28 Φεβρουαρίου 2026

Μισανθρωπία και απομυθοποίηση: από το δράμα του Μολιέρου στη μονολογία της Λαϊνά

 


Ο Λαμπέρ Γουιλσόν ως Αλσέστ στην παράσταση του μολιερικού Μισανθρώπου που σκηνοθέτησε ο Πέτερ Στάιν στο Théâtre Libre του Παρισιού το 2019. Μέσα από λιτή σκηνική αισθητική και αυστηρή σκηνοθετική γραμμή που έδινε προτεραιότητα στον λόγο και στην εσωτερική ένταση, ο Στάιν προσέγγισε το έργο με έμφαση στην ψυχολογική αλήθεια των χαρακτήρων, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην αυστηρή ηθική του Αλσέστ και την υποκριτική κοινωνία.


Εκφράζει μισανθρωπία η Μαρία Λαϊνά στη μονολογική κωμωδία της Το Νόημα; Το ερώτημα δεν είναι επιφανειακό και γι' αυτό ούτε εύκολο να απαντηθεί. Γεννιέται όμως σχεδόν αυθόρμητα όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με την οξύτητα και τη σφοδρότητα του λόγου που εκφέρει η φωνή του κειμένου. Η επίθεση εναντίον της ανθρωπότητας, εναντίον της αδιάλειπτης αναζήτησης νοήματος, ακόμα και εναντίον του Θεού είναι τόσο εκτενής και συστηματική, ώστε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια συνολική καταδίκη του ανθρώπινου είδους. Ωστόσο, μια προσεκτική ανάγνωση δείχνει ότι δεν πρόκειται μόνο για μισανθρωπία με την αυστηρή έννοια του όρου, αλλά για ριζοσπαστική απομυθοποίηση του ανθρωποκεντρικού φαντασιακού και των θεσμών που το συντηρούν.

Κλασικά, η μισανθρωπία συνίσταται σε αποστροφή προς τον άνθρωπο ως τέτοιον. Υπονοεί μια ηθική ή υπαρξιακή ανωτερότητα εκείνου που απορρίπτει τους άλλους, μια στάση απόστασης ή αποχώρησης. Αναπόφευκτα ανακαλείται στη μνήμη ο μολιερικός Μισάνθρωπος. Εκεί ο Αλσέστ δεν αντέχει την κοινωνική υποκρισία, τη ρητορική κολακεία, την επιφανειακή ευγένεια της αυλικής κοινωνίας. Η αγανάκτησή του είναι ηθικής τάξεως: απορρίπτει τους ανθρώπους επειδή δεν είναι αρκετά ειλικρινείς και δεν ανταποκρίνονται στα ιδεώδη της αλήθειας και της ακεραιότητας που αυτός πρεσβεύει. Η μισανθρωπία του Αλσέστ είναι κανονιστική: προϋποθέτει ένα πρότυπο που οι άλλοι παραβιάζουν. Θέλει έναν καλύτερο κόσμο, ή τουλάχιστον μια πιο ειλικρινή κοινωνική συναναστροφή. Η αποστροφή του είναι στραμμένη προς την κοινωνική συμπεριφορά, όχι προς την οντολογική σύσταση του ανθρώπου. Δεν αρνείται την αξία της αλήθειας, της δικαιοσύνης ή της αγάπης, αλλά επιθυμεί την καθαρότητά τους. Ακόμη και όταν επιλέγει την απομόνωση, η στάση του φέρει τον χαρακτήρα μιας ηθικής διαμαρτυρίας. Με άλλα λόγια, ο Αλσέστ καταγγέλλει το κοινωνικό θέατρο, δηλαδή τη θεατρικότητα της κοινωνικής ζωής, τις κενές φιλοφρονήσεις, τις δημόσιες δηλώσεις φιλίας χωρίς αντίκρισμα. Για εκείνον, η κοινωνία λειτουργεί ως σκηνή όπου όλοι υποδύονται ρόλους. Το πρόβλημα δεν είναι ο άνθρωπος ως ον, αλλά ο άνθρωπος ως υποκριτής και ηθοποιός. Η οργή του γεννιέται από τη διάσταση ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι. Επιλέγει τη δυσκαμψία, ακόμη και την κοινωνική αυτοκαταστροφή, προκειμένου να μη συμμετάσχει στο θέατρο της υποκρισίας.

