Δοκίμιο αρ. 235
Η ιατρική καταλαμβάνει στο θέατρο του Μολιέρου μια θέση πολύ ευρύτερη από εκείνη ενός απλού αντικειμένου επαγγελματικής σάτιρας. Από τον Ιπτάμενο γιατρό (1645) και τον Έρωτα γιατρό (1665) έως τον Γιατρό με το στανιό (1666) και τον Κατά φαντασίαν ασθενή (1673) η ιατρική πράξη εντάσσεται σε μια δραματουργία της αυθεντίας, της γνώσης και της κοινωνικής αναγνώρισης. Ο γιατρός εμφανίζεται ως φορέας ειδικής γνώσης, συγχρόνως όμως ως πρόσωπο που πρέπει να καταλάβει μια συγκεκριμένη θέση μέσα σε ένα σύστημα κοινωνικών σχέσεων και να την εκφράσει μέσω αναγνωρίσιμων κωδίκων. Η ενδυμασία, η γλώσσα, οι χειρονομίες, η διαγνωστική εξέταση, τα ιατρικά αντικείμενα, η βεβαιότητα του λόγου και οι τελετουργίες της επαγγελματικής επικύρωσης συγκροτούν ένα σύνολο σημείων μέσω των οποίων η ιατρική ιδιότητα αποκτά κοινωνική υπόσταση. Η σκηνή του Μολιέρου αξιοποιεί αυτό το σύστημα για να διερευνήσει τους όρους υπό τους οποίους η αυθεντία γίνεται πειστική.
Η προβληματική αυτή συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο πλαίσιο της γαλλικής κοινωνίας του 17ου αιώνα. Η ιατρική της εποχής βρίσκεται σε μια σύνθετη κατάσταση: διατηρεί ισχυρές τις θεωρητικές και θεραπευτικές παραδόσεις της αρχαίας ιατρικής, ενώ παράλληλα αναπτύσσονται νέες μορφές επιστημονικής συζήτησης και έντονες αντιπαραθέσεις σχετικά με τις θεραπευτικές μεθόδους. Οι διαφωνίες ανάμεσα στους γιατρούς για την αφαίμαξη, για παράδειγμα, αποτελούν ήδη μέρος της δημόσιας και σατιρικής κουλτούρας πριν από τον Μολιέρο. Η αντιπαράθεση ανάμεσα σε διαφορετικές ιατρικές σχολές και πρακτικές παρέχει έτσι ένα πραγματικό υπόβαθρο στις κωμικές διαφωνίες των γιατρών του δραματουργού. Παράλληλα, η ιατρική αποτελεί ήδη οργανωμένο επαγγελματικό και θεσμικό πεδίο. Η Ιατρική Σχολή του Παρισιού υπερασπίζεται τις αρμοδιότητες και τα προνόμιά της, ενώ η ιδιότητα του γιατρού συνδέεται με συγκεκριμένη εκπαίδευση, τίτλους, κανόνες και διαδικασίες επικύρωσης. Η θεσμική διάσταση έχει ιδιαίτερη σημασία για την κατανόηση της μολιερικής δραματουργίας, καθώς ο συγγραφέας μετατρέπει σε κωμικό αντικείμενο ακριβώς εκείνα τα στοιχεία που επιτρέπουν σε μια κοινωνία να αναγνωρίζει και να νομιμοποιεί τον ειδικό. Το τρίτο ιντερμέδιο του Κατά φαντασίαν ασθενούς, όπου η απονομή της ιδιότητας του γιατρού παρουσιάζεται ως παρωδιακή τελετή, ακολουθεί μάλιστα σε γενικές γραμμές τη μορφή που προβλέπουν τα καταστατικά της Ιατρικής Σχολής του Παρισιού.
