Δοκίμιο αρ. 222
Η θεατρολογία ... τοποθετείται εξαρχής απέναντι στη λογοτεχνία ... για να δηλώσει τη ριζική διαφορά της: ότι ανήκει στον κόσμο της σκηνής, της παράστασης, των τεχνών του θεάματος.
Πατρίς Παβίς
Εάν αναζητηθεί το ιδιαίτερο αντικείμενο της θεατρολογίας με αυστηρά επιστημολογικά κριτήρια, η παράσταση εμφανίζεται ως το αποφασιστικό στοιχείο. Η διαπίστωση αυτή δεν σημαίνει ότι ο θεατρολόγος είναι απλώς ένας «παραστασιολόγος», ούτε ότι η θεατρολογία εξαντλείται στην ανάλυση των παραστάσεων. Σημαίνει, όμως, ότι η ιστορική και θεωρητική συγκρότηση του κλάδου συνδέεται αποφασιστικά με την αναγνώριση της παράστασης ως ιδιαίτερου αντικειμένου γνώσης, το οποίο δεν μπορεί να υπαχθεί ούτε στη μελέτη της δραματικής λογοτεχνίας ούτε σε κάποια άλλη ήδη συγκροτημένη επιστήμη.
Η γερμανική Theaterwissenschaft (θεατρική επιστήμη) συγκροτήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα ακριβώς λόγω αυτής της ανάγκης. Η αποφασιστική συμβολή του Max Herrmann υπήρξε η θεωρητική ανάδειξη της Aufführung, δηλαδή της παράστασης, ως αυτόνομου θεατρικού γεγονότος. Στη μεταγενέστερη ανασύνθεση της ιστορίας του κλάδου, η Erika Fischer-Lichte παρουσιάζει αυτή τη μετατόπιση ως θεμελιώδη για την ίδρυση μιας αυτοτελούς θεατρολογίας: εάν το θέατρο ορίζεται από την παράσταση και όχι από το δραματικό κείμενο ή την παρτιτούρα που χρησιμοποιούνται σε αυτήν, τότε οι μέθοδοι της φιλολογίας ή της μουσικολογίας δεν επαρκούν για την επιστημονική διερεύνησή του. Απαιτείται μια επιστήμη που θα έχει ως ιδιαίτερο αντικείμενο την παράσταση.
Η διαπίστωση αυτή έχει μια συνέπεια που συχνά παραβλέπεται. Η θεατρολογία δεν γεννήθηκε πρωτίστως για να μελετήσει καλύτερα τα θεατρικά κείμενα, αλλά επειδή θεωρήθηκε ότι υπάρχει ένα θεατρικό αντικείμενο το οποίο δεν ταυτίζεται με το κείμενο. Το κείμενο αποτελεί ένα από τα στοιχεία της θεατρικής πράξης, όχι το ίδιο το θέατρο. Η παράσταση είναι εκεί όπου το κείμενο, εφόσον υπάρχει, συναντά το σώμα, τη φωνή, τον χώρο, τον χρόνο, τα αντικείμενα, την εικόνα, τον ήχο, την υποκριτική, τη σκηνοθεσία και τον θεατή. Η παράσταση, λοιπόν, δεν είναι απλά η εκτέλεση ενός λογοτεχνικού έργου αλλά το γεγονός μέσα στο οποίο συγκροτείται το θέατρο ως ιδιαίτερη καλλιτεχνική πρακτική.
Από αυτή την άποψη, ο όρος παραστασιολογία αποδίδει με αξιοσημείωτη ακρίβεια ένα βασικό τμήμα της θεατρολογίας. Η παραστασιολογία έχει ως αντικείμενο την παράσταση στην υλική και συγκεκριμένη πραγματικότητά της: τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η σκηνική δράση, τη σχέση σώματος και χώρου, την υποκριτική, τη σκηνοθεσία, τη σκηνογραφία, τα κοστούμια, τον φωτισμό, τον ήχο, τον ρυθμό, τη χρήση του λόγου, τη σχέση ηθοποιού και θεατή και τη διαδικασία μέσα από την οποία παράγεται το σκηνικό νόημα. Ο Patrice Pavis έχει συμβάλει αποφασιστικά στη συστηματοποίηση αυτής της κατεύθυνσης. Αντιμετωπίζει την παράσταση ως αντικείμενο που μπορεί να αναλυθεί σε όλα τα επίπεδά του, από τη χειρονομία και την έκφραση του ηθοποιού έως τον χώρο, τον χρόνο, τη μουσική, τον φωτισμό και το κοινωνικό δίκτυο μέσα στο οποίο εντάσσεται το θέατρο.
