Δοκίμιο αρ. 232
Καμία θεωρία δεν συνοψίζει τη θεατρική τέχνη στα επαρκή και απαραίτητα συστατικά. Η πρακτική αναλαμβάνει τη διαρκή διεύρυνση του ορίζοντα της σκηνής.
Πατρίς Παβίς
Η πανεπιστημιακή διδασκαλία της θεατρολογίας προϋποθέτει μια βασική επιστημολογική διάκριση ανάμεσα στο θεατρικό φαινόμενο και στα θεωρητικά εργαλεία μέσω των οποίων αυτό προσεγγίζεται. Καμία θεωρία δεν εξαντλεί το αντικείμενό της. Επιλέγει ορισμένες διαστάσεις του, οργανώνει τις μεταξύ τους σχέσεις και αφήνει άλλες στο περιθώριο. Η διδασκαλία μιας θεωρίας, συνεπώς, δεν ταυτίζεται με τη διδασκαλία του ίδιου του αντικειμένου, ιδίως όταν ένα θεωρητικό παράδειγμα αποκτά τέτοια κυριαρχία ώστε οι κατηγορίες του να εκλαμβάνονται ως αυτονόητες ιδιότητες του θεάτρου.
Ως επιστήμονας - και ενδεχόμενος κριτικός - του θεατρικού φαινομένου, ο θεατρολόγος οφείλει να διαθέτει επαρκές θεωρητικό εύρος. Το αντικείμενο της έρευνας δεν προσλαμβάνεται με μία και μόνη μορφή. Μπορεί να οργανώνεται γύρω από το (δραματικό) κείμενο, τη σκηνική σύνθεση, το σώμα, τον χώρο ή τη διαδικασία της επιτέλεσης. Η θεωρία οφείλει να συλλαμβάνει αυτή την ετερογένεια αντί να την περιορίζει σε ένα προκαθορισμένο μοντέλο.
Χαρακτηριστικό πεδίο εφαρμογής αυτής της αρχής αποτελεί η σχέση δραματικού κειμένου και παράστασης. Στις σημειωτικές προσεγγίσεις, η παράσταση αντιμετωπίζεται συχνά ως μεταγραφή ή μετάφραση ενός συστήματος σε άλλο, διατηρώντας μια κατεύθυνση από το κείμενο προς τη σκηνή και προσδίδοντας στο πρώτο θεωρητική προτεραιότητα. Αντιθέτως - σύμφωνα και με τον Μπερνάρ Ντορτ - το κείμενο εισέρχεται στη σκηνή ως αντικείμενο δοκιμασίας. Η σκηνική υλικότητα και ο περιορισμένος χώρος δεν αποτελούν ουδέτερα μέσα μεταφοράς νοήματος, αλλά ενεργές δυνάμεις που πιέζουν το κείμενο, το μετασχηματίζουν και ενδέχεται να το φέρουν σε σύγκρουση με τον εαυτό του. Η σχέση τους καθίσταται, έτσι, αμοιβαία δοκιμασία και όχι απλή αντιστοίχιση.
Εδώ αναδύεται ο κίνδυνος της θεωρητικής μονομέρειας. Όταν η εκπαίδευση εστιάζει αποκλειστικά σε ένα μοντέλο, ο φοιτητής κινδυνεύει να αναγνωρίζει στην παράσταση μόνο τα στοιχεία που το συγκεκριμένο σχήμα έχει ορίσει εκ των προτέρων ως σημαντικά. Η θεωρία παύει να λειτουργεί ως εργαλείο διερεύνησης και μετατρέπεται σε τρόπο προεπιλογής του αντικειμένου, υποκαθιστώντας τη φύση της θεατρικής πράξης με την ερμηνευτική της περιγραφή. Όπως και σε άλλες επιστήμες, η αποκλειστική χρήση ενός μοντέλου περιορίζει την παρατήρηση στα δεδομένα που αυτό μπορεί να περιγράψει, αποκλείοντας όσα απαιτούν διαφορετικό αναλυτικό πρίσμα. Αυτό δεν συνεπάγεται σχετικισμό ή ισοδυναμία όλων των θεωριών. Κάθε θεωρητικό σχήμα διαθέτει συγκεκριμένη εμβέλεια, εσωτερική συνοχή και ιστορικό πλαίσιο. Το ζητούμενο δεν είναι η αναζήτηση μιας καθολικά "σωστής" θεωρίας, αλλά η επιλογή του εργαλείου που καθιστά παραγωγικότερα προσπελάσιμο το εκάστοτε ερευνητικό ερώτημα.
Κατά συνέπεια, η πανεπιστημιακή παιδεία οφείλει να υπερβεί τη λογική της θεωρητικής προσήλωσης σε ένα κυρίαρχο παράδειγμα, καλλιεργώντας τη θεωρητική ευχέρεια. Ο φοιτητής χρειάζεται να αναγνωρίζει τις επιστημολογικές προϋποθέσεις διαφορετικών προσεγγίσεων (σημειωτικών, φαινομενολογικών, επιτελεστικών, κοινωνιολογικών κ.ά.) και να αιτιολογεί την επιλογή του ανάλογα με τον πυρήνα του εκάστοτε θεατρικού γεγονότος. Η επιστημονική συγκρότηση και ωριμότητα δεν συνίσταται στην κατοχή μίας καθολικής μεθόδου, αλλά στην ικανότητα συνδυασμού κατάλληλων εργαλείων χωρίς την εξαφάνιση της ιδιαιτερότητας του αντικειμένου. Η θεωρία δεν προηγείται του φαινομένου ως έτοιμο καλούπι. Η παρατήρηση θέτει το ερευνητικό πρόβλημα και το πρόβλημα υπαγορεύει τη θεωρητική συγκρότηση.
