04 Οκτωβρίου 2026

Από τον Μαρξ στους... μαρξισμούς

 Δοκίμιο αρ. 233



Ο μαρξισμός δεν είναι ένας. Η διατύπωση μοιάζει αρχικά αυτονόητη, όμως προσλαμβάνει μεγαλύτερη θεωρητική σημασία όταν εξετάζεται η απόσταση ανάμεσα στο έργο του Μαρξ και στις διαφορετικές ιστορικές μορφές που προσέλαβε η σκέψη του. Ο όρος μαρξισμός χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει ένα εξαιρετικά ετερογενές σύνολο θεωρητικών ερμηνειών, πολιτικών πρακτικών και ιδεολογικών συστημάτων, τα οποία συχνά διαφωνούν μεταξύ τους ως προς την κοινωνία, την ιστορία, την πολιτική δράση, ακόμη και ως προς το ίδιο το νόημα του έργου του Μαρξ. Η αναφορά, συνεπώς, στον μαρξισμό ως ενιαία θεωρία κινδυνεύει να συγχέει τον Μαρξ με την ιστορία των ερμηνειών του.

Η διάκριση αυτή καθίσταται ιδιαίτερα σαφής στον Κορνήλιο Καστοριάδη. Η σχέση του με τον μαρξισμό δεν μπορεί να περιγραφεί απλώς ως μια πορεία από την αποδοχή στην απόρριψη. Ο Καστοριάδης ξεκινά από τον μαρξισμό και για σημαντικό διάστημα επιχειρεί να αναμετρηθεί με τα προβλήματα της μαρξικής θεωρίας εκ των έσω. Η μεταγενέστερη ρήξη του δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει κάθε στοιχείο της μαρξικής κριτικής της κοινωνίας. Αφορά κυρίως τη μετατροπή του μαρξισμού σε κλειστό σύστημα ερμηνείας της ιστορίας και σε πολιτικό δόγμα.

Στο πλαίσιο αυτό έχει σημασία η διάκριση που κάνει ανάμεσα σε διαφορετικές μορφές μαρξισμού. Από τη μια πλευρά υπάρχει ένας μαρξισμός ο οποίος διατηρεί την απαίτηση της κοινωνικής χειραφέτησης, την κριτική της εκμετάλλευσης και την επιδίωξη μιας κοινωνίας στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να καθορίζουν οι ίδιοι τους θεσμούς και τη συλλογική τους ζωή. Πρόκειται για αυτό που ο Καστοριάδης μπορεί να αντιμετωπίζει, με την ειρωνική αλλά όχι αδιάφορη έκφραση μαρξισμός των ωραίων ψυχών, ως μια μη επίσημη και μη δογματική εκδοχή της μαρξικής παράδοσης. Από την άλλη, βρίσκεται ο μαρξισμός που μετατρέπεται σε ορθοδοξία, σε σύστημα έτοιμων απαντήσεων και τελικά σε μηχανισμό νομιμοποίησης μιας πολιτικής εξουσίας.

Η δεύτερη μορφή είναι εκείνη που ο Καστοριάδης συνδέει με τον χυδαίο ή σταλινικό μαρξισμό. Εδώ η ιστορία αντιμετωπίζεται ως διαδικασία που διέπεται από αντικειμενικούς και αναγκαίους νόμους, οι κοινωνικές τάξεις ως φορείς προκαθορισμένων ιστορικών λειτουργιών και η πολιτική πράξη ως εφαρμογή μιας υποτίθεται επιστημονικά εξασφαλισμένης γνώσης. Η θεωρία παύει έτσι να λειτουργεί ως κριτική διερεύνηση της κοινωνίας και μετατρέπεται σε σύστημα που θεωρεί ότι γνωρίζει a priori την κατεύθυνση της ιστορικής εξέλιξης. Η σταλινική εκδοχή του μαρξισμού αποτελεί την πιο ακραία ιστορική μορφή αυτής της μετατροπής. Ο μαρξισμός δεν λειτουργεί πλέον μόνο ως θεωρητική ερμηνεία της κοινωνίας αλλά ως επίσημη κρατική ιδεολογία. Η κατοχή της σωστής θεωρίας συνδέεται με την κατοχή της πολιτικής αλήθειας, ενώ η διαφωνία μπορεί να προσλάβει τον χαρακτήρα ιδεολογικής παρέκκλισης. Η θεωρία, αντί να αποτελεί μέσο κριτικής της πραγματικότητας, γίνεται κριτήριο με βάση το οποίο η πραγματικότητα πρέπει να ερμηνεύεται και να αξιολογείται.

Εδώ έγκειται ένα από τα ουσιώδη σημεία της καστοριαδικής κριτικής. Η ιστορική αποτυχία του σταλινισμού δεν μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ως προδοσία ενός δήθεν αυθεντικού μαρξισμού από κακούς διαδόχους. Αν η ίδια η θεωρητική σύλληψη της ιστορίας περιέχει την ιδέα ότι η κοινωνική εξέλιξη υπακούει σε αντικειμενικούς νόμους και ότι μια συγκεκριμένη κοινωνική τάξη αποτελεί τον προνομιακό φορέα της ιστορικής αναγκαιότητας, τότε η σχέση ανάμεσα στη θεωρία και στην πολιτική εξουσία χρειάζεται να εξεταστεί βαθύτερα. Ο Καστοριάδης μεταφέρει έτσι την κριτική από το επίπεδο των πολιτικών προσώπων και των συγκεκριμένων καθεστώτων στο επίπεδο της ίδιας της θεωρητικής συγκρότησης του μαρξισμού.

