Δοκίμιο αρ. 178
Η ιστορία του ευρωπαϊκού άντεργκραουντ πολιτισμού των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα θα ήταν ασύλληπτα πιο φτωχή, πιο γκρίζα και, κυρίως, πιο σοβαροφανής χωρίς την παρουσία ενός ανθρώπου που μετέτρεψε το γλυκό σε πολιτικό όπλο και τη ζαχαροπλαστική σε ανώτατη μορφή ντανταϊστικής διαμαρτυρίας. Ο Νοέλ Γκοντέν, γεννημένος στη Λιέγη του Βελγίου το 1945, δεν υπήρξε ποτέ ένας απλός φαρσέρ της τηλεόρασης ή ένας κοινός προβοκάτορας του δρόμου. Υπό το ψευδώνυμο Ζορζ Λε Γκλουπιέ, ο Γκοντέν συγκρότησε μια ολόκληρη θεωρητική και πρακτική σχολή αστικού ανταρτοπόλεμου, η οποία έμεινε γνωστή με τον όρο entartage (εντουρτισμός ή τούρτωμα). Για τον Γκοντέν, ο οποίος μεγάλωσε μέσα στα ανατρεπτικά ρεύματα του Καταστασιασμού, του Σουρεαλισμού και του Μάη του '68, η κοινωνία του θεάματος είχε κατορθώσει να θωρακίσει την εξουσία, τον πλούτο και την πνευματική ελίτ πίσω από ένα απροσπέλαστο τείχος σοβαρότητας, ναρκισσισμού και τεχνητού δέους. Το αντίδοτο που πρότεινε δεν ήταν η τυφλή βία, η οποία συχνά ηρωοποιεί το θύμα, αλλά η απόλυτη γελοιοποίηση μέσω μιας τούρτας μαρένγκας με πλούσια σαντιγί. Η βασική του αξιωματική αρχή ήταν απλή: η τούρτα δεν προκαλεί τον παραμικρό σωματικό τραυματισμό, δεν αφήνει σημάδια και δεν απειλεί τη ζωή, αλλά διαλύει ακαριαία, μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, το κοινωνικό προσωπείο και τον εγωισμό του στόχου, επαναφέροντάς τον βίαια αλλά αναίμακτα στην ανθρώπινη, ευάλωτη διάστασή του.
Για να κατανοήσουμε την ουσία των επιθέσεων του Γκοντέν, είναι απαραίτητο να αναλυθεί η οργανική και καθοριστική σχέση της δράσης του με το κίνημα των Καταστασιακών (Situationists) και τη θεωρία του Γκυ Ντεμπόρ για την Κοινωνία του Θεάματος. Ο Γκοντέν υιοθέτησε τη φάρσα της τούρτας ως την απόλυτη πρακτική εφαρμογή της καταστασιακής «εκτροπής» (détournement) και της «δημιουργίας καταστάσεων». Σύμφωνα με τους Καταστασιακούς, ο σύγχρονος καπιταλισμός έχει μετατρέψει την πραγματική ζωή σε ένα διαρκές, παθητικό θέαμα, όπου οι άνθρωποι δεν βιώνουν πλέον εμπειρίες, αλλά καταναλώνουν εικόνες. Οι πολιτικοί, οι διανοούμενοι και οι τηλεοπτικοί αστέρες λειτουργούν ως οι ιερείς αυτού του θεάματος, προστατευμένοι από την επίσημη αύρα της αυθεντίας τους. Ο Γκοντέν, λειτουργώντας ως αυθεντικός επίγονος της Καταστασιακής Διεθνούς, χρησιμοποίησε την τούρτα για να προκαλέσει ένα βίαιο, σουρεαλιστικό βραχυκύκλωμα σε αυτό ακριβώς το θέαμα. Η κατάσταση που δημιουργούσε με την ομάδα του ήταν μια στιγμή απόλυτης ρήξης με την κανονικότητα: τη μια στιγμή ο τηλεθεατής έβλεπε έναν απρόσιτο δισεκατομμυριούχο ή έναν σοβαροφανή φιλόσοφο να αναλύει τον κόσμο από καθέδρας, και την επόμενη στιγμή το είδωλο αυτό κατέρρεε, καλυμμένο με σαντιγί. Αυτή η στιγμιαία αποδόμηση της εικόνας ανάγκαζε το κοινό να ξυπνήσει από τον λήθαργο της παθητικής κατανάλωσης και να δει την εξουσία στην πιο γελοία, απογυμνωμένη και ανθρώπινη εκδοχή της. Η τούρτα του Γκοντέν ήταν, στην πραγματικότητα, καταστασιακή θεωρία σε υγρή και ζαχαρώδη μορφή.