Η φωνή της Λαϊνά στο Νόημα μοιάζει πολύ με έναν σύγχρονο Αλσέστ, αλλά πηγαίνει πολύ πιο μακριά. Δεν περιορίζεται στην κριτική της κοινωνικής συμπεριφοράς, αλλά αμφισβητεί το ίδιο το «σενάριο» της ανθρωπότητας ως μεγάλου αφηγήματος. Δεν θέτει υπό κρίση απλώς την υποκρισία ή τη θεατρικότητα της κοινωνίας -θεαθήναι το ονομάζει και το καταγγέλλει ως συμφορά- αλλά την ίδια τη συλλογική αυτοθέωση του ανθρώπου ως είδους. Η φωνή δεν ζητά απλώς μια πιο ειλικρινή παράσταση. Θέτει υπό αίρεση την ανάγκη της παράστασης και της επίδειξης. Η κριτική της στρέφεται εναντίον της ιδεολογικής αυθυποβολής, του φαντασιακού που θέλει τον άνθρωπο κέντρο και μέτρο του κόσμου.

Η μονολογική μορφή επιτρέπει αυτή την απογύμνωση χωρίς ενδιάμεσους χαρακτήρες. Στην πραγματικότητα, η μονολογική μορφή εδώ δεν είναι μονοφωνική. Πρόκειται για έναν λόγο έντονα διαλογικό: μέσα στη φωνή της σκεπτόμενης ομιλήτριας αντηχούν ήδη οι γλώσσες των επιστημών, της θεολογίας, της φιλοσοφίας, της ψυχανάλυσης, της ιδεολογίας της «ανθρωπότητας», του καθημερινού ανθρώπου. Ο λόγος της δεν εκκινεί από ένα αυθύπαρκτο, καθαρό υποκείμενο, αλλά είναι το πεδίο όπου συγκρούονται και αποδομούνται εσωτερικευμένοι, αλλότριοι λόγοι. Το «Στοπ» δεν είναι απλώς μια παύση οργής. Είναι πράξη μετα-λογική: μια χειρονομία αυτοελέγχου που σηματοδοτεί συνείδηση της ίδιας της ρητορικής υπέρβασης. Η φωνή αναγνωρίζει ότι ο αρνητισμός της κινδυνεύει να αναπαράγει την ίδια απολυτότητα που καταγγέλλει. Έτσι, η διακοπή λειτουργεί ως ενσώματη μετακριτική.

Σε αυτό το πλαίσιο, η κατηγορία της μισανθρωπίας μετασχηματίζεται. Αν συγκρίνουμε τη φωνή της Λαϊνά με τον Αλσέστ, η διαφορά είναι δομική. Ο Αλσέστ αρθρώνει μια κανονιστική διαμαρτυρία: υπάρχει μέτρο, υπάρχει ιδεώδες, και οι άλλοι αποτυγχάνουν να το τηρήσουν. Η κριτική του είναι κοινωνική και ηθική. Η λαϊνική φωνή θέτει υπό αίρεση την ίδια την αυτοθέσμιση του ανθρώπου ως «ανθρωπότητας», δηλαδή ως αφηρημένου, αυτονομημένου συνόλου που νομιμοποιεί τις δικές του αξίες και τα δικά του νοήματα. Εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για ριζική απομυθοποίηση του ανθρωποκεντρικού φαντασιακού. Είναι αυτό μηδενισμός; Μόνο εάν θεωρήσουμε ότι κάθε αμφισβήτηση θεμελίου ισοδυναμεί με άρνηση της ύπαρξης. Όμως το ίδιο το κείμενο αντιστέκεται σε έναν καθαρό μηδενισμό. Η σκέψη της αυτοκαταστροφής («... αντί να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο, ναι, να πάω να πνιγώ…») παραμένει στο επίπεδο της φαντασιακής εκφοράς, ακολουθεί αμέσως το «Στοπ». Η γλώσσα φτάνει στο χείλος της άρνησης, ίσως και στο μετέωρο λίγο μετά, αλλά δεν περνά στο μηδέν. Η ίδια η επιμονή στη σκέψη -η αδιάκοπη διατύπωση, η ειρωνεία, η μετα-παρατήρηση- μαρτυρεί ότι το υποκείμενο δεν έχει παραιτηθεί από την πράξη του νοείν, ακόμη κι αν αμφισβητεί το νόημα. Θα λέγαμε, λοιπόν, ότι δεν πρόκειται για μηδενισμό αλλά για αποκαλυπτικό αρνητισμό: μια κριτική που διαλύει τα αυτονόητα χωρίς να εγκαθιστά νέο θεμέλιο. Η φωνή δεν προτείνει εναλλακτική κοσμοθεωρία, αλλά τη σιωπή, τη μοναξιά ως δυνατότητες αποσυμπίεσης από τον πληθωρισμό του νοήματος. Το ύφος της είναι καυστικό, αλλά η επαναλαμβανόμενη αυτοδιακοπή («Στοπ», «πάει ξέφυγα τώρα») δείχνει συνείδηση της υπερβολής, της υπέρβασης. Η φωνή μοιάζει να αυτοπεριορίζεται και να μην αφήνεται -προσωρινά κάθε φορά- στην απόλυτη καταστροφή του αντικειμένου της. Δεν πρόκειται για χαιρεκακία (την οποία -σημειωτέον- πιστώνει στους ψυχαναλυτές), αλλά για εσωτερικό έλεγχο και επίγνωση των ορίων της κριτικής. Το «Στοπ», ωστόσο, μπορεί να ερμηνευθεί και σε βαθύτερο, υπαρξιακό επίπεδο: ως το Στοπ που δεν είπε ο Θεός στη διαδικασία της Δημιουργίας πριν φτιάξει τον κόσμο, ως το Στοπ που δεν λέει ο άνθρωπος στον εαυτό του, στον αυτοκτονικό λόγο, στην ατέρμονη αναζήτηση νοήματος, στην καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος και, γενικά, στην υπέρβαση των ορίων. Με άλλα λόγια, η επαναλαμβανόμενη (αυτο)διακοπή λειτουργεί και ως υπαινιγμός μιας δυνατότητας μέτρου που απουσιάζει -σύμφωνα με την ποιήτρια- τόσο σε θεϊκό όσο και σε ανθρώπινο επίπεδο.

