![]() |
Το πορτραίτο του Γκαίτε που φιλοτέχνησε ο Γιόζεφ Καρλ Στίλερ το 1828. Εκτίθεται στη Νέα Πινακοθήκη του Μονάχου. |
Η νουβέλα Ένας άνδρας πενήντα ετών (Der Mann von fünfzig Jahren, 1807-1817) αποτελεί ένα από τα πιο διεισδυτικά δείγματα της ωριμότητας του Γιόχαν Βόλφγκανκ φον Γκαίτε. Κατέχει ιδιαίτερη θέση στην ιστορία της λογοτεχνίας, καθώς ενσωματώθηκε στο μνημειώδες μυθιστόρημα Τα χρόνια της περιπλάνησης του Βίλχελμ Μάιστερ (Wilhelm Meisters Wanderjahre, 1821, 1829). Η συγγραφή της τοποθετείται σε μια περίοδο όπου ο Γκαίτε, έχοντας ήδη κατακτήσει την κορυφή του πνευματικού κόσμου της Ευρώπης, στοχάζεται για τη φύση του χρόνου, τη φθορά και την κοινωνική σύμβαση. Η υπόθεση στρέφεται γύρω από έναν ταγματάρχη, ο οποίος στα πενήντα του χρόνια βρίσκεται σε μια φάση φυσικής και πνευματικής ακμής, αλλά ταυτόχρονα και σε ένα υπαρξιακό μεταίχμιο. Συνάπτει μια συμφωνία με τη βαρόνη αδελφή του, προκειμένου να τακτοποιηθούν τα κληρονομικά και οικογενειακά τους ζητήματα μέσω του γάμου του γιου του, Φλάβιο, με την κόρη της, Ιλαρία. Ωστόσο, η καρδιά δεν υπακούει πάντα στον ορθολογισμό των συμβολαίων. Η Ιλαρία φαίνεται να τρέφει αισθήματα για τον θείο της, γεγονός που πυροδοτεί στον ταγματάρχη μια αγωνιώδη προσπάθεια να ανακόψει τη ροή του χρόνου. Η συνάντησή του με έναν ηθοποιό αποτελεί καταλυτικό σημείο της αφήγησης. Ο ηθοποιός, γνώστης της τέχνης της μεταμόρφωσης και θιασώτης της ματαιοδοξίας, του δανείζει τον υπηρέτη του, έναν επιδέξιο τεχνικό ομορφιάς, ο οποίος αναλαμβάνει να μετατρέψει το πρόσωπο και την παρουσία του ταγματάρχη σε ζωντανό έργο τέχνης. Με καλλυντικά παρασκευάσματα, βαφές και ενδυματολογικές παρεμβάσεις, ο ταγματάρχης εισέρχεται σε μια διαρκή παράσταση. Η μεγάλη ανατροπή έρχεται όταν ο Φλάβιο, πληγωμένος και καταπονημένος εξαιτίας της απόρριψής του από μια χήρα την οποία αγαπά, καταφτάνει στον πύργο της βαρόνης και φιλοξενείται στο δωμάτιο του πατέρα του. Σε μια στιγμή σκηνικής παρεξήγησης, ο γιος εμφανίζεται με ρούχα του ταγματάρχη, αποκαλύπτοντας στην Ιλαρία τη διαφορά ανάμεσα στην τεχνητή και τη φυσική νεότητα. Το έργο ολοκληρώνεται σαν κωμωδία, με την αποκατάσταση της φυσικής τάξης και διπλό γάμο: ο νέος Φλάβιο παντρεύεται τη νεαρή Ιλαρία και ο ώριμος άνδρας την ακαταμάχητη χήρα.