Το γεγονός ότι ο Μολιέρος στρέφεται τόσο συστηματικά εναντίον των γιατρών έχει συχνά οδηγήσει σε μια απλουστευτική ανάγνωση, σύμφωνα με την οποία η κωμωδία του στρέφεται συνολικά εναντίον της ιατρικής. Η ίδια η παράδοση του έργου του υποδεικνύει μια περισσότερο σύνθετη κατεύθυνση. Η διάκριση ανάμεσα στον γιατρό και στο γελοίον της ιατρικής διατυπώνεται μέσα στον ίδιο τον Κατά φαντασίαν ασθενή, ενώ ανάλογη διάκριση απαντά ήδη σε προγενέστερα κείμενα της γαλλικής παράδοσης. Η σάτιρα λοιπόν μπορεί να στραφεί προς τις πρακτικές, τη γλώσσα, την αυθεντία και τις συμβάσεις της ιατρικής χωρίς να προϋποθέτει συλλήβδην απόρριψη της ιατρικής γνώσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά ιδιαίτερη δραματουργική σημασία η μορφή του γιατρού ως ρόλου. Ο Σγαναρέλος στον Γιατρό με το στανιό στερείται ιατρικής κατάρτισης, τοποθετείται όμως στη θέση του γιατρού και αρχίζει να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις απαιτήσεις της. Οι άλλοι χαρακτήρες τον αναγνωρίζουν ως ειδικό και η αναγνώριση αυτή οργανώνει τη συμπεριφορά τους απέναντί του. Ο ίδιος αντιλαμβάνεται γρήγορα ότι η θέση του συνοδεύεται από συγκεκριμένους τρόπους ομιλίας και συμπεριφοράς. Η κωμωδία γεννιέται από την απόσταση ανάμεσα στο πρόσωπο που γνωρίζει το κοινό και στην ιδιότητα που του αποδίδουν τα πρόσωπα της δράσης. Η περίπτωση του Σγαναρέλου επιτρέπει στον Μολιέρο να απομονώσει τα σημεία από τα οποία αποτελείται η ιατρική παρουσία. Ο γιατρός εξετάζει, ψηλαφεί, ερμηνεύει, ονομάζει, αποφασίζει. Η κίνηση του σώματος αποκτά επαγγελματική σημασία και ο λόγος οργανώνει τη σχέση με τον ασθενή. Η διάγνωση παρουσιάζεται ως πράξη γλωσσικής και κοινωνικής εξουσίας: ο γιατρός μετατρέπει τα σημάδια του σώματος σε ιατρικό λόγο και μέσω αυτής της μετάφρασης καταλαμβάνει τη θέση του ερμηνευτή.
Η γλώσσα αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο στοιχείο της παραπάνω διαδικασίας. Οι ειδικοί όροι, οι λατινικές διατυπώσεις, οι πομπώδεις εκφράσεις και οι κατηγορηματικές αποφάνσεις δημιουργούν ένα γλωσσικό περιβάλλον στο οποίο η γνώση εμφανίζεται ως αυτονόητη ιδιότητα εκείνου που μιλά. Ο Σγαναρέλος μπορεί να παράγει ιατρικό λόγο χωρίς να διαθέτει την αντίστοιχη γνώση, ακριβώς επειδή ο κώδικας της ιατρικής γλώσσας είναι αναγνωρίσιμος ως κώδικας ειδικού. Η κωμωδία αξιοποιεί έτσι τη διαφορά ανάμεσα στη σημασία μιας λέξης και στην κοινωνική λειτουργία της: ένας όρος μπορεί να προσδίδει κύρος στον ομιλητή ακόμη και όταν ο συνομιλητής αδυνατεί να ελέγξει επιστημονικά το περιεχόμενό του.
Το ίδιο δραματουργικό σχήμα επανέρχεται στον Κατά φαντασίαν ασθενή, με την υπηρέτρια Τουανέττα να μεταμφιέζεται σε γιατρό. Η επιτυχία της μεταμφίεσης στηρίζεται στην αναπαραγωγή των κωδίκων που συνοδεύουν την ιατρική ιδιότητα. Εξετάζει τον ασθενή, εκφέρει διάγνωση, χρησιμοποιεί ειδική ορολογία και υιοθετεί την απαιτούμενη βεβαιότητα. Ο Αργκάν αποδέχεται τη νέα της ταυτότητα επειδή η συμπεριφορά της αντιστοιχεί στην εικόνα που διαθέτει για τον γιατρό. Η δραματουργική λειτουργία της σκηνής γίνεται ακόμη πιο οξεία όταν συγκρίνει κανείς την Τουανέττα με τους θεσμικά αναγνωρισμένους γιατρούς του έργου. Αυτοί διαθέτουν την επίσημη ιδιότητα, η συμπεριφορά τους όμως στηρίζεται σε κώδικες παρόμοιους με εκείνους που χρησιμοποιεί η μεταμφιεσμένη υπηρέτρια. Η σύγκριση μεταφέρει τη σάτιρα από την ατομική απάτη στη δομή της αναγνωρισιμότητας. Η Τουανέττα επιτυγχάνει ως "γιατρός" επειδή γνωρίζει πώς παρουσιάζεται ένας γιατρός, ενώ οι πραγματικοί γιατροί του έργου παρουσιάζουν την ιδιότητά τους μέσα από τους ίδιους περίπου κώδικες. Η σκηνική επιτέλεση, συνεπώς, αποτελεί συστατικό της κοινωνικής μορφής της ιατρικής αυθεντίας.
