21 Μαρτίου 2026

Ο Ρουσσώ για το Θέατρο: η περίπτωση του "Μισάνθρωπου" του Μολιέρου

 


Ο Λοΐκ Κορμπερί σφράγισε με την ερμηνεία του τον Μισάνθρωπο του Μολιέρου στην Κομεντί Φρανσέζ, ενσαρκώνοντας έναν Αλσέστ γεμάτο πάθος και εσωτερική ένταση, μακριά από το στερεότυπο του γερο-παράξενου. Η παραγωγή, σε σκηνοθεσία του Κλεμάν Ερβιέ-Λεζέ, που έκανε πρεμιέρα το 2014 στην Αίθουσα Ρισελιέ, αναδείχθηκε ως μια από τις μακροβιότερες επιτυχίες του σύγχρονου γαλλικού ρεπερτορίου. Ο σκηνοθέτης τοποθέτησε τη δράση σε ένα κομψό, διαχρονικό περιβάλλον, εστιάζοντας στην ψυχολογική πολυπλοκότητα των ηρώων και όχι σε μια απλή ηθογραφία. Ο Κορμπερί ενσάρκωσε με αφοπλιστική ειλικρίνεια τη σύγκρουση ενός ιδεαλιστή παγιδευμένου ανάμεσα στο μίσος για την κοινωνική υποκρισία και τον ολέθριο έρωτά του για τη Σελιμέν, παραμένοντας ο βασικός πρωταγωνιστής της παράστασης πάνω από μία δεκαετία.

Στο έργο Γράμμα στον Ντ’Αλαμπέρ για το Θέατρο (1758), ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ (1712-1778) παίρνει αφορμή από ένα λήμμα του Ντ’Αλαμπερ στην Εγκυκλοπαίδεια με τίτλο "Γενεύη", στο οποίο ο τελευταίος υπερασπίζεται τα θεάματα και τους ηθοποιούς της εποχής του. Ο Ρουσσώ δεν περιορίζεται σε μια απλή αντιπαράθεση για την τέχνη του θεάτρου. Χρησιμοποιεί την ευκαιρία για να εκφράσει μια βαθύτερη φιλοσοφική και ηθική κριτική. Θεωρεί ότι το θέατρο, αντί να υπηρετεί την αρετή και την κοινωνική αλήθεια, κινδυνεύει να παραμορφώσει τις ηθικές αξίες του κοινού, ενισχύοντας την υποκρισία και την επιφανειακή κοινωνικότητα. Το Γράμμα συνιστά έτσι όχι μόνο μια απάντηση στον Ντ’Αλαμπέρ, αλλά και μια ευρύτερη ανάλυση της λειτουργίας του θεάτρου μέσα στην κοινωνία.

Για τον Ρουσσώ, το θέατρο δεν είναι απλώς ψυχαγωγία. Κάθε σκηνή, κάθε χαρακτήρας και κάθε σύγκρουση μεταδίδει πρότυπα συμπεριφοράς, είτε προς μίμηση είτε προς αποφυγή. Η επιρροή του θεάτρου στη διαμόρφωση των συναισθημάτων και των ηθικών κρίσεων των θεατών είναι καθοριστική: η ψυχαγωγία, το γέλιο ή η συγκίνηση που προκαλούνται στη σκηνή ενισχύουν τα πάθη και τις ατέλειες αντί να προάγουν την αρετή. Σε αυτό το σημείο, η θέση του Ρουσσώ θυμίζει τη φιλοσοφική στάση του Πλάτωνα. Όπως ο αρχαίος φιλόσοφος, έτσι και ο Ρουσσώ θεωρεί ότι η τέχνη καθοδηγεί το κοινό και ότι η ελλιπής καθοδήγηση ή η προβολή της ψευδαίσθησης έχει καταστροφικές συνέπειες για την κοινωνία.

Παράλληλα, ο Ρουσσώ επεκτείνει την προβληματική του, τονίζοντας ότι η ψυχαγωγία και η φήμη του συγγραφέα παραμορφώνουν την ηθική αντίληψη των θεατών, ειδικά όταν το θέατρο αναπαριστά το κοινωνικό θέατρο της υποκρισίας και του φενακισμού, δηλαδή τις συμπεριφορές που η κοινωνία ανέχεται ή επαινεί, παρά τις ηθικές τους ατέλειες. Το Γράμμα, λοιπόν, δεν είναι μόνο μια κριτική προς τον Ντ’Αλαμπέρ, αλλά και μια συνολική θεωρητική τοποθέτηση για τη λειτουργία του θεάτρου ως κοινωνικού και ηθικού εργαλείου.

