23 Αυγούστου 2026

Μαντάμ Σουσού: Η τέχνη της αυταπάτης και η αβάσταχτη ανασφάλεια του σύγχρονου ανθρώπου

 Δοκίμιο αρ. 212



Η τηλεοπτική μεταφορά της "Μαντάμ Σουσούς" του Δημήτρη Ψαθά από την ΕΡΤ, τη δεκαετία του 1980, παραμένει έως σήμερα ένα υποδειγματικό μάθημα υποκριτικής τέχνης. Στον ρόλο της Μαντάμ Σουσούς, η Άννα Παναγιωτοπούλου δεν δημιούργησε μόνο έναν αναγνωρίσιμο κωμικό χαρακτήρα αλλά και μια ολοκληρωμένη σκηνική και τηλεοπτική παρουσία, τόσο οργανικά ενταγμένη στην εσωτερική λογική της ηρωίδας, ώστε η ηθοποιός και ο ρόλος να μοιάζουν αδιαχώριστοι!

Στο πρόσωπο της Μαντάμ Σουσούς, ο Δημήτρης Ψαθάς - και μετέπειτα η τηλεοπτική της ενσάρκωση - δεν αποτύπωσε απλώς μια γραφική φιγούρα μιας άλλης εποχής, αλλά σκιαγράφησε με διορατικότητα το βαθύτερο νεοελληνικό σύμπτωμα. Η Σουσού, με την αγωνιώδη αποκοπή της από τις ρίζες της (τον "Μπύθουλα"), την εμμονή της στην επίπλαστη ευπρέπεια, τον ψευτοελιτισμό και την επίδειξη μιας δανεικής πολυτέλειας, καθρέφτισε τη διαχρονική ροπή μας προς τον κοσμοπολιτισμό της βιτρίνας. Σήμερα, βέβαια, αυτή η ανασφάλεια και η ανάγκη για προβολή έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τα στενά όρια του παραδοσιακού μικροαστισμού, διαποτίζοντας οριζόντια ολόκληρη την κοινωνία. Ο σύγχρονος άνθρωπος - σημαδεμένος από το άγχος του "φαίνεσθαι" - βρίσκει στον χαρακτήρα της Σουσούς τον πιο αμείλικτο καθρέφτη του. Γι' αυτό και γελάμε μαζί της. Βλέπουμε σε αυτήν όχι κάποια ξένη, αλλά τους δικούς μας φόβους και τα προσωπεία μας. Άλλωστε, έχει μεσολαβήσει και άλλη μια χρεοκοπία. Κοιτώντας πίσω, συνειδητοποιούμε κάτι αμείλικτο. Η τηλεοπτική Σουσού του 1980 δεν ήταν απλώς μια κωμική ηρωίδα, αλλά μια προειδοποίηση που δεν λάβαμε υπόψη μας...

Το εγχείρημα στάθηκε ιδιαίτερα απαιτητικό. Η Σουσού είναι ένας χαρακτήρας που από τη φύση του προσφέρεται για υπερβολή, καρικατούρα και εύκολη κωμικότητα. Η Παναγιωτοπούλου, όμως, επέλεξε τον δρόμο του μέτρου. Αντί για κραυγές, υπερβολικές γκριμάτσες και εξωτερικές εξάρσεις, οικοδόμησε τη μεγαλομανία, τον σνομπισμό και την αριστοκρατική αυταπάτη της ηρωίδας με λεπτές εσωτερικές αποχρώσεις: ένα βλέμμα απαξίωσης, μια ελεγχόμενη πόζα, μια αλλαγή στον τόνο της φωνής, μια παύση, μια ανεπαίσθητη μετατόπιση του σώματος. Το περίφημο "τόσο-όσο" γίνεται έτσι βασική αρχή της ερμηνείας της. Και ακριβώς επειδή δεν εκβιάζει το κωμικό στοιχείο, το κάνει ακόμη πιο ισχυρό.

