![]() |
| Νίκος Σβορώνος 1911-1989 |
Το σύντομο αλλά πυκνό κείμενο του Νίκου Σβορώνου «Το Ελληνικό Έθνος» αποτελεί ένα από τα σπάνια έργα που, παρά την έκτασή τους, ενεργοποιούν μεγάλες θεωρητικές εντάσεις. Η δημοσίευσή του το 2004, τέσσερις δεκαετίες μετά τη συγγραφή του, δεν έφερε απλώς στο φως ένα αθησαύριστο δοκίμιο· επανενεργοποίησε μια βαθιά συζήτηση γύρω από τη φύση του ελληνισμού, τη νεωτερικότητα του έθνους και τον τρόπο με τον οποίο η ιστορική συνέχεια μπορεί να ενταχθεί σε ένα μαρξιστικό σχήμα ανάλυσης. Το κείμενο του Σβορώνου λειτουργεί σαν κόμβος, όπου συναντώνται η ιστορία των ιδεών, οι θεωρίες του έθνους και η πολιτική χρήση της ιστοριογραφίας. Η μεταγενέστερη διαμάχη μεταξύ Βαγενά, Λιάκου και Δεμερτζή δεν είναι απλώς μια φιλολογική αντιπαράθεση· φωτίζει τους ανομολόγητους άξονες της σύγχρονης ελληνικής αυτοαντίληψης.
Ας δούμε πρώτα τι γράφει ο Σβορώνος:
-Η έννοια του Έθνους υπερβαίνει την απλή πολιτική ή διοικητική οντότητα· αποτελεί ταυτόχρονα κοινωνική και πολιτισμική κατασκευή, που διαμορφώνεται μέσα από ιστορικές συγκυρίες, οικονομικές σχέσεις, θρησκευτικές πρακτικές και τη συλλογική μνήμη των ανθρώπων.
-Η ελληνική ταυτότητα δεν εμφανίστηκε ξαφνικά το 1821· βασίζεται σε μια μακρά ιστορική συνέχεια, από την αρχαιότητα έως τη βυζαντινή εποχή και την Τουρκοκρατία. Παρά τις πολιτικές ανακατατάξεις και τους περιορισμούς της οθωμανικής κυριαρχίας, υπήρχε μια πολιτισμική συνέχεια, που διατηρούνταν μέσω της γλώσσας, της θρησκείας και των τοπικών εθίμων. Η βυζαντινή κληρονομιά και η συλλογική εμπειρία της υποτέλειας συνέβαλαν στην ανάπτυξη μιας αίσθησης κοινής ταυτότητας, δημιουργώντας έναν πυρήνα που διαπερνά τις κοινωνίες των Ελλήνων για αιώνες.
-Η Τουρκοκρατία επηρέασε σε μεγάλο βαθμό τη διαμόρφωση κοινωνικών σχέσεων και τάξεων. Οι Έλληνες υπήκοοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διατήρησαν σχετική αυτονομία μέσω του θεσμού της Εκκλησίας και της οργάνωσης τοπικών κοινοτήτων. Ο κλήρος, οι μεγαλοκτηματίες, αλλά και η αστική τάξη στις πόλεις αποτέλεσαν τα πρώτα θεμέλια για την οικονομική και πολιτική ελίτ του μελλοντικού ελληνικού κράτους. Η εμπειρία της υποτέλειας τόνισε την ανάγκη για μια εθνική ταυτότητα που να υπερβαίνει τα τοπικά και θρησκευτικά όρια, δημιουργώντας έναν συλλογικό δεσμό ανάμεσα σε διασκορπισμένες κοινότητες.
-Η επαφή με τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και του Διαφωτισμού είχε καθοριστική σημασία για τη διαμόρφωση της ελληνικής εθνικής συνείδησης. Η ιδέα του Έθνους ως πολιτικής και πολιτισμικής κοινότητας εισήχθη στη νεοελληνική σκέψη μέσω διανοουμένων που ζούσαν ή σπούδαζαν στη Δύση. Η ελληνική εθνική αναγέννηση συνδέθηκε με την επιδίωξη απελευθέρωσης από την οθωμανική κυριαρχία αλλά και με τη θεμελίωση ενός πολιτισμικού προτύπου που συνέδεε την αρχαιότητα με τη νεωτερικότητα.
-Τον 19ο αιώνα, η διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης επιταχύνθηκε μέσω της εκπαίδευσης, της λογοτεχνίας και των ιστορικών σπουδών. Οι επαναστάσεις και οι αγώνες του 1821 δεν υπήρξαν μόνο στρατιωτικά γεγονότα· αποτέλεσαν επίσης ιδεολογικές και πολιτισμικές διαδικασίες. Η ενοποίηση της γλώσσας, η δημιουργία κοινής ιστορικής αφήγησης και η ανάδειξη συλλογικών ηρώων συνέβαλαν στην εδραίωση της εθνικής ταυτότητας και στην ανάπτυξη μιας συνεκτικής εικόνας του νέου ελληνικού κράτους.