Η πιο εμβληματική, συζητημένη και καλλιτεχνικά άρτια στιγμή σε ολόκληρη την καριέρα του Γκοντέν σημειώθηκε το 1985, κατά τη διάρκεια του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, με στόχο το ίσως ιερότερο τέρας του γαλλικού σινεμά, τον Ζαν-Λυκ Γκοντάρ. Ο Γκοντάρ, ο πατέρας της Nouvelle Vague, βρισκόταν τότε στο απόγειο της πνευματικής του αποθέωσης, αντιμετωπιζόμενος από τους κριτικούς και το κοινό σχεδόν σαν ένας απρόσιτος κινηματογραφικός θεός, ένας ερημίτης της διανόησης που μιλούσε μόνο με χρησμούς. Αυτή ακριβώς η «μνημειακή» του διάσταση και η σοβαρότητα με την οποία το σύστημα περιέβαλλε το όνομά του τον κατέστησαν τον απόλυτο στόχο για τη Διεθνή των Ζαχαροπλαστών, την ομάδα που είχε ιδρύσει ο Γκοντέν. Καθώς ο σκηνοθέτης περπατούσε περιτριγυρισμένος από δημοσιογράφους και φωτογράφους, ο Γκοντέν όρμησε αστραπιαία, προσγειώνοντας μια τούρτα κατευθείαν στο πρόσωπό του. Αυτό που ακολούθησε πέρασε στην ιστορία των Καννών. Αντί για τις συνηθισμένες υστερικές αντιδράσεις των διασημοτήτων, ο Γκοντάρ επέδειξε μια παροιμιώδη, σχεδόν μεταφυσική ψυχραιμία. Στάθηκε ακίνητος, έβγαλε σιγά-σιγά τα γυαλιά του, τα οποία είχαν καλυφθεί πλήρως από λευκή κρέμα, και με ένα ειρωνικό, γεμάτο νόημα μειδίαμα, ξεστόμισε μια ατάκα που αποστόμωσε ακόμα και τον ίδιο τον Γκοντέν: «Αυτό παθαίνει κανείς όταν συναντά (τον) βουβό κινηματογράφο». Η αναφορά του Γκοντάρ στις slapstick κωμωδίες του βωβού κινηματογράφου, όπου οι τουρτομαχίες ήταν καθημερινότητα, ήταν μια κίνηση απόλυτης πνευματικής ανωτερότητας. Λίγα λεπτά αργότερα, σκουπίζοντας τα υπολείμματα, πρόσθεσε με νόημα ότι η τούρτα ήταν μάλιστα αρκετά νόστιμη! Ο Γκοντάρ αρνήθηκε κατηγορηματικά να υποβάλει μήνυση, δηλώνοντας ότι θεωρούσε την πράξη ένα νόμιμο καλλιτεχνικό χάπενινγκ, καταφέρνοντας έτσι να αφοπλίσει τον «θύτη» του, αφού απέδειξε ότι ο ίδιος δεν κατείχε την αλαζονεία που ο Γκοντέν ήθελε να τιμωρήσει.