Η θεατρικότητα περί της οποίας γίνεται λόγος συνδέεται με μια πραγματική πολιτισμική παράδοση της εποχής. Οι κωμικές επισκέψεις γιατρών, οι γελοιογραφικές απεικονίσεις της ιατρικής εξέτασης, η παρωδία της εξειδικευμένης γλώσσας και οι συγκρούσεις ανάμεσα σε γιατρούς αποτελούν ήδη καθιερωμένα στοιχεία της γαλλικής και ιταλικής κωμικής παράδοσης. Ιδιαίτερα η Κομέντια ντελ' Άρτε είχε διαμορφώσει τον στερεοτυπικό τύπο του λόγιου γιατρού, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον Dottore Balanzone, του οποίου η πομπώδης χρήση λατινικών εκφράσεων και ψευδοεπιστημονικής ορολογίας λειτουργούσε ως κωμικός δείκτης μιας γνώσης περισσότερο επιδεικτικής παρά ουσιαστικής. Η γαλλική φαρσοκωμωδία, με τις ρίζες της στον ύστερο Μεσαίωνα, προσέφερε παράλληλα ένα ευρύ ρεπερτόριο κωμικών τύπων και καταστάσεων γύρω από την ιατρική. Ο Μολιέρος, συνεπώς, δεν επινοεί από το μηδέν το κωμικό στερεότυπο του γιατρού, αλλά παραλαμβάνει στοιχεία από ένα ήδη συγκροτημένο ευρωπαϊκό θεατρικό και σατιρικό ρεπερτόριο και τα μετασχηματίζει σε δραματουργικό μηχανισμό. Ακόμη και ορισμένες συγκεκριμένες κωμικές σκηνές του Γιατρού με το στανιό έχουν προγενέστερα ανάλογα σε σατιρικά και θεατρικά κείμενα του 17ου αιώνα.
Σημαντική είναι και η πραγματική σχέση του Μολιέρου με την ιατρική. Ο Αρμάν-Ζαν ντε Μοβιγιάν, γιατρός, φίλος και ιατρικός σύμβουλός του, υπήρξε κοσμήτορας της Ιατρικής Σχολής του Παρισιού από το 1666 έως το 1668. Η σχέση αυτή προσφέρει ένα πρόσθετο ιστορικό στοιχείο που δυσχεραίνει την εικόνα ενός συγγραφέα ο οποίος απλώς απορρίπτει συλλήβδην τους γιατρούς και την ιατρική τους γνώση.
Η πιο σύνθετη μορφή της μολιερικής επεξεργασίας εμφανίζεται στο τρίτο ιντερμέδιο του Κατά φαντασίαν ασθενούς. Η τελετή υποδοχής στην ιατρική ιδιότητα γίνεται αντικείμενο θεατρικής αναπαράστασης: λόγος, ερωτήσεις, απαντήσεις, τελετουργικές κινήσεις, μουσική και χορός οργανώνουν μια παρωδία ακαδημαϊκής επικύρωσης. Η ιδιότητα του γιατρού παρουσιάζεται ως κοινωνική διαδικασία που απαιτεί την αναγνώριση μιας κοινότητας. Η τελετή παράγει τον γιατρό ως θεσμικό πρόσωπο, ενώ η σκηνή παράγει ταυτόχρονα τη θεατρική εικόνα αυτής της παραγωγής. Στη συγκεκριμένη σκηνή, το θέατρο αποκτά σχεδόν ανατομική λειτουργία ως προς τον ίδιο τον θεσμό. Αποσυνθέτει την τελετουργία στα συστατικά της και τα επανασυνθέτει μέσα σε μια παρωδία. Η διαδικασία μέσω της οποίας η ιατρική ιδιότητα επικυρώνεται γίνεται μέρος της παράστασης και, ακριβώς επειδή μεταφέρεται στη σκηνή, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μορφή δράσης, λόγου και τελετουργικής συμπεριφοράς. Η αυθεντία εμφανίζεται ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας επικύρωσης στην οποία συμμετέχουν θεσμός, κοινότητα ειδικών και αποδέκτης της ιατρικής γνώσης. Ανάλογη σχέση αναπτύσσεται ανάμεσα στον γιατρό και στον ασθενή. Ο Αργκάν αποτελεί δραματουργικά κάτι περισσότερο από έναν παθητικό δέκτη θεραπευτικών πράξεων. Η εμμονή του με την ασθένεια, η ανάγκη του για διαρκή διάγνωση και η προσδοκία του από την ιατρική φροντίδα συντηρούν το σύστημα μέσα στο οποίο οι γιατροί ασκούν την αυθεντία τους. Ο ασθενής παρουσιάζει το σώμα του, ο γιατρός το ερμηνεύει και η ερμηνεία επιστρέφει στον ασθενή ως γνώση για τον ίδιο του τον εαυτό. Πρόκειται για μια σχέση αλληλεξάρτησης, οργανωμένη γύρω από την παραγωγή και την αποδοχή της ιατρικής ερμηνείας. Το σώμα, δηλαδή, καταλαμβάνει κεντρική θέση στη μολιερική δραματουργία της ιατρικής. Παλμός, ούρα, πόνος, αδυναμία, ασθένεια και θεραπεία μετατρέπονται σε σκηνικά γεγονότα. Η ιατρική πράξη προσλαμβάνει μορφή παράστασης επειδή προϋποθέτει σώματα, κινήσεις, αντικείμενα, λόγο και μια συγκεκριμένη χωροταξία της σχέσης. Ο γιατρός εξετάζει και ο ασθενής εκτίθεται στην εξέταση. Ο ένας ερμηνεύει και ο άλλος προσφέρει τα σημεία που θα ερμηνευθούν. Η θεραπευτική σχέση οργανώνεται έτσι ως ιδιαίτερη σκηνική σχέση.