Ο Σβορώνος, λοιπόν, επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο ενδεχομένως αντιφατικές παραδοχές. Από τη μία, ακολουθεί τη μαρξιστική γραμμή που βλέπει το έθνος ως νεωτερικό προϊόν των οικονομικών και κοινωνικών μετασχηματισμών του 18ου και του 19ου αιώνα: την άνοδο της αστικής τάξης, την ενοποίηση των αγορών, τη συγκρότηση κρατικών θεσμών. Από την άλλη, αναγνωρίζει την ύπαρξη ενός ιστορικού «ελληνισμού» —μιας πολιτισμικής κοινότητας με γλωσσική, θρησκευτική και συμβολική συνοχή— που προϋπήρχε της εθνικής μορφής. Εδώ βρίσκεται το θεωρητικό τόλμημα του Σβορώνου: να συνδέσει τη μακρά διάρκεια ενός πολιτισμικού σώματος με τη νεωτερική ρήξη της εθνικής συγκρότησης. Ο ελληνισμός δεν παρουσιάζεται ως «αιώνιο έθνος», αλλά ως κοινωνία μνήμης, ως κοινότητα με βιωμένες μορφές συνοχής που η νεωτερικότητα μετατρέπει σε πολιτικό έθνος. Ο 19ος αιώνας δεν γεννά ex nihilo το έθνος· αναδιοργανώνει και πολιτικοποιεί μια προϋπάρχουσα ιστορική ενότητα.
Από τη σκοπιά του αριστερού θεωρητικού λόγου, η θέση του Σβορώνου είναι διπλή: προοδευτική και ταυτόχρονα «αμφίσημη». Η μαρξιστική παράδοση, ιδιαίτερα όπως εκφράστηκε από θεωρητικούς όπως ο Hobsbawm, έχει επιμείνει στη «νεωτερική εφεύρεση των εθνών». Το έθνος δεν είναι διαχρονική οντότητα· είναι αποτέλεσμα πολιτικής συγκρότησης, ιδεολογικής κατασκευής, κοινωνικών συμφερόντων και θεσμικών λειτουργιών. Έτσι, για έναν «καθαρό» μαρξιστή, κάθε αναφορά σε προνεωτερική συνέχεια κινδυνεύει να επαναφέρει ουσιοκρατικές αντιλήψεις περί «φυλής» ή «μοναδικού πνεύματος». Ο Σβορώνος, όμως, δεν πέφτει σε αυτήν την παγίδα. Μιλά για έναν ιστορικό ελληνισμό που δεν είναι «έθνος», αλλά κοινωνία πρακτικών, ένα πλέγμα συμβολικών και υλικών σχέσεων που επιβιώνει παρά τις αλλαγές. Η Επανάσταση του 1821 δεν «δημιουργεί» τον ελληνισμό, αλλά τον μετασχηματίζει σε νεωτερικό πολιτικό υποκείμενο. Το ζήτημα είναι ότι αυτή η θεωρητική επιλογή, παρ' ότι προσεκτική, ανοίγει τον δρόμο σε παρερμηνείες. Γι’ αυτό και η κριτική από την αριστερή πλευρά δεν εστιάζει στην πρόθεση, αλλά στις πιθανές χρήσεις της έννοιας της συνέχειας.
Η δημοσίευση του βιβλίου το 2004 αναζωπύρωσε το ζήτημα της σχέσης μεταξύ συνέχειας και νεωτερικότητας. Η συζήτηση που ακολούθησε —με άρθρα και σχόλια από τον Βαγενά, τον Λιάκο και τον Δεμερτζή— ανέδειξε τρία διαφορετικά θεωρητικά μοντέλα ερμηνείας του έθνους. Ο Νάσος Βαγενάς, ως επιμελητής της έκδοσης, επισημαίνει ότι η διπλή ανάγνωση του Σβορώνου —συνέχεια και νεωτερικότητα— μπορεί να δημιουργεί ερμηνευτική αμφισημία, χωρίς όμως να απορρίπτει το έργο. Ο Αντώνης Λιάκος, εκπροσωπώντας το ρεύμα των νεωτερικών θεωριών των εθνών, αντιμετώπισε πιο ριζικά την έννοια της συνέχειας. Η θέση του είναι ότι το έθνος είναι πρωτίστως κατασκευή — πολιτική, ιδεολογική, διοικητική. Η αναφορά σε έναν «ιστορικό ελληνισμό» πριν το έθνος κινδυνεύει να αναπαράξει, έστω άθελά της, το εθνικό αφήγημα του 19ου αιώνα που ήθελε το νεοσύστατο κράτος ως φυσικό διάδοχο της αρχαιότητας. Ο Λιάκος διαβάζει τον Σβορώνο ως σημαντικό αλλά «εγκλωβισμένο» σε μια παλαιότερη, λιγότερο διαλεκτική αντίληψη της συνέχειας. Ο Νίκος Δεμερτζής παίρνει διαφορετική θέση. Για εκείνον, ο Σβορώνος ούτε παραδίδεται στην εθνικιστική αφήγηση της συνέχειας ούτε ακολουθεί άκριτα τον κονστρουκτιβισμό. Η δική του ανάγνωση βλέπει στο έργο μια προσεκτική, διαλεκτική ισορροπία: ο ελληνισμός είναι ιστορική πραγματικότητα, όχι ουσία· το έθνος είναι νεωτερική μορφή, όχι φυσικό δεδομένο. Η διαμάχη, κατά τον Δεμερτζή, γεννήθηκε από μια αποσπασματική ή παραμορφωτική ανάγνωση του έργου.
