28 Φεβρουαρίου 2026

«Μιμητικά δίδυμα» στη γεωπολιτική αρένα

 


Ρενέ Ζιράρ (1923-2015) - Ρομπέρτο Φαρνέτι (1966-)


Η κατανόηση των σύγχρονων διεθνών συγκρούσεων απαιτεί συχνά εργαλεία που υπερβαίνουν την παραδοσιακή πολιτική ανάλυση των συμφερόντων και της ισχύος. Στο επίκεντρο αυτής της υπέρβασης βρίσκεται η Μιμητική Θεωρία, η οποία, ξεκινώντας από το θεμελιώδες έργο του Ρενέ Ζιράρ και επεκτεινόμενη στην πολιτική επιστήμη από τον Ρομπέρτο Φαρνέτι, προσφέρει μια ρηξικέλευθη ερμηνεία: οι συγκρούσεις δεν πηγάζουν από τις διαφορές μας, αλλά από την τρομακτική ομοιότητά μας.

Ο Ζιράρ έθεσε τις βάσεις υποστηρίζοντας ότι η ανθρώπινη επιθυμία δεν είναι αυθόρμητη αλλά τριγωνική. Επιθυμούμε ένα αντικείμενο επειδή κάποιος άλλος (μοντέλο) το επιθυμεί. Αυτή η διαδικασία οδηγεί αναπόφευκτα στον μιμητικό ανταγωνισμό: το μοντέλο μετατρέπεται σε εμπόδιο και ο ανταγωνισμός οδηγεί σε μια βίαιη κρίση όπου οι αντίπαλοι «αδιαφοροποιούνται». Στο τέλος, η βία εκτονώνεται μέσω του μηχανισμού του εξιλαστήριου θύματος (αποδιοπομπαίος τράγος), ο οποίος αποκαθιστά μια προσωρινή και εύθραυστη τάξη.

Ο Φαρνέτι μετέφερε αυτό το ανθρωπολογικό σχήμα στη διεθνή πολιτική σκηνή. Στο έργο του Μιμητική Πολιτική: Δυαδικά Μοτίβα στη Διεθνή Πολιτική (2015), υποστηρίζει ότι οι επίμονες συγκρούσεις δημιουργούν μιμητικά δίδυμα. Πρόκειται για κράτη ή ομάδες που, στην προσπάθειά τους να διαφοροποιηθούν και να επικρατήσουν, καταλήγουν να υιοθετούν πανομοιότυπες στρατηγικές, ρητορική και συμπεριφορές. Ο Φαρνέτι απορρίπτει την ιδέα ότι η ειρήνη είναι ζήτημα ορθολογικής διανομής πόρων. Αντίθετα, θεωρεί ότι οι δρώντες εγκλωβίζονται σε μια δυαδική σχέση όπου ο ένας αποτελεί το σκοτεινό είδωλο του άλλου.

Η αντιπαράθεση μεταξύ του Ισραήλ και του Ιράν θα μπορούσε να συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα μιμητικής κλιμάκωσης. Αν και φαινομενικά πρόκειται για μια σύγκρουση κοσμικού δημοκρατισμού εναντίον θεοκρατικού αυταρχισμού, η μιμητική ανάλυση αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα: τον αντικατοπτρισμό της απειλής. Και οι δύο δυνάμεις χρησιμοποιούν μια πανομοιότυπη υπαρξιακή ρητορική. Το Ιράν παρουσιάζει το Ισραήλ ως τον Μικρό Σατανά που πρέπει να εκλείψει, ενώ το Ισραήλ παρουσιάζει το Ιράν ως την απόλυτη υπαρξιακή απειλή που δικαιολογεί κάθε προληπτική δράση. Αυτή η αμοιβαία δαιμονοποίηση λειτουργεί ως μιμητική αντανάκλαση: ο ένας δανείζεται τον ρόλο του «δικαιωμένου αμυνόμενου» από τον άλλον.

Όταν το Ιράν αναπτύσσει δίκτυα πληρεξουσίων, το Ισραήλ απαντά με στοχευμένες επιχειρήσεις και τεχνολογικό πόλεμο. Η ασυμμετρία των μέσων δεν αναιρεί τη μιμητική λογική της υπαρξιακής αναγκαιότητας. Κάθε ενέργεια παρουσιάζεται ως αναπόφευκτη απάντηση στην απειλή του άλλου. Κάθε πλήγμα δεν είναι απλώς μια στρατιωτική κίνηση, αλλά μια μιμητική ανταπόκριση που επιβεβαιώνει την ταυτότητα του αντιπάλου ως διδύμου. Σύμφωνα με τη θεωρία του Φαρνέτι, η εξωτερική σύγκρουση χρησιμεύει στη σταθεροποίηση του εσωτερικού. Τόσο η ηγεσία στην Τεχεράνη όσο και στην Ιερουσαλήμ συσπειρώνουν τις κοινωνίες τους στρέφοντας την προσοχή στον μιμητικό εχθρό, αποφεύγοντας έτσι την εσωτερική κοινωνική αποσύνθεση.

Ωστόσο, η εφαρμογή της θεωρίας του Φαρνέτι περιπλέκεται από την εμπλοκή τρίτου παράγοντα. Η αντιπαράθεση δεν είναι αυστηρά διμερής, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μιμητικό τρίγωνο στο οποίο οι ΗΠΑ διαδραματίζουν καταστατικό ρόλο. Στο ιδεολογικό λεξιλόγιο της Τεχεράνης, οι ΗΠΑ συγκροτούν τον Μεγάλο Σατανά, ενώ το Ισραήλ εμφανίζεται ως ο περιφερειακός εκφραστής της ίδιας ηγεμονικής τάξης. Έτσι, το Ιράν δεν ανταγωνίζεται μόνο ένα κράτος αλλά ένα συμβολικό και στρατηγικό σύστημα ισχύος. Η παρουσία και η στήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ ενισχύει τη μιμητική κλιμάκωση, μετατρέποντας τη δυαδική αντιπαράθεση σε πολυκεντρική δομή ανταγωνισμού. Παρ' όλα αυτά, ακόμη και σε αυτό το τριγωνικό πλαίσιο, οι μιμητικές εντάσεις συμπυκνώνονται σε επικαλυπτόμενα μιμητικά δίδυμα, με κυρίαρχο αυτό μεταξύ Ισραήλ και Ιράν, ενώ η σχέση με τις ΗΠΑ λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής της ασυμμετρίας και της έντασης.

Εν κατακλείδι, η προσέγγιση αυτή μας προειδοποιεί ότι όσο περισσότερο το Ισραήλ και το Ιράν προσπαθούν να εκμηδενίσουν ο ένας τον άλλον, τόσο περισσότερο θα μοιάζουν. Η πολιτική ορθολογικότητα υποχωρεί και κυριαρχεί η μιμητική λογική της κλιμάκωσης. Η λύση, όπως θα υποστήριζε ο Φαρνέτι, δεν θα μπορούσε να βρεθεί σε μια απλή συμφωνία, αλλά στην επώδυνη αναγνώριση ότι ο εχθρός δεν είναι το απόλυτα άλλο, αλλά ο καθρέφτης των δικών μας επιθυμιών και φόβων.