05 Οκτωβρίου 2026

Από τον καταναγκασμό στη δυνατότητα: Η διπλή όψη της ανθρώπινης χειραφέτησης

 Δοκίμιο αρ. 234




Τι ακριβώς σημαίνει αυτονομία, και ως ποιο σημείο είναι πραγματοποιήσιμη;

Κορνήλιος Καστοριάδης 


Στη σκέψη του νεαρού Μαρξ υπάρχει μια διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο και το ζώο που εκ πρώτης όψεως μοιάζει αυτονόητη. Το ζώο δρα μέσα στις άμεσες ανάγκες της ύπαρξής του, ενώ ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να αποστασιοποιείται από αυτές, να τις μετασχηματίζει, να παράγει πέρα από την άμεση ανάγκη και να καθιστά την ίδια του τη δραστηριότητα αντικείμενο συνείδησης. Ο άνθρωπος δεν περιορίζεται στην ικανοποίηση μιας ανάγκης. Μπορεί να παράγει ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεση ανάγκη, να προβλέπει, να σχεδιάζει, να δημιουργεί και να μετασχηματίζει τον κόσμο σύμφωνα με σκοπούς που ο ίδιος θέτει.

Στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα (1844), αυτή η δυνατότητα συνδέεται με την έννοια του όντος του γένους: η ανθρώπινη ζωή δεν εξαντλείται στην αναπαραγωγή της ατομικής ύπαρξης, αλλά περιλαμβάνει την ελεύθερη, συνειδητή και καθολική δραστηριότητα. Γι’ αυτό και η περίφημη μαρξική διατύπωση σύμφωνα με την οποία ο εργάτης αισθάνεται ελεύθερος στις ζωικές του λειτουργίες και γίνεται ζώο στις ανθρώπινες λειτουργίες του δεν αποτελεί εγκώμιο της ζωικής ύπαρξης ούτε ουδέτερη ανθρωπολογική παρατήρηση. Το γίνεται ζώο δηλώνει την υποβάθμιση της ανθρώπινης παραγωγικής δραστηριότητας σε μέσο συντήρησης της ατομικής ύπαρξης. Όταν η εργασία δεν αποτελεί πλέον ελεύθερη και συνειδητή δραστηριότητα αλλά αναγκαστικό μέσο για να εξασφαλιστεί η ζωή, ο άνθρωπος αποξενώνεται από εκείνο που, σύμφωνα με τον νεαρό Μαρξ, συγκροτεί την ιδιαίτερη ανθρώπινη δυνατότητά του.

Αλλά ακριβώς εδώ αρχίζει το πρόβλημα. Για να θεωρήσουμε ότι ο άνθρωπος γίνεται ζώο όταν περιορίζεται στην ικανοποίηση των φυσικών αναγκών του, πρέπει προηγουμένως να έχουμε αποδεχθεί ότι η ανθρώπινη ζωή βρίσκεται σε ένα ανώτερο επίπεδο όταν απομακρύνεται από την άμεση αναγκαιότητα. Πρόκειται για μια βαθιά ανθρωποκεντρική θεώρηση! Δεν συνεπάγεται ότι ο Μαρξ υποστηρίζει μια απλή αξιολογική περιφρόνηση των ζώων, αλλά ότι η ανθρώπινη ελευθερία ορίζεται σε αντιδιαστολή προς έναν τρόπο ζωής που παρουσιάζεται ως άμεσα δεμένος με την ανάγκη.