Στον αντίποδα της αντίδρασης του Γκοντάρ βρέθηκε ο απόλυτος, διαχρονικός και πιο αγαπημένος στόχος του βέλγου ακτιβιστή: ο γάλλος φιλόσοφος, συγγραφέας και δημόσιος διανοούμενος Μπερνάρ-Ανρί Λεβί. Η σχέση του Γκοντέν με τον Λεβί ξεπερνά τα όρια της απλής διαμαρτυρίας και αγγίζει τα όρια μιας σουρεαλιστικής βεντέτας, καθώς ο Λεβί έχει δεχθεί επίθεση με τούρτα από την ομάδα του Γκοντέν τουλάχιστον επτά φορές σε διάφορες πόλεις και εκδηλώσεις. Ο λόγος που ο Λεβί μετατράπηκε σε μόνιμο στόχο ήταν η παντελής έλλειψη αυτοσαρκασμού και η παροιμιώδης ναρκισσιστική οργή με την οποία αντιμετώπιζε κάθε χτύπημα. Κάθε φορά που η σαντιγί προσγειωνόταν στο άψογα σιδερωμένο λευκό του πουκάμισο, ο Λεβί έχανε εντελώς την ψυχραιμία του, έβαζε τις φωνές, απειλούσε με χειροδικία, έβριζε τους παρευρισκόμενους και καλούσε μανιωδώς την αστυνομία και την ασφάλεια για να συλλάβουν τους «βαρβάρους». Αυτή ακριβώς η αντίδραση, η οποία ξεσκέπαζε πίσω από τον εκλεπτυσμένο φιλόσοφο έναν εύθικτο και οργισμένο αστό, αποτελούσε για τον Γκοντέν την απόλυτη δικαίωση του έργου του. Κάθε δίκη που ακολουθούσε μετά από μηνύσεις του Λεβί μετατρεπόταν από τον Γκοντέν σε ένα νέο σατιρικό σόου. Όταν καταδικαζόταν σε χρηματικά πρόστιμα, όπως για παράδειγμα μια ποινή οκτακοσίων ευρώ, ο Γκοντέν πλήρωνε με χαμόγελο, δηλώνοντας στους δημοσιογράφους έξω από την αίθουσα του δικαστηρίου ότι το τίμημα ήταν εξαιρετικά χαμηλό για τη διασκέδαση που του προσέφερε το θέαμα ενός οργισμένου Λεβί, συμπληρώνοντας με το χαρακτηριστικό του θράσος πως κανένας δικαστής στον κόσμο δεν θα ήθελε να γράψει ιστορία στέλνοντας κάποιον στη φυλακή για το έγκλημα μιας τάρτας φράουλα.
Το πιο περίπλοκο οργανωτικά και με μεγάλο ρίσκο χτύπημα της Διεθνούς των Ζαχαροπλαστών έλαβε χώρα το 1998 στις Βρυξέλλες, με θύμα τον τότε πλουσιότερο άνθρωπο του πλανήτη και ιδρυτή της "Microsoft", Μπιλ Γκέιτς. Ο Γκέιτς επισκεπτόταν το Βέλγιο για μια σειρά επίσημων συναντήσεων με κυβερνητικούς αξιωματούχους και επιχειρηματίες, περιτριγυρισμένος από μια στρατιά προσωπικών φρουρών, πρακτόρων ασφαλείας και αστυνομικών. Για τον Γκοντέν, ο Γκέιτς αντιπροσώπευε την ίδια την καρδιά του παγκόσμιου καπιταλισμού, έναν τεχνολογικό μονάρχη που επιχειρούσε να μονοπωλήσει τη γνώση και την επικοινωνία σε παγκόσμια κλίμακα. Η επιχείρηση σχεδιάστηκε με στρατιωτική ακρίβεια. Τη στιγμή που ο Γκέιτς έβγαινε από το αυτοκίνητό του και κατευθυνόταν προς την είσοδο κυβερνητικού κτηρίου, μέλη της ομάδας του Γκοντέν, ντυμένα με κοστούμια για να μην κινήσουν υποψίες, κατάφεραν να σπάσουν τον κλοιό ασφαλείας. Μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, τρεις διαδοχικές τούρτες βρήκαν το κεφάλι και το πρόσωπο του αμερικανού δισεκατομμυριούχου. Ο Γκέιτς, σοκαρισμένος και εντελώς απροετοίμαστος για κάτι τέτοιο, πάγωσε, ενώ οι άνδρες της ασφάλειας τον φυγάδευσαν εσπευσμένα στο εσωτερικό του κτηρίου, με τη σαντιγί να στάζει πάνω στο σακάκι του. Ο Γκοντέν και οι συνεργάτες του συνελήφθησαν αμέσως και οδηγήθηκαν στο αστυνομικό τμήμα. Ωστόσο, η νομική ομάδα του Μπιλ Γκέιτς, αντιλαμβανόμενη ότι μια δημόσια δίκη για μια τούρτα θα έκανε ακόμη μεγαλύτερη ζημιά στην εικόνα του επιχειρηματία, αποφάσισε να μην προχωρήσει σε μήνυση. Έτσι, οι αρχές αναγκάστηκαν να αφήσουν τον Γκοντέν ελεύθερο χωρίς κατηγορίες, προσθέτοντας ακόμα ένα θρυλικό παράσημο στο βιογραφικό της ομάδας.
