Δοκίμιο αρ. 216
![]() |
Περφόρμερ των Έρσαν Μόνταγκ και Ναντίμ Σάμαν μπροστά στον πίνακα του Λούκας Κράναχ Η Κρήνη της Νεότητας (1546). |
Στις 11 Σεπτεμβρίου, η Gemäldegalerie του Βερολίνου υποδέχεται την περφόρμανς Alternde Meister (Δάσκαλοι που γερνούν), μια ιδιαίτερη συμπαραγωγή του Μπερλίνερ Ανσάμπλ και του μουσείου, καλλιτεχνική σύλληψη του Έρσαν Μόνταγκ και του Ναντίμ Σάμαν.
Είκοσι πέντε περφόρμερ χωροθετούνται στις αίθουσες του μουσείου και συνομιλούν άμεσα με τη μόνιμη συλλογή του. Η ομάδα περιλαμβάνει ηθοποιούς, εικαστικούς καλλιτέχνες, τραγουδιστές και χορευτές διαφορετικών γενεών. Μεταξύ των συμμετεχόντων οι Φρανκ Μπίτνερ, Εύα-Μαρία Κέλερ, Σέμα Ποϊράζ, ΓουέστΜπαμ, και Λούις Χόφμαν. Το αποτέλεσμα βρίσκεται στα όρια του θεάτρου, της περφόρμανς και της μουσειακής εμπειρίας. Οι περφόρμερ δεν εμφανίζονται σε μια ξεχωριστή σκηνή αλλά ανάμεσα στους πίνακες, ενταγμένοι στην ίδια την αρχιτεκτονική του ιδρύματος. Τα σώματά τους συνυπάρχουν με τα ζωγραφισμένα σώματα των Παλαιών Δασκάλων, δηλαδή των σημαντικών ζωγράφων που δημιούργησαν από την Αναγέννηση έως περίπου τις αρχές του 19ου αιώνα, και φτιάχνουν ένα ζωντανό tableau vivant, στο οποίο η ζωγραφική και η ανθρώπινη παρουσία αποκτούν νέα σχέση.
Η Gemäldegalerie αποτελεί ιδανικό χώρο για αυτή τη συνάντηση. Η συλλογή περιλαμβάνει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής εικονογραφίας που σχετίζεται με τον θάνατο, τη θνητότητα, τη μεταμόρφωση και την αναγέννηση. Ταυτόχρονα, το ίδιο το μουσείο έχει ως αποστολή τη διατήρηση των έργων και την προστασία τους από τη φθορά του χρόνου. Εδώ έγκειται μία από τις θεμελιακές αντιθέσεις των Δασκάλων που γερνούν. Οι πίνακες παραμένουν. Τα σώματα των ανθρώπων μεταβάλλονται. Η τέχνη των Παλαιών Δασκάλων διατηρείται μέσα στον χρόνο, ενώ οι σύγχρονοι περφόρμερ ζουν μέσα στον χρόνο και υφίστανται τη φυσική του επίδραση. Έτσι η περφόρμανς συνδέει τον μυθικό και αλληγορικό χρόνο των ζωγραφικών έργων με τον πραγματικό χρόνο της ανθρώπινης ζωής και της καλλιτεχνικής σταδιοδρομίας. Η καλλιτεχνική ορατότητα δεν είναι ποτέ μόνιμη. Κάθε καλλιτέχνης εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη ιστορική και πολιτιστική στιγμή, αποκτά αναγνωρισιμότητα και κάποια στιγμή απομακρύνεται από το επίκεντρο της προσοχής. Μια νέα γενιά παίρνει τη θέση του.
Ο τίτλος Δάσκαλοι που γερνούν (Alternde Meister) έχει διττή σημασία. Αναφέρεται στους μεγάλους δημιουργούς του παρελθόντος, αλλά και στους σύγχρονους καλλιτέχνες που βρίσκονται αντιμέτωποι με τον χρόνο, τη φθορά, την απώλεια της ορατότητας και την ανάγκη της καλλιτεχνικής επανεφεύρεσης.