Πρόκειται λοιπόν για έναν σύγχρονο τραγικωμικό Αλσέστ. Υπό αυτό το πρίσμα, η διαπίστωση ότι «Αυτά τα παθαίνει ο άνθρωπος γιατί δεν μπορεί να κάτσει μόνος του και στη σιγαλιά, ο καημένος ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάτσει μόνος του και ν' ακούσει στη σιγαλιά το θρόισμα...» αποκτά επίσης πολλαπλή σημασία. Μπορεί να λειτουργεί ως ανάμνηση του Αλσέστ που επιλέγει να απομονωθεί. Ταυτόχρονα, υπονοεί την υπαρξιακή δυσκολία και την ανάγκη για σιωπή και απομόνωση σε έναν κόσμο υπερφορτωμένο με ερμηνείες και νοήματα. Μέχρι και τον Θεό μέμφεται επειδή «στο ίδιο λάθος υπέπεσε ..., ακριβώς στο ίδιο, δεν άντεξε μέχρι τέλους με το εν αρχή απειροτέρμον χάος μόνος του, είπε, ο Θεός είπε να δημιουργήσει τον κόσμο και τον άνθρωπο, στη γη και τη θάλασσα και όλα όσα έχουν, από κει ξεκίνησαν οι συμφορές και γι' αυτόν και για τον άνθρωπο και για την πλάση όλη...» Αυτή η θεώρηση δεν συνιστά μισανθρωπία αλλά ριζική αμφισβήτηση της κοσμογονικής πράξης. Η δημιουργία του ανθρώπου παρουσιάζεται ως αστοχία αντοχής, ως αδυναμία να παραμείνει κανείς στο άμορφο χάος χωρίς να το μετατρέψει σε κόσμο.

Η σύγκριση με τον Αλσέστ αναδεικνύει, φυσικά, και τη διαφορά των πολιτισμικών πλαισίων. Ο μολιερικός χαρακτήρας μισεί την κοινωνική υποκρισία και θέλει έναν κόσμο όπου η αλήθεια θα είναι κοινός κανόνας. Η φωνή της Λαϊνά αντιμάχεται την ίδια την ιδέα ότι ο άνθρωπος μπορεί ή πρέπει να υψώνεται σε «ανθρωπότητα», με καθολικές αξίες και νοήματα:

Το χειρότερο αστείο εις βάρος του ανθρώπου και της ανθρωπότητας, γιατί δεν έχουμε μόνο τον άνθρωπο, μην υποτιμούμε τον άνθρωπο και νομίζουμε ότι δεν καταφέρνει να αρθεί στο ύψος ενός συνόλου, ενός δικτυωτού ή πληθυντικού σχηματισμού, ενός σχηματισμού πορείας ή μάχης, μιας διατεταγμένης μονάδας, μιας λιθοστρωματογραφικής ενότητας, μιας αφηρημένης έννοιας, μιας διαμόρφωσης Ιδέας, όχι, αίρεται όγκον και το παραπάνω, ανοίγει τα φτερά του, μήκους μην πω, και αίρεται, αίρεται στο ύψος του γένους ανθρωπότητα, στο ύψος του αθροίσματος που αποκαλείται ανθρωπότητα, με ποικιλία μορφής, μεγέθους και σχήματος, και τότε το πράγμα αλλάζει δραστικά, ναι το πράγμα εν προκειμένω αλλάζει, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε το μέγεθος, οφείλουμε να αναλογιστούμε και να συνυπολογίσουμε το μέγεθος, το μέγεθος τρέπει και την ποιότητα, ναι, το ποσόν τρέπει και το ποιον, η δραστική τροπή της ποσότητας αλλάζει και την ποιότητα, όταν η ποσότητα αλλάζει, αναδύονται καινοφανείς ιδιότητες, αναδύονται καινοφανείς δυνάμεις έλξης και ενέργειας, το λένε οι φυσικές επιστήμες αυτό, ακόμη και η φιλοσοφία το λέει αυτό, και άμα ακούμε τη λέξη «ανθρωπότητα» οφείλουμε να βάλουμε το όπλο παρά πόδα αφού η ποιότητα λόγω της ποσότητας τρέπεται, μπορείς να περιφρονήσεις τον άνθρωπο, να υποτιμήσεις τον άνθρωπο, να παραγνωρίσεις το ένα ελάχιστο μόριο, να πεις ή να μην πεις, να κάνεις ή να μην κάνεις, αλλά όταν ακούς τη λέξη «ανθρωπότητα» πρέπει να σκεφτείς ότι το σύνολο, με ποικιλία μορφής, μεγέθους και σχήματος, υπερέχει του υποσυνόλου, το σύνολο υπαγορεύει το υποσύνολο, επιτρέπει να επιβάλλει την ύπαρξη του υποσυνόλου, τη χρησιμότητα του υποσυνόλου, την ενασχόληση του υποσυνόλου με τα υπο-υποσύνολα, την αναγκαστική ανάγκη ενασχόλησης του υποσυνόλου με τα υπο-υποσύνολα, εξ ου και οι ανθρωπιστικές επιστήμες, άλλη μπούρδα κι αυτή.

Η μολιερική μισανθρωπία είναι κανονιστική και ηθική. Η σύγχρονη λαϊνική κριτική είναι υπαρξιακή, σχεδόν μεταφυσική, αλλά και κυνική, θέτει υπό αίρεση την ίδια την αυτοθέσμιση του ανθρώπου. Ταυτόχρονα, δεν εξαντλείται σε γενικές παρατηρήσεις. Λίγο πριν το τέλος, η επίθεση στην ελληνική κοινωνία λειτουργεί ως ειδική, στοχευμένη κριτική, η οποία δεν ακυρώνει ούτε αποδυναμώνει την ευρύτερη υπαρξιακή διάσταση του λόγου, αλλά τη συμπληρώνει.

Έτσι, το ζήτημα της ανάγνωσης αναδεικνύεται κεντρικό. Ο αναγνώστης-θεατής-ακροατής μπορεί εύκολα να εκλάβει τη φωνή ως μισάνθρωπη, ειδικά σε σύγχρονο πλαίσιο όπου η ένταση και η οργή του λόγου είναι σπάνιες στα δημόσια κείμενα. Η πολυπλοκότητα έγκειται στο ότι η ίδια η κριτική έχει διακυμάνσεις. Άλλοτε είναι σφοδρή και απόλυτη έως μηδενισμού, άλλοτε αυτοπεριοριζόμενη. Η φωνή δεν απευθύνεται στην ηθική αδυναμία ενός μεμονωμένου ανθρώπου, αλλά στην ακραία αυτοαναφορά και στον ναρκισσισμό του είδους.

Κατά συνέπεια, μπορούμε να δεχτούμε ότι η Μαρία Λαϊνά στο Νόημα μιλά σαν ένας σύγχρονος, εντελώς αποκαμωμένος και ριζικά απογοητευμένος με το ανθρώπινο εγχείρημα Αλσέστ! Η φωνή καταγγέλλει τη συλλογική αυτοθέωση του ανθρώπου, την εμμονή με το νόημα, την αδυναμία για μοναξιά και αυτοστοχασμό. Εύλογα η σύγκριση με τον μολιερικό ήρωα επιτρέπει να αναδειχθούν ομοιότητες και διαφορές. Και στις δύο περιπτώσεις σοβαρής, υψηλής κωμωδίας υπάρχουν άρνηση, ένταση και διαμαρτυρία, αλλά η φύση της κριτικής διαφοροποιείται ανάλογα με το χωροχρονικό, πολιτισμικό πλαίσιο και τη σχέση με την ηθική, την αλήθεια και την ανθρώπινη ύπαρξη. Η Λαϊνά δεν μας καλεί να μισήσουμε τον άνθρωπο, αλλά να αναστοχαστούμε την ίδια την ιδέα της ανθρωπότητας ως αφηρημένου, αυτονομημένου συνόλου, να δούμε τις ανθρώπινες αδυναμίες χωρίς ψευδαισθήσεις, να επαναστατήσουμε απέναντι στην υπερβολή και ίσως να συμφιλιωθούμε με τη μοναξιά και τη σιωπή ως απαραίτητες προϋποθέσεις της ύπαρξης.

Στοπ.