Το ερώτημα είναι αν έχουμε πράγματι το δικαίωμα να μιλάμε για ανώτερη και κατώτερη μορφή ζωής και όχι μόνο διαφορετική. Η νεότερη βιολογία δεν περιγράφει την εξέλιξη ως μια σκάλα στην οποία τα είδη καταλαμβάνουν διαφορετικά ύψη. Η δαρβινική θεωρία δεν προσφέρει μια ιστορία προόδου που οδηγεί αναγκαστικά από τα απλούστερα στα πολυπλοκότερα και, τελικά, στον άνθρωπο. Η εξέλιξη είναι διακλαδωμένη και η φυσική επιλογή δεν διαθέτει προκαθορισμένο τελικό σκοπό. Ο άνθρωπος έχει αναπτύξει σε εξαιρετικό βαθμό ορισμένες ικανότητες - τη γλώσσα, τη συμβολική σκέψη, τη συνεργασία μεγάλης κλίμακας, την τεχνολογία, τη συσσώρευση και μετάδοση γνώσης - αλλά από αυτό δεν προκύπτει μια καθολική κλίμακα αξιολογικής ανωτερότητας των μορφών ζωής. Ένα ζώο δεν είναι μια ατελής εκδοχή του ανθρώπου. Το δελφίνι, η νυχτερίδα, το χταπόδι, το μυρμήγκι ή ο αετός δεν βρίσκονται σε κάποιο προηγούμενο σκαλοπάτι μιας εξελικτικής σκάλας που οδηγεί στον άνθρωπο. Έχουν ακολουθήσει διαφορετικές εξελικτικές διαδρομές και έχουν αναπτύξει δυνατότητες προσαρμοσμένες στις δικές τους συνθήκες ύπαρξης. Η ερώτηση ποιο είναι ανώτερο προϋποθέτει ήδη το κριτήριο με το οποίο θα δοθεί η απάντηση. Αν ως κριτήριο επιλέξουμε τη γλώσσα, ο άνθρωπος υπερέχει. Αν επιλέξουμε την ικανότητα προσανατολισμού στον χώρο, ορισμένα άλλα ζώα υπερέχουν. Αν επιλέξουμε την ικανότητα επιβίωσης σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα, η εικόνα αλλάζει ξανά.

Και ποιος αποφασίζει ποια δυνατότητα είναι η σημαντικότερη; Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο επειδή δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στην υποκειμενική ζωή των άλλων μορφών ύπαρξης. Παρατηρούμε συμπεριφορές, μαθαίνουμε για τις γνωστικές τους ικανότητες, τη μνήμη, την επικοινωνία, την κοινωνικότητα, τη χρήση εργαλείων, την ικανότητα μάθησης. Δεν μπορούμε όμως να μεταφερθούμε στο εσωτερικό μιας άλλης μορφής ζωής και να γνωρίσουμε από πρώτο χέρι πώς βιώνει τον κόσμο. Η απουσία ανθρώπινου τύπου αυτοσυνείδησης δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη απουσίας κάθε μορφής σχέσης του ζώου με τον εαυτό και το περιβάλλον του. Έτσι, η φράση ανώτερη μορφή ζωής αποδεικνύεται πολύ λιγότερο αθώα από όσο φαίνεται. Αν ο άνθρωπος είναι εκείνος που κατασκευάζει το κριτήριο της ανωτερότητας και στη συνέχεια χρησιμοποιεί το ίδιο κριτήριο για να κατατάξει τον εαυτό του στην κορυφή, υπάρχει ένας εμφανής κίνδυνος κυκλικότητας. Ο άνθρωπος είναι ανώτερος επειδή διαθέτει τις ιδιότητες που ο άνθρωπος αποφάσισε ότι χαρακτηρίζουν την ανώτερη μορφή ζωής. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αρνηθούμε την ιδιαιτερότητα του ανθρώπου αλλα ότι πρέπει να διαχωρίσουμε την ιδιαιτερότητα από την ανωτερότητα.

