21 Φεβρουαρίου 2026

Παρουσία, εξάντληση και μονοτονία: από τον Μπέκετ στη Μαρέν

 


Στο May B., οι χορευτές-περφόρμερ εμφανίζονται σε ακραίες εκτάσεις, με συνδυασμούς κινήσεων που μοιάζουν να επαναλαμβάνονται μέχρι το όριό τους, δημιουργώντας μια σχεδόν γεωμετρική μονοτονία στον χώρο. Η έμφαση στη σωματική διαδικασία φαίνεται από τις διαδοχικές στάσεις, τις εκτεταμένες επαναλήψεις μοτίβων και την αίσθηση ότι κάθε θέση, κάθε κίνηση, ισορροπεί μεταξύ συνεχούς δράσης και στασιμότητας. Παράλληλα, η γλώσσα, όταν εμφανίζεται, λειτουργεί ως ηχητικό τοπίο, χωρίς αφήγηση ή συμβολικό φορτίο, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η σημασία εκκενώνεται. Έτσι σώμα και κίνηση γίνονται φορείς παρουσίας και έντασης.

Η έννοια της εξάντλησης, όπως την αναλύει ο Ζιλ Ντελέζ στον Εξαντλημένο (1992), αποτελεί ένα καθοριστικό φίλτρο για την κατανόηση του έργου του Σάμιουελ Μπέκετ και της δυναμικής του θεάτρου του. Ο Ντελέζ δεν βλέπει τον εξαντλημένο ως απλώς κουρασμένο ή σωματικά αδύναμο. Πρόκειται για μια οντολογική κατάσταση, όπου το σύστημα δράσης, κίνησης ή λόγου έχει φτάσει στα όριά του, έχοντας εξαντλήσει όλες τις δυνατότητες που του επιτρέπουν οι δομές του. Η εξάντληση, όπως την περιγράφει ο Ντελέζ, δεν συνεπάγεται κατάρρευση, αλλά δημιουργεί ένα πεδίο παρουσίας, όπου η δραματική ή κινητική ένταση μπορεί να γίνει αντιληπτή στον μέγιστο βαθμό της. Με άλλα λόγια, ο Ντελέζ μετατοπίζει την προσοχή από το «τι» γίνεται στη σκηνή στο «πώς» συμβαίνει και ποιες δυνατότητες του συστήματος κινητοποιούνται και εξαντλούνται.

Ο Μπέκετ, μέσα από τα έργα του, διαμορφώνει έναν κόσμο όπου η κίνηση, η στάση και ο λόγος φτάνουν σε οριακές καταστάσεις. Τα σώματα επαναλαμβάνουν κινήσεις με τρόπο που φαίνεται μονότονος, ο λόγος είναι περιορισμένος ή αποσαθρωμένος, και η αίσθηση του χρόνου συμπυκνώνεται. Όλα συνθέτουν ένα πεδίο όπου η καθαρή δυναμική της παρουσίας γίνεται εμφανής. Ο Ντελέζ παρατηρεί ότι ο Μπέκετ δεν εστιάζει τόσο σε ιστορίες ή χαρακτήρες όσο στην εξάντληση των δυνατοτήτων, στις στάσεις και στις εκφράσεις που υπερβαίνουν την αναπαράσταση. Η καθολική επανάληψη και η οριακή επάρκεια των σωμάτων αποκαλύπτουν το πεδίο των δυνατοτήτων, δίνοντας στον θεατή την εμπειρία ενός εξαντλημένου συμβάντος. Η παρατήρηση αυτή καθιστά την έννοια της εξάντλησης όχι απλώς εργαλείο δραματικής ανάλυσης, αλλά τρόπο σκέψης για την ίδια τη φύση της θεατρικής παρουσίας, της παραστατικότητας και της εμπειρίας του σώματος στον χώρο και τον χρόνο.