Παράλληλα, το έργο προσλαμβάνει μια ευρύτερη κοινωνική και πολιτιστική διάσταση, καθώς λειτουργεί ως ένα συλλογικό πορτρέτο του Βερολίνου. Η γερμανική πρωτεύουσα έχει συνδέσει, εδώ και δεκαετίες, την εικόνα της με τη νεότητα, την ελευθερία, την καλλιτεχνική πρωτοπορία και τη δυνατότητα μιας διαρκούς νέας αρχής. Πίσω από αυτή την εικόνα, όμως, υπάρχουν τα χάσματα μιας πολύπλοκης ιστορίας και οι αμέτρητες προσωπικές διαδρομές των ανθρώπων που έζησαν - και εξακολουθούν να ζουν - στην πόλη. Οι περφόρμερ αντιπροσωπεύουν αυτή την αντίφαση. Η πόλη μοιάζει να σκηνοθετεί διαρκώς τη νεότητά της, αλλά κάτω από την επιφάνειά της υπάρχουν τα ίχνη πολλών διαφορετικών ζωών. Το ίδιο συμβαίνει και με τα σώματα της περφόρμανς. Οι ρυτίδες, οι ουλές, η κόπωση και η ευαλωτότητα, αντί να παρουσιάζονται ως σημάδια αποτυχίας ή παρακμής, αποτελούν τεκμήρια μιας ζωής που έχει ήδη βιωθεί.
Οι Δάσκαλοι που γερνούν δεν έχουν την παραδοσιακή δομή μιας θεατρικής παράστασης. Η δράση διαρκεί τριάντα λεπτά, και επαναλαμβάνεται σε συνεχή κύκλο κατά τη διάρκεια του ωραρίου λειτουργίας του μουσείου. Στην αρχή κάθε κύκλου, οι περφόρμερ βρίσκονται ήδη στις αίθουσες. Ο καθένας έχει μια συγκεκριμένη θέση. Κάποιοι κοιμούνται. Άλλοι αναπαύονται. Κάποιοι μοιάζουν νεκροί. Τα σώματά τους βρίσκονται ανάμεσα στους πίνακες και μοιάζουν μέρος της συλλογής. Στη συνέχεια, ένας-ένας, ξυπνούν. Ντύνονται και πραγματοποιούν μια προσωπική δράση. Κάθε σώμα ακολουθεί τη δική του μικρή διαδρομή, ενώ, ταυτόχρονα, εξελίσσεται η δράση των υπολοίπων. Στο τέλος, όλοι συγκεντρώνονται σε κοινό χώρο για μια συλλογική τελετουργία. Μετά την τελετουργία, η ομάδα διαλύεται. Οι περφόρμερ επιστρέφουν στις αίθουσες, και ένας νέος κύκλος αρχίζει. Η μορφή αυτή καταργεί την έννοια του μοναδικού θεατρικού χρόνου. Δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη στιγμή έναρξης για όλους τους θεατές ούτε ένα συμβατικό τέλος. Ο επισκέπτης μπορεί να εισέλθει στην περφόρμανς οποιαδήποτε στιγμή. Μπορεί να ακολουθήσει έναν συγκεκριμένο περφόρμερ, να σταματήσει μπροστά σε έναν πίνακα, να μετακινηθεί σε άλλη αίθουσα και να επιστρέψει στη δράση. Ο θεατής παύει να παρακολουθεί μια ενιαία αφήγηση και κατασκευάζει τη δική του διαδρομή μέσα στο έργο.