Ο άνθρωπος φαίνεται ότι είναι το ζώο που απέκτησε τη μεγαλύτερη ικανότητα να απομακρύνεται από την άμεση αναγκαιότητα. Μπορεί να πεινά και να μη φάει. Μπορεί να διψά και να αναβάλει την ικανοποίηση της δίψας. Μπορεί να υποστεί μια στέρηση για χάρη ενός σκοπού που θεωρεί σημαντικότερο. Μπορεί να σχεδιάσει για το μέλλον, να θυσιάσει το παρόν για ένα μακρινό αποτέλεσμα, να μετατρέψει την άμεση ανάγκη σε αντικείμενο επιλογής. Η ικανότητα αυτή αποτελεί αναμφίβολα μια μορφή ελευθερίας. Αλλά η ελευθερία εδώ δεν σημαίνει κατάργηση της ανάγκης. Ο άνθρωπος που νηστεύει εξακολουθεί να πεινά. Η φυσική υποχρέωση παραμένει. Εκείνο που αλλάζει είναι η σχέση του ανθρώπου μαζί της. Η πείνα επιβάλλεται φυσικά. Η άμεση υπακοή στην πείνα δεν είναι πλέον η μοναδική δυνατή σχέση μαζί της. Η ανθρώπινη ελευθερία βρίσκεται στη δυνατότητα να ρυθμίζει, να αναστέλλει ή να μετασχηματίζει τη σχέση του με τη φυσική υποχρέωση.

Σε αυτό το σημείο πρέπει να εντοπίζεται το βαθύτερο πρόβλημα. Η φυσική υποχρέωση είναι αναπόφευκτη. Η ανάγκη του ανθρώπου να φάει, να πιει, να κοιμηθεί, να προστατευθεί, να διατηρήσει τη ζωή του δεν αποτελεί κοινωνική κατασκευή. Η ελευθερία αρχίζει όταν ο άνθρωπος μπορεί να αποκτήσει μια απόσταση από αυτήν. Όμως, αν η δυνατότητα απόστασης μετατραπεί σε απαίτηση διαρκούς υπέρβασης, τότε η ελευθερία μπορεί να γεννήσει μια νέα υποχρέωση. Ο άνθρωπος δεν υποχρεώνεται πλέον μόνο να ικανοποιήσει την ανάγκη του αλλά και να αποδεικνύει διαρκώς ότι μπορεί να την υπερβαίνει. Σε αυτό το σημείο, η μαρξική σκέψη αποκτά μια απροσδόκητη ένταση. Ο Μαρξ δεν περιορίζεται στην απαίτηση μιας δικαιότερης κατανομής των αγαθών. Η χειραφέτηση συνδέεται με τη δυνατότητα του ανθρώπου να απελευθερώσει τις παραγωγικές του δυνάμεις από τον καταναγκασμό της καπιταλιστικής παραγωγής και να μειώσει τον αναγκαίο χρόνο εργασίας. Στα ώριμα έργα του, η ελευθερία συνδέεται με την περιοχή πέρα από τον χρόνο της αναγκαίας εργασίας. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων αποκτά έτσι έναν απελευθερωτικό χαρακτήρα: όσο περισσότερο η κοινωνία είναι σε θέση να παράγει με λιγότερο αναγκαίο χρόνο εργασίας, τόσο περισσότερο διευρύνεται ο ελεύθερος χρόνος στον οποίο μπορούν να αναπτυχθούν οι ανθρώπινες ικανότητες. Η σκέψη αυτή έχει μια εσωτερική λογική που είναι δύσκολο να απορριφθεί. Η τεχνολογία μπορεί πράγματι να μειώσει τον μόχθο. Η συλλογική γνώση μπορεί να αυξήσει τις δυνατότητες του ανθρώπου. Η παραγωγή μπορεί να απελευθερώσει χρόνο και ενέργεια από την απλή επιβίωση. Η ιστορική ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων δεν είναι φαντασίωση. Ο καπιταλισμός, άλλωστε, δεν στηρίζεται σε μια καθαρά αυθαίρετη επιθυμία για συσσώρευση. Πατά πάνω σε πραγματικές ανθρώπινες δυνατότητες: στην ανάγκη βελτίωσης των όρων ζωής, στην επιθυμία εξοικονόμησης κόπου, στην τεχνική επινοητικότητα, στην παραγωγή πέρα από την άμεση κατανάλωση. Ακριβώς γι’ αυτό η μαρξική κριτική του καπιταλισμού δεν μπορεί να περιοριστεί στο επιχείρημα ότι η παραγωγική ανάπτυξη είναι κακή. Το πρόβλημα είναι διαφορετικό: τι συμβαίνει όταν μια ανθρώπινη δυνατότητα μετατρέπεται σε κοινωνικό αυτοσκοπό;