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο επειδή ο Μαρξ δεν είναι δυνατό να ταυτιστεί χωρίς υπόλοιπο με τον μεταγενέστερο μαρξισμό. Το έργο του περιέχει διαφορετικές τάσεις, διαφορετικές περιόδους και διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης της ιστορίας και της κοινωνίας. Η κριτική της πολιτικής οικονομίας, η ανάλυση της εμπορευματικής μορφής, η θεωρία της ταξικής πάλης και οι φιλοσοφικές και ανθρωπολογικές παρατηρήσεις του δεν συγκροτούν πάντοτε ένα απολύτως ομοιογενές σύστημα. Η μεταγενέστερη ιστορία του μαρξισμού, αντίθετα, επιχείρησε συχνά να οργανώσει αυτό το πολύμορφο έργο σε ένα συνεκτικό δόγμα.

Έτσι προκύπτει μια κρίσιμη διάκριση: άλλο ο Μαρξ, άλλο ο μαρξισμός ως ιστορική παράδοση και άλλο οι επιμέρους μαρξισμοί. Ο όρος στον πληθυντικό δεν αποτελεί απλή γλωσσική επιλογή. Επιτρέπει να διακρίνουμε τον θεωρητικό δημιουργό από τις μεταγενέστερες συστηματοποιήσεις, τις πολιτικές χρήσεις και τις ιδεολογικές μεταμορφώσεις του έργου του. Ο λενινισμός, ο σταλινισμός, ο τροτσκισμός, ο δυτικός μαρξισμός, ο λουκατσιανός και ο γκραμσιανός μαρξισμός, οι διαφορετικές εκδοχές της κριτικής θεωρίας και οι μεταγενέστερες μαρξιστικές αναγνώσεις δεν συνιστούν μόνο διαφορετικές εφαρμογές της ίδιας θεωρίας. Συχνά προϋποθέτουν διαφορετικές αντιλήψεις για το υποκείμενο της ιστορίας, για τη σχέση θεωρίας και πράξης, για τον ρόλο του κόμματος, για το κράτος και για τη δυνατότητα κοινωνικής χειραφέτησης.

Η περίπτωση του Καστοριάδη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα επειδή η ρήξη του με τον μαρξισμό δεν οδηγεί σε απλή εγκατάλειψη της κοινωνικής κριτικής. Αντίθετα, επιχειρεί να διασώσει το αίτημα της αυτονομίας αποσυνδέοντάς το από την ιστορική αναγκαιότητα. Η κοινωνία, κατά τη δική του προβληματική, δεν αποτελεί μηχανισμό που λειτουργεί σύμφωνα με νόμους ανεξάρτητους από τη συλλογική δημιουργία των ανθρώπων. Οι θεσμοί είναι ανθρώπινες δημιουργίες και, ακριβώς επειδή είναι δημιουργίες, μπορούν να μεταβληθούν. Η κοινωνική αλλαγή δεν προκύπτει ως αυτόματη εκπλήρωση ενός ιστορικού νόμου αλλά ως δυνατότητα που ανοίγεται μέσα στην ίδια την κοινωνική πράξη.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο μαρξισμός μπορεί να προσφέρει εξαιρετικά ισχυρά εργαλεία για την κατανόηση της καπιταλιστικής κοινωνίας, δεν μπορεί όμως να μεταβληθεί χωρίς απώλειες σε γενική επιστήμη της ιστορίας. Ο καπιταλισμός αποτελεί συγκεκριμένη κοινωνική μορφή, με ιδιαίτερες οικονομικές, πολιτικές και φαντασιακές σημασίες. Οι κατηγορίες που επιτρέπουν την ανάλυσή του δεν μπορούν αυτομάτως να εφαρμοστούν σε κοινωνίες που οργανώνονται με διαφορετικούς τρόπους. Η επέκταση της μαρξικής ανάλυσης σε ολόκληρη την ιστορία προϋποθέτει μια ενότητα που η ίδια η ιστορική ποικιλία δεν επιβεβαιώνει. Αυτό είναι ένα από τα ουσιώδη σημεία της καστοριαδικής κριτικής. Άλλο είναι να θεωρεί κάποιος τον Μαρξ σημαντικό αναλυτή της καπιταλιστικής κοινωνίας και άλλο να τον μετατρέπει σε θεωρητικό της ιστορίας στο σύνολό της. Στη δεύτερη περίπτωση, η ανάλυση ενός συγκεκριμένου κοινωνικού σχηματισμού γίνεται φιλοσοφία της ιστορίας: η ιστορική πορεία αποκτά ενιαία λογική, οι κοινωνίες τοποθετούνται σε μια ακολουθία και οι μεταβολές τους ερμηνεύονται ως εκδηλώσεις μιας γενικότερης αναγκαιότητας.

