικής τεχνικής» που πολλαπλασιάζει την αναζήτηση νοήματος και ταυτόχρονα εκμεταλλεύεται την αυτιστική πίστη του ανθρώπου στην αιωνιότητα και στην πιθανότητα μιας δεύτερης επίγειας ζωής. Η ψυχανάλυση, όπως περιγράφεται στον μονόλογο, συντηρεί την ψευδαίσθηση του ατόμου ότι η ύπαρξή του είναι αντικείμενο συνεχούς παρατήρησης και αξιολόγησης, ενώ ο ψυχαναλυτής ζει από αυτή την αυτιστική προσδοκία ως μεσάζων του νοήματος. Η εμπειρία του υποκειμένου δεν είναι θεραπευτική, αλλά καταλήγει σε παιχνίδι εξουσίας, στο οποίο η «ζάχαρη», η επιθυμητή ουσία που συμβολίζει το νόημα ή τη λύτρωση, ακόμα και αν αποκτάται τελικά, αφαιρείται και επανατοποθετείται στα ράφια, με τον άνθρωπο να πληρώνει ακριβό τίμημα για την αναμονή και την αιώνια αναβολή της ολοκλήρωσης της αναζήτησής του.

Η ειρωνεία και η παραδοξότητα που εισάγει η Λαϊνά δεν εξαντλούνται απέναντι στην τελετουργία ή τις συμπεριφορές των ψυχαναλυτών, αλλά εκτείνονται στην ίδια την επιστήμη, η οποία παρουσιάζεται και ως ματαιόδοξη, επικίνδυνα αδιάφορη προς το πραγματικό νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης. Η διαδικασία της ψυχανάλυσης καταγγέλλεται ως συμφορά, όχι μόνο επειδή πολλαπλασιάζει την αναζήτηση νοήματος, αλλά και διότι εγκλωβίζει τον άνθρωπο σε μια εικονική και ελεγχόμενη σχέση με τον εαυτό του, αποστερώντας τον από τη δυνατότητα της άμεσης επαφής με την πραγματικότητα. Η Λαϊνά επισημαίνει ότι, παρά την πρόθεση καλοσύνης, αγάπης ή «θεραπείας», η ψυχανάλυση καθιστά το άτομο υποχείριο των προσδοκιών του και της τεχνικής του αναλυτή, σε μια διαδικασία που είναι συγχρόνως αυταρχική και ανελέητη.

Η κριτική της Λαϊνά αποκτά ιδιαίτερη δύναμη μέσα από την παραληρηματική και φρενήρη γραφή της, η οποία αντανακλά τη ροή της σκέψης και της ομιλίας, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η επίθεση κατά των ψυχαναλυτών είναι ταυτόχρονα προσωπική, υπαρξιακή και πολιτισμική. Η στοχοποίηση των συγκεκριμένων προσώπων, η ειρωνεία για τα βιβλία και τις θεωρίες τους, η αποδόμηση της ψυχαναλυτικής αίθουσας ως ναού, και η επαναλαμβανόμενη αναφορά στη ζάχαρη ως σύμβολο του χαμένου ή ελεγχόμενου νοήματος, συνθέτουν ένα ισχυρό «Κατηγορώ» κατά της ψυχανάλυσης. Η Λαϊνά καταφέρνει έτσι να φέρει στο προσκήνιο όχι μόνο την προσωπική και συλλογική αυτιστική τάση του ανθρώπου να αυτοπαρατηρείται και να αυτοαναλύεται, αλλά και την υποκρισία, την εμπορευματοποίηση και την τελετουργική επιβολή της ψυχαναλυτικής διαδικασίας.

Εν τέλει, η ψυχανάλυση και οι ψυχαναλυτές δέχονται από τη Λαϊνά την πιο σφοδρή επίθεση στο έργο: όχι μόνο ως θεσμός ή επιστημονική πρακτική, αλλά ως σύμβολα της ανθρώπινης αυταρέσκειας, της ανάγκης για εξουσία πάνω στο νόημα και της ματαιοδοξίας του πνεύματος. Μέσα από αυτή την επίθεση, η Λαϊνά προβάλλει ένα υπαρξιακά απαιτητικό και ταυτόχρονα απελευθερωτικό ερώτημα: αν το νόημα είναι τελικά υποταγμένο σε τελετουργία, εξουσία και ψευδαίσθηση, πώς μπορεί ο άνθρωπος να το ανακαλύψει και να το ζήσει με αυθεντικότητα;