Η δραματουργική αφετηρία της παράστασης βρίσκεται στον περίφημο πίνακα Η Κρήνη της Νεότητας (1546) του Λούκας Κράναχ (του πρεσβύτερου). Ο Κράναχ παρουσιάζει ηλικιωμένες γυναίκες που οδηγούνται σε μια πέτρινη δεξαμενή. Μετά το λουτρό τους, η ηλικία τους εξαφανίζεται και τα σώματά τους αποκτούν ξανά τη νεανική τους μορφή. Ακολουθούν η περιποίηση, η πλούσια ένδυση και η είσοδος σε έναν κήπο γεμάτο μουσική και χορό. Ο πίνακας μπορεί να διαβαστεί ως αλληγορία της ανθρώπινης επιθυμίας για νίκη απέναντι στον χρόνο και τον θάνατο. Μπορεί, όμως, να διαβαστεί και ως σάτιρα της αυλικής ματαιοδοξίας. Η "αναγέννηση" αφορά κυρίως την εξωτερική εμφάνιση και την επιθυμία της νιότης. Οι Δάσκαλοι που γερνούν δανείζονται από τον ζωγράφο τη δραματουργική ακολουθία της μεταμόρφωσης, της ένδυσης και της συλλογικής συγκέντρωσης. Στη συνέχεια, όμως, ανατρέπουν την πορεία της. Ενώ στον Κράναχ η μεταμόρφωση οδηγεί στη γιορτή, στους Μόνταγκ και Σάμαν οδηγεί στην κηδεία.
Σε κάθε κύκλο ένας περφόρμερ τοποθετείται στο κέντρο. Οι υπόλοιποι συγκεντρώνονται γύρω του και τον πενθούν. Η σκηνή συνοδεύεται από χορωδιακό απόσπασμα από τα Kindertotenlieder του Μάλερ, τον κύκλο τραγουδιών που γράφτηκε μεταξύ 1901 και 1904 πάνω σε ποιήματα του Φρίντριχ Ρίκερτ. Αυτά προέρχονται από την εμπειρία του γονικού πένθους για την απώλεια παιδιών. Η μουσική του Μάλερ προσφέρει στην τελετουργία μια έντονη αίσθηση απώλειας και θρήνου. Ωστόσο, η τελική εικόνα των Kindertotenlieder δεν παραμένει αποκλειστικά μέσα στην απόγνωση. Τα παιδιά επιστρέφουν στο σπίτι και κοιμούνται, σαν να μην έχει συμβεί τίποτε. Οι Δάσκαλοι που γερνούν ακολουθούν αυτή την κίνηση και στη συνέχεια την ανατρέπουν. Το πένθος μετατρέπεται σε συλλογικό γέλιο. Το γέλιο σταματά απότομα και η ομάδα παγώνει σε ένα tableau vivant. Για μια στιγμή, το πένθος και η ζωτικότητα συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα. Ύστερα το tableau διαλύεται. Ο περφόρμερ που βρισκόταν στο κέντρο ως "νεκρός" σηκώνεται. Και ο κύκλος αρχίζει ξανά. Ο θάνατος δεν αποτελεί, λοιπόν, το οριστικό τέλος. Η περφόρμανς τον εντάσσει σε έναν κυκλικό μηχανισμό απώλειας, πένθους, ανατροπής και επιστροφής.
Το σώμα συνιστά εδώ το βασικό πεδίο της καλλιτεχνικής έρευνας. Ο επισκέπτης ενός μουσείου έχει μάθει να παρατηρεί έναν πίνακα με αργό και προσεκτικό βλέμμα. Κοιτάζει τις λεπτομέρειες, την επιφάνεια, το φως, τις μορφές και τα ίχνη του χρόνου πάνω στο έργο. Οι Μόνταγκ και Σάμαν ζητούν από τον θεατή να εφαρμόσει το ίδιο βλέμμα στους περφόρμερ. Οι ρυτίδες, οι ουλές, η κόπωση και η ευαλωτότητα αποκτούν την ίδια αξία με τις λεπτομέρειες ενός πίνακα. Αντί να παρουσιάζεται το σώμα ως αντικείμενο που πρέπει να κρύψει τη φθορά του, η φθορά γίνεται μαρτυρία της ζωής. Σε αυτό συνίσταται και η συνάντηση θεάτρου και μουσείου. Το μουσείο διατηρεί εικόνες ανθρώπων που έζησαν στο παρελθόν. Το θέατρο παρουσιάζει ανθρώπους που ζουν μπροστά μας και μεταβάλλονται μέσα στον χρόνο. Οι πίνακες προσπαθούν να αντισταθούν στη φθορά μέσω της συντήρησης. Το ανθρώπινο σώμα δεν διαθέτει αυτή την προστασία. Οι Δάσκαλοι που γερνούν μετατρέπουν αυτή τη διαφορά σε θεατρικό γεγονός. Μέσα στις αίθουσες της Gemäldegalerie, τα ζωγραφισμένα σώματα των Παλαιών Δασκάλων συναντούν τα πραγματικά σώματα των σύγχρονων περφόρμερ. Η εικόνα συναντά την παρουσία. Η ακινησία συναντά την κίνηση. Η διατήρηση συναντά τη φθορά. Ο θάνατος συναντά την επιστροφή. Και το μουσείο, ένας χώρος που έχει ως αποστολή να προστατεύει την τέχνη από τον χρόνο, μετατρέπεται σε έναν χώρο όπου ο ίδιος ο χρόνος γίνεται το αντικείμενο της παράστασης.