Στην ενότητα IV του Γράμματος, ο Ρουσσώ στρέφεται ειδικά στην κωμωδία και χρησιμοποιεί το παράδειγμα του Μισάνθρωπου (1666) του Μολιέρου (1622-1673), για να δείξει πώς ένα φαινομενικά ηθικό έργο λειτουργεί με τρόπο που τελικά διαστρεβλώνει την αρετή και την ηθική διάκριση. Παρά το γεγονός ότι ο Μολιέρος παρουσιάζει έναν χαρακτήρα, τον Αλσέστ, που είναι έντιμος, ειλικρινής και αγαπά την αρετή, ο θεατρικός χειρισμός του τον καθιστά γελοίο στα μάτια του κοινού. Με αυτό το παράδειγμα, ο Ρουσσώ αποδεικνύει ότι ακόμη και η παράσταση της αρετής παραπλανά τους θεατές, οδηγώντας τους να ταυτιστούν ή να γελάσουν με χαρακτήρες που στο πραγματικό κοινωνικό πλαίσιο θα έπρεπε να απορρίψουν.

Ο Ρουσσώ θεωρεί ότι ο Αλσέστ δεν είναι ένας μισάνθρωπος με την κυριολεκτική έννοια. Η αληθινή μισανθρωπία, δηλαδή η απέχθεια για όλη την ανθρωπότητα, προκαλεί φόβο και φρίκη, όχι γέλιο. Ο χαρακτήρας του Μολιέρου αγαπά την αρετή και καταδικάζει τη δολιότητα των άλλων. Όμως οι παιδαριώδεις αντιδράσεις και οι υπερβολικές εκρήξεις θυμού που του δίνει ο Μολιέρος για να προκαλέσει γέλιο αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία της ηθικής του στάσης. Ο Ρουσσώ επισημαίνει ότι η αυθεντική μισανθρωπία εκφράζεται μόνο απέναντι στις δημόσιες αδικίες, ενώ προσωπικές προσβολές τον αφήνουν ψύχραιμο. Η κωμωδία, όμως, αναγκάζει τον Αλσέστ να φαίνεται γελοίος για να τον αντιπαραβάλλει με τον Φιλίντ, τον εύκαμπτο και κόσμιο φίλο του, που ανέχεται τη δολιότητα και τα κακά των άλλων χωρίς να χάνει την ηρεμία του.

Ο Ρουσσώ αναλύει σκηνές του Μισάνθρωπου για να στηρίξει την κριτική του. Στην περίφημη σκηνή του σονέτου, ο Αλσέστ αντιδρά με θυμό και παιδαριώδη ευερεθιστότητα, ενώ ο Φιλίντ παραμένει ψύχραιμος και εύθυμος. Σύμφωνα με τον Ρουσσώ, η συμπεριφορά αυτή του Αλσέστ δεν είναι πιστή στον χαρακτήρα του ως μισάνθρωπου, δηλαδή ως ανθρώπου που μισεί το κακό όχι τους ανθρώπους καθ’ εαυτούς, αλλά τη διαφθορά και τη δολιότητα των άλλων. Ο θυμός του απέναντι στον φίλο του, η υπερβολική αντίδραση στο σονέτο, και τα παιδαριώδη λογοπαίγνια είναι στοιχεία που ο Μολιέρος προσθέτει για να προκαλέσει γέλιο, αλλοιώνοντας έτσι την καθαρότητα του χαρακτήρα και τη σοβαρότητα της ηθικής του στάσης.

Ο Ρουσσώ συνεχίζει την ανάλυσή του δείχνοντας ότι ο Αλσέστ, στην ουσία του, αγαπά την αρετή και καταδικάζει τη δολιότητα και το ψέμα. Η πραγματική μισανθρωπία δεν προκαλεί γέλιο, αλλά μόνο φόβο και αποστροφή. Ο Αλσέστ παρουσιάζεται γελοίος μόνο όταν οι αντιδράσεις του γίνονται υπερβολικές ή εκτός χαρακτήρα. Ο Ρουσσώ τονίζει ότι ο Μολιέρος θα μπορούσε να ενισχύσει τη συνοχή και την αυθεντικότητα του χαρακτήρα αν άφηνε τον Αλσέστ να εκφράζει την οργή του αποκλειστικά για τις δημόσιες αδικίες, διατηρώντας την ψυχραιμία του απέναντι σε προσωπικές προσβολές. Με αυτό τον τρόπο, η ηθική δύναμη του χαρακτήρα αναδεικνύεται ακόμη πιο καθαρά, και το κοινό επιλέγει ανάμεσα στην πραγματική αρετή και την κοινωνική υποκρισία, αντί να γελάει με τον έντιμο χαρακτήρα.