Εδώ αναγνωρίζουμε ένα από τα σημεία στα οποία η κριτική του Κορνήλιου Καστοριάδη προς τον Μαρξ αποκτά σημαίνουσα ύπαρξη. Ο Καστοριάδης διακρίνει στη μαρξική θεωρία μια παραμονή σε ένα παραγωγικό σχήμα: ο καπιταλισμός πρέπει να καταργηθεί, αλλά η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων εξακολουθεί να εμφανίζεται ως θεμελιώδης ιστορική κατεύθυνση. Ο καπιταλιστής μπορεί να καταργηθεί, η ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής μπορεί να καταργηθεί, οι κοινωνικές σχέσεις μπορούν να μετασχηματιστούν. Αλλά τι συμβαίνει αν παραμένει άθικτη η ιδέα ότι η ιστορική πρόοδος συνδέεται κατ’ ανάγκην με την ολοένα μεγαλύτερη ανάπτυξη της παραγωγικής δυνατότητας; Τότε ο καπιταλισμός μπορεί να χάσει τον καπιταλιστή, χωρίς να χάσει πλήρως το παραγωγικό του πρόταγμα. Η ένταση αυτή δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ επιθυμεί απλώς περισσότερη παραγωγή. Το ουσιώδες αίτημά του είναι η καθολική ανάπτυξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Αλλά ακριβώς εκεί ξεπηδά το επόμενο πρόβλημα: γιατί η καθολική ανάπτυξη πρέπει να αποτελεί το υπέρτατο κριτήριο της χειραφέτησης; Αν η ανθρώπινη ελευθερία ταυτιστεί με τη διαρκή ανάπτυξη των δυνατοτήτων του ανθρώπου, τότε η ίδια η δυνατότητα μπορεί να μετατραπεί σε καθήκον. Ο άνθρωπος δεν αρκεί πλέον να είναι ελεύθερος. Πρέπει να αναπτύσσεται. Δεν αρκεί να διαθέτει δυνατότητες. Πρέπει να τις πραγματοποιεί. Δεν αρκεί να υπερβαίνει ένα όριο. Πρέπει να υπερβαίνει διαρκώς το επόμενο. Έτσι η ελευθερία παύει να είναι μόνο δυνατότητα και γίνεται υποχρέωση.