Η θεατρολογική αξία αυτής της διάστασης βρίσκεται στη δυνατότητα διάκρισης ανάμεσα στην ιδιότητα και στο πρόσωπο που την ενσαρκώνει. Ο Σγαναρέλος μπορεί να γίνει γιατρός μέσα στη δραματική πραγματικότητα επειδή αναγνωρίζεται ως τέτοιος. Η Τουανέττα μπορεί να γίνει πειστική ως γιατρός επειδή αναπαράγει τους κώδικες της ιδιότητας. Η τελετή του τρίτου ιντερμέδιου παρουσιάζει τη θεσμική διαδικασία μέσω της οποίας η ίδια ιδιότητα αποκτά επίσημη επικύρωση. Οι τρεις περιπτώσεις συγκροτούν διαφορετικές εκδοχές του ίδιου δραματουργικού προβλήματος: πώς ένα πρόσωπο αποκτά τη θέση του ειδικού και πώς η θέση αυτή γίνεται αποδεκτή από τους άλλους. Ο Μολιέρος, μέσα από την κωμωδία, εξετάζει έτσι τη σχέση ανάμεσα στη γνώση, στην κοινωνική αναγνώριση και στην επιτέλεση της αυθεντίας. Η ιατρική του 17ου αιώνα προσφέρει το κατάλληλο πεδίο, επειδή βρίσκεται σε μια περίοδο έντονης θεσμικής οργάνωσης, επιστημονικής διαμάχης και δημόσιας συζήτησης για τις θεραπευτικές πρακτικές. Η κωμωδία εισέρχεται σε αυτό το πεδίο όχι ως εξωτερικός σχολιασμός, αλλά ως δραματουργική ανακατασκευή των κωδίκων του. Η σκηνική επιτελεστικότητα της ιατρικής αυθεντίας στον Μολιέρο προκύπτει επομένως από τη σύμπλεξη τριών επιπέδων: της πραγματικής ιατρικής πρακτικής της εποχής, της κοινωνικής και θεσμικής αναγνώρισης του γιατρού και της θεατρικής αναπαράστασης των σημείων που συνοδεύουν την ιδιότητά του. Η κωμωδία παρεμβάλλεται ανάμεσα σε αυτά τα επίπεδα και τα μετατρέπει σε αντικείμενο δραματουργικής επεξεργασίας. Ο γιατρός δεν αποτελεί απλώς έναν χαρακτήρα που προκαλεί γέλιο, αλλά έναν κοινωνικό ρόλο με συγκεκριμένο κώδικα παρουσίας. Η ιατρική γνώση αποκτά κύρος μέσα από θεσμούς, λόγους, τελετουργίες και πρακτικές αναγνώρισης, ενώ η σκηνή του Μολιέρου ανασυνθέτει αυτούς τους μηχανισμούς και τους υποβάλλει στη δοκιμασία της κωμικής παράστασης.
Ακριβώς γι’ αυτό η μολιερική σάτιρα της ιατρικής υπερβαίνει την καταγγελία ορισμένων κακών γιατρών. Το πραγματικό της αντικείμενο βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στην ειδική γνώση και στην κοινωνική μορφή με την οποία αυτή παρουσιάζεται, αναγνωρίζεται και γίνεται αποδεκτή. Η ιατρική αυθεντία εμφανίζεται ως γνώση που διαθέτει θεσμική επικύρωση, γλωσσικό κώδικα, τελετουργική μορφή και σκηνική παρουσία. Ο Μολιέρος μετατρέπει όλα αυτά τα στοιχεία σε δράση και, μέσα από τη δράση, αποκαλύπτει την πολυπλοκότητα μιας κοινωνικής ιδιότητας που στηρίζεται ταυτόχρονα στη γνώση, στον θεσμό και στην πειστικότητα της παρουσίας. Η ιατρική, έτσι, γίνεται ένα από τα προνομιακά πεδία στα οποία το θέατρο διερευνά τον τρόπο με τον οποίο η αυθεντία αποκτά μορφή, αναγνώριση και δύναμη.
Από τον Μολιέρο στη σύγχρονη ιατρική αυθεντία
Τρεις και πλέον αιώνες μετά τον Μολιέρο, η σχέση ανάμεσα στην ιατρική γνώση και στην κοινωνική αναγνώριση της αυθεντίας της έχει αλλάξει σημαντικά, χωρίς να έχει εκλείψει η ανάγκη για σημεία που καθιστούν αναγνωρίσιμη την ειδική γνώση. Η σύγχρονη ιατρική διαθέτει θεσμικούς μηχανισμούς πιστοποίησης, αυστηρότερη επιστημονική εξειδίκευση, επαγγελματικές βαθμίδες και διαδικασίες ελέγχου που διαμορφώνουν ένα πολύ διαφορετικό πλαίσιο από εκείνο του 17ου αιώνα. Η ιατρική ιδιότητα συνδέεται πλέον με τίτλους σπουδών, άδειες άσκησης επαγγέλματος, ειδικότητες, επιστημονικές δημοσιεύσεις, νοσοκομειακές δομές και θεσμικές πιστοποιήσεις. Η αυθεντία διαθέτει συνεπώς ισχυρότερο και περισσότερο ελεγχόμενο θεσμικό υπόβαθρο.