Έχει δίκιο λοιπόν ο Σβορώνος; Το ερώτημα δεν μπορεί να απαντηθεί γραμμικά. Η δύναμη του έργου του κρύβεται ακριβώς στην αμφισημία του. Η έννοια του ελληνισμού ως μακράς διάρκειας πολιτισμικής κοινότητας επιτρέπει να σκεφτούμε το παρελθόν πέρα από τις απόλυτες κατηγορίες της εθνικής ιστορίας. Ταυτόχρονα, η επιμονή στη νεωτερικότητα του έθνους αποτρέπει τον ιδεολογικό εκφυλισμό της συνέχειας σε ουσιοκρατία. Αν το έθνος είναι αποκλειστικά κατασκευή, τότε χάνεται η εμπειρική ιστορικότητα των κοινωνικών κοινοτήτων. Αν είναι αιώνια ουσία, τότε χάνεται η πραγματικότητα των ρήξεων. Ο Σβορώνος προσπαθεί να αποφύγει και τα δύο άκρα. Και ακριβώς αυτό προκαλεί αντιδράσεις: όχι επειδή το σχήμα του είναι λανθασμένο, αλλά επειδή διαρρηγνύει τις τακτοποιημένες κατηγορίες της θεωρίας. Το «Ελληνικό Έθνος» δεν είναι μόνο ιστορικό δοκίμιο· είναι σημείο συνάντησης και σύγκρουσης διαφορετικών τρόπων αυτοκατανόησης του ελληνισμού: ο ιστορικός μαρξισμός, ο νεωτερικός κονστρουκτιβισμός και η θεωρία της μακράς διάρκειας διασταυρώνονται στο ίδιο μικρό κείμενο. Η διαμάχη που γεννήθηκε μετά την έκδοσή του δεν μειώνει τη σημασία του· αντίθετα, αποδεικνύει τη ζωντάνια και τη θεωρητική του πολυπλοκότητα. Ο Σβορώνος δεν προσφέρει ένα ασφαλές, μονοσήμαντο συμπέρασμα. Μας καλεί, όμως, να σκεφτούμε το έθνος ως ιστορική διαδικασία, όπου η συνέχεια και η ρήξη, η μνήμη και η νεωτερικότητα, η πολιτισμική εμπειρία και η ιδεολογική κατασκευή συνυπάρχουν. Και αυτή η σύνθεση —όχι πάντα αναίμακτη— είναι ίσως το πιο επίκαιρο μάθημα του έργου του.
Εν κατακλείδι, και μολονότι ο όρος «μεταεθνικός αστερισμός» δεν είχε ακόμη αποκρυσταλλωθεί στη θεωρία όταν ο Σβορώνος συνέγραφε το κείμενό του, είναι δύσκολο να μη διακρίνει κάποιος μια προαίσθηση της ιστορικής μεταβολής που ερχόταν. Στα υπόγεια ρεύματα της ανάλυσής του διαφαίνεται η επίγνωση ότι το έθνος δεν αποτελεί μια δεδομένη και αιώνια μορφή, αλλά μια σύνθετη κατασκευή εκτεθειμένη στις πιέσεις της παγκοσμιοποιημένης νεωτερικότητας: την οικονομική διασύνδεση, την κινητικότητα των πληθυσμών, τις μετατοπίσεις στον πολιτικό και ιδεολογικό λόγο. Μέσα σε αυτό το ρευστό περιβάλλον, η έννοια του «ιστορικού ελληνισμού» μοιάζει να λειτουργεί ως αναστοχαστικός άξονας, όχι ως επιστροφή σε μια χαμένη ουσία, αλλά ως υπενθύμιση ότι η συλλογική ταυτότητα δεν μπορεί να διατηρηθεί χωρίς συνείδηση της ιστορικότητάς της. Αν ο Σβορώνος «ταρακουνά» τον ελληνισμό, δεν το κάνει για να τον καλέσει να συσπειρωθεί αμυντικά απέναντι στον μεταεθνικό κόσμο· το κάνει για να τον προτρέψει να κατανοήσει βαθύτερα τις ρίζες του, ώστε να μην παρασυρθεί από μια νεωτερικότητα που συχνά εξιδανικεύει την αμνησία. Έτσι, η παρέμβασή του δεν είναι συντηρητική ούτε νοσταλγική, αλλά μια ώριμη, διαλεκτική προσπάθεια να αρθρωθεί η ιστορική συνέχεια σε έναν αιώνα όπου οι παλαιές σταθερές αρχίζουν να ρευστοποιούνται.