Η λίστα των θυμάτων του Γκοντέν είναι ένας πραγματικός οδηγός για τις ισχυρές προσωπικότητες της γαλλόφωνης και της παγκόσμιας σκηνής. Ανάμεσα στους στόχους του βρέθηκε ο Νικολά Σαρκοζί, το 1997, πολύ πριν εκλεγεί Πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας, όταν ήταν ακόμα ένας φιλόδοξος δήμαρχος και υπουργός που έχτιζε το προφίλ του σκληρού πολιτικού του νόμου και της τάξης. Το χτύπημα με την τούρτα είχε ως στόχο να τσαλακώσει ακριβώς αυτή την εικόνα του αλύγιστου κρατικού λειτουργού. Ακολούθησε απόπειρα εναντίον του Σαρκοζί το 2005. Στόχος έγινε επίσης η σπουδαία γαλλίδα συγγραφέας Μαργκερίτ Ντυράς (1969, η πρώτη επίθεσή του με τούρτα και το ψευδώνυμο Λε Γκλουπιέ), την οποία ο Γκοντέν εκτιμούσε ως λογοτέχνιδα, αλλά απεχθανόταν για τη βαθιά σοβαροφάνεια, τη μελαγχολική πόζα και τον ελιτισμό με τον οποίο περιέβαλλε τις δημόσιες εμφανίσεις της. Ακόμα και ο διάσημος γάλλος παρουσιαστής της τηλεόρασης Πατρίκ Πουάβρ ντ' Αρβόρ, η απόλυτη φωνή των επίσημων ειδήσεων της Γαλλίας για δεκαετίες, είδε το πρόσωπό του να καλύπτεται από κρέμα ζαχαροπλαστικής ζωντανά στον αέρα, σε μια κίνηση που ήθελε να πλήξει την εγκυρότητα και την αυθεντία των συστημικών μέσων ενημέρωσης.
Ωστόσο, το ερώτημα που προκύπτει συχνά όταν μελετά κάποιος τη ζωή αυτού του ιδιόμορφου Βέλγου είναι αν η δράση του περιορίστηκε αποκλειστικά και μόνο στο πέταγμα γλυκισμάτων. Η αλήθεια είναι ότι ο Νοέλ Γκοντέν έχει υπάρξει μια βαθιά πολυδιάστατη προσωπικότητα των ευρωπαϊκών γραμμάτων, ένας άνθρωπος με τεράστια καλλιέργεια και ακαδημαϊκό υπόβαθρο. Πριν και παράλληλα με τη δράση του ως (εν)τουρτιστής, ο Γκοντέν εργάστηκε επί δεκαετίες ως μανιώδης κριτικός κινηματογράφου και δημοσιογράφος σε έντυπα εναλλακτικής κουλτούρας, διαθέτοντας μια σπάνια και απόλυτη γνώση της παγκόσμιας φιλμογραφίας. Η αγάπη του για το σινεμά δεν εκφράστηκε μόνο μέσα από την κριτική, αλλά και μέσα από την υποκριτική. Ο Γκοντέν έχει συμμετάσχει ως ηθοποιός σε πολλές άντεργκραουντ, εναλλακτικές και σουρεαλιστικές ταινίες του βελγικού και γαλλικού κινηματογράφου, συνεργαζόμενος στενά με δημιουργούς όπως ο Γιαν Μπουκουά: La Vie sexuelle des Belges 1950-1978 (1994), Camping Cosmos (1996), La Vie politique des Belges (2002), Les Vacances de Noël (2005). Στις ταινίες αυτές υποδύεται σχεδόν πάντα τον εαυτό του, έναν αμετανόητο, εκκεντρικό αναρχικό που ζει στις παρυφές της κοινωνίας και ανατρέπει με κάθε ευκαιρία τα αστικά ήθη. Επιπλέον, ο