Παράλληλα, όμως, η κοινωνική πρόσληψη της ιατρικής εξακολουθεί να πραγματοποιείται μέσα από σημεία και μορφές αναπαράστασης. Ο γιατρός εμφανίζεται σε έναν συγκεκριμένο χώρο, χρησιμοποιεί μια εξειδικευμένη γλώσσα, διαθέτει συγκεκριμένα εργαλεία, εντάσσεται σε ένα σύστημα τίτλων και ειδικοτήτων και παρουσιάζει τον εαυτό του μέσα από μια επαγγελματική ταυτότητα. Το ιατρείο, η λευκή ρόμπα, το στηθοσκόπιο, η ιατρική ορολογία και η χρήση τεχνολογικού εξοπλισμού αποτελούν μόνο τα παλαιότερα και πλέον αναγνωρίσιμα στοιχεία ενός πολύ ευρύτερου συστήματος συμβόλων. Στη σύγχρονη κοινωνία προστίθενται οι ιστοσελίδες, τα επαγγελματικά προφίλ, οι διαδικτυακές αξιολογήσεις, οι τηλεοπτικές εμφανίσεις, οι συνεντεύξεις και η παρουσία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η αλλαγή αυτή διευρύνει το πεδίο της ιατρικής επιτελεστικότητας. Η επαγγελματική ταυτότητα παρουσιάζεται πλέον σε πολλαπλές σκηνές, καθεμία από τις οποίες διαθέτει τους δικούς της κώδικες. Το ιατρείο αποτελεί μία σκηνή, το νοσοκομείο μια άλλη, η επιστημονική ημερίδα μια τρίτη και το διαδίκτυο μια ακόμη. Ο ίδιος επαγγελματίας μπορεί να εμφανίζεται διαφορετικά σε κάθε περίσταση, διατηρώντας όμως έναν κοινό πυρήνα αναγνωρίσιμων χαρακτηριστικών που επιβεβαιώνουν την ειδική του θέση. Η ιατρική αυθεντία αποκτά έτσι μια πολυκεντρική σκηνική παρουσία.
Η σύγχρονη τεχνολογία προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο. Η εικόνα του ειδικού μπορεί να προηγηθεί της προσωπικής συνάντησης. Ο ασθενής συναντά συχνά πρώτα το όνομα, τον τίτλο, τη φωτογραφία, το βιογραφικό, τις ακαδημαϊκές ιδιότητες και τις αξιολογήσεις ενός γιατρού. Η αναγνώριση της αυθεντίας αρχίζει πριν από την ιατρική πράξη και διαμορφώνει ήδη τις προσδοκίες με τις οποίες ο ασθενής εισέρχεται σε αυτήν. Η επαγγελματική παρουσία λειτουργεί ως ένα είδος προ-παράστασης: οργανώνει εκ των προτέρων την εικόνα του προσώπου που πρόκειται να αναλάβει τον ρόλο του ειδικού.
Το φαινόμενο αυτό εμφανίζει ιδιαίτερη ένταση στις ψηφιακές πλατφόρμες, όπου η επιστημονική ιδιότητα συνυπάρχει με μηχανισμούς προσωπικής προβολής. Η διάκριση ανάμεσα στην επιστημονική εγκυρότητα και στην επικοινωνιακή αποτελεσματικότητα γίνεται περισσότερο σύνθετη. Ένας τίτλος, μια ειδικότητα, ένα ακαδημαϊκό αξίωμα ή μια επαγγελματική εμπειρία αποτελούν πραγματικά στοιχεία, η παρουσίασή τους όμως οργανώνεται μέσα σε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον που απαιτεί ορατότητα, αναγνωρισιμότητα και πειστική αυτοπαρουσίαση. Η αυθεντία αποκτά έτσι και μια επικοινωνιακή διάσταση.
Στο σημείο αυτό, η απόσταση από τον Μολιέρο μικραίνει. Ο Σγαναρέλος και η Τουανέττα λειτουργούν μέσα σε έναν κόσμο όπου η ιατρική ιδιότητα αναγνωρίζεται μέσω συγκεκριμένων σημείων. Η σύγχρονη ιατρική διαθέτει πολύ ισχυρότερους θεσμούς επαλήθευσης, όμως η κοινωνική σχέση με τον ειδικό εξακολουθεί να περιλαμβάνει την ερμηνεία σημείων. Ο ασθενής καλείται να διακρίνει ανάμεσα σε τίτλους, ειδικότητες, επιστημονική εμπειρία, επαγγελματική φήμη και προσωπική προβολή. Η μορφή της αυθεντίας έχει αλλάξει, η ανάγκη για την αναγνώρισή της παραμένει. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή όπου η πρόσβαση στην ιατρική πληροφορία έχει διευρυνθεί θεαματικά. Ο ασθενής μπορεί να αναζητήσει συμπτώματα, διαγνώσεις και θεραπευτικές επιλογές πριν από την επίσκεψη στον γιατρό. Η παλαιότερη ασυμμετρία ανάμεσα στον ειδικό και στον μη ειδικό περιορίζεται σε ορισμένα επίπεδα, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούνται νέες μορφές σύγχυσης. Η πληθώρα πληροφοριών αυξάνει την ανάγκη αξιολόγησης της πηγής και της επιστημονικής της αξιοπιστίας. Η αυθεντία επομένως μετακινείται από την απλή κατοχή της πληροφορίας προς την ικανότητα τεκμηρίωσης, ερμηνείας και αξιολόγησής της.
Στη σύγχρονη ιατρική, η γλώσσα εξακολουθεί να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, αλλά η λειτουργία της έχει μεταβληθεί. Η εξειδικευμένη ορολογία αποτελεί αναγκαίο εργαλείο επιστημονικής επικοινωνίας μεταξύ ειδικών, μπορεί όμως να δημιουργήσει απόσταση όταν μεταφέρεται αυτούσια στη σχέση με τον ασθενή. Η σύγχρονη απαίτηση για ενημερωμένη συναίνεση και επικοινωνία με τον ασθενή μεταβάλλει σταδιακά αυτή τη σχέση: η ιατρική αυθεντία καλείται να συνδυάσει την επιστημονική εξειδίκευση με την ικανότητα μετάφρασης της γνώσης σε κατανοητό λόγο. Έτσι, η σκηνική διάσταση της ιατρικής στη σύγχρονη εποχή παρουσιάζει ένα ενδιαφέρον διπλό χαρακτηριστικό. Από τη μία πλευρά, η θεσμική πιστοποίηση περιορίζει σημαντικά την απόσταση ανάμεσα στην πραγματική ειδίκευση και στην απλή επίκλησή της. Από την άλλη, η κοινωνική εικόνα του ειδικού εξακολουθεί να κατασκευάζεται μέσα από μορφές παρουσίασης, επικοινωνίας και αναγνώρισης. Η ύπαρξη πραγματικών προσόντων και η αποτελεσματική παρουσίασή τους αποτελούν διαφορετικές διαδικασίες, οι οποίες μπορούν να συμπέσουν, μπορούν όμως και να αποκλίνουν.
Η μολιερική σκηνή, μέσα από αυτή τη σύγκριση, κερδίζει απρόσμενη επικαιρότητα. Το ενδιαφέρον της δεν βρίσκεται στην πρόβλεψη της σύγχρονης ιατρικής ούτε σε μια απλή αναλογία ανάμεσα στους γιατρούς του 17ου αιώνα και στους σημερινούς επαγγελματίες. Βρίσκεται στην ανάδειξη ενός διαχρονικού προβλήματος της κοινωνικής ζωής: κάθε ειδική γνώση χρειάζεται έναν τρόπο αναγνώρισης, κάθε επαγγελματική ιδιότητα διαθέτει τους δικούς της κώδικες και κάθε σχέση αυθεντίας οργανώνεται μέσα από συγκεκριμένες μορφές παρουσίασης και αποδοχής. Η διαφορά βρίσκεται κυρίως στην πυκνότητα και στην πολυπλοκότητα των σύγχρονων μηχανισμών. Η ιατρική αυθεντία παράγεται πλέον μέσα σε ένα πλέγμα πανεπιστημίων, νοσοκομείων, επιστημονικών εταιρειών, επαγγελματικών συλλόγων, περιοδικών, συνεδρίων, ψηφιακών πλατφορμών και μέσων ενημέρωσης. Η σκηνή της ιατρικής έχει πολλαπλασιαστεί. Μαζί της πολλαπλασιάστηκαν και οι τρόποι με τους οποίους ένας ειδικός παρουσιάζεται, αναγνωρίζεται και αξιολογείται. Από αυτή την άποψη, ο Μολιέρος προσφέρει ένα ιδιαίτερα γόνιμο θεατρολογικό εργαλείο για την κατανόηση της σύγχρονης ιατρικής αυθεντίας. Η κωμωδία του απομονώνει τα στοιχεία που συνθέτουν έναν κοινωνικό ρόλο και τα μετατρέπει σε θεατρική δράση. Η σύγχρονη κοινωνία έχει αλλάξει τους θεσμούς, τα μέσα και τις μορφές πιστοποίησης, διατηρεί όμως την ανάγκη να αναγνωρίζει ποιος μιλά από θέση ειδικής γνώσης και για ποιους λόγους η γνώμη του αποκτά κύρος. Η θεατρικότητα της αυθεντίας, λοιπόν, δεν αποτελεί ιδιαιτερότητα της μολιερικής εποχής. Αποτελεί έναν τρόπο με τον οποίο η κοινωνία οργανώνει την αναγνώριση των ρόλων της, με τη σύγχρονη ιατρική να προσφέρει ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Από τη σκηνή στην οθόνη: η νέα επιτελεστικότητα της αυθεντίας
Στη σύγχρονη ψηφιακή κοινωνία, οι μηχανισμοί που αναλύθηκαν πιο πάνω παίρνουν μια νέα μορφή. Οι ανθρώπινες ανάγκες που τροφοδοτούν τη σχέση με την αυθεντία παραμένουν: η ανάγκη για ερμηνεία, βεβαιότητα, καθοδήγηση και προστασία απέναντι σε ένα σύνθετο και συχνά ακατανόητο πεδίο γνώσης. Η τεχνολογία και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν ένα νέο περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές οι ανάγκες μπορούν να μετατραπούν σε μορφές ψηφιακής επιτέλεσης. Η σκηνή έχει αλλάξει, οι κώδικες έχουν εκσυγχρονιστεί και η παρουσία του ειδικού έχει μεταφερθεί από το ιατρείο και το αμφιθέατρο στην οθόνη.
Μια πρώτη αντιστοιχία αφορά τη γλώσσα. Η παλαιότερη ιατρική ορολογία μπορούσε να λειτουργήσει ως σημείο ειδικής γνώσης ακριβώς επειδή ο μη ειδικός αδυνατούσε συχνά να αξιολογήσει το περιεχόμενό της. Στο ψηφιακό περιβάλλον, εμφανίζονται ανάλογες μορφές γλωσσικής αυθεντίας, ιδιαίτερα σε πεδία που κινούνται στα όρια ή έξω από την επιστημονικά τεκμηριωμένη γνώση. Έννοιες όπως "κβαντική αποτοξίνωση", "αλγόριθμοι συχνοτήτων" ή άλλες επιστημονικοφανείς κατασκευές μπορούν να προσδώσουν κύρος σε μια αφήγηση χωρίς να παρέχουν αντίστοιχη εξηγητική δύναμη. Η επιστημονική ορολογία μετατρέπεται τότε από μέσο περιγραφής και ερμηνείας σε σκηνικό σημείο ειδίκευσης. Όπως η λατινική γλώσσα των μολιερικών γιατρών δήλωνε την κατοχή μιας γνώσης που ο ασθενής αδυνατούσε να ελέγξει, έτσι και η ψευδοεπιστημονική ορολογία μπορεί να λειτουργήσει ως γλωσσικό περίβλημα αυθεντίας.
Ανάλογη λειτουργία επιτελεί η ίδια η εικόνα. Η ενδυμασία, το ιατρείο, τα ιατρικά αντικείμενα και η τελετουργική συμπεριφορά αποτελούσαν μέρος της σκηνικής παρουσίας του ειδικού στον κόσμο του Μολιέρου. Στη σύγχρονη ψηφιακή επικοινωνία αυτά τα στοιχεία έχουν μετασχηματιστεί σε ένα ολόκληρο σύστημα οπτικού packaging: επαγγελματικά στούντιο, προσεκτικά σκηνοθετημένα πλάνα, γραφήματα, διαγράμματα, πιστοποιητικά, λογότυπα, εντυπωσιακά βιογραφικά και μια γενικότερη αισθητική επιστημονικότητας. Η εικόνα λειτουργεί ως προ-λεκτική δήλωση κύρους. Πριν ακόμη εξεταστεί το περιεχόμενο μιας άποψης, το περιβάλλον μέσα στο οποίο παρουσιάζεται μπορεί να έχει ήδη οργανώσει την πρόσληψή της.
Η ψηφιακή σκηνή παρουσιάζει μάλιστα μια ιδιαιτερότητα που την καθιστά ισχυρότερη από τις παραδοσιακές μορφές δημόσιας παρουσίας: επιτρέπει τη συνεχή επανάληψη και αναπαραγωγή της ίδιας ταυτότητας. Ο ειδικός μπορεί να εμφανίζεται καθημερινά στην οθόνη, να επαναλαμβάνει τα ίδια σύμβολα, να αναπαράγει την ίδια γλώσσα και να ενισχύει σταδιακά την εικόνα του ως αυθεντίας. Η συχνότητα της παρουσίας μπορεί να δημιουργήσει εξοικείωση, ενώ αυτή με τη σειρά της να ενισχύσει την εμπιστοσύνη. Η αυθεντία αποκτά έτσι και μια ποσοτική διάσταση: η επανειλημμένη εμφάνιση του προσώπου μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός εμπέδωσης της επαγγελματικής του εικόνας.
Το τρίτο στοιχείο αφορά τον αποδέκτη. Ο Αργκάν βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα σώμα και με συμπτώματα που αδυνατεί να ερμηνεύσει μόνος του. Ο σύγχρονος χρήστης βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών, συχνά αντιφατικών, και άνισης αξιοπιστίας. Η υπερπληροφόρηση δεν συνεπάγεται αυτομάτως μεγαλύτερη γνώση. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυξάνει την ανάγκη για έναν ερμηνευτή που θα οργανώσει το χάος, θα προσφέρει μια συνεκτική αφήγηση και θα μετατρέψει την αβεβαιότητα σε βεβαιότητα. Ο σύγχρονος "Αργκάν" μπορεί έτσι να αναζητήσει εκείνον που προσφέρει όχι κατ’ ανάγκη την πιο τεκμηριωμένη εξήγηση, αλλά την πιο εύληπτη, καθησυχαστική και δραματουργικά πειστική εκδοχή της πραγματικότητας.
Στο σημείο αυτό, η μολιερική κωμωδία γίνεται ιδιαιτέρως επίκαιρη. Η ευπιστία του Αργκάν δεν εξηγείται απλώς από την άγνοιά του. Συνδέεται με την επιθυμία του να αποκτήσει μια ερμηνεία για την κατάσταση του σώματός του και με την ανάγκη να εμπιστευθεί κάποιον που εμφανίζεται ως γνώστης. Αντίστοιχα, ο σύγχρονος χρήστης μπορεί να προσλαμβάνει μια ψηφιακή φιγούρα ως αυθεντία επειδή αυτή προσφέρει μια ολοκληρωμένη και εύκολα κατανοητή αφήγηση σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας. Η πειθώ μετατοπίζεται τότε από την τεκμηρίωση προς την ικανότητα οργάνωσης μιας αφήγησης που ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του αποδέκτη.
Η αναλογία με τον Μολιέρο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν εξεταστεί η σχέση ανάμεσα στη γνώση και στη μορφή της παρουσίασής της. Ο Σγαναρέλος χρησιμοποιεί μια γλώσσα που παράγει την εντύπωση της γνώσης. Ο ψηφιακός ψευδοειδικός μπορεί να χρησιμοποιεί επιστημονικοφανείς όρους, γραφήματα και οπτικά τεκμήρια που παράγουν αντίστοιχη εντύπωση. Στη μία περίπτωση η αυθεντία ενδύεται τη γλώσσα της ιατρικής, στην άλλη ενδύεται τη γλώσσα της επιστήμης, της τεχνολογίας ή της ψηφιακής εξειδίκευσης. Το κοινό σημείο βρίσκεται στη λειτουργία του σημείου: η μορφή της γνώσης μπορεί να προηγηθεί της αξιολόγησης του περιεχομένου της. Ετσι η σύγχρονη ψηφιακή επιτελεστικότητα προσθέτει μια νέα διάσταση στη μολιερική προβληματική. Η αυθεντία μπορεί πλέον να κατασκευάζεται, να σκηνοθετείται και να διανέμεται μαζικά χωρίς την ανάγκη φυσικής παρουσίας. Η οθόνη λειτουργεί ως νέα σκηνή, το προφίλ ως νέα επαγγελματική ταυτότητα, το βίντεο ως νέα μορφή δημόσιας εμφάνισης και η επιστημονικοφανής γλώσσα ως ένα από τα πιθανά νέα λεξιλόγια κύρους. Η παλιά θεατρικότητα της αυθεντίας έχει μετασχηματιστεί σε ψηφιακή επιτέλεση.
Αυτό ακριβώς προσφέρει στον σύγχρονο αναγνώστη η επιστροφή στον Μολιέρο: μια δυνατότητα να εξετάσει τη διαφορά ανάμεσα στην κατοχή μιας γνώσης και στην πειστική παρουσίασή της ως γνώσης. Η σύγχρονη κοινωνία διαθέτει πολύ ισχυρότερους μηχανισμούς επιστημονικής πιστοποίησης από εκείνους του 17ου αιώνα, ταυτόχρονα όμως διαθέτει και πολύ περισσότερες σκηνές στις οποίες η αυθεντία μπορεί να παρουσιαστεί. Επομένως η ψηφιακή εποχή πολλαπλασιάζει τόσο τις δυνατότητες επαλήθευσης όσο και τις δυνατότητες σκηνοθεσίας της αξιοπιστίας.
Ο Μολιέρος εξακολουθεί να είναι επίκαιρος. Η κωμωδία του μας υπενθυμίζει ότι η κοινωνική αναγνώριση της αυθεντίας περνά πάντοτε από μορφές, κώδικες και προσδοκίες. Στον 17ο αιώνα αυτά μπορούσαν να είναι η μαύρη τσόχα, το μυτερό καπέλο, η λατινική ορολογία, η τελετουργία της εξέτασης και η θεσμική επίκληση της ιατρικής ιδιότητας. Στον 21ο αιώνα μπορεί να είναι η κάμερα υψηλής ευκρίνειας, το επαγγελματικό στούντιο, το γράφημα, το βιογραφικό, ο τίτλος στην οθόνη, η επιστημονικοφανής ορολογία και η αδιάκοπη παρουσία στα κοινωνικά δίκτυα. Η σκηνή άλλαξε, η ανάγκη όμως για αναγνωρίσιμα σημεία αυθεντίας εξακολουθεί να οργανώνει τη σχέση ανάμεσα στον ειδικό και στο κοινό του.