Κοιτάζοντας το συγκεκριμένο τηλεοπτικό πορτρέτο της Σουσούς (φωτογραφία), γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι το πρόσωπο της ηρωίδας λειτουργεί κυριολεκτικά ως μάσκα. Δεν πρόκειται για ένα πρόσωπο που ανταποκρίνεται ανοιχτά και αυθεντικά στο περιβάλλον του, αλλά για μια προσεκτικά κατασκευασμένη πρόσοψη, πίσω από την οποία η γυναίκα έχει δημιουργήσει έναν ολόκληρο φαντασιακό κόσμο. Το βλέμμα της, συχνά στραμμένο προς ένα αόριστο υπερπέραν, μαρτυρά την αποστασιοποίησή της από την πραγματικότητα του Μπύθουλα και την προσκόλλησή της σε μια φαντασιακή "υψηλή κοινωνία".

Σε αυτό ακριβώς έγκειται και ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της ερμηνείας. Η μάσκα της Σουσούς δεν είναι απλώς ένα κωμικό προσωπείο, αλλά ένας μηχανισμός άμυνας. Πίσω από τα έντονα μάτια, το περίτεχνο ψηλό χτένισμα, το υπερβολικό σατέν και την αλαζονική στάση διακρίνεται η ρωγμή: η ανασφάλεια μιας γυναίκας που έχει ανάγκη να πιστεύει στην ανωτερότητά της ακριβώς επειδή φοβάται την αποκάλυψη της πραγματικής της θέσης. Η μεγαλομανία της, επομένως, εκτός από αντικείμενο γέλωτα, είναι και η ψυχική της άμυνα απέναντι σε μια πραγματικότητα που απειλεί διαρκώς να διαλύσει το προσωπικό της αφήγημα.

Γι’ αυτό η ονειροπόληση αποτελεί πιθανότατα το "σήμα κατατεθέν" της ερμηνείας της Παναγιωτοπούλου. Ούτε για απλή αφέλεια πρόκειται ούτε βέβαια για γλυκιά φυγή από την πραγματικότητα, αλλά για ενεργό τρόπο ύπαρξης. Η Σουσού αποσύρεται από το τραχύ περιβάλλον που την περιβάλλει και μεταφέρεται, μέσα από τη φαντασία της, σε έναν κόσμο αριστοκρατικών σαλονιών, κοινωνικής ανωτερότητας και πολυτέλειας. Η ηθοποιός αποδίδει αυτή την εσωτερική μετατόπιση χωρίς να χρειάζεται να την εξηγήσει. Το βλέμμα χάνεται, το σώμα αλλάζει, η στάση αποκτά υπεροψία, ο ρυθμός επιβραδύνεται. Η ηρωίδα δεν παριστάνει απλώς ότι βρίσκεται κάπου αλλού. Για μια στιγμή βρίσκεται πράγματι εκεί.

Ακόμη και το περίφημο "θανατηφόρο βλέμμα" της αποκτά μέσα σε αυτή τη λογική μια ιδιαίτερη κωμική διάσταση. Η Σουσού μπορεί να ποζάρει με τα μάτια ακόμη και κλειστά και, παρ’ όλα αυτά, να αποπνέει τέτοια αλαζονεία και σνομπισμό ώστε να μοιάζει ότι "μηδενίζει" τον άλλον χωρίς καν να χρειάζεται να τον κοιτάξει. Το αστείο βρίσκεται φυσικά στη γκριμάτσα ή την πόζα, αλλά κυρίως στην απόλυτη σοβαρότητα με την οποία η ηρωίδα κατοικεί την αυταπάτη της.

Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο στην ερμηνεία της Παναγιωτοπούλου είναι ακριβώς αυτό: η εξωτερική μορφή δεν προηγείται της εσωτερικής κατάστασης, αλλά αποτελεί την υλική της εκδήλωση. Η φωνή, η άρθρωση, ο ρυθμός, οι παύσεις, το βλέμμα, οι μικροκινήσεις του προσώπου, η στάση του σώματος και η χειρονομία δεν λειτουργούν ως χωριστά "τεχνικά εργαλεία". Συλλειτουργούν και μεταβάλλονται διαρκώς ανάλογα με την ψυχική και κοινωνική κατάσταση της ηρωίδας. Μια ανεπαίσθητη αλλαγή στον τόνο της φωνής μπορεί να μεταβάλει ταυτόχρονα το βλέμμα, την ένταση του σώματος και τον ρυθμό της κίνησης. Η ερμηνεία αποκτά έτσι οργανική ενότητα.