Γκοντέν είναι ένας εξαιρετικά παραγωγικός συγγραφέας. Έχει εκδώσει πολυάριθμα βιβλία, με πιο χαρακτηριστικό την Ανθολογία της απόλυτης ανατροπής, ένα ογκώδες, εξαιρετικά τεκμηριωμένο έργο στο οποίο αναλύει την ιστορία των προβοκατόρικων και ριζοσπαστικών κινημάτων στην τέχνη και την πολιτική, από τον Ντανταϊσμό και τον Σουρεαλισμό μέχρι τους Καταστασιακούς και τις σύγχρονες μορφές ακτιβισμού. Μέσα από τα γραπτά του, ο Γκοντέν αποδεικνύει ότι οι επιθέσεις του δεν ήταν προϊόντα παρορμητισμού ή επιθυμίας για φτηνή δημοσιότητα, αλλά το πρακτικό αποτέλεσμα μιας συγκροτημένης πολιτικής και αισθητικής θεωρίας. Πριν καθιερώσει την τούρτα ως το απόλυτο σήμα κατατεθέν του, είχε πειραματιστεί με διάφορες άλλες μορφές καλλιτεχνικού ακτιβισμού, όπως η εισβολή σε τηλεοπτικά πλατό, η διακοπή επίσημων πολιτικών ομιλιών με τη χρήση ευφάνταστων πανό, οι θεατρικές προβοκάτσιες σε δημόσιους χώρους και η δημιουργία ψεύτικων ειδήσεων για τον αποπροσανατολισμό των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης.
Σήμερα, ο Νοέλ Γκοντέν διανύει το 81ο έτος της ηλικίας του. Λόγω των φυσικών περιορισμών του γήρατος, έχει αποσυρθεί προ πολλού από τις δράσεις στους δρόμους και στα κόκκινα χαλιά, αφήνοντας τα ταψιά με τις μαρένγκες στις νεότερες γενιές και περιορίζοντας τον δικό του ρόλο σε ένα καθαρά πνευματικό και συμβουλευτικό επίπεδο. Αν και η Διεθνής των Ζαχαροπλαστών έχει πάψει να υφίσταται ως κεντρικά οργανωμένη ομάδα υπό την άμεση καθοδήγησή του, η κληρονομιά της παραμένει ζωντανή ακριβώς επειδή δεν λειτούργησε ποτέ ως παραδοσιακή οργάνωση με λίστες μελών, αλλά ως μια μόνιμη, διάχυτη απειλή. Η σχολή του εντουρτισμού συνεχίζει να υφίσταται μέσα από αυτόνομα χτυπήματα νεότερων ακτιβιστών που στοχεύουν τη σύγχρονη πολιτική ελίτ, αλλά και μέσα από την ίδια την τεχνογνωσία που ο Γκοντέν μεταφέρει ακόμα και σήμερα στα καφέ των Βρυξελλών σε όσους τον πλησιάζουν ζητώντας καθοδήγηση. Κάθε φορά, λοιπόν, που ένα μέλος αυτής της ιδιότυπης, διάσπαρτης σχολής ετοιμάζεται να εξαπολύσει ένα γλυκό βλήμα ενάντια σε κάποιον ισχυρό της ημέρας, η παλιά, χαρακτηριστική ιαχή της ομάδας του Γκοντέν αντηχεί σαν μια υπενθύμιση: Γκλουπ, γκλουπ, γκλουπ! Αυτός ο παράξενος ήχος, που συμβολίζει τον πνιγμό της σοβαροφάνειας μέσα στη σαντιγί, παραμένει η μεγαλύτερη παρακαταθήκη ενός ανθρώπου που απέδειξε ότι το γέλιο και η απομυθοποίηση είναι τα πιο αποτελεσματικά όπλα ενάντια σε κάθε μορφή αλαζονικής εξουσίας.