Κι εδώ εμφανίζεται κάτι που η μαρξική σκέψη δεν είχε σκοπό να αποκαλύψει: το τραγικό. Το τραγικό γεννιέται όταν ο άνθρωπος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια αντίφαση που δεν μπορεί να εξαλειφθεί χωρίς να χαθεί ο ένας εκ των δύο όρων της. Ο άνθρωπος είναι φυσικό ον και ταυτόχρονα ον που μπορεί να πάρει απόσταση από τη φύση του. Είναι υποχρεωμένος από την ανάγκη και ταυτόχρονα μπορεί να αντισταθεί στην άμεση επιταγή της. Έχει όρια και μπορεί να τα υπερβαίνει. Αλλά κάθε υπέρβαση δημιουργεί τη δυνατότητα μιας νέας υπέρβασης. Η τραγική διάσταση έγκειται ακριβώς σε αυτή την αδυναμία οριστικής συμφιλίωσης. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει ελεύθερος από έναν καταναγκασμό, αλλά η ίδια η ελευθερία του μπορεί να δημιουργήσει έναν νέο καταναγκασμό. Μπορεί να απαλλαγεί από την υποχρέωση να εργάζεται για να επιβιώσει και να βρεθεί αντιμέτωπος με μια νέα απαίτηση: να αξιοποιήσει δημιουργικά τον ελεύθερο χρόνο του, να αναπτύξει τις δυνατότητές του, να γίνει αυτό που μπορεί να γίνει. Η δυνατότητα της αυτοπραγμάτωσης μπορεί να μετατραπεί σε προσταγή της αυτοπραγμάτωσης. Ο άνθρωπος δεν υποφέρει πλέον μόνο επειδή δεν μπορεί. Μπορεί να υποφέρει επειδή μπορεί και αισθάνεται ότι οφείλει να μπορεί περισσότερο. Ίσως γι’ αυτό η μαρξική θεωρία παρουσιάζει, άθελά της, μια από τις πιο ενδιαφέρουσες μορφές του τραγικού. Επιχειρεί να το υπερβεί ιστορικά, να εντοπίσει τους υλικούς όρους μιας κοινωνίας όπου οι αντιθέσεις της ανθρώπινης ύπαρξης θα μπορούν να αμβλυνθούν. Αλλά η ίδια η έννοια της απελευθέρωσης αποκαλύπτει μια αντίφαση που δεν λύνεται εύκολα: ο άνθρωπος απελευθερώνεται επειδή μπορεί να υπερβαίνει τα όριά του, ενώ ακριβώς αυτή η ικανότητα μπορεί να τον υποχρεώνει να μην αποδέχεται ποτέ κανένα όριο. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Μαρξ δεν αναγνωρίζει όρια. Το αντίθετο. Η διάκριση ανάμεσα στο βασίλειο της ανάγκης και στο βασίλειο της ελευθερίας προϋποθέτει την αναγνώριση ότι η ανάγκη δεν εξαφανίζεται. Η ελευθερία δεν εγκαθίσταται σε έναν κόσμο απαλλαγμένο από κάθε αναγκαιότητα. Προϋποθέτει τη ρύθμιση της αναγκαίας εργασίας και τη διεύρυνση του χώρου στον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να δρα ελεύθερα. Το ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι να αποδώσουμε στον Μαρξ μια φαντασίωση απεριόριστης απελευθέρωσης από κάθε όριο αλλά να εξετάσουμε ποια όρια θεωρούνται ιστορικά αναγκαίο να ξεπεραστούν και ποια μπορούν να αναγνωριστούν ως όρια χωρίς να θεωρούνται αποτυχίες.

Σε αυτό το σημείο ο Δαρβίνος προσφέρει, έστω έμμεσα, μια αποφασιστική διόρθωση. Η εξέλιξη δεν είναι διαδικασία που οδεύει προς ένα προκαθορισμένο ύψος. Δεν υπάρχει στη φύση ένα τελικό σημείο στο οποίο τα είδη οφείλουν να καταλήξουν. Η εξαιρετική ανάπτυξη μιας δυνατότητας δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ανωτερότητας. Ο άνθρωπος μπορεί να έχει γίνει το κυρίαρχο είδος του πλανήτη, αλλά η οικολογική κυριαρχία δεν συνιστά μεταφυσική απόδειξη ανωτερότητας. Και ίσως αυτή η διαπίστωση επιτρέπει να ξαναδούμε και τη σχέση ανθρώπου και ζώου. Αν ο άνθρωπος είναι το ζώο που ανέπτυξε σε πρωτοφανή βαθμό την ικανότητα να υπερβαίνει την άμεση ανάγκη, αυτό δεν σημαίνει ότι τα άλλα ζώα έμειναν πίσω. Η ίδια η διατύπωση προϋποθέτει μια γραμμική αντίληψη της εξέλιξης, σύμφωνα με την οποία όλοι θα έπρεπε να κατευθύνονται προς τον άνθρωπο. Όμως τα άλλα είδη δεν απέτυχαν να γίνουν άνθρωποι. Απλώς δεν είχαν αυτόν τον προορισμό. Το γεγονός ότι ο άνθρωπος έγινε τόσο ισχυρός ώστε να μεταβάλει τις συνθήκες ύπαρξης σχεδόν όλων των άλλων ειδών δημιουργεί ένα ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα. Μήπως η ανθρώπινη κυριαρχία είναι ταυτόχρονα και η μεγαλύτερη δυνατότητα και ο μεγαλύτερος κίνδυνος του ανθρώπου; Μήπως η ικανότητα μετασχηματισμού του κόσμου δεν αποτελεί απλώς κριτήριο ελευθερίας, αλλά και δυνατότητα καταστροφής των όρων μέσα στους οποίους συνυπάρχουν άλλες μορφές ζωής;