Αυτή ακριβώς η συλλειτουργία δημιουργεί τις λεπτές αποχρώσεις του χαρακτήρα. Βλέπουμε μια γυναίκα που έχει εσωτερική ζωή, αντιφάσεις, επιθυμίες, φόβους, αυταπάτες και ευαισθησίες. Η κωμικότητα δεν είναι ένα εξωτερικό στρώμα που προστίθεται στον ρόλο σαν αξεσουάρ. Αναδύεται από την ίδια την αλήθεια της Μαντάμ Σουσούς. Γελάμε μαζί της επειδή αντιλαμβανόμαστε την υπερβολή της, αλλά ταυτόχρονα μπορούμε να αναγνωρίσουμε μέσα της έναν υπαρκτό κοινωνικό τύπο: τον άνθρωπο που κατασκευάζει μια φαντασιακή εικόνα του εαυτού του και στη συνέχεια αναγκάζεται να ζήσει μέσα σε αυτήν.

Πρόκειται, δηλαδή, για τη διαφορά ανάμεσα στην αληθοφάνεια και την αλήθεια της μεταμόρφωσης. Η αληθοφάνεια μπορεί να επιτευχθεί με μια επιτυχημένη εξωτερική μίμηση, ήτοι μια συγκεκριμένη φωνή, ένα συγκεκριμένο περπάτημα, συγκεκριμένες γκριμάτσες, μια αναγνωρίσιμη χειρονομία. Όλα αυτά μπορούν να καταστήσουν έναν χαρακτήρα άμεσα αναγνωρίσιμο. Δεν αρκούν όμως για να του προσδώσουν εσωτερική ζωή.

Η Παναγιωτοπούλου φαίνεται να κάνει κάτι πιο ουσιαστικό. Αντί να φέρνει τα χαρακτηριστικά της Σουσούς πάνω της σαν διακοσμητικά στοιχεία, βασίζει ολόκληρη τη σωματική και φωνητική της παρουσία στην εσωτερική λογική του χαρακτήρα. Τα εξωτερικά χαρακτηριστικά είναι, επομένως, απολύτως απαραίτητα, αλλά δεν λειτουργούν ως σταθερά και αυτόνομα σημεία μίμησης. Εντάσσονται σε μια εσωτερική οργανωτική αρχή και μεταβάλλονται ποιοτικά ανάλογα με τη συνολική κατάσταση της ηρωίδας.

Γι’ αυτό η ερμηνεία της Παναγιωτοπούλου ξεπερνά την απλή κωμική αναπαράσταση. Η Μαντάμ Σουσού είναι ταυτόχρονα γελοία και ευάλωτη, αλαζονική και ανασφαλής, αυταπατώμενη και βαθιά ανθρώπινη. Η "μάσκα" της δεν κρύβει απλώς την πραγματικότητα· την αποκαλύπτει. Όσο περισσότερο η Σουσού προσπαθεί να εμφανιστεί ως αυτό που φαντάζεται ότι είναι, τόσο περισσότερο αποκαλύπτεται αυτό που φοβάται ότι είναι.

Αυτή πρέπει να είναι και η μεγάλη κατάκτηση της Άννας Παναγιωτοπούλου: η μορφή δεν καλύπτει την εσωτερικότητα, αλλά την καθιστά διάφανη. Η υπερβολή της Σουσούς γίνεται έτσι μέτρο, η αλαζονεία της ανασφάλεια, η ονειροπόλησή της άμυνα και η "μάσκα" της αποκάλυψη. Η ηθοποιός δεν μας ζητά απλώς να γελάσουμε με τη Μαντάμ Σουσού. Μας κάνει να καταλάβουμε γιατί χρειάζεται τόσο απεγνωσμένα να γίνει αυτό που προσποιείται ότι είναι. Και ακριβώς εκεί, στο σημείο όπου η κωμωδία συναντά την ανθρώπινη αλήθεια, βρίσκεται η διαχρονικότητα αυτής της μοναδικής κι ανεπανάληπτης ερμηνείας.