Στην περφόρμανς των Μόνταγκ και Σάμαν, η γήρανση δεν αντιμετωπίζεται ως απλή βιολογική διαδικασία. Οι δημιουργοί τη συνδέουν με την καλλιτεχνική μνήμη, την πολιτιστική ορατότητα, την απώλεια, την επιθυμία για ανανέωση και την ανάγκη του ανθρώπου να επιστρέφει ξανά και ξανά στη ζωή. Στις 11 Σεπτεμβρίου, οι Παλαιοί Δάσκαλοι θα βρεθούν αντιμέτωποι με έναν νέο τύπο "έργου τέχνης": το ίδιο το ανθρώπινο σώμα, με όλη τη φθορά, την ιστορία και τη ζωντανή του παρουσία.
September 2, 2026
Ageing Masters
Essay No. 216
![]() |
Performers in Ersan Mondtag and Nadim Samman’s Alternde Meister before Lucas Cranach the Elder’s The Fountain of Youth (1546). |
On 11 September, Berlin’s Gemäldegalerie will host Alternde Meister (Ageing Masters), a distinctive co-production between the Berliner Ensemble and the museum, conceived by Ersan Mondtag and Nadim Samman.
Twenty-five performers will be positioned throughout the museum’s galleries, entering into direct dialogue with its permanent collection. The group brings together actors, visual artists, singers and dancers from different generations. Among the participants are Frank Büttner, Eva-Maria Keller, Sema Poyraz, WestBam and Louis Hofmann. The result lies at the intersection of theatre, performance and the museum experience. The performers do not appear on a separate stage but among the paintings, integrated into the very architecture of the institution. Their bodies coexist with the painted bodies of the Old Masters - that is, the major European painters who worked from the Renaissance to approximately the beginning of the nineteenth century - and form a living tableau vivant in which painting and human presence acquire a new relationship.
The Gemäldegalerie is an ideal setting for such an encounter. Its collection contains a substantial body of European imagery concerned with death, mortality, transformation and rebirth. At the same time, the museum itself is devoted to preserving works of art and protecting them from the effects of time. Here lies one of the fundamental tensions at the heart of Alternde Meister. The paintings remain. Human bodies change. The art of the Old Masters survives through time, whereas contemporary performers live within time and are subject to its physical effects. The performance thus brings together the mythical and allegorical temporality of painting with the actual time of human life and artistic careers. Artistic visibility is never permanent. Every artist emerges within a particular historical and cultural moment, acquires recognition and eventually recedes from the centre of attention. A new generation takes their place.
The title Alternde Meister (Ageing Masters) carries a double meaning. It refers to the great masters of the past, but also to contemporary artists who confront time, physical decline, the loss of visibility and the need for artistic reinvention.
At the same time, the work acquires a broader social and cultural dimension, functioning as a collective portrait of Berlin. For decades, the German capital has associated its image with youth, freedom, artistic experimentation and the possibility of a perpetual new beginning. Behind this image, however, lie the fractures of a complex history and the countless individual trajectories of those who have lived - and continue to live - in the city. The performers embody this contradiction. The city appears perpetually to stage its own youth, yet beneath its surface remain the traces of many different lives. The same is true of the bodies in the performance. Wrinkles, scars, fatigue and vulnerability are not presented as signs of failure or decline, but as evidence of a life already lived.