Με βάση αυτή την κατανόηση, η στρατηγική της εξάντλησης μπορεί να θεωρηθεί θεμελιώδης για την ανάλυση της ιστορικής παράστασης May B. (1981) της Μαγκί Μαρέν, που είδα στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού της Καλαμάτας 2025. Η παράσταση χωριζόταν σε τρία μέρη, τα οποία αλληλεπικαλύπτονταν με τρόπο που φανέρωσε διαφορετικές εφαρμογές της εξάντλησης. Το πρώτο μέρος ήταν μακρύ και εξαντλητικό, τόσο σε διάρκεια όσο και σε σωματική ένταση, σε βαθμό που δημιουργούσε αίσθηση κορεσμού. Οι επαναλαμβανόμενες κινήσεις και η μονοτονία των συνδυασμών οδηγούσαν σε μια σχεδόν κουραστική και ενοχλητική εμπειρία, όπου το βλέμμα και η προσοχή έπρεπε να ισορροπήσουν μεταξύ συμμετοχής και παρατήρησης.

Το δεύτερο μέρος ήταν εγγύτερα στην μπεκετική αισθητική -ως ανάμνηση, όμως. Η γλώσσα υπήρχε, αλλά ήταν ακατάληπτη, περισσότερο λειτουργούσε ως ηχητικό στοιχείο παρά ως μέσο αφήγησης, ενισχύοντας την αίσθηση της αποσύνδεσης από γνωστές δραματικές φόρμες. Ο Σάμιουελ Μπέκετ, από τον οποίο εμπνεύστηκε τη χορογραφία, την αποθάρρυνε να χρησιμοποιήσει αποσπάσματα λόγου από τα έργα του. Αυτή η οδηγία ώθησε τη Μαρέν να στραφεί αποκλειστικά στο σώμα και την κίνηση, απομακρύνοντας κάθε αφηγηματικό ή αναπαραστατικό στοιχείο, και να χρησιμοποιήσει τη γλώσσα ως καθαρά ηχητικό στοιχείο χωρίς νόημα, ενισχύοντας την επαναληπτική μονοτονία και την ένταση της παρουσίας. Δεν υπήρχε μιμητική λογική ούτε αφήγηση. Οι κινήσεις, οι στάσεις και οι ήχοι λειτουργούσαν ως καθαρά σωματικά γεγονότα που διαρκώς επαναλαμβάνονταν χωρίς να παράγουν νόημα, αλλά εκθέτοντας τις πλήρεις δυνατές εκδοχές τους, όπως ο Ντελέζ περιγράφει στον Εξαντλημένο.

Στο τρίτο μέρος η στρατηγική της εξάντλησης έγινε ακόμη πιο εμφανής. Οι κινήσεις ελάχιστου περιεχομένου και οι επαναλήψεις μοτίβων λειτουργούσαν ως καθαρή διερεύνηση των ορίων ενός κινητικού θέματος. Το τρίτο μέρος ήταν ακόμη πιο «μπεκετικό» καθότι έπαιζε με την έννοια του τέλους, προκαλώντας αμφιβολία: πότε θα τελειώσει; Τι δυνατότητες έχει ακόμα; Η παράσταση, όπως ο Μπέκετ στο θεατρικό του σύμπαν, δημιουργούσε την αίσθηση ότι «δεν πάει πουθενά», καταδεικνύοντας την επαναληπτική στασιμότητα: όλες οι θέσεις σαν μία! Οι χορευτές εκτέθηκαν σε συνεχείς διαδικασίες, όπου κάθε κίνηση φάνταζε αναπόφευκτη και ταυτόχρονα ατελείωτη, αποκαλύπτοντας τη δυνατότητα εξάντλησης της κίνησης ως μέθοδο για την ανάδειξη της καθαρής παρουσίας του σώματος στον χώρο. Η μονοτονία δεν ήταν απλώς έλλειψη ενδιαφέροντος αλλά εκφραστική στρατηγική που κατέδειξε το όριο της δυναμικής, όπως ακριβώς η ντελεζιανή ανάγνωση του Μπέκετ δείχνει ότι η εξάντληση φέρνει στην επιφάνεια την ίδια την κατάσταση των σωμάτων, τις εντάσεις και την απουσία πρόσθετου νοήματος.