Επιπλέον, η αντίθεση μεταξύ Αλσέστ και Φιλίντ εξυπηρετεί το γέλιο με τρόπο που αλλοιώνει την αρετή: ο Φιλίντ είναι ο εύκαμπτος, κόσμιος άνθρωπος που ανέχεται τη δολιότητα και τα κακά των άλλων, διατηρώντας τη δική του άνεση και ευχαρίστηση. Η ηθική παρατήρηση του Ρουσσώ είναι ότι η κωμωδία του Μολιέρου μετατρέπει τον ευθύ χαρακτήρα του Αλσέστ σε γελοίο για να αναδείξει τις αρετές του Φιλίντ, προκειμένου να ευχαριστήσει το κοινό. Το αποτέλεσμα είναι ότι η ψυχαγωγία κυριαρχεί έναντι της ηθικής διαπαιδαγώγησης, ακριβώς το σημείο που ο Ρουσσώ θεωρεί επικίνδυνο για την κοινωνία. Το κοινό ταυτίζεται ή εκφράζει συμπάθεια για χαρακτήρες που στο κοινωνικό θέατρο της υποκρισίας θα έπρεπε να απορρίψει, ενώ η αρετή παρουσιάζεται ως αφελής ή γελοία.

Ο Ρουσσώ σημειώνει ακόμη ότι οι αρετές του Αλσέστ, παρά τη γελοιοποίησή του, παραμένουν ορατές: η εντιμότητά του, η αφοσίωσή του στην αρετή και η απέχθειά του για τη δολιότητα διατηρούν μια ουσία που το κοινό αναγνωρίζει ασυνείδητα. Ακόμη και όταν οι σκηνές φέρνουν τον Αλσέστ σε αμήχανη θέση, όπως στην υπόθεση με τον δικαστή ή στις αντιπαραθέσεις του με τον Φιλίντ, η φυσική του μεγαλοσύνη και η ηθική του συνέπεια αναδεικνύουν την ουσιαστική του αρετή. Ο Ρουσσώ επισημαίνει ότι, αν ο Μολιέρος άφηνε τον χαρακτήρα του Αλσέστ πιο πιστό στην μισανθρωπική του φύση, δηλαδή θυμωμένο μόνο για τις δημόσιες αδικίες και ψύχραιμο απέναντι στις προσωπικές, το κοινό θα αντιλαμβανόταν ακόμα πιο καθαρά την αντίθεση μεταξύ αληθινής αρετής και κοινωνικής υποκρισίας.

Με αυτό το παράδειγμα, ο Ρουσσώ καταδεικνύει την επικίνδυνη δύναμη του θεάτρου του καιρού του. Τραγωδία και κωμωδία, όταν εξυπηρετούν μόνο το γέλιο ή την εντύπωση, παραμορφώνουν την κοινωνική ηθική, δημιουργώντας μια στάση ανοχής ή ακόμα και εκτίμησης απέναντι στην υποκρισία, τη δολιότητα και τον φενακισμό. Το κοινό δεν μαθαίνει απλώς να γελάει αλλά και να αποδέχεται ή να θαυμάζει συμπεριφορές που στο πραγματικό κοινωνικό πλαίσιο είναι καταδικαστέες. Το θέατρο γίνεται έτσι ένα εργαλείο εκπαίδευσης στην υποκρισία, ενισχύοντας το κοινωνικό θέατρο της υποκρισίας και του φενακισμού, δηλαδή τις συμπεριφορές που επιτρέπουν στην κοινωνία να λειτουργεί με φαινομενική τάξη αλλά χωρίς ουσιαστική ηθική βάση.