Ο Pavis είναι ιδιαίτερα χρήσιμος επειδή διακρίνει την εμπειρική παράσταση από τις θεωρητικές κατασκευές που χρησιμοποιούνται για την ανάλυσή της. Η παράσταση είναι ένα συγκεκριμένο, υλικό και χωροχρονικά προσδιορισμένο αντικείμενο. Η mise en scène (σκηνοθεσία), όμως, μπορεί να αποτελεί ήδη μια θεωρητική ανασύνθεση ή οργάνωση των στοιχείων που παρατηρούνται. Η διάκριση είναι σημαντική: ο ερευνητής δεν πρέπει να συγχέει το αντικείμενο που βλέπει με το εννοιολογικό μοντέλο που κατασκευάζει για να το αναλύσει.
Ακριβώς εδώ μπορεί να τοποθετηθεί η παραστασιολογία ως ο πυρήνας μιας ιδιαίτερης θεατρολογικής μεθόδου. Ο θεατρολόγος που αναλύει μια παράσταση δεν ενδιαφέρεται αποκλειστικά για το «τι σημαίνει» το έργο. Εξετάζει πώς παραγεται (το) νόημα μέσα από τη σκηνική οργάνωση. Δεν ρωτά μόνο τι λέει ένας χαρακτήρας, αλλά πώς εκφέρεται ο λόγος, από ποιο σώμα, σε ποια απόσταση, μέσα σε ποιον φωτισμό, με ποια κίνηση, σε ποιον χώρο και ενώπιον ποιου θεατή. Δεν αντιμετωπίζει το σκηνικό ως εικονογράφηση του κειμένου, αλλά ως παράγοντα παραγωγής σημασίας. Δεν θεωρεί τη σκηνοθεσία απλή μετάφραση του συγγραφικού νοήματος, αλλά ιδιαίτερη πράξη σύνθεσης.
Εδώ έγκειται η πραγματική διαφορά ανάμεσα στη φιλολογική και τη θεατρολογική ανάγνωση μιας παράστασης. Η φιλολογία μπορεί να ερευνήσει με εξαιρετική ακρίβεια τη γλώσσα, τη δραματουργία και τη σημασιολογική δομή ενός έργου. Η θεατρολογία, όταν επικεντρώνεται στην παράσταση, εξετάζει τι συμβαίνει στο έργο όταν αυτό παύει να είναι αποκλειστικά γραπτός λόγος και γίνεται σκηνικό γεγονός. Το ζήτημα μετατοπίζεται από το τι σημαίνει το κείμενο στο πώς παράγεται το νόημα της παράστασης. Πρόκειται για ουσιώδη επιστημολογική μετατόπιση.
Ωστόσο, η ταύτιση θεατρολογίας και παραστασιολογίας θα ήταν ιστορικά και θεωρητικά υπερβολική. Η ίδια η θεατρολογική επιστήμη έχει αναπτύξει πολύ ευρύτερο πεδίο έρευνας. Η Εισαγωγή στις θεατρικές σπουδές του Christopher Balme (The Cambridge Introduction to Theatre Studies), για παράδειγμα, οργανώνει το αντικείμενο γύρω από την ιστορία και τη θεωρία του θεάτρου, την ανάλυση δραμάτων και παραστάσεων, τη σκηνογραφία, την υποκριτική και την έρευνα της πρόσληψης, ενώ παράλληλα εξετάζει τις σχέσεις της θεατρολογίας με άλλες επιστήμες. Η ίδια η εργογραφία του Balme περιλαμβάνει έρευνα για την ιστορία του θεάτρου, τη διαμεσικότητα, το θέατρο και τη δημόσια σφαίρα, την παγκοσμιοποίηση του θεάτρου και τους θεατρικούς θεσμούς.