Η επαναληπτική διαδικασία του May B. δεν παράγει διαφοροποίηση, στασιμότητα και ένταση, ακριβώς όπως περιγράφει η θεωρητική ανάλυση του Ντελέζ στον Εξαντλημένο. Κάθε κίνηση, κάθε στάση και κάθε συνδυασμός μοτίβων έχει φτάσει στα όρια της δυνατότητάς του και, μέσα από αυτή την εξάντληση, η παράσταση επιτρέπει στον θεατή να βιώσει την ίδια τη δυναμική του σώματος, χωρίς να αναφέρεται σε ιστορίες ή χαρακτήρες. Η γλώσσα, οι μικρο-αφηγήσεις που εμφανίζονται σαν ανάμνηση, δεν παράγουν νέο νόημα, αλλά λειτουργούν περισσότερο ως σκιές, ως αναφορές που υπογραμμίζουν την ακαμψία και τη μονοτονία της σωματικής διαδικασίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα επίπεδο παρουσίας όπου η κίνηση καθαυτή γίνεται αντικείμενο παρατήρησης και εμπειρίας.

Με άλλα λόγια, η Μαγκί Μαρέν, μέσα από το May B., επιβεβαιώνει αυτό που ο Ντελέζ παρατηρεί στον Εξαντλημένο: η εξάντληση ενός κινητικού συστήματος αποκαλύπτει τις δυνατότητες και τις περιορισμένες παραλλαγές του, αφήνει το σώμα να εμφανιστεί ως παρουσία, επιτρέπει την έκθεση και την ένταση χωρίς την ανάγκη για αναπαράσταση, αφήνοντας το νόημα να αδειάσει. Η παράσταση δεν αφηγείται ούτε παράγει νέα ιστορία, αλλά παρουσιάζει, μέσα από την εξάντληση μια εμπειρία της παρουσίας, όπου ο χρόνος και ο χώρος συμπυκνώνονται και φανερώνονται οι δυναμικές των σωμάτων. Η στρατηγική της εξάντλησης, αν και εμφανίστηκε με καθαρά σωματικά και κινητικά μέσα, συνδέει άμεσα το έργο της Μαρέν με τη θεωρητική ανάγνωση του Ντελέζ για τον Μπέκετ, επιβεβαιώνοντας ότι η απουσία νοήματος και η μονοτονία μπορούν να αποκαλύψουν το οντολογικό επίπεδο του συμβάντος και της παραστατικότητας.

Εν κατακλείδι, η πολιτική διάσταση του May B. αναδύεται μέσα από την ίδια τη στρατηγική της εξάντλησης. Η παράσταση δεν περιορίζεται στο να παρουσιάζει σώματα και κινήσεις, αλλά επιχειρεί να επαναστατικοποιήσει τον θεατή. Μέσα από την επαναληπτική μονοτονία και την απογύμνωση των κινητικών δυνατοτήτων, ο θεατής αποσταθεροποιείται, χάνει τα αναμενόμενα σημεία αναφοράς, και εκτίθεται σε ένα πεδίο όπου οι συνήθεις κατηγορίες κατανόησης και η παθητική παρακολούθηση καθίστανται αδύνατες. Σε αυτό το πλαίσιο, η εξάντληση δεν αφορά μόνο τα σώματα επί σκηνής, αλλά και τη δυνατότητα του θεατή να επανασυνθέσει το βλέμμα, την προσοχή και την εμπλοκή του, ανοίγοντας χώρο για τη γένεση νέων υποκειμενικοτήτων και για την ανάπτυξη μιας δυναμικής χειραφέτησης. Η αδυναμία πρόβλεψης, η έκθεση στην αβεβαιότητα και η επαφή με το απροσδιόριστο καθιστούν τον θεατή συμπαραγωγό του συμβάντος, ενώ η ίδια η παραστατικότητα μετατρέπεται σε εργαλείο πολιτικής και αισθητικής χειραφέτησης, αποκαλύπτοντας τη βαθύτερη δυναμική του θεάτρου ως τόπου δημιουργίας και αναστοχασμού.