Το θεατρολογικό ενδιαφέρον της νουβέλας έγκειται ακριβώς στην ανάγνωση της κοινωνικής πραγματικότητας ως μιας σκηνής, όπου το είναι υποτάσσεται στο φαίνεσθαι. Ο Γκαίτε, με τη βαθιά γνώση που έχει για το θέατρο ως διευθυντής του θεάτρου της Βαϊμάρης (1791-1817), μεταφέρει τους κώδικες της δραματουργίας στην πεζογραφία, θεματοποιώντας αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό θέατρο. Η κοινωνική θεατρικότητα εδώ δεν είναι απλώς μια μεταφορά, αλλά οντολογική συνθήκη. Ο ταγματάρχης δεν βιώνει την ηλικία του ως βιολογικό δεδομένο, αλλά ως ρόλο που αποτυγχάνει να υποδυθεί σωστά. Η παρέμβαση του ηθοποιού-μέντορα είναι δομική: ο ηθοποιός είναι ο άνθρωπος που γνωρίζει ότι η ταυτότητα είναι κατασκευή. «Σε ενδιαφέρει το είναι, όχι το φαίνεσθαι» λέει στον ταγματάρχη παραδίδοντας μαθήματα ματαιοδοξίας. «Πράγμα καλό, όσο κανείς είναι κάτι. Αλλά, όταν αρχίζει να σε αποχαιρετά το είναι μαζί με το φαίνεσθαι, … μονάχα τότε συνειδητοποιείς ότι δεν έπρεπε να παραμελήσεις τόσο πολύ το εξωτερικό για χάρη του εσωτερικού.» (μτφρ. Σμαράγδα Αλεξάνδρου). Δανείζοντας τον υπηρέτη-αισθητικό του στον ταγματάρχη, δεν του προσφέρει απλώς καλλωπισμό, αλλά του παραδίδει τα κλειδιά ενός καμαρινιού. Το δωμάτιο του ταγματάρχη μετατρέπεται σε ενδιάμεσο χώρο (liminal space), όπου η ιδιωτικότητα καταλύεται για να προετοιμαστεί η δημόσια θεατρική επιτέλεση. Εκεί, ο ήρωας υποβάλλεται σε μια τελετουργία ενσάρκωσης ενός άλλου εαυτού, πιο ελκυστικού και λιγότερο φθαρμένου. Αυτή η διαδικασία αναδεικνύει την τραγικοκωμική διάσταση της ματαιοδοξίας: ο άνδρας, που οφείλει να είναι ηθικό πρότυπο και πυλώνας της οικογένειας, καταντά εξαρτώμενος από τα ψιμύθια ενός υπηρέτη, μετατρέποντας την καθημερινότητά του σε μια διαρκή πρεμιέρα.
Η δομή της νουβέλας παρουσιάζει εντυπωσιακές ομοιότητες με βασικούς τύπους και σχήματα της Commedia dell’ Arte. Ο ταγματάρχης λειτουργεί ως μια ελαφρά παραλλαγή του Πανταλόνε, του ηλικιωμένου άνδρα που διεκδικεί τη νεαρή κοπέλα, αρνούμενος να αποδεχτεί τη βιολογική του παρακμή. Η παρουσία των υπηρετών, οι οποίοι θυμίζουν διακριτικά τους Zanni, ενισχύει το σχήμα αυτό. Ο υπηρέτης του ηθοποιού, ειδικότερα, είναι ένας τύπος Σκαπίνου ή Μπριγκέλα, ένας τεχνίτης της απάτης, που όμως εδώ δεν διασκεδάζει με την αδυναμία του κυρίου του. Η κωμική διάσταση προκύπτει περισσότερο από το γεγονός ότι ο ταγματάρχης, στην προσπάθειά του να δείξει αυθεντικός εραστής, γίνεται η πιο τεχνητή φιγούρα του έργου, μια μαριονέτα στα χέρια των κατώτερων τάξεων που κατέχουν την τέχνη της εμφάνισης.