Τελικά, η στάση του Ρουσσώ απέναντι στο θέατρο είναι σαφής: δεν καταγγέλλει απλώς την ποιότητα των έργων ή τις καλλιτεχνικές τους αρετές, αλλά ανησυχεί για την επίδραση που έχουν στην ηθική και κοινωνική συνείδηση των θεατών. Το παράδειγμα του Μισάνθρωπου αποτελεί κεντρικό άξονα αυτής της κριτικής, καθώς αποδεικνύει ότι ακόμη και ένας χαρακτήρας που προορίζεται να τιμήσει την αρετή μπορεί να παρουσιαστεί με τρόπο που ενισχύει την κοινωνική υποκρισία, παραπλανεί το κοινό και υποβαθμίζει την αξία της εντιμότητας. Ο Ρουσσώ, σε αυτό το εκτενές Γράμμα, υπερβαίνει τη λογοτεχνική ανάλυση και σκέπτεται το θέατρο ως κοινωνικό εργαλείο με άμεση ηθική σημασία, και όχι απλώς ως μέσο ψυχαγωγίας.

Με αυτόν τον τρόπο, το Γράμμα στον Ντ’Αλαμπέρ για το Θέατρο γίνεται ένα έργο κριτικής της κοινωνίας μέσω της τέχνης: ο Ρουσσώ δείχνει ότι η ψυχαγωγία χωρίς ηθικό προσανατολισμό καλλιεργεί κακία, υποκρισία και αδιαφορία για την αρετή, αντί να την ενισχύει. Το παράδειγμα του Μισάνθρωπου αποκαλύπτει τη λεπτή ισορροπία μεταξύ κωμωδίας, χαρακτήρα και ηθικής: όσο πιο πετυχημένη είναι η κωμωδία στην ψυχαγωγία, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος να παραμορφώσει την αλήθεια της αρετής και να ενισχύσει τα κακά πρότυπα στην κοινωνία. Η αναλυτική εξέταση των σκηνών του Αλσέστ και των αντιπαραθέσεών του με τον Φιλίντ αποδεικνύει με σαφήνεια ότι το γέλιο μπορεί να έρχεται σε βάρος της ηθικής, και ότι ο Ρουσσώ θεωρεί το θέατρο ως πεδίο όπου η αρετή κινδυνεύει από την υποκρισία και τον φενακισμό της κοινωνίας.

Στη μεγάλη δημόσια συζήτηση που πυροδοτεί το Γράμμα στον Ντ’Αλαμπερ, παίρνει μέρος και ο Ντενί Ντιντερό (1713-1784), ένας από τους πιο επιδραστικούς στοχαστές της εποχής. Το Γράμμα του Ρουσσώ, με την αυστηρή του κριτική για την ηθική επίδραση του θεάτρου, φέρνει την οριστική ρήξη ανάμεσα στους δύο διανοητές, αποκαλύπτοντας βαθύτερες φιλοσοφικές διαφορές. Αν και ο Ντιντερό δεν αγνοεί τις αδυναμίες και τα προβλήματα του γαλλικού θεάτρου, υπερασπίζεται τη δυνατότητά του να λειτουργεί ως κοινωνικό εργαλείο. Πιστεύει ότι το θέατρο μορφώνει, καλλιεργεί και εμπνέει το κοινό, πέρα από την απλή ψυχαγωγία. Μέσα από τα γραπτά που ακολουθούν (1757–1758, 1769–1778) και τις ιδέες του, οραματίζεται ένα θέατρο σχολείο του λαού, ένα θέατρο νέων αξιών, όπου η ψυχαγωγία συνδέεται με την κοινωνική ευθύνη και την ηθική διαπαιδαγώγηση, θέτοντας τις βάσεις για μια θεατρική παράδοση που διδάσκει και προάγει την αρετή, αντί να την υπονομεύει.




Επιλεγμένη Βιβλιογραφία

Cohen, R., Molière: A Theatrical Life, Cambridge University Press 2006. 

Cranston, M., The Solitary Self: Jean-Jacques Rousseau in Exile and Adversity, University of Chicago Press 1991. 

D’Alembert, Jean le Rond, “Geneva” in Encyclopédie, Vol. 7, 1757/1758. 

Diderot, D., Selected Writings on Theatre, edited by P.N. Furbank and A.M. Wilson, Oxford University Press 1990. 

Gaines, J. F., Molière and the Social Theatre: The Stage as Moral Laboratory, University of Nebraska Press 1993. 

Molière, The Misanthrope, Tartuffe, and Other Plays, translated by M. Slater, Oxford University Press 2008. 

Riley, P., Rousseau and Diderot: Politics and Philosophy in the French Enlightenment, Cambridge University Press 1985. 

Rousseau, J.-J., Politics and the Arts: Letter to M. d’Alembert on the Theatre, translated with notes and an introducon by A. Bloom, Cornell University Press 1968. 

Wokler, R., Rousseau: A Very Short Introduction, Oxford University Press 2001.