Ακριβώς αυτή η ιδέα της ιστορικής αναγκαιότητας βρίσκεται στο επίκεντρο της καστοριαδικής αμφισβήτησης. Η κοινωνία δεν αποτελεί μηχανισμό που λειτουργεί σύμφωνα με νόμους ανάλογους προς εκείνους της φύσης. Οι άνθρωποι δημιουργούν θεσμούς, σημασίες και μορφές συλλογικής ζωής, ενώ κάθε κοινωνία θεσμίζει τον κόσμο της με τρόπους που δεν μπορούν να εξαντληθούν σε έναν και μόνο προσδιοριστικό παράγοντα. Η ιστορία, συνεπώς, δεν είναι η απλή ανάπτυξη μιας λογικής που υπάρχει εξαρχής μέσα της.

Με αυτή την έννοια, η αντιπαράθεση Καστοριάδη προς τον μαρξισμό αφορά τελικά και μια βαθύτερη αντίληψη για τη θεωρία. Όταν η θεωρία θεωρεί ότι έχει ανακαλύψει τον νόμο που διέπει την ιστορία, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί από εργαλείο κριτικής σε αυθεντία. Η πραγματικότητα καλείται τότε να επιβεβαιώνει το θεωρητικό σχήμα. Αντίθετα, μια κριτική θεωρία που διατηρεί ανοιχτή τη σχέση της με την εμπειρική και ιστορική πραγματικότητα οφείλει να δέχεται ότι τα δικά της σχήματα είναι περιορισμένα και αναθεωρήσιμα.

Από αυτή την άποψη, η διάκριση ανάμεσα στον μαρξισμό των ωραίων ψυχών και στον χυδαίο ή σταλινικό μαρξισμό δεν είναι απλώς μια ταξινόμηση πολιτικών ρευμάτων. Φανερώνει ένα βαθύτερο πρόβλημα: τι συμβαίνει όταν μια θεωρία που γεννήθηκε ως κριτική της κοινωνίας μετατρέπεται σε κλειστό σύστημα αλήθειας; Το πρόβλημα δεν αφορά αποκλειστικά τον μαρξισμό. Αφορά κάθε θεωρητικό σύστημα που αρχίζει να αντιμετωπίζει τις δικές του κατηγορίες ως πλήρη περιγραφή του αντικειμένου του.

Γι' αυτό και η ιστορία του μαρξισμού χρειάζεται να διαβαστεί ως ιστορία διαφοροποιήσεων και συγκρούσεων και όχι ως γραμμική εφαρμογή μιας ενιαίας θεωρίας. Υπήρξαν μαρξισμοί που παρέμειναν κοντά στην ηθική και πολιτική απαίτηση της χειραφέτησης, μαρξισμοί που επιχείρησαν να συγκροτήσουν μια επιστημονική θεωρία της γενικής ιστορίας, μαρξισμοί που συνδέθηκαν με επαναστατικά κόμματα και μαρξισμοί που έγιναν επίσημη κρατική ιδεολογία. Η κοινή αναφορά στον Μαρξ δεν εξαφανίζει αυτές τις διαφορές.

Το σημαντικότερο είναι ότι η διάκριση αυτή μας υποχρεώνει να εγκαταλείψουμε την ευκολία δύο αντίθετων απλουστεύσεων: ούτε κάθε μαρξισμός είναι σταλινισμός ούτε κάθε μαρξισμός αποτελεί αυθεντική έκφραση του Μαρξ. Ανάμεσα στον Μαρξ και στον σταλινισμό παρεμβάλλεται μια μακρά ιστορία ερμηνειών, επιλογών, μετασχηματισμών και πολιτικών πρακτικών. Ο Καστοριάδης έχει ιδιαίτερη θέση σε αυτή την ιστορία ακριβώς επειδή η κριτική του δεν περιορίζεται στην καταγγελία ενός καθεστώτος. Θέτει το ζήτημα της ίδιας της σχέσης ανάμεσα στη θεωρία, την ιστορία και την πολιτική πράξη.

Ο μαρξισμός, λοιπόν, στον βαθμό που χρησιμοποιείται ως ενιαίος όρος, αποκρύπτει ένα μέρος της ιστορίας του. Ο πληθυντικός - οι μαρξισμοί - αποδίδει καλύτερα την πραγματική πορεία της παράδοσης. Και η διάκριση αυτή επιτρέπει να κατανοήσουμε γιατί η κριτική στον σταλινισμό δεν εξαντλείται στην υπεράσπιση ενός καθαρού μαρξισμού, όπως επίσης γιατί η κριτική του Μαρξ δεν προϋποθέτει κατ' ανάγκην απόρριψη κάθε μορφής κοινωνικής χειραφέτησης που συνδέθηκε ιστορικά με το όνομά του. Ανάμεσα στον Μαρξ, στον μαρξισμό και στους μαρξισμούς υπάρχει ακριβώς ο χώρος στον οποίο διεξάγεται η ιστορία της θεωρίας.