Η σπουδαιότερη κριτική στον ανθρωποκεντρισμό δεν είναι η άρνηση της ιδιαιτερότητας του ανθρώπου αλλά του μετασχηματισμού της σε μέτρο όλων των πραγμάτων. Ο άνθρωπος είναι πράγματι ένα εξαιρετικό ζώο. Είναι το ζώο που μπορεί να αντιταχθεί στην άμεση ανάγκη, να σχεδιάσει το μέλλον, να κατασκευάσει κόσμους συμβόλων, να παράγει πέρα από την επιβίωση, να στοχαστεί ακόμη και πάνω στη δική του φύση. Αλλά, ακριβώς επειδή διαθέτει αυτή την απόσταση από τη φύση του, κινδυνεύει να κατασκευάσει μια νέα υποχρέωση: να υπερβαίνει διαρκώς τον εαυτό του. Τότε το τραγικό επιστρέφει, όχι ως εξωτερική δύναμη που συντρίβει τον άνθρωπο αλλά ως εσωτερική αντίφαση της ίδιας της ανθρώπινης ελευθερίας. Ο άνθρωπος θέλει να είναι ελεύθερος από την ανάγκη, αλλά η ελευθερία του δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ανάγκη. Θέλει να υπερβεί τα όριά του, αλλά η ζωή του εξακολουθεί να συγκροτείται μέσα από όρια. Θέλει να αναπτύξει όλες τις δυνατότητές του, αλλά δεν μπορεί να πραγματοποιήσει όλες τις δυνατότητες που θα μπορούσε. Θέλει να κατακτήσει τον κόσμο και ταυτόχρονα ανακαλύπτει ότι η ίδια η δυνατότητα της κατάκτησης μπορεί να τον απομονώσει από έναν κόσμο που δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά για εκείνον.

Η ελευθερία δεν έγκειται στην οριστική νίκη επί της ανάγκης ούτε στην κατάργηση των ορίων αλλά στην ικανότητα να επιλέγουμε τη σχέση μας μαζί τους. Να μπορούμε να υπερβαίνουμε ένα όριο χωρίς να θεωρούμε κάθε όριο εχθρό. Να μπορούμε να αναπτύσσουμε μια δυνατότητα χωρίς να μετατρέπουμε την ανάπτυξή της σε καθήκον. Να μπορούμε να επιθυμούμε την αλλαγή χωρίς να θεωρούμε την αδιάκοπη αλλαγή αυτονόητο νόμο της ύπαρξης. Διότι η ελευθερία δεν είναι κατ’ ανάγκη η απουσία ορίων. Μπορεί να είναι η δυνατότητα να αποφασίζουμε ποια όρια θα υπερβούμε και ποια θα αναγνωρίσουμε ως μέρος της ίδιας της ζωής. Αυτό είναι το σημείο όπου το τραγικό δεν νικιέται, ούτε χρειάζεται να νικηθεί. Μπορεί απλώς να αναγνωριστεί ως το τίμημα της ίδιας της ανθρώπινης ελευθερίας.