Στην ίδια κατεύθυνση, αλλά με διαφορετική επιστημολογική αφετηρία, κινείται ο Andreas Kotte στο Theaterwissenschaft. Eine Einführung. Ο Kotte δεν επιχειρεί να ορίσει το θεατρολογικό αντικείμενο με βάση μια εκ των προτέρων δεδομένη αισθητική κατηγορία του θεάτρου, αλλά προτείνει να αναζητηθεί μέσα στα ίδια τα θεατρικά φαινόμενα. Η θεατρολογία οφείλει, κατά την προσέγγισή του, να κινηθεί από το συγκεκριμένο προς το γενικό, εξετάζοντας τις διαδικασίες μέσω των οποίων μια ανθρώπινη πράξη αποκτά σκηνικό χαρακτήρα και προσλαμβάνεται ως θέατρο. Η έννοια szenischer Vorgang (σκηνική διαδικασία) διευρύνει έτσι το αντικείμενο πέρα από την παραδοσιακή θεατρική παράσταση και επιτρέπει την ένταξη μορφών όπως η performance, η εγκατάσταση, ο χορός και άλλες οριακές μορφές σκηνικής παρουσίας. Η συμβολή του Kotte είναι σημαντική ακριβώς επειδή η διεύρυνση αυτή δεν καταργεί την ιδιαιτερότητα της θεατρολογίας: το ζητούμενο παραμένει η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους οργανώνεται η ανθρώπινη παρουσία ως σκηνικό γεγονός. Η παράσταση παραμένει κεντρική, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πεδίο σκηνικών διαδικασιών, μέσα από το οποίο το ίδιο το όριο του θεατρικού καθίσταται αντικείμενο επιστημονικής έρευνας.
Συνεπώς, η παραστασιολογία δεν είναι συνώνυμη της θεατρολογίας. Είναι μάλλον η περιοχή όπου η θεατρολογία συναντά το πλέον ειδικό αντικείμενό της. Η θεατρολογία είναι το ευρύτερο επιστημονικό πεδίο, η παραστασιολογία είναι η συστηματική ενασχόληση με την παράσταση ως σκηνικό γεγονός. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί, με κάποια σχηματοποίηση, ότι η θεατρολογία περιλαμβάνει την ιστορία του θεάτρου, τη θεωρία του θεάτρου, τη δραματολογία, την έρευνα των θεσμών, τη μελέτη της πρόσληψης και την παραστασιολογία. Όμως από όλες αυτές τις περιοχές, η παραστασιολογία είναι εκείνη που βρίσκεται πλησιέστερα στο ιδιαίτερο αντικείμενο που επέτρεψε ιστορικά στη θεατρολογία να αυτονομηθεί απέναντι στη φιλολογία.
Αυτό γίνεται ακόμη σαφέστερο εάν ληφθεί υπόψη η ιστορική συγκρότηση του κλάδου. Η Theaterwissenschaft υπήρξε για μεγάλο διάστημα ως η κατεξοχήν ιστορική επιστήμη του θεάτρου. Η πρώιμη θεατρολογική έρευνα ενδιαφερόταν για την ανασύνθεση παλαιότερων θεατρικών γεγονότων, για τις μορφές της παράστασης, τους θεατρικούς χώρους, τους συντελεστές και τις πρακτικές του παρελθόντος. Ο Max Herrmann, ειδικότερα, επιδίωκε την όσο το δυνατόν ακριβέστερη ανασύνθεση ιστορικών θεατρικών γεγονότων. Η ίδια η ιστορία της θεατρολογίας δείχνει, έτσι, ότι η παράσταση δεν αποτελεί μόνο ένα σύγχρονο αντικείμενο αισθητικής ανάλυσης. Εξ αρχής ήταν αντικείμενο ιστορικής έρευνας.
Και σε αυτό το σημείο προκύπτει μια φαινομενική αντίφαση. Η παράσταση είναι το κατεξοχήν αντικείμενο της θεατρολογίας, αλλά η παράσταση είναι εφήμερη. Ο θεατρολόγος που μελετά μια παράσταση του παρελθόντος δεν έχει μπροστά του το ίδιο το γεγονός. Έχει τα ίχνη του. Έχει φωτογραφίες, προγράμματα, κριτικές, αρχειακές μαρτυρίες, σκηνοθετικά σχέδια, κοστούμια, σκηνικά αντικείμενα, ηχογραφήσεις και οπτικοακουστικές καταγραφές. Η θεατρολογική ιστορία είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια επιστήμη της ανασύνθεσης του εφήμερου.
Αυτό σημαίνει ότι η ιστορική Θεατρολογία και η παραστασιολογία δεν είναι δύο ξένα μεταξύ τους πεδία. Η μία μπορεί να θεωρηθεί ιστορική διάσταση της άλλης. Η παράσταση αποτελεί το γεγονός, το αρχείο διατηρεί τα ίχνη του, ο θεατρολόγος ανασυνθέτει, περιγράφει και ερμηνεύει το γεγονός μέσα από τα τεκμήριά του. Η ιστορικότητα δεν είναι ένα εξωτερικό πλαίσιο γύρω από την παράσταση. Αποτελεί μέρος της ίδιας της οντολογίας της. Κάθε παράσταση είναι μια παράσταση συγκεκριμένης εποχής, συγκεκριμένου χώρου, συγκεκριμένων σωμάτων και συγκεκριμένου κοινού.
Η Erika Fischer-Lichte θα δώσει, αργότερα, στην παράσταση ακόμη μια πιο ριζική θεωρητική διάσταση. Η παράσταση δεν είναι ένα αντικείμενο που μπορεί να περιγραφεί εξωτερικά αλλά συμβάν που παράγεται μέσα στη συμπαρουσία δρώντων και θεατών. Η σημασία της δεν προϋπάρχει πλήρως ως κλειστό σύστημα και κατόπιν μεταδίδεται στο κοινό. Παράγεται μέσα στην ίδια την επιτέλεση. Η έμφαση αυτή στην Aufführung αποτέλεσε κεντρικό παράδειγμα της νεότερης αναπροσανατολισμένης θεατρολογίας. Ο ίδιος ο τίτλος του βιβλίου της Theaterwissenschaft: Eine Einführung in die Grundlagen des Fachs (Θεατρική Επιστήμη: Μια εισαγωγή στα θεμέλια του κλάδου) δηλώνει ότι η εισαγωγή της οργανώνεται «από την έννοια της παράστασης» και από αυτήν εξετάζει τις βασικές αρχές της επιστήμης.
Επομένως, η νεότερη παραστασιολογία, εκτός του ότι αποτελεί ένα τεχνικό σύνολο εργαλείων για την περιγραφή μιας σκηνικής εικόνας, αφορά την ίδια τη θεώρηση του θεάτρου. Εάν η παράσταση θεωρηθεί το πρωτογενές θεατρικό γεγονός, τότε το δραματικό κείμενο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητα το κέντρο της θεατρικής δημιουργίας. Το κείμενο είναι ένα από τα υλικά που μπορούν να εισέλθουν στη διαδικασία της παράστασης. Μπορεί να τροποποιηθεί, να περικοπεί, να ανασυντεθεί, να αποδομηθεί ή ακόμη και να απουσιάζει. Αυτό που παραμένει θεμελιώδες είναι η οργανωμένη σκηνική σχέση μεταξύ δρώντων, χώρου, χρόνου, υλικότητας και θεατών.
Ο Pavis κινείται σε αυτή την κατεύθυνση όταν αντιμετωπίζει την παράσταση ως εμπειρικό αντικείμενο και την ανάλυσή της ως διαδικασία που μπορεί να ξεκινήσει από την υλικότητα της σκηνής και να επεκταθεί προς τη σημειολογία, την ανθρωπολογία και την κοινωνική διάσταση της παράστασης. Η νεότερη παραστασιολογία, δηλαδή, δεν περιορίζεται στην αισθητική περιγραφή. Ενσωματώνει τον θεατή, την πρόσληψη και το κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο της παράστασης.
Από την άλλη πλευρά, η θεατρολογία δεν μπορεί να εγκλωβιστεί στην ανάλυση της παράστασης ως αυτοτελούς αισθητικού αντικειμένου. Η ιστορική της καταγωγή και η διεύρυνση του αντικειμένου της την οδηγούν προς τους θεσμούς, τις συνθήκες παραγωγής, την πολιτισμική πολιτική, τα μέσα, την οικονομία του θεάτρου, τη δημόσια σφαίρα και τις διαδικασίες πρόσληψης. Ο ίδιος ο Balme, άλλωστε, περιγράφει τη θεατρολογία ως έρευνα του θεάτρου ως προς τις αισθητικές, ιστορικές, πολιτισμικές και θεσμικές μορφές του, ενώ σημειώνει ότι η αυτονομία του κλάδου συνδέθηκε πρωτίστως με τον προσδιορισμό της παράστασης ως κεντρικού ερευνητικού αντικειμένου.
Έτσι μπορεί να διατυπωθεί μια περισσότερο ακριβής ιεράρχηση. Η θεατρολογία είναι το επιστημονικό πεδίο. Η ιστορία του θεάτρου αποτελεί τη θεμελιώδη ιστορική διάσταση του πεδίου. Η παραστασιολογία αποτελεί την κατεύθυνση που επικεντρώνεται στο ίδιο το θεατρικό γεγονός. Και η παράσταση αποτελεί το σημείο στο οποίο οι διαφορετικές αυτές διαστάσεις συναντώνται. Δεν είναι σωστό, λοιπόν, να πούμε απλώς ότι «ο θεατρολόγος είναι παραστασιολόγος». Θα ήταν όμως εξίσου προβληματικό να θεωρήσουμε ότι ο θεατρολόγος μπορεί να μελετήσει το θέατρο χωρίς να περάσει από την παράσταση.
Η ακριβέστερη θέση θα ήταν ότι η παραστασιολογία αποτελεί τον κατεξοχήν θεατρολογικό πυρήνα, ενώ η θεατρολογία είναι το ευρύτερο ιστορικό και θεωρητικό πεδίο μέσα στο οποίο αυτός ο πυρήνας αποκτά το πλήρες νόημά του. Η ιστορία, η δραματολογία, η θεωρία, η κοινωνιολογία του θεάτρου και η έρευνα των θεσμών είναι απαραίτητες, επειδή η παράσταση δεν υπάρχει σε κενό. Όμως όλα αυτά αποκτούν ιδιαίτερο θεατρολογικό ενδιαφέρον όταν συνδέονται με το γεγονός ότι το θέατρο πραγματοποιείται ως σκηνική πράξη.
Υπό αυτή την έννοια, ο θεατρολόγος είναι πράγματι, στον βαθύτερο πυρήνα του, ένας παραστασιολόγος, όχι όμως με την έννοια ότι περιορίζεται στην περιγραφή ή την αισθητική αξιολόγηση μιας παράστασης. Είναι παραστασιολόγος με την αυστηρή επιστημονική έννοια: ερευνά την παράσταση ως ιστορικά συγκεκριμένο, υλικό, κοινωνικό και αισθητικό συμβάν. Το αντικείμενό του δεν είναι απλώς το έργο που παρουσιάζεται αλλά το γεγονός της παρουσίασης, όχι μόνο το τι λέει το κείμενο, αλλά τι συμβαίνει όταν το κείμενο, το σώμα, ο χώρος, ο χρόνος και ο θεατής συναντώνται μέσα σε μια συγκεκριμένη ιστορική συνθήκη.
Αυτή πρέπει να είναι και η ακριβής απάντηση στο αρχικό ερώτημα για το αυστηρό αντικείμενο της θεατρολογίας: όχι το «θέατρο» γενικά, αλλά το θέατρο ως παράσταση και ως ιστορικό συμβάν. Η θεατρολογία είναι η επιστήμη που απέκτησε την αυτονομία της όταν αναγνώρισε ότι αυτό το συμβάν δεν μπορεί να αναχθεί στο δραματικό κείμενο. Η παραστασιολογία είναι, συνεπώς, όχι μια δευτερεύουσα ειδίκευση που προστέθηκε εκ των υστέρων στη θεατρολογία, αλλά η περιοχή στην οποία γίνεται ορατός ο λόγος για τον οποίο χρειάζεται εξαρχής μια ιδιαίτερη επιστήμη του θεάτρου.