Η επίδραση της δραματουργίας του Μαριβώ στον Γκαίτε είναι επίσης έκδηλη, αν και δεν μπορεί να οριστεί ως άμεση μίμηση, αλλά ως βαθιά παιδευτική και αισθητική γαλούχηση που ξεκίνησε από την παιδική του ηλικία. Στο έργο του Ποίηση και Αλήθεια (Aus meinem Leben: Dichtung und Wahrheit, 1811-1833), ο ίδιος ο Γκαίτε αναφέρει ρητά ότι παρακολουθούσε γαλλικούς θιάσους στη Φρανκφούρτη κατά τη διάρκεια του Επταετούς Πολέμου. Σημειώνει μάλιστα ότι θυμόταν ορισμένα έργα του Μαριβώ, του Ντετούς και του Λα Σοσέ πολύ πιο καθαρά από εκείνα του Μολιέρου. Ο Γκαίτε μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η γαλλική κουλτούρα ήταν κυρίαρχη. Ο παππούς του του είχε αγοράσει κάρτα διαρκείας για το γαλλικό θέατρο, όπου ήλθε σε επαφή με την ψυχολογική κωμωδία του Μαριβώ. Αυτή η εμπειρία επηρέασε τον τρόπο που αντιλαμβανόταν τη θεατρικότητα των κοινωνικών σχέσεων και το παιχνίδι των προσωπείων. Η συγγένεια είναι ιδιαίτερα φορμαλιστική. Ο Φριτς Στριχ (Goethe und die Weltliteratur, 1946) υπογραμμίζει τη διαμορφωτική δύναμη της γαλλικής λογοτεχνίας στον Γκαίτε, ο οποίος θεωρούσε τα γαλλικά δεύτερη μητρική του γλώσσα. Η λεπτότητα με την οποία ο Μαριβώ αναλύει τον ερωτικό λόγο (το περίφημο marivaudage) αποτελεί πρότυπο για τον Γκαίτε στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την επαρχιακή γερμανική δραματουργία και να δώσει στα έργα του μια πιο εκλεπτυσμένη, ευρωπαϊκή διάσταση. Παρότι αργότερα απομακρύνθηκε από τον γαλλικό κλασικισμό (περίοδος Sturm und Drang), η δομή των ώριμων έργων του, όπως η νουβέλα που συζητάμε, διατηρεί την μαριβωτική αρχιτεκτονική: το δωμάτιο-καμαρίνι, την εναλλαγή των ρούχων και τη χρήση των υπηρετών ως καταλυτών της αλήθειας. Είναι, λοιπόν, βέβαιο ότι ο Μαριβώ δεν ήταν απλώς ένας γνωστός του Γκαίτε, αλλά ένας από τους βασικούς δασκάλους του στη θεατρική οικονομία και την ψυχολογική παρατήρηση.
Στην παρούσα νουβέλα, ο Μαριβώ επιδρά στον τρόπο με τον οποίο ο Γκαίτε χειρίζεται τη γλώσσα και τις αισθηματικές εναλλαγές. Το μαριβοντάζ, αυτή η λεπτή και παιγνιώδης ανταλλαγή λόγων που στοχεύει στην αποκάλυψη του ερωτικού πόθου, διαπερνά τις συναντήσεις του ταγματάρχη με την Ιλαρία. Όπως στον Μαριβώ, η μεταμφίεση και η παρεξήγηση είναι τα εργαλεία εξερεύνησης της ανθρώπινης ψυχής. Η σκηνή όπου ο Φλάβιο φορά τα ρούχα του πατέρα του αποτελεί το κλασικό μαριβωτικό μοτίβο της ανταλλαγής ρόλων. Το κοστούμι, ως σύμβολο εξουσίας και ηλικίας, αποσυνδέεται από τον αρχικό του κάτοχο και περνά στον φυσικό του διάδοχο. Όταν η Ιλαρία βλέπει τον γιο με τη στολή του ταγματάρχη, δεν βλέπει απλώς έναν όμορφο άνδρα, αλλά την ιδέα του ταγματάρχη στην ιδανική της μορφή. Ο γιος κατοικεί το ρούχο με έναν τρόπο που ο πατέρας δεν μπορεί πια να υποστηρίξει. Αυτή η στιγμή λειτουργεί ως μια πρόβα διαδοχής επί σκηνής. Ο παλαιός πρωταγωνιστής αντικαθίσταται από τον αντικαταστάτη του (understudy), ο οποίος αποδεικνύεται πιο πειστικός στον ρόλο και βέβαια πιο πολλά υποσχόμενος. Η θεατρικότητα εδώ φτάνει στο απόγειό της, καθώς η αλήθεια αναδύεται μέσα από ένα λάθος στην ενδυμασία, αποδεικνύοντας ότι ο έρωτας δεν μπορεί να εξαπατηθεί από το μακιγιάζ όταν έρθει αντιμέτωπος με τη ζωτική ενέργεια της φύσης.