Alternde Meister does not follow the conventional structure of a theatrical performance. The action lasts thirty minutes and repeats in an uninterrupted cycle throughout the museum’s opening hours. At the beginning of each cycle, the performers are already present in the galleries. Each occupies a specific position. Some are asleep. Others are resting. Some appear to be dead. Their bodies lie among the paintings, seemingly absorbed into the collection. One by one, they awaken. They dress and undertake an individual action. Each body follows its own small trajectory while the actions of the others unfold simultaneously. At the end, they gather in a common space for a collective ritual. After the ritual, the group disperses. The performers return to the galleries and a new cycle begins.
This structure abolishes the notion of a single theatrical time. There is no prescribed moment at which all spectators must enter, nor is there a conventional ending. Visitors may enter the performance at any point. They may follow a particular performer, pause before a painting, move into another gallery and return to the action. The spectator ceases to follow a single, unified narrative and instead constructs an individual trajectory through the work.
The dramaturgical point of departure for the performance is Lucas Cranach the Elder’s celebrated painting The Fountain of Youth (1546). Cranach depicts elderly women being led towards a stone basin. After bathing, their age disappears and their bodies regain their youthful form. Grooming and sumptuous clothing follow, before they enter a garden filled with music and dance. The painting can be read as an allegory of the human desire to overcome time and death. It can also be understood as a satire of courtly vanity. The “rebirth” concerns primarily outward appearance and the desire for youth. Alternde Meister borrows from Cranach the dramaturgical sequence of transformation, dressing and collective assembly, but then reverses its trajectory. Whereas in Cranach transformation leads to celebration, in Mondtag and Samman it leads to a funeral.
In each cycle, one performer is placed at the centre. The others gather around them and mourn. The scene is accompanied by a choral excerpt from Mahler’s Kindertotenlieder, the song cycle composed between 1901 and 1904 to poems by Friedrich Rückert. Rückert’s poems arose from the experience of parental grief following the loss of children. Mahler’s music lends the ritual an intense sense of loss and mourning. Yet the final image of the Kindertotenlieder does not remain exclusively within despair. The children return home and sleep, as if nothing had happened. Alternde Meister follows this movement and then overturns it. Mourning gives way to collective laughter. The laughter suddenly stops and the group freezes into a tableau vivant. For a moment, grief and vitality coexist within the same image. Then the tableau dissolves. The performer who had occupied the centre as the “dead” figure rises. The cycle begins again. Death, therefore, does not constitute an absolute ending. The performance incorporates it into a circular mechanism of loss, mourning, reversal and return.
The body is the central field of artistic enquiry. Museum visitors are accustomed to observing a painting with a slow and attentive gaze. They examine its details, surface, light, figures and traces of time. Mondtag and Samman ask the spectator to apply the same gaze to the performers. Wrinkles, scars, fatigue and vulnerability acquire a value comparable to the details of a painting. Rather than presenting the body as an object that must conceal its deterioration, the performance turns deterioration into testimony to a life.
This is also where theatre and the museum encounter one another. The museum preserves images of people who lived in the past. Theatre presents people who are alive before us and who change through time. Paintings attempt to resist deterioration through conservation. The human body has no such protection. Alternde Meister turns this difference into a theatrical event.
Within the galleries of the Gemäldegalerie, the painted bodies of the Old Masters encounter the actual bodies of contemporary performers. Image meets presence. Stillness meets movement. Preservation meets deterioration. Death meets return. And the museum - a space whose very purpose is to protect art from time - becomes a space in which time itself becomes the subject of the performance.
In Mondtag and Samman’s performance, ageing is not treated merely as a biological process. The artists connect it with artistic memory, cultural visibility, loss, the desire for renewal and the human need to return, again and again, to life. On 11 September, the Old Masters will encounter a new kind of “work of art”: the human body itself, with all its deterioration, history and living presence.