Φιλοσοφικά, το έργο πραγματεύεται τη σύγκρουση ανάμεσα στη Φύση (Natur) και την Τέχνη (Kunst), ένα κεντρικό θέμα στον γερμανικό κλασικισμό. Ο ταγματάρχης προσπαθεί να χρησιμοποιήσει την Τέχνη (το θέατρο, το μακιγιάζ, την κοινωνική σκηνοθεσία) για να διορθώσει τη Φύση. Ο καθρέφτης, ένα αντικείμενο που κυριαρχεί στον χώρο του καμαρινιού, γίνεται το σύμβολο αυτής της πάλης. Στην αρχή, ο καθρέφτης είναι ο σύμμαχος της ματαιοδοξίας, το εργαλείο που επιβεβαιώνει την επιτυχία της μεταμόρφωσης. Ωστόσο, στην πορεία, μετατρέπεται σε έναν αμείλικτο κριτή. Η στιγμή της συνειδητοποίησης έρχεται όταν ο ταγματάρχης καταλαβαίνει ότι η παράσταση που δίνει είναι μια κενή περιεχομένου επανάληψη. Η γελοιοποίησή του δεν είναι μια εξωτερική τιμωρία, αλλά μια εσωτερική κατάρρευση. Ο γάμος του με τη χήρα στο τέλος δεν είναι ήττα, αλλά φιλοσοφική συμφιλίωση με την πραγματικότητα. Είναι η αναγνώριση ότι κάθε ηλικία έχει το δικό της κοστούμι και τον δικό της ρόλο. Η αποκατάσταση της τάξης, όπου οι νέοι σμίγουν με τους νέους, αντιστοιχεί στην κωμική λύση, ωστόσο φέρει το βάρος μιας υπαρξιακής μελαγχολίας: ο άνθρωπος πρέπει να μάθει να αποχωρεί από τη σκηνή του εραστή πριν η παράσταση μετατραπεί σε παρωδία.
Ο Άνδρας πενήντα ετών είναι ένα έργο που αποδομεί την κοινωνική ταυτότητα ως μια σειρά από επιτελεστικές πράξεις. Ο Γκαίτε χρησιμοποιεί το θέατρο όχι μόνο ως θέμα, αλλά ως μεθοδολογικό εργαλείο για να αναλύσει την ανθρώπινη κατάσταση. Η σύνδεση με την Commedia dell’ Arte και τον Μαριβώ αναδεικνύει τη διαχρονικότητα των ανθρώπινων τύπων, ενώ η εστίαση στο καμαρίνι και το μακιγιάζ, στην κοινωνική θεατρικότητα, προαναγγέλλει τη μοντέρνα αγωνία για την εικόνα και το προσωπείο. Ο ταγματάρχης παραμένει μια εμβληματική φιγούρα, ένας ηθοποιός της ίδιας του της ζωής που ανακαλύπτει ότι, στην κοινωνική σκηνή, η πιο δύσκολη τέχνη δεν είναι η μεταμόρφωση, αλλά η ειλικρίνεια απέναντι στο πέρασμα του χρόνου. Η νουβέλα αυτή παραμένει ζωντανή, αποπνέει φρεσκάδα, καθότι μας υπενθυμίζει ότι πίσω από κάθε κοινωνικό ρόλο κρύβεται μια ευάλωτη ανθρώπινη φύση, η οποία, όσο κι αν προσπαθεί να σκηνοθετήσει την αιώνια νεότητα, τελικά οφείλει να υποκλιθεί στην αλήθεια της φθοράς, μετατρέποντας τη γελοιοποίηση σε σοφία και την παράσταση